Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

έθιμα: Παπαδούλες και «Χαμόγελο του Παιδιού»



          Στις 20 Οκτώβρη 2013 μονιασμένοι οι σύλλογοι της Σκοτίνας πραγματοποίησαν επίσημη εκδήλωση για τα κάστανα του χωριού. Οι σύλλογοι είναι: α) Σύνδεσμος εθελοντών νέων, φίλων Σκοτίνας (ίδρυση 2012), πρόεδρος Κώστας Γανωτής, β) Πνευματική κίνηση (ίδρυση 1980), πρόεδρος Άννα Χασιώτη, γ) Γονέων και κηδεμόνων , πρόεδρος Ελένη Πινακά. Για φέτος η γιορτή των κάστανων Σκοτίνας αφιερώθηκε στο «Χαμόγελο του Παιδιού».
Πρωτύτερα κυκλοφόρησε σχετική ανακοίνωση των συλλόγων, όπου υπογραμμίζεται η ανάγκη και η «ώρα να βγάλουμε τον τόπο μας από την αφάνεια και να γνωρίσει ο κόσμος και τα δικά μας σπουδαία προϊόντα. Στόχος μας είναι να προβάλλουμε τη ντόπια παραγωγή και να την υψώσουμε στη θέση που της αξίζει. Η  φύση μας δίνει απλόχερα έναν καρπό. Ας τον εκμεταλλευτούμε σωστά ώστε να γίνει ευλογία για το χωριό μας και κατ’ επέκταση για τον καθένα από εμάς ξεχωριστά. Όλοι μαζί μπορούμε!!!!».
            Στη γιορτή, που έγινε στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, παραβρέθηκαν εκπρόσωποι της οργάνωσης «το χαμόγελο του παιδιού», όπου ο κόσμος ανταποκρίθηκε με απλοχεριά. Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους οι επίσημες αρχές του τόπου κι εκφωνήθηκαν «προσλαλιές». Μπαίνοντας το χορευτικό και η ορχήστρα στο πρόγραμμα, σημειώθηκε κάτι το αναπάντεχο. Αρκετοί σηκώθηκαν όρθιοι για να καμαρώσουν το χορό. Μερικοί -«τού ‘λιγι η ψυχή τους»- δεν άντεξαν. Βγάλανε κραυγή «άι σ…, ισείς μι γκρίσ’! Ξέχασάμι να γιλάμι!». Πήραν «παραμάζμα», χώνονται στο χορό. Οι πιο θερμόαιμοι «εμνήσθησαν ημερών αρχαίων» και πέταγαν στα κλαρίνα λεφτά.
            Αν δούμε τη χιουμοριστική πλευρά της υπόθεσης, πρέπει να παρατηρήσουμε το πλήθος των πανηγυριωτών που ρίχτηκαν με όρεξη στα καζάνια και ψησταριές, όπου βράζανε και ψήνανε τα κάστανα. Νόστιμα κάστανα. Τόσο τα βρασμένα όσο και τα ψημένα, οι λεγόμενες «παπαδούλες».
            Οι «παπαδούλες» συνοδεύτηκαν από πλούσια εδέσματα (γλυκά,πίτες και ποτά), που ετοίμασαν οι γυναίκες -«νοικοκυρές»- της Σκοτίνας.
----------
Σημείωση: Το «Ολύμπιο Βήμα» της 23.10.2013 σημειώνει ότι το «Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης» (ΚΕΠΕ) Ανατολικού Ολύμπου σε συνεργασία με τους φορείς του Παλαιού Παντελεήμονα γιόρτασε την 4η Καστανογιορτή στις 20 τρέχοντος μηνός, δηλαδή την ίδια ημερομηνία και ώρα με αυτήν της Σκοτίνας. Για ευνοήτους λόγους οι τοπικές αρχές της περιοχής θα ήταν καλό να μεριμνούν, ώστε στο μέλλον να μη συμπίπτουν οι διάφορες εκδηλώσεις τους!!!

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Ιςτορίες: Το Κατώι του Σχολείου


Το σχολείο της Άνω Σκοτίνας (φωτογραφία. 1985)
            Μερικές φορές τα ανθρώπινα λάθη είναι τραγικά. Σ’ αυτά συγκαταλέγεται και η κατάρρευση του δημοτικού σχολείου της Άνω Σκοτίνας του Κάτω Ολύμπου. Κτίστηκε το 1856 με δαπάνες του συμπατριώτη Καλλίνικου, Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Δεν άντεξε στη φυσική φθορά και στην αδιαφορία του κόσμου. Για την ιστορία ας πληροφορηθούν τα παιδιά μας ότι στο σχολείο αυτό μαθήτευσαν οι προγενέστερες γενιές και το σχολείο λειτουργούσε μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. Σ’ αυτό δίδαξαν δάσκαλοι περιοπής. Ντόπιοι και ξένοι. Αναφέρω μερικά ονόματα σύμφωνα με τη σειρά υπηρεσίας μέχρι τον Εμφύλιο: Γ. Καραγιαννίδης (1879…), Α. Κορκόβιλος (1879-1891), Δ. Αγγέλης, Α. Τσαρούχας, παπά Οικονόμου, παπά Σακελλάρης, Δ. Τομαράς, Η. Χατζηχαμπέρης, Α. Βλέτσης. Με τον Βλέτση (1898-1982) οι Σκοτινιώτες διατηρούν τις πιο νωπές αναμνήσεις. Τον θυμούνται σαν δάσκαλο με τα χαρακτηριστικά του αυστηρού και δίκαιου. Την τιμωρία στο σχολείο τη συσχετίζουν με το Κατώι του σχολείου. Η συζήτηση με το μακαρίτη Μιχάλη Γ. Ζιώγα (Αύγουστος 2004) δείχνει του λόγου το αληθές:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ

Μια φουρά μας έκλεισι η δάσκαλους η Μπλέτσιους μι του Θουμά του Μπαραμύθα στου κατώι. Κι έβαλαν ιμένα που ήμαν μικρότιρους να χαλάσου γκλειδουνιά. Μας έβαλαν στου κατώι να μας φαν οι ψύλ'. Κι έβαλαν ιμένα να χαλάσου γκλειδουνιά κι ντ χάλασα γκλειδουνιά ιγώ.
                   -Πώς τη χάλασες;
                   -Ε, να, σάπια η πόρτα βγήκι η κλειδουνιά ουδέτσ'. Όταν τς απόλκι, μας έβαλι μέσα ιμάς. Γι’ αυτό είχαμι ιφκιρία κι χάλασάμι γκλειδουνιά. Μι του Θουμά δεν ήμασταν σι μια τάξ'. Ικείνους δεν ήξιρι του μάθημα. Ιγώ απού αταξία. Μας έκλεισι μέσα. "Θα 'ρθώ ιγώ να σας απουλύκου", λέ'. Αλλά ιμείς δε μπουλυκάτσαμι.
                        Τ' απόγιμα ήρθα μι του ντρουβά στου σκουλειό. Τα ξιφόρτουσα ιγώ. Η πατέρας μ' έδουσι καμπόσις παταρές. Γιατί χάλασα γκλειδουνιά. Κι βγήκαμι έξου. Όταν ήρθι, πάει σκουλειό, να βγάλ' ιμάς, ιμείς ήμασταν φιβγάτ'. Είδι που χάλασάμι γκλειδουνιά.
                        -Μετά τι έγινε;
                        -Ξύλου. Χτυπούσι πουλύ. Του μπαπά Βαγγέλ' τουν χτύπσι κι ήρθι η μάνα τ' να κάν' παράπουνο. Πάει είπι στ' μάνα τ' κι ήρθι η μάνα τ' στου σκουλειό, φουνάζ' του δάσκαλου του Μπλέτσιου.
-"Καλά, καλά". 
Φέγ' η μάνα τ' απ' του σκουλειό. Του μπιριλαβαίν' ξανά. "Να, ισύ που φώναξις τ' μάνα σ'", λέ'.
Χτυπούσι πουλύ. Αλλά χτυπούσι κι τα δικά τ'. Ιγώ του κατούρσα...Ζ ντιλιφταία τάξ' σ' αυτό του καφινείου που τό 'χ' η Αθηνά τώρα...προυτού ακόμα μι πχιάσ' απ' τ' αφτιά, τ' απόλκα. Τσαντίλα.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

[Μια φορά για τιμωρία ο δάσκαλος ο Βλέτσης μας έκλεισε στο μπουντρούμι, στο κατώι. Εμένα και τον Θωμά τον Παραμύθα. Βάλανε εμένα, που ήμουνα ο μικρότερος, να χαλάσω την κλειδαριά. Μας κλείσανε στο κατώι για να μας φάνε οι ψύλλοι. Και βάλανε εμένα να χαλάσω την κλειδαριά. Πράγματι εγώ χάλασα την κλειδαριά. 
                   -Πώς τη χάλασες;
                   -Ε, όπως ήταν σάπια η πόρτα η κλειδαριά βγήκε μονοκόμματη. Ο δάσκαλος όταν απέλυσε τους άλλους μαθητές, εμάς μας έκλεισε στο μπουντρούμι. Γι’ αυτό το λόγο βρήκαμε ευκαιρία και χαλάσαμε την κλειδαριά. Εγώ με το Θωμά δεν ήμασταν στην ίδια τάξη. Εκείνον τον έπιασε αδιάβαστο ο δάσκαλος. Εμένα με τιμώρησε από αταξία. Μας έκλεισε μέσα. Μας είπε μάλιστα: "Θα μείνετε εκεί ώσπου θα 'ρθω εγώ να σας απολύσω". Εμείς, όμως, δεν αντέξαμε να καθίσουμε πολύ ώρα μέσα. 
                   Το απόγεμα ήρθα στο σχολείο κρατώντας τον τορβά στις πλάτες. Εμένα πήρε η μπόρα. Μου τις έβρεξε ο πατέρας μου. Έφαγα κάμποσα χαστούκια. Ο λόγος κυρίως ήταν το χάλασμα της κλειδαριάς  και κατά δεύτερο λόγο, επειδή το σκάσαμε από το μπουντρούμι. Όταν ο δάσκαλος ήρθε στο σχολείο με σκοπό να μας απελευθερώσει, εμείς ήδη ήμασταν φευγάτοι. Διαπίστωσε τη ζημία που κάναμε με την κλειδαριά.
                   -Μετά τι έγινε;
                   -Συνέχεια ξύλο. Χτύπαγε πολύ.  Τον παπά Βαγγέλη Αγγέλη κάποτε τον έδειρε και ήρθε η μάνα του σχολείο να παραπονεθεί. Το παιδί, μετά το ξύλο από το δάσκαλο, έτρεξε, πήγε στη μάνα του και εκείνη καταφτάνει στο σχολείο και πλησιάζει το δάσκαλο το Βλέτση.
-"Καλά, καλά", είπε ο δάσκαλος.
Φεύγει η μάνα του από το σχολείο. Ο δάσκαλος τον περιλαβαίνει για δεύτερη φορά: "Να, εσύ που διαμαρτυρήθηκες στη μάνα σου", του είπε. 
Χτυπούσε πολύ. Αλλά δεν έκανε εξαιρέσεις. Χτυπούσε και τα δικά του παιδιά. Κάποτε εγώ κατουρήθηκα από το φόβο. Θυμάμαι στην τελευταία τάξη φοιτούσαμε στο σπίτι αυτό, που η Αθηνά Γερομιχαλού-Βλέτση έχει το καφενείο -ΚΑΠΗ σήμερα στην Κάτω Σκοτίνα-. Θυμάμαι που ο δάσκαλος πριν ακόμα με πιάσει τα αφτιά μου, κατουρήθηκα επάνω μου. Τσαντίλα τα παντελόνια]. 

