Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Ιςτορίες: Σκοτεινά-Φωτεινά

                                                 Μετακίνηση του χωριού



 
   Τα Χριστούγεννα του 2013 μου δίνει συνέντευξη «ι Κώτσιους ντ Γιαννίκ» (έτσι φώναζαν στη Μόρνα τον Κώστα Βαστάζο του Ιωάννη).  Δίνω σημασία στη συζήτηση, η οποία, πέραν των άλλων, ακουμπάει και το χώρο της λαογραφίας. Εξυπακούεται ότι τα αναφερόμενα αποτελούν άποψη του αφηγητή. Εκφράζω την ευχή να βρεθούν αρμοδιότερα πρόσωπα που θα ενδιαφερθούν για την επιμελή ενασχόληση της  ιστορίας του χωριού. Πάντως ο Κώστας (βλέπε αναπηρική καρέκλα), αναφερόμενος στη μετακίνηση του χωριού από τη Μόρνα (Σκοτεινά) στα Φωτεινά, τονίζει:


1. δυσκολίες. Σε μια βραδιά φύγαμε (17 Οκτώβρη 1965), με ένα "ντου", όλ' νύχτα, στο "Είκοσι". Μας πήραν το δασαρχείο-εργοστάσιο, μείναμε χωρίς δουλειές*. Σκώθκαν όλος ο κόσμος, με μουλάρια, με γαϊδούρια, με αυτοκίνητα. Ήταν δυο φορτηγά αυτοκίνητα, του Κατανά και τ’ Κώτσιου τ’ Νικόλα. Αυτά ήταν. Δε θυμάσαι που κατέβαινες σκαλωμένος απάν στα ξύλα;** Αφού σκώθκαμε και φύγαμε μας έκαναν αγώνα καταδίωξης οι Αϊ-Δημητριανοί. Γιατί εδώ (στην τοποθεσία Είκοσι- εικοστό χιλιόμετρα από Κατερίνη προς Ελασσόνα) θέλαν να το διεκδικήσουν οι ίδιοι. Εδώ, όταν ήρθαμε εμείς, ήρθαν οι Αϊ-Δημητριανοί και πχιάσαν από δω, απ’ το σπίτ’ αυτό που βλέπουμε μέχρι απάν στο ρέμα. Να διεκδικήσουν το χωριό, τον τόπο αυτόν.
-Πόσοι ήρθαν;
     -Πολλοί, πενήντα, εκατό. Στρατοπέδευσαν εδώ πέρα, απάν στο δρόμο. Ήρθε και ο Παπαγεωργίου -τον θυμάσαι τον Κώτσιο, το βουλευτή. Ήρθε να δικαιώσ’ γκατάσταση. Του λέω: «Κυρ Κώστα, με γνωρίζεις ποιος είμαι. Με ξέρεις ποιος είμαι». «Βέβαια, σε ξέρω». «Αφού μι ξέρς, να μη φύγς από δω κι πας στον Αϊ-Δημήτρη και μας κατηγοράς».
      -Κάνατε παράβαση. Θα τιμωρηθείτε».
      -Εμείς θέλουμε ένα οικοπεδάκι, να φύγουμε, να βρούμε ήλιον. Το χωριό λέγεται Σκοτεινά και είναι σκοτεινό. Ο ήλιος βγαίν' σ' τς έντικα η ώρα και στις δυόμσ' με τρεις βασιλεύ'. Γι’ αυτό το λέμε και Σκοτεινά. Τώρα εμείς ήρθαμε εδώ και ζητάμε από το κράτος ένα οικοπεδάκι να μαζέψουμε τς οικογένειές μας. Εμείς τον Αϊ-Δημήτρη, άμα κουνηθούν τώρα, θα τον κάψουμε μέσα σε μια βραδιά.
      -Ω!, ρε Κώστα έτσι μιλάς εσύ; Όχι, ρε Κώστα, δεν πρέπει να μιλάς έτσι.
     Πετάχτηκε η μάκου  η Τσιτσιά τ' Πίτσια, μια γριά πάνω στη συζήτηση και λέει: «Ακούστι, δε μ’ ενδιαφέρ’, ούτι μι νοιάζ’ ποιοι είστι, αλλά εδώ άμα ΄ρθουν οι Αϊ-Δημητριανοί, έχου ένα δόντ, θα τ’ αφήσω στο λαιμό ενός Αϊ-Δημητριανού».
Μόλις άκουσε ο Παπαγεωργίου, «μα, Κώστα, πώς έτσ’ μιλάς». Λέω: «Άκουσε να δεις, μια ερχόσαστε σε μας και μας λέτε υπέρ ημάς, την άλλ’ πάτε στον Αϊ-Δημήτρη κι έχετε δίκιο, γιατί ο Αϊ-Δημήτρης κοντεύ’ 4 χιλιάδες ψηφοφόρους. Ε, έχετε δίκιο να κάνετε τη δουλειά σας, αλλά όχι εις βάρος μας. Τώρα, αφού αποφασίσαμε κι ήρθαμε, τελείωσε η δουλειά, δε φεύγουμε από δω μέχρι ένας».           Σηκώνεται ο φουκαράς ο Κώτσιος. Σκών την ουρά τ’ κάτ’ απ’ γκλιά, στον Αϊ-Δημήτρη. Και τους λέει: «Ήσασταν μέσα στο κτήμα του Σανατορίου. Είχατε χωράφια, είχατε κοπάδια, είχατε χειμερινό ξεχειμαδιό. Επομένως, τώρα που έφυγαν οι Μορνιώτες και παν σ’ αυτό το χώρο, μη γκάνετε κανένας καμιά εκδήλωση. Θα έχουμε οικτρά αποτελέσματα από δω πέρα».
Αφού έγινε αυτή η δουλειά, οι Αϊ-Δημητριανοί έφυγαν, εξαφανίστηκαν. Παν κι οι στρούγκες, παν και τα καρδάρια.