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Κατοχή: Αιχμάλωτος στους Γερμανούς

Σειρά: ιστορίες γερόντων

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΣΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ



Βασίλειος Δ. Στύλος
     (1919-2008)
Το καλοκαίρι του 1996 κουβεντιάζω με τον Βασίλη Στύλο, εκεί στο σπίτι του στην Αγία Τριάδα, συνοικία της Κάτω Σκοτίνας. Από όσα άκουσα, διαπίστωσα ότι ο Βασίλης Στύλος τα πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής του τα πέρασε στρατιώτης. Από το ‘40 και εντεύθεν ζει μακριά από την οικογενειακή στέγη. Την πρώτη, ήδη, πικρή εμπειρία γεύεται από την παρουσία της γερμανικής μπότας στην Ελλάδα. Η τυραννία στο αποκορύφωμα.







ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ

-Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, εσύ πού ήσουνα; 
- Στη Μπάτρα, στρατιώτς. Κι βγήκαν οι αξιωματικοί -του βράδ’ που παίρναμι του συσσίτιου- κι μας λέν’: 
- Ποιοι θέλτι ν’ ακολουθήστι για Μέση ανατουλή.Είπαν τς στρατιώτις. Ιγώ παντριμένους
μι δυο πιδιά. 
Του προυΐ σκώθκαμι, Γιάν’, κι δεν είδαμι κανέναν αξιωματικόν. Έφυγαν νύχτα. Νύχτα. 
Αυτοί πήραν χαμπάρ’ ότι έφτασαν σ’ τς Σαλουνίκ’ οι Γιρμανοί κι σκώθκαν κι έφυγαν. 
Αφού είπαν "όσ’ στρατιώτις ήθιλαν", έφυγαν κι αυτοί. Στη Μ. Ανατουλή μαζί μι τς αξιωματικοί. Λοιπόν’, ιμείς του προυΐ σκώθκαμι κι δε βρήκαμι τίπουτα’ ούτι να βαρέσ’ προυσκλητήριου’ να πάμι να πάρουμι συσσίτιου. Κοιτούμι.  Σαν ουρφανά πιδιά. Ήμασταν στου στράτιβμα. Όχι μέσ’ στη Μπάτρα. Λίγου παρακάτ’, στα Βραχνέικα. Κι παρακάτ’ στου Μπύργου της Ηλίας ήταν ι Γιώργους ι Γαβρής. Σκώνουμέστι’ ικεί στα Βραχνέικα’ του προυΐ’ ντιπ. Ερχιτι ένα αμάξ’ γιμάτου κουραμάνις. Καθένας όσις μπουρούσι έπιρνι.
- Τώρα, λεν, αξιουματικοί δεν έχουμι. Θα φύγουμι. Κινούμι όλου του στρατό, κατά πού ήταν να πααίν’. 

-Δεν είχατε επικεφαλής κανέναν; 
-Κανέναν. Έφυγνι καθένας μαναχοί μας. Παίρουμι καμπόσ’ ιμείς, ιγώ, ι Γιώρς ι Γιργουλάς, πήραμι κι του όπλου στουν ώμου, σάματ’ ποιος ξέρ’ πού πάηνάμι. Μας γλέπ’ ένας παππούς -ικεί τ’ αμπέλια ήταν σταφίδις- κι μας λέ’: 
-Πού πάτι, ρε πιδιά! Οι Γιρμανοί έφτασαν στας Πάτρας κι σεις πάτι μι τα όπλα; Πού πάτι; Θα σκουτουθείτι. Πουλιμείστι (πετάξτε) τα όπλα. 
Ο κάθι ένας έπχιανι απ’ τη γούλ’ του όπλου -απού μπρουστά, που φέγ’ η σφαίρα- του τσάκουνάμι απ’ τη γούλ κι ώς όπου πάνι του όπλου.
-Πιτάξτι τα όπλα, λέ’ η παππούς, γιατί οι Γιρμανοί έφτασαν στην Πάτρα. Θα σας σκουτώζν’ .Κι ως να πάμι απ’ τα Βραχνέικα στη Μπάτρα ιμείς, να γλέπς του στρατό τ’ αεροπλάνα τα γιρμανικά να κατιβαίν’, πώς να σι πω, όπους τα πρόβατα να κατιβαίν’ μι τ’ αλιξίπτουτα οι Γιρμανοί. Κι πέφτουντα μι τ’ αλιξόπτουτου, συνταγμέν’ χαμπλά. Άκουγις ένας αξιωματικός τς υπηρισίας: 
-Ω. . . ωωωπ! 
Όλ’ συνταγμέν’. Η μσή Πάτρα δε μπαραδίνουνταν κι βουμπαρδίσκι. Κι η μσή παραδόθκι. Μέσ’ ζ μπλατέα τς Πάτρας κατέβιναν τ’ αλιξίπτουτα. 

-Κι εσείς τι κάνατε. 
-Ιμείς, αφού μας είπι η παππούς "πιτάξτι τα όπλα", σ’ ένα ξύλου έδισάμι ένα μαντήλ’ κι του κνούσαμι, ότι παραδίνουμέστι. Κι δε σι πείραζαν. Άλλ’, παρακάτ’, είχαν άλλου μαντήλ’. Ιγώ, θυμούμι, του ‘χι ι Γιώρς ι Γιργουλάς στου ξύλου κι το ‘καμνι έτσ’, ότι παραδίνουμέστι.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

[-Όταν οι Γερμανοί ήρθαν στην Ελλάδα’ εσύ πού ήσουνα;
-Στην Πάτρα, στρατιώτης. Και το βράδυ, την ώρα που παίρναμε το συσσίτιο, εμφανίζονται οι αξιωματικοί και μας λένε:
-Ποιοι από σας επιθυμείτε να μας ακολουθήσετε για τη Μέση Ανατολή;
Απευθύνθηκαν στους στρατιώτες. Εγώ παντρεμένος με δυο παιδιά. Το πρωί, Γιάννη, σηκωθήκαμε και δεν είδαμε κανένα αξιωματικό. Έφυγαν νύχτα. Νύχτα. Αυτοί πληροφορήθηκαν ότι οι Γερμανοί έφτασαν ήδη στη Θεσσαλονίκη και σηκώθηκαν και εξαφανίστηκαν. Έφυγαν επίσης και όσοι από τους στρατιώτες θέλανε. Αναχώρησαν κι αυτοί, μαζί με τους αξιωματικούς, στη Μέση Ανατολή.
Σηκωθήκαμε, λοιπόν, εμείς το πρωί και παρατηρήσαμε να επικρατεί άκρα ησυχία. Ούτε προσκλητήριο χτύπησε να πάμε για το πρωινό συσσίτιο. Βλέπουμε γύρω μας. Τίποτα. Ήμασταν σαν ορφανά παιδιά. Ήμασταν στο στράτευμα. Όχι μέσα στην Πάτρα. Λίγο παραπέρα, στα Βραχνέικα. Πιο πέρα, στον Πύργο της Ηλείας υπηρετούσε ο Γιώργος ο Γαβρής. Σηκωνόμαστε, λοιπόν, εκεί στα Βραχνέικα το πρωί. Νέκρα παντού. Βλέπουμε να πλησιάζει ένα αμάξι γεμάτο με κουραμάνες. Ορμήσαμε κατά πάνω του και ο καθένας άρπαζε όσες μπορούσε.
-Τώρα, λένε, αξιωματικοί δεν υπάρχουν. Αναγκαστικά θα φύγουμε κι εμείς. Παρακινούμε όλο το στράτευμα να διαλυθούμε και να πάει ο καθένας στον τόπο του.
-Δεν υπήρχε κανένας επικεφαλής;
-Κανένας. Ο καθένας κανόνιζε μόνος την πορεία του. Αποφασίζουμε κι εμείς αρκετοί, -μαζί μας κι ο Γιώργος ο Γεργολάς-, να πάρουμε στους ώμους μας τα όπλα και ξεκινάμε για το άγνωστο. Βαδίζαμε ανάμεσα σε αμπέλια με σταφίδες. Μας βλέπει ένας γέρος και μας λέει:
-Πού πάτε, ωρέ παιδιά! Οι Γερμανοί έφτασαν ήδη στην Πάτρα προχωράτε με τα όπλα στον ώμο; Πού πάτε; Θα σκοτωθείτε. Πετάξτε τα όπλα.
Ο καθένας μας κρατούσε από την κάνη το όπλο -από το μπροστινό μέρος, που φεύγει η σφαίρα- το πιάναμε καλά από την κάνη μπροστά και το όπλο το αφήναμε ελεύθερο. Σύρονταν ώσπου έφτανε.
-Πετάξτε τα όπλα, λέει ο παππούς, γιατί οι Γερμανοί έφτασαν στην Πάτρα. Θα σας σκοτώσουν.
Πράγματι. Ώσπου να φτάσουμε από Βραχνέικα στην Πάτρα, τι να δεις! Ο γερμανικός στρατός και τα αλεξίπτωτα εν δράσει. Τα αεροπλάνα σε χαμηλό ύψος να ρίχνουν αλεξιπτωτιστές και οι Γερμανοί να απλώνονται σαν τα πρόβατα. Πέφτοντας με τα αλεξίπτωτα, αμέσως να συντάσσονται στο έδαφος κανονικά. Άκουγες έναν αξιωματικό υπηρεσίας να λέει:
-Ω…ωωωπ!
Όλοι συνταγμένοι στη γραμμή. Η μισή Πάτρα δεν παραδίνονταν και βομβαρδίστηκε. Η μισή παραδόθηκε. Μέσα στην πλατεία της Πάτρας κατέβαιναν τα αλεξίπτωτα.
-Κι εσείς τι κάνατε;
-Εμείς, μόλις μας είπε ο γέρος «πετάξτε τα όπλα», σε ένα ξύλο δέσαμε ένα μαντήλι και το κουνούσαμε, δείγμα ότι παραδινόμαστε. Έτσι, δε σ’ ενοχλούσαν. Άλλοι παρακάτω είχαν άλλο μαντήλι. Εγώ θυμάμαι, ότι το ξύλο με το μαντήλι το κρατούσε ο Γιώργος ο Γεργολάς και έκανε έτσι, το κουνούσε για να φανεί στον εχθρό ότι παραδινόμαστε].