2. πρώτες ενέργειες. Εγώ πήγα δυο-τρεις φορές στην Αθήνα. Και μου είπες «γιατί». Εμάς, επειδή το χωριό ήταν απομακρυσμένο, μέσα στο βάθος, δε μας ήξερε ο κόσμος. Όταν (μετά τον Εμφύλιο) έφυγαν οι αντάρτες, ήρθε από το κράτος ένας διοικητής του στρατού και κάνει σήμα στην Κυβέρνηση: «δώ, στο μέρος αυτό δεν είναι για ζωή ανθρώπινη». Να κανονίσ’ το κράτος να τους αποκαταστήσει. Ήμασταν οπλισμένοι εμείς στη Μόρνα και έρχονταν ο διοικητής που ήταν στη Ρητίνη και ένας υπολοχαγός. Ερχότανε σαν εκπαιδευτικοί και μας εκπαίδευαν κάθε Κυριακή εμάς. Ο υπολοχαγός λεγότανε Παπαγεωργίου Γιάννης.
    (Να σε θυμίσω) το 1938-39 έγινε το εργοστάσιο (Σκοτεινών) και μ’ αυτό παρηγοριούμασταν, βγάζαμε το καθημερινό μεροκάματο. Όταν έφυγε το εργοστάσιο, μείναμε στο χωριό, χωρίς δουλειά και είπαμε να φύγουμε, με σκοπό να πάρουμε χωράφια στον τόπο του Σανατορίου.
Αφού ήρθαμε, όμως, εδώ στο «Είκοσι», διχαστήκαμε. Δε συμφωνούσε ο κόσμος ύστερα. Άλλος ήθελε χωράφια, άλλος κτηνοτροφία, άλλος ήθελε να φύγει πάλι και διασπάστηκε ο κόσμος. Δε μας έδινε κανένας σημασία. Τώρα τι κάνουμε!
Επειδή τζ δημοκράτες τς πέταξαν σ’ ν’ άκρια, άμα θυμάσαι τα κοινοβούλια, τότε ανακατεύθηκαν, αναλαμβάνει ο δικτάτορας Παπαδόπουλος. Πάω ζ Γκατιρίν ζ Ντράπεζα. Λέν: «Κώστα, τι κάνετε τώρα»; «Τίποτα». «Τώρα μπερδεύτηκε η κατάσταση. Θα πρέπει να κοιτάξτε να διορθωθείτε». Εγώ, όπως σου είπα, είχα γνωριστεί με τον Παπαδόπουλο. Γιατί έρχονταν στη Ρητίνη ως στρατιωτικός και μας έκαμνε «ένα, δυο».