Βάρισάμι σιαπέρα μι του καράβ’, στη Ναύπακτου κι απού κει σιαπάν’. Ήταν Γιρμανοί σι’ αυτό του καράβ’. Είχαν ένα αντίσκηνου καταή. Έναν Γιρμανό τραυματζμένουν απ’ κάτ’ τ’ αντίσκηνου. Ιγώ δε ντουν είδα κι του μπάτσα (τον πάτησα). Ποιος ξέρ’ πού του μπάτσα. Κι βγάζ’ του πανί έτσια, βγάζ’ μπιστόλα να μι σκουτώσ’ μέσ’ στου καράβ’ ιμένα. Δε ντουν είδα τουν άνθρουπου πώς του μπάτσα, αλλά κι αυτόν του μπόνησι. Κι πιτάχθκαν άλλ’ δυο Γιρμανοί κι του τζάκουσαν του χέρ’. Κι έτσ’ αγλίτουσα. Θα μι σκότουνι.
Απού ‘κεί πέρασαάμι απού κείν’ μπάντα, στου Μισουλόγγ’. Μας τσακώσαν αιχμάλωτ’ οι Γιρμανοί.
-Ήσασταν πολλοί αιχμάλωτοι;
-Πουλλοί ήμασταν. Ι Μήτσιους ι Καλαμάρας, ι Γιώρς ι Γιργουλάς, ι Γιώρς ι Μπιλιάγκας, ι Μίχους ι Γκαραμπίνας, ι Διουνύς ι Πινακάς, πουλλοί, πουλλοί.
Λοιπόν, μας τσάκουσαν. Κι μας παν σι κάτ’ χαράδρις μέσα, να τς κλείσουμι τς χαράδρις, γιατί τζ δρόμ’ τς είχαν ανατιναγμέν’ οι Εγγλέζ’, να πιρνούν αυτοί οι Γιρμανοί. Κι έκανα γούστου. Έζμπρουχνάμι ιμείς τρόχαλα. . . Άλλ’ μας είχαν μέσ’ στου ρέμα. Κι να παίρουμι μπέτρα ιγώ να δίνου ισένα, ισύ να δίντζ’ άλλουν, να τζ βγάζουμι απάν’, μέσ’ σ’ τς χαράδρις. Κι του φαΐ μας ήταν σπαζμένου ρύζ’ μι λίγου σταφίδα. Νιρό. 16 μέρις αιχμάλωτ’, να ισιάζουμι δρόμ’. Μιτά, ύστιρα, βγήκι ένας κι έβγαλι έναν λόγουν, ότι "θα ’φκιθείτι ελεύθιρ’ να πάτι στα σπίτια σας".
Ε! Έκαμάμι προς τα δω. Σι’ ούλουν του γκάμπου τς Λάρσας δεν έγλιπις τίπουτα. Μόνου χαρτίά καταή.
16 μέρις, αγαπητέ Γιάν’, μπιζέλια, αγριουμπέζιλα έτρουγάμι. Μία μέρα μαναχά, πάει ι Γιώρς ι Γαβρής κι ζήτηξι ψουμί ‘που μία τχιά:
-Τι να σας δώσου, ποιον να προυτουδώσου!
Χιλιάδις στρατό. Να πλάει.
-Με τι μέσο ήρθατε από το Μεσολόγγι μέχρι εδώ.
-Μι τα πουδάργια. 16 μέρις κι νύχτις. Τα πουδάργια φουσκουμένα. Όταν ήρθαμι, μι μιλιταίου πυριτό ήρθαμι. Τόση τυράγνια. Ψείρα, τέτχινια. Μιγάλ’. Ι Μήτσιους ι Καλαμάρας -τ’ Νάσ’ τ’ Καλαμάρα πιδί- αλλά κι μεις τς πιτούσαμι (τις ψείρες) απ’ τα παπούτσια. Να ψείρα!

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

[Με το καράβι ανοιχτήκαμε απέναντι στη Ναύπακτο κι από, κει πήραμε το δρόμο για τον ανήφορο. Σ’ αυτό το καράβι υπήρχαν Γερμανοί. Στο δάπεδο είχαν στρωμένο ένα αντίσκηνο. Κάτω στο αντίσκηνο φύλαγαν ένα Γερμανό τραυματία. Εγώ δεν τον πρόσεξα και τον πάτησα. Δε θυμάμαι σε ποιο σημείο τον πάτησα. Πάντως αυτός τραβάει λίγο το πανί έτσι προς τα έξω, βγάζει την πιστόλα του. Ετοιμάστηκε να με σκοτώσει μέσα στο καράβι. Εγώ, ειλικρινά, δεν τον πρόσεξα τον άνθρωπο και τον πάτησα. Όπωσδήποτε πόνεσε. Ευτυχώς που άλλοι δύο Γερμανοί πετάχτηκαν και του άρπαξαν το χέρι. Και έτσι γλίτωσα. Αλλιώς θα με σκότωνε.
Από ‘κει, λοιπόν, (Ρίο) περάσαμε στην άλλη πλευρά, στα μέρη του Μεσολογγίου. Οι Γερμανοί, εκεί, μας αιχμαλωτίζουν.
-Ήσασταν πολλοί αιχμάλωτοι;
-Πάρα πολλοί. Ο Μήτσος Καλαμάρας, ο Γιώργος Γεργολάς, ο Γιώργος Μπιλιάγκας, ο Μίχος Γερομιχαλός -Καραμπίνας-, ο Διονύσης Πινακάς και πολλοί άλλοι.
Μας πιάσανε, λοιπόν, και μας οδήγησαν μέσα σε κάτι χαράδρες. Να επανορθώσουμε τις χαράδρες από ανατινάξεις που προκάλεσαν οι Εγγλέζοι στους δρόμους. Να τις επανορθώσουμε για διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων. Υπόθεση για γέλια. Να σπρώχνουμε εμείς μεγάλες πέτρες, τρόχαλα. Άλλοι μας τοποθέτησαν μέσα στο ρέμα. Να πιάνω την πέτρα εγώ, να τη δίνω σε σένα, εσύ να τη δίνεις σε άλλον, ώσπου να βγάλουμε τις πέτρες επάνω, σκεπάζοντας τις χαράδρες. Όσο για φαγητό: Σπασμένο ρύζι με λίγη σταφίδα και νερό. Δεκάξι μέρες αιχμάλωτοι, να ισιάζουμε δρόμους. Αργότερα παρουσιάστηκε ένας, ο οποίος έβγαλε έναν λόγο ότι «θα αφεθείτε ελεύθεροι για να πάτε στα σπίτια σας».
Ε, μετά πήραμε το δρόμο προς τα εδώ. Σε όλο τον κάμπο της Λάρισας δεν έβλεπες τίποτα. Μόνο προκηρύξεις, σκόρπια καταγής.
Δεκάξι μέρες, αγαπητέ Γιάννη, να τρώμε μπιζέλια, αγριομπίζελα. Μια μέρα μόνο πήγε ο Γιώργος Γαβρής και ζήτησε ψωμί από κάποια κυρία, που πουλούσε ψωμί:
-Τι να σας δώσω; Ποιον να πρωτοεξυπηρετήσω;
Χιλιάδες στρατός. Κι αυτή να πουλάει ψωμί.
-Με τι μέσο ήρθατε από το Μεσολόγγι μέχρι εδώ;
-Με τα πόδια και κάναμε 16 ημερόνυχτα. Τα πόδια μας πρησμένα. Όταν φτάσαμε εδώ υποφέραμε από μελιταίο πυρετό. Σκέτη τυραννία. Η ψείρα τέτοια, τόσο μεγάλη. Ο Μήτσος Καλαμάρας, παιδί του Νάσου Καλαμάρα-, αλλά και εμείς οι ίδιοι τις πετούσαμε πέρα (τις ψείρες). Καθαρίζαμε τα παπούτσια. Να ψείρα!].

Δημοσίευση 19.9.’12

Κατοχή: Φορτωμένος κιβώτια



 Σειρά: ιστορίες γερόντων

ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΣ ΚΙΒΩΤΙΑ

Προπολεμικά οι γονείς μας φορτώνονταν τσουβάλια με κούμαρα, τα κουβαλούσαν στο χωριό (Άνω ή Κάτω Σκοτίνα) για να βγάλουν το ρακί. Στην Κατοχή ο Βασίλης Στύλος (1919-2008) αγγαρεύτηκε από τους Γερμανούς να κουβαλήσει κιβώτια (πολεμικό υλικό) και να τα μεταφέρει απ’ «ν’ ακατνή σ’ ν’ απαλνή» Σκοτίνα. Οχτώ χιλιόμετρα ανηφόρα. Η σχετική μας κουβέντα (καλοκαίρι του 1996, κασέτα 7) δείχνει το μέγεθος της προσωπικής του ταλαιπωρίας.







ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ

Ψιλόβριχι κιόλα’ Γιάν’.  
Μι τραβούν ένα τσάκουμα ικεί. Μι βγάζν’ όξου σ’ τς Σακιλλάρ’ του χουράφ’. Αυτό ‘πόχ’ η Μυλουνάς δουζμένου σ’ τς Πλιξιδαί κι το ‘χ’ ιλιές. Μι βγάζν’ ικεί, μι φουρτών’ δυο κιβώτια απού πίσου απού πίετ, κάτ’ πλακατά -είδις- κιβώτια. Πήγις στρατιώτς;
-Ναι. Πήγα στην Αεροπορία.  
-Απ’ αυτά τα πίετ που ρίχνουν στα μπιτόν αρμέ κι φκιάν’ τρύπα απ’ όξου κι μέσα τ’ αέρια του γκριμνούν ούλου του κτίριου.
-Α!
-Μπουζούκας, πώς να στου πω! Από ‘χν στα τάγκς. Λοιπόν. Μι φουρτών δυο κιβώτια απού πίσου. Κι ψιλόβριχι. Είχαν μέκινα’ απ’ αυτά τα παρδαλά. Κι του ‘χι κουμπουδιμένου. Του τόμσουν του είχι απού μέσα κρυμμένου αυτός ι Γιρμανός. Κι όπ’ μ’ έφτανι ιμένα.  . . Νουμίζου ότι του κουλουμέρ’ ακόμα. . . Αυτοί στα παπούτσια είχαν σίδηρου μπρουστά. Ναι. "Γκοπ" μι χτυπούσι όπ’ μ’ έφτανι. "Γκοπ’ " απού πίσου. Φουρτουμένους ιγώ.  
Βγαίνου ‘δω ψηλά, παναθέ σ’ τς Λινάκους του σπίτ’ ντ Γιώρ’ τς Συντριβάν’. Βγαίνουμι ’κει, βρίσκου κι του Μήτσιου του Γκουκουλιάρα -τουν είχαν τσακουμένουν- κι του Νάσιου, του μπάρμπα σ’ ‘τουν Αγγέλ’-.   Τσακουμέν’, αλλά άδει(οι) αφνούς. Ιγώ μέχρι ‘κει θα έφαγα ίσι μι πινήντα ξλιές. Αυτός δε μπουρούσι να πιρπατήσ’, ιμένα χτυπούσι. Κτσός αυτός. Ι Γιρμανός. Όχι να κτσαίν’ πουλύ, αλλά. . . Όπ’ μ’ έφτανι, "γκοπ", μι χτυπούσι. Κι φουρτουμένους.  
Φτάνουμι ζ Μπαναϊά. Άντι, άντι, άντι. Ιδώια ι Νάσιους ι Αγγέλς.  
Ψηλά σ’ τς Νέρατζις -τουν ήξιρις του δρόμου που έβγηνι’ κατέβηνι ένας κα τ’ ν’ ιλιά τ’ Φαντάρα; -
-Ναι’ ναι.  
-Τουν ήξιρις ε;
-Ναι.  
-Μπράβο, ρε Γιάν’ ! Γι’ αυτό σ’ τα λέου συγκικριμένα. Λέου του Νάσιου,  -λίγου πιο κάτ’ καναδυό βήματα-:
-Νάσιου,  ετοιμάσ’ . . .  
Δε δουρούσα άλλο,  Γιάν’.  
-Θα ρίξου τα βλήμματα καταή,  κι ώσπου να βγάλ’ αυτός του τόμσουν απού μέσα, θα ξιδέις τα σκνιά, να κάνου του γκατήφουρου, κι απ’ του γκατήφουρου -του μέρους του ήξιρνα- ώσπου να ρίξ’ τς ριπές αυτός, θα φύγου.  
Κι λέ’ η Νάσιους:
-Μη φύγς. Ιμένα θα μι σκουτώωωζν!
Πήραν χαμπάρ’ αυτοί. Ου, ου,  ένα κι ένα ετοιμάσκαν. . .  
Φουρτουμένους ώς του Χουργιό, Γιάν’, σ’ τσι Δυο τς Καστανιές, θυμούμι, είχαν στμένουν τουν όλμου αυτοί. Ιγώ απ’ του λακκούλ’ ικεί ίσια απ’ τσι Δυο τς Καστανιές ίσια σιαπάν’ στουν Άη Θανάσ’, στα Καρόπλα. Φουρτουμένουν. Κι ξλιές απού πίσου. Πήγαμι ύστρα, έκατσάμι στα Καρόπλα. Δόθκι διαταγή να πάμι στη μπλατέα, μέσα σ’ ν’ Ικκλησία. Πήγαμι στη μπλατέα’ βρήκαμι του δάσκαλου του Μπλέτσιου κι έναν μι γένια. Αυτός μι τα γένια ήταν γκισταμπίτς. Ρουφκιανιές. Έβγαλαν λόγουν ικεί κι μας λέ’:
-Τώρα θα πάτι στα σπίτια σας.  
Κι ζήτσαμι ένα χαρτί. Γιατί ήταν όλους ι δρόμους Γιρμανοί. Να έχουμι ένα χαρτί στα χέργια για να μη μας τσακώζν αλλ’ παρακάτ’.  
Κι μας έδουκαν, θυμούμι, ένα χαρτί οι Γιρμανοί. Ιτότι πέρασι η Χρίστινα η Καραμπίνινα. Έβγηνι απού κάτ’ κι πάηνι να μην ν’ ανοίξν’ του σπίτ’. Είχι παράδις,  τι είχι χρυσαφικά, σιαπάν’! Κι δεν είπι ούδι καλημέρα τζ Γιρμανοί. "Φαπ-φουπ, φαπ-φουπ" σ’ τσι Δυο τς καστανιές. Δε μπείραξαν ντιπ, Γιάν’. Επειδής ήταν γναίκα, δε γξέρου. Πέρασι απού μπρουστά στρατό κιαμέτ’ γιρμανικό, νε καλημέρα νε τίπουτα. Ιούουου. Τράβξι ίσια να πααίν’ στου Χουργιό. Αν ήταν κάνας άντρας, θε να του μπάρν να τουν ξυλουκουπήζν’ να τουν σκουτώζν’.  
Δε ντα θυμούμι ούλα, ‘ρα Γιάν’  . . .  