3. διανομή πρόχειρη. Λοιπόν, τώρα πάω στην Αθήνα, γιατί, αν θυμάσαι τς πολιτικοί τς είχαν περιορίσ’ και είχαν αναλάβει στρατιωτικοί την παρακολούθηση τς Κυβέρνησης. Μάζιψαν οι χωριανοί υπογραφές, κάναμι ένα πρόχειρο σύλλογο ακτημόνων. Μ’ είπαν ιμένα «τράβα, Κώτσιο, σ’ ν’ Αθήνα». Τότε αυτός ο Παπαγεωργίου ήταν επόπτης Προνοίας. Αφού ήταν φίλος, μια και δυο κατεβαίνω στην Αθήνα κι έχω μαζί μου τον Τάκη Κακάρα.
-Με τρένο ή λεωφορείο;
-Αρά, με το τρένο, λιανίσκαμι. Λοιπόν, πήγαμε. Τώρα πού θα βρούμε αυτόν τον ταγματάρχη. Πηγαίνουμε στο κτίριο που στεγαζόταν η Πρόνοια. Λοιπόν, πού θα βρούμε τον φίλο μας τώρα; Βλέπω το κτίριο. Λέω στον Τάκη: «εσύ θα πας από ‘κεί μετά που μπόρτα, εγώ από δω που μπόρτα. Απέναντι υπάρχει ένα περίπτερο. Αν ανεβούμε πάνω δεν τον βρίσκουμε, θα χαθεί ανάμεσα στα γραφεία. Εκεί ήταν, α! χαμός. Εκεί που στεκόμασταν, ο ένας από δω κι  άλλος από κει.
-Δηλαδή ο Κακάρας από δω και συ από κει. Τι ώρα ήταν;
-Πρωί, τον έκοψα, ερχόταν. Το γκόβω , το γκάνω νόημα. «Τον είδες»; λέω. Λέ’, «εντάξ’». «Φύλαξε από κει, τώρα, θα τον κάνουμε αιχμάλωτο». Λοιπόν ο ένα από δω, ο άλλος από κει «οπ», αφού πήρε του κουτί με τα τσιγάρα, έρχεται προς την πόρτα να μπει μέσα στο κτίριο. «Κραπ», ο ένας από δω, ο άλλος από κει, τσακωτός.
-Τι θέλτε εδώ, αρά;
-Τι θέλουμε εδώ; Ξερς που τς άφσις τς οικουγένειες;
-Πάμε πάνω».
Πάμε πάνω τώρα. Λέω: «μερικοί χωριανοί του ‘φιραν από δω, του ‘φιραν από κει, φρόντισαν μόνο για τον εαυτό τους και για κανέναν άλλον». Είχαν κάνει μια προσωρινή διανομή, Γιάννη μου, ο τάδε, ο τάδε, ο τάδε…είχαν κάνει δυο σειρές, μια σειρά απ’ το δρόμο που πάνω και μια σειρά από κάτω. Είχαν κάνει δική τους διανομή και είχαν στείλει μια προσωρινή διανομή στο Υπουργείο, ό,τι ήθελαν έκαναν.
           