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

[Ψιλόβρεχε κιόλα, Γιάννη. Με γραπώνουν στα γρήγορα εκεί. Με σέρνουν έξω προς το χωράφι του Σακελλάρη. Το χωράφι αυτό το έχει δώσει προικιό ο Μυλωνάς (Απ. Συντριβάνης) στους Πλεξιδαίους και είναι φυτεμένο με ελιές. Με τραβούν προς τα ‘κει έξω και με φορτώνουν πίσω στις πλάτες μου δύο κιβώτια από «πίετ». Δηλαδή κιβώτια πιεσμένα. Είδες ποτέ εσύ τέτοια κιβώτια; Πήγες στρατιώτης;
            -Ναι, πήγα στη αεροπορία.  
            -Από αυτά τα «πίετ» κιβώτια που ρίχνουν στο μπετόν αρμέ και ανοίγουν μια τρύπα εξωτερικά και, όπως είναι, τα αέρια μέσα πιεσμένα και κρυμμένα, είναι σε θέση να γκρεμίσουν ολόκληρο κτίριο.  
            -Α, μάλιστα.  
            -Τα μπαζούκας, πώς να σου το περιγράψω. Τέτοια που έχουν πάνω στα τάνκς. Λοιπόν, με φορτώνουν δύο κιβώτια στις πλάτες μου. Και ψιλόβρεχε. Είχαν μέκινα, δηλαδή πολύχρωμους μουσαμάδες. Και το είχαν κομποδεμένο (;). Το τόμσον το είχε κρυμμένο στα ρούχα του ο Γερμανός. Και καθόσον με πλησίαζε ένιωθα στο κωλομέρι χτυπήματα. Αυτοί οι Γερμανοί στα παπούτσια τους μπροστά είχα σίδερο. Ναι. Και «γκοπ», με χτυπούσε όπου έφτανε. «Γκοπ» από ‘δω «γκοπ» από ‘κει. Κι εγώ να είμαι φορτωμένος.  
            Προχωράω, βγαίνω εδώ ψηλά, που είναι σήμερα το σπίτι της Λένκως, γυναίκας του Γιώργου Συντριβάνη. Βγαίνουμε ψηλωμένα. Συναντώ το Μήτσο τον Κουκουλιάρα, που ήδη τον είχαν συλλάβει, συναντώ και το Νάσιο, το θείο σου, τον Αγγέλη. Αυτοί ήταν αιχμάλωτοι,    αλλά άδειοι, δεν ήταν φορτωμένοι. Εγώ, μέχρι το σημείο εκείνο, θα είχα φάει γύρω στις πενήντα ξυλιές. Αυτός δε μπορούσε να περπατήσει και βάραγε εμένα. Ήταν και κουτσός. Εννοώ το Γερμανό. Βέβαια, δεν κούτσαινε πολύ, αλλά έδειχνε…Όπου με πρόφταινε, «γκοπ» ξύλο. Με χτυπούσε. Και να, μια, παρακαλώ, φορτωμένος.  
            Κάποτε φτάνουμε στην Παναγιά 1. Άντε, σιγά, σιγά. Κοντά μου ο Νάσιος ο Αγγέλης. Αμάν αμάν, πλησιάζουμε τις Νέρατζις 2. Είναι ένας δρόμος -τον ξέρεις- που από ‘κει ένα μονοπάτι σε βγάζει στη Ελιά του Φαντάρα.  
            -Ναι, τον ξέρω το δρόμο.  
            -Τον ξέρεις έ;
            -Ναι.  
            -Μπράβο, ρε Γιάννη. Γι’ αυτό κι εγώ σου τα περιγράφω με εμπιστοσύνη.  
            Ύστερα από καναδυό βήματα λέω στο Νάσιο:
            -Νάσιο, ετοιμάσου.  
            Γιάννη, δεν άντεχα άλλο.  