4. η απόφαση. Λέει ο φίλος Παπαγεωργίου: «Δε σε καθυστερώ πολύ. Κατάλαβα, τα είχαν φκιάσ’ όπως ήθελαν».
      Αυτός ο διοικητής δεν κάθονταν καταή. Έκανε βόλτες πέρα δώθε, πέρα δώθε. Μι λέ’ ο Κακάρας: «Γιατί δε γκάθεται ζ γκαρέκλα»; «Αρά, πού να κάτσ’ αυτός, αν είναι δυνατόν τώρα στο γόνα, αυτή τη στιγμή».
      Φωνάζ’ μια γραμματέα, η οποία λεγόταν Καλαμπόκα, κ. Γιάννη μ’. Κι λέει: «Καλαμπόκα, πάρε τα χαρτιά γι’ αυτόν τον συνοικισμό τον νέο, που έχομε κατεβάσει κάτ’».
      Βλέπω γκοπέλα να κρατάει σ’ ν’ αμασκάλ’ ένα δέμα από χαρτιά, φάκελοι. «Άκουσι, λέει, έχουμε δω μια πρόχειρη διανομή». «Και τώρα τι γίνεται»; Το παίρ’ το χαρτάκ’, το σκίζ’. Λέω «εντάξει, από δω και πέρα θα κάνουμε χωριό. Δε θα κάνουμε μπερμπατλίκια».
      «Αμάν!» Έμεινι ουδέτσ’ ο διοικητής Παπαγεωργίου. «Εντάξ’», μι λέ’, τώρα θέλεις τίποτα άλλο»; «Απολύτως τίποτα, θέλω έγκριση, γιατί ο κόσμος είντος απέξω». «Εντάξ». Κάν’ τα χαρτιά, που λες,  και παίρν’ ένα τηλέφωνο και λέει: «Ο συνοικισμός αυτός να τακτοποιηθεί το γρηγορότερο και το καλύτερο».
Α, πάμε στο χωριό, περιμένουμε τώρα. Μας ήρθε η διαταγή, κανονική διανομή. Όλος ο κόσμος μπήκε ζ γκατάσταση. Ν’ έκανε ο ίδιος ποιοι είναι οι χωριανοί, ποιοι είναι οι δικαιούχοι***.
     Κι έτσ’ εγκατασταθήκαμε εδώ πέρα. Για την ονομασία του νέου χωριού η απόφαση πάρθηκε σύσσωμα. Οι χωριανοί μετά τη θεία Λειτουργία στην εκκλησία του αγίου Νικολάου φώναξαν: «το νέο χωριό θα το ονομάσουμε από Σκοτεινά, Φωτεινά».
----------
* το εργοστάσιο ως το 1949 υπολειτουργεί. Μετά τον Εμφύλιο λειτουργεί κανονικά. Το 1967 μεταφέρεται στο Λιτόχωρο, με συνέπεια την αύξηση της ανεργίας στους κατοίκους της Μόρνας και όχι μόνο. Το δασαρχείο Σκοτεινών υπηρέτησαν επάξια σπουδαία ονόματα (Αυγίκος, Δαλακιουρίδης και άλλοι).
** ο αφηγητής αναφέρεται σε δικό μου περιστατικό που συνέβη στη Μόρνα το 1951. Η γιαγιά μου Όλγα Δάμπλια, ο γιος της Ηρακλής κι εγώ πήραμε άδεια από τον δασάρχη Σκοτεινών Τάκη Δαλακιουρίδα για να ανεβούμε στο φορτηγό του δασαρχείου (οδηγός Τόλιος Τεγούλιας)  με σκοπό να πάμε στην Κατερίνη. Η γιαγιά μου κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Ηρακλής κι εγώ πάνω στην καρότσα με κάρβουνα. Ο Τόλιος μας έδεσε με χοντρό σκοινί πάνω στα κάρβουνα για να μη μας πάρει κανένα κλαδί διότι ο δρόμος του Παλιζιάζιακου ήταν επικίνδυνος. Είχαμε, όμως, άλλη ατυχία: μετά τη Στενούρα μας πιάνει γερή βροχή. Φτάνοντας στην Κατερίνη δεν ήμασταν για φανιά. Γίναμε μαυρατζέλια πάνω στα κάρβουνα. Ευτυχώς χωθήκαμε στο εστιατόριο του Κωςταγιάγκου, που ήταν γκαρσόν ο θείος μου Γιώργος Δάμπλιας. Ο άνθρωπος τρόμαξε και μας συμμάζεψε. 
*** λέει ο Κώτσιος: χωρίστηκαν τα οικόπεδα, ρίξαμε κλήρο. Ο καθένας τράβηξε κλήρο και πήρε το οικόπεδο με τον αριθμό του. Ο καθένας τραβούσε ένα χαρτάκ'. Ποιο νούμερο έχεις, το 25, το 45". Την κλήρωση την κάνανε οι δικαστικοί. Το 1969 βγήκαμε από τις καλύβες κι αρχίσαμε να κτίζουμε τα σπίτια μας.
          ----------
Σημείωση: Ο Κώστας Κατανάς († 2013), γυμνασιάρχης στην Κατερίνη, θα σημειώσει: "Θυμάμαι, παιδάκι τότε εγώ, ότι με τη λειτουργία του εργοστασίου στην Μόρνα, γινότανε το αδιαχώρητο από κόσμο. Δεν είναι τυχαίο που από το 1826 που πρωτοκατοικήθηκε η Μόρνα και μέχρι το 1938, οι κάτοικοι δεν ξεπερνούσαν τους 200, ενώ από την έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου και μετά οι κάτοικοί της ξεπερνούσαν τους2.000… «Ο πρώτος κάτοικός της ονομαζόταν Γάκης και ήρθε μάλλον από κάποιο χωριό του Σουλίου, όπως έκαναν στη συνέχεια και άλλες οικογένειες».  
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ


οι γονείς του αφηγητή:  Γιάννης Βαστάζος -Γιαννίκης
(1907-1980), σύζυγος Αικατερίνη το γένος Φώτη (1908-1960)

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Λακκώματα: η Ζλιάνα


 
Επεξηγήσεις στα τοπωνύμια

1. Ζηλιάνα, ο μεγάλος χείμαρρος που αποτελεί φυσικό όριο α) Ολύμπου και Κάτω Ολύμπου, β) Σκοτίνας και Λεπτοκαρυάς. Η ονομασία από το αρχαίο συς=αγριογούρουνο. Στο χωριό τη λέμε Ζλιάνα  (Ζηλιάνα-Ζυλιάνα-Ζλιάνα), «όσις πέτρις έχ’ η Ζλιάνα, τόσα πιάτα έπλινα σ’ ν’ Αμιρική» (πατριώτης μετανάστης στην Αμερική). Περισσότερα βλέπε ανάρτηση 25.2.14.
2. Παραμύθας, τοπων. στον Γιαλό της Σκοτίνας, αριστερότερα της Βίδρας, όπου η περιοχή ΕΟΤ. Έχουμε και επώνυμο Παραμύθας. Πιθανόν η καταγωγή των παππούδων από την Παραμυθιά. (Βίδρα (η), στην παραλία της Σκοτίνας.  πιθανόν από το βίδρα=ενυδρίς).
3. Κφάλα, (η), τοπων. πιο κάτω από το Ξιροζύλιανο-Σκοτινιώτικο (Θωμάς Α. Σκρέτας).
4. Σεντούκια, βλέπε ανάρτηση 6.3.15
5. Καλόηρος, τοπων. κοντά στη Ζιλιάνα προς Λεπτοκαρυά (από Σκοτίνα),
6. Κρεβάτια, βλέπε ανάρτηση 6.5.15.
7. Βατσίνια (τα), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα, παραπάνω από την "Τούμπα". Το όνομα προφανώς από τα πολλά χαμόκλαδα με βατσινιές.
8. Σιουλνάρια, (τα), κρυστάλλινο νερό βγαίνει (χουχουτίζει) από τα βράχια. Το νερό «πηγάζει απού μέσα του βριάχου. Είχι νιρό, πηγή ψηλά στ’ μπάρμπα Γιώρ’ Ντάμπλια τς καστανιές. Τραβάει  κι απ τζ Γούρνις μια πηγή. Κι χάνιτι το νιρό ώσπου να βγει στα Καγκιόλια σιακάτ’ (Καγκιόλια, βλ. ανάρτηση 6.5.15). Απού ‘κεί στα Σιντούκια κι ινώνιτι μι τζ Ζλιάνα. Ινώνιτι μι του λάκκου τζ Ντουργιανής κι πααίν’ στου Γιαλό, στου Μπαραμύθα», (παρέα: Τσιαπάρης Νικόλαος του Μιχαήλ, Τσιαπάρης Νικόλαος του Διονύση, Μητσιάνης Νικόλαος του Θωμά και άλλοι).
9. Αϊ-Νικόλας Χαλάλιος, βλέπε ανάρτηση 25.5.14.
10. Γούρνες, τοπων. προς β. της Άνω Σκοτίνας, δροσερό ποταμάκι με κοκκινωπές όχθες. Απ' εκεί βγάζανε κοκκινόχωμα οι γυναίκες. 'Έφτιαχναν στην αρχή λαγούμια, γούρνες, που λέμε, με τα σκεπάρνια. Το κοκκινόχωμα το χρησιμοποιούσαν για τη βαφή των δαπέδων του σπιτιού κι "άλειφαν κι τς πουδές» (ποδιές), ενώ το άσπρο χώμα το χρησιμοποιούσαν "για τα όρθια τοίχια" (τους τοίχους). Στις Γούρνες οι βοσκοί αναπαύονταν και απολάμβαναν το δροσερό νερό της ομώνυμης βρύσης. Μια φορά,  το 1945,  δυο τσομπαναραίοι (παρών κι εγώ) βάλανε στοίχημα ποιος θα πιει περισσότερα παγούρια νερό.  Το στοίχημα το κέρδισε ο Α. Γ.
11. Τούμπα, ο περίφημος λάκκος «τς Τούμπας» που τα νερά του έρχονται «απ’ τς Μύλ’» (τους Μύλους).
12. Μύλοι (οι), τοπων. στο δρόμο από Άνω Σκοτίνα προς Καλλιπεύκη. "Οι Ζιργιώτις κατά το 1926-27 νομίζω, πήγαν νύχτα κι έχτισαν δικούς τους μύλους. Μέσ' σ' τς Μύλ' τζ δικοί μας, τς παλοί, βάλαν οι Ζιργιώτις πέτρις, καρούτις κι τς κατέκτησαν. Οι δικοί μας πήραν χαμπάρ' απ' του χουργιό κι σκώθκαν κι συνηνουήθκαν κι παν τ' νύχτα κι γκρέμσαν τς μύλ'. Πιάσαν τους μυλουνάδις, τους έδειραν. Μιτά έγινι προυσφυγή (στο δικαστήριο), παν' στ' Λάρσα κι έκατσαν φυλακή" (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης, 1980).
13. Δουργιανή, βλέπε ανάρτηση 21.1.14, 8.3.15
14. Καραβίδα, βλέπε ανάρτηση 22.9.14
15. Συκαμινέα, (η Σκαμνιά), χωριό του Ολύμπου, "τα παλιά τα χρόνια αγόραζα σαρδέλλις απ' του Γιαλό τς Σκουτίνας. Τς έβαζα σι δυο κάσις, τς φόρτουνα στου μπλάρ' κι τς  πήγινα σιαπάν' σ' τ' Σκαμνιά κι ζ Μπουλιάνα" (Απόστολος Ι. Καλιαμπός, 1976).
16. Καρυά, Ολύμπου σε απόσταση 38 χλμ. από Ελασσόνα (υψ. 900 μ.).
17. Κανάλια, "Το κανάλι εκ του λατινικού canalis=οχετός, διώρυξ, τάφρος. Εκ τούτου και η έρημος σήμερον παλαιά μεγάλη Μονή των Κανάλων ή Καναλίων εις την αριστεράν όχθην του Συός επί του Ολύμπου" (Π. Ν. Αναγνωστόπουλος, η αρχαία ολυμπική Πιερία, σελ. 30).
18. Μπεκλέση (κατά τους Σκοτινιώτες Μπιχτέσ’).
19. Μονή Κανάλων (σταυροπηγιακή), αφιερωμένη στη Γέννηση της Θεοτόκου.
20. Γρίβας και Καβρόλακκας (Καβουρόλακκας), λάκκοι που πηγάζουν από τα μέρη της Άνω Λεπτοκαρυάς και εκβάλλουν στη Ζλιάνα, στον «Καλόηρο».
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                             
                                                    
 τα Κανάλια της Ζλιάνας


η Ζλιάνα βλέπει τη Σκοτίνα και τον Γιαλό (η φωτογραφία από το μοναστήρι των Κανάλων)


                             Η Ζλιάνα παρμένη από το ξηροκάμπι (Λείβηθρα) της Σκοτίνας. 
                             Διακρίνονται α) ο όγκος του βράχου «Δουργιανή», και οι χείμαρροι 
                             της Ζλιάνας (δεξιά και αριστερά).
 

                                                             Μονή Κανάλων (δυτική πλευρά)



Αγιογραφίες του ναού


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: όπως οι παρακάτω φωτογραφίες:

 
Από αριστερά: Τσιαπάρης Νικόλαος του Διονύση, Τσιαπάρης Νικόλαος 
του Μιχάλη και γείτονες από τη «Βασίλα» Γιώργος, Γιάννης, Βασίλης

                                                             





    Νικόλαος Μητσιάνης του Θωμά         
    Μιχάλης Μητσιάνης του Αθανασίου

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2015

Έθιμα: το Πανηγύρι της Παναγίας 2015



ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΜΕ ΕΙΚΟΝΑ

                                        η νότια πλευρά του ναού

Εφέτος το πανηγύρι της Παναγίας (Εσπερινός) ακολούθησε την πορεία την οποία δείχνουν οι εικόνες που ακολουθούν. Λεπτομέρειες βλέπε στην ανάρτηση 3.8.14. Σχηματικά τοποθετούνται οι κυριότεροι σταθμοί της ανηφόρας που είναι 7 περίπου χιλιόμετρα από "Παναϊά" (Κάτω Σκοτίνα) μέχρι "Παναγία" (Άνω Σκοτίνα). 

               

                         στην Παναϊά χαρούμενες προσκυνήτριες περιμένουν την Εικόνα



Από τον Αγιώργη της Κάτω Σκοτίνας η Εικόνα μεταφέρεται με ειδικό όχημα στο χώρο της «Παναϊάς», που βρίσκεται στην κορυφή του χωριού. Ο παπά Λευτέρης «προπέμπει» την Εικόνα με τη σχετική δέηση.


Προσκυνητές (άνω και κάτω) αναπαύονται στο πεζούλι του Γεροπλάτανου (διακρίνεται η ιστορική «κφάλα» (κουφάλα). Θυμάμαι στη δεκαετία του ’40 το παιχνίδι των παιδιών που το λέγαμε «Ουργιάνα». (βλέπε βιβλίο ΣΚΟΤΙΝΑ 2007).



              στις 7 το απόγευμα άκουσαν την καμπάνα και σπεύδουν για τον Εσπερινό.

ΑΠΟ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ ΣΥΜΠΑΤΡΙΩΤΕΣ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ


     






                                                            

Κώστας Πινακάς του Θωμά με τη σύζυγο.


                                            

                                               



               Γερομοχαλός Χρήστος του Μιχάλη.

                                  
      Αντρόγυνο: Λευτέρης Γεργολάς και Φωτεινή το γένος Γερομιχαλού - Μπουρανά.

              




  
η Εικόνα έφτασε στον Μάρμαρο


 Δέηση στο Εικονοστάσι του Μάρμαρου 





μετά τον Μάρμαρο


στο βάθος  η κορυφή του Αϊ-Θανάση 


Προσκύνημα «ζ μπλατέα» (στην πλατεία)


(άνω και κάτω) πιστοί πάσης ηλικίας καταφεύγουν στην Παναγία



"Κύριε εκέκραξα", ήχος πρώτος


                                       οι πιστοί με ευλάβεια παρακολουθούν τον Εσπερινό
 

                                                               η κατάνυξη ολοφάνερη


η Αρτοκλασία υπαιθρίως 


στο εσωτερικό της εκκλησίας γίνονται επιδιορθώσεις, 
όπως δείχνουν οι σκαλωσιές των μαστόρων


                                      από την τοποθεσία «Μοίρα» η απόσταση μικραίνει
 

εν αναμονή του τελετουργικού της Γιορτής


                                    η δυτική πλευρά της «Παναγίας». Επάνω διακρίνεται 
                                    η χρονολογία της ανέγερσης του ναού (1862).
 




















Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

λακκώματα: Σκοτίνα, βόρεια πλευρά του χωριού




Τη Σκοτίνα περιτριγυρίζουν πολλά νερά (χείμαρροι, λάκκοι, λακκούλια, ρυάκια, βρύσες, αναβρικά κλπ). Στη βόρεια πλευρά και σύρριζα στο χωριό διαρρέει ο χείμαρρος που ξεκινάει από τα κτήματα του Μαρνέλα στα βορειοδυτικά του χωριού και σμίγει με τον λάκκο Παπά, ο οποίος χύνεται στον Θερμαϊκό. Ενδιάμεσα σχηματίζονται τα λακκούλια που φέρουν διάφορα ονόματα ανάλογα με τις τοποθεσίες που συναντούν. Στις επεξηγήσεις του σχήματος ο αναγνώστης κατατοπίζεται δεόντως:
           
Αναβρικό Παπαγιάννη, η περιοχή λέγεται και Παπαγιαννάτ'κα (τα),  πιό πάνω από τη Βασίλα, στην Κάτω Σκοτίνα, όπου και τα παλιά κτήματα κάποιου παπά-Γιάννη (πρεσβυτέρα η Μόρφω, αδερφή η Τσιτσίλου). Υπάρχει κρυστάλλινη πηγή νερού.
Ίσιωμα, τοπων. ανάμεσα στην ακατνή κι απαλνή Σκοτίνα, ακριβώς πάνω από την τοποθεσία "Λάκκα Γίδα". Πιθανές εκδοχές προέλευσης της ονομασίας: α. στο σημείο εκείνο ο δρόμος είναι φαρδύς και σχηματίζει πλάτωμα, ίσιωμα, μπαϊρί, β. είναι το μέσο της διαδρομής (ίσο) Κάτω και Άνω Σκοτίνας, γ. κατά τον Διονύση Στύλο (Τσιακμάκης) " επειδής ικείνα τα χρόνια έβγιναν πειρατές κι φουβούνταν ι κόζμους, έπριπι οι ανθρώπ' απού δούλιβαν σιακάτ' στα χουράφια να ξανανιβούν στου απαλνό του χουργιό. Κι έκαμαν αυτό του ίσιουμα να ξαπουσταίν'. Γυναίκις επί του πλείστον. Έκαμαν προυσουπική εργασία. Μι τα τσαπιά φκιάσαν ένα ίσιου μέρους, σαν πλατειούλα. Κι έβαλαν λίγα ξύλα,  σαν καρέκλις, να κάθουντι. Να ξαπουσταίν' ικεί κι να πιριμένουν κι άλλους απού κάτ'. Συγκιντρώνουνταν ούλ' μαζί. Γι’ αυτό κι του ονόμασαν "ίσιουμα". Τόπος περίοπτος. Φαίνεται όλος ο κάμπος. Αν καμιά φορά έρχονταν Τούρκοι από τη Λεπτοκαρυά ή από τον Παντελεήμονα, τους έβλεπαν από το "'Ισιουμα".
Κάναλος, (κανάλι) στην Κάτω Σκοτίνα, κατεβαίνοντας προς την εθνική οδό. 
Καραλάτκα, κτήμα του Καραλή, όπως πάμε από Αγιώργη προς Λιοτριβείο.
Καρούτα, στις Κότρες ("Χριστός"). Πήρε το όνομα από την καρούτα κάποιου μύλου που υπήρχε παλιά εκεί. Η Καρούτα ενώνεται πρώτα με  την Μπαρτζόη και κατεβαίνει στο Ξισφάι.
Λάκκος Μαρνέλα, πήρε το όνομα από τα κτήματα του Θανάση Μαρνέλα.
Λάκκος Δάμπλια, από τα κτήματα