            -Νάσιο, θα πετάξω τα βλήματα καταγής. Ο Γερμανός ώσπου να βγάλει το τόμσον από τον κόρφο του, εσύ θα λύσεις τα σκοινιά, εγώ θα κάνω τον κατήφορο, κι από την κατηφόρα που θα βρίσκομαι -ξέρεις εσύ το μέρος- ώσπου αυτός ρίξει ριπές, θα προλάβω να φύγω.  
            Ο Νάσιος απαντάει:
            -Σε παρακαλώ μη φύγεις. Εγώ κινδυνεύω. Θα με σκοτώσουν.  
            Το αντιλήφτηκαν οι Γερμανοί. Ούουου. Τάκα-τάκα ετοιμάστηκαν. Κι εγώ φορτωμένος κανονικά συνέχισα την πορεία μου μέχρι το Χωριό, την Άνω Σκοτίνα δηλαδή. Θυμάμαι, Γιάννη, πως αυτοί στις Δυο Καστανιές 6 είχαν ήδη στήσει τα οπλοπολυβόλα και τον όλμο. Εγώ πήρα την ανηφόρα μέσα από το μικρό λάκκο που φέρνει από τις Δυο Καστανιές πάνω στον άγιο Αθανάσιο κι από ‘κεί στα Καρόπλα 3. Να με βλέπεις φορτωμένον συνέχεια. Κι όχι μόνο αυτό· να μου δίνουν ξυλιές από πίσω. Τελικά φτάσαμε και στρατοπεδεύσαμε στα Καρόπλα. Εκεί βγάλανε διαταγή να πάμε στην πλατεία του χωριού και να μπούμε μέσα στην Εκκλησία.   
            Φτάνουμε στην πλατεία. Εκεί συναντούμε το δάσκαλο τον Βλέτση κι έναν άλλο με γένια. Αυτός με τα γένια ήταν γκεσταμπίτης, προδότης, ρουφιάνος. Εκεί βγάλανε λόγο και μας λένε:
            -Τώρα θα πάτε στα σπίτια σας.  
            Εμείς για καλύτερη ασφάλεια ζητήσαμε να μας δώσουν ένα σημείωμα. Γιατί όλος ο δρόμος ήταν γεμάτος από Γερμανούς. Έπρεπε να έχουμε κάποιο σημείωμα στα χέρια μας για να αποφύγουμε άλλη σύλληψη από άλλους παρακάτω. Όπως και έγινε. Οι Γερμανοί μας δώσανε, θυμάμαι, ένα χαρτί. Τότε ήταν που στο δρόμο συναντήσαμε τη Χρίστινα Καραμπίνινα (Γερομιχαλού). Αυτή ανέβαινε από την Κάτω στην Άνω Σκοτίνα, για να φροντίσει μην της ανοίξουν το σπίτι. Μπορεί να είχε λεφτά, χρυσαφικά στην Άνω Σκοτίνα. Και δεν είπε ούτε «καλημέρα» τους Γερμανούς. «Φαπ. Φουπ, φαπ’ φουπ», στα γρήγορα αυτή έφτασε στις Δυο Καστανιές. Αυτήν δεν την ενοχλούσαν καθόλου, Γιάννη. Λες επειδή ήταν γυναίκα! Τι να πω. Από μπροστά της πέρασε ολόκληρο γερμανικό στράτευμα. Ούτε «καλημέρα», ούτε τίποτα. Τράβηξε, αυτή, ίσια, δεν έβλεπε κανέναν, κι έφτασε στο χωριό. Αν ήταν κανένας άντρας, θα τον ξυλοκοπούσαν, θα τον έπαιρναν για σκότωμα.  
            Δυστυχώς, Γιάννη μου, δεν τα θυμάμαι όλα.  
----------
1. Παναϊά = εξωκκλήσι (η Γέννηση της Παναγίας, 8 Σεπτεμβρίου) προς τα δυτικά της Κάτω Σκοτίνας.  
2. τοπων. έξω από την Κάτω Σκοτίνα,  πιο πάνω από την Παναϊά.  
3. τοπων. πριν φτάσουμε στην Άνω Σκοτίνα, επειδή εκεί υπήρχαν δυο πελώριες καστανιές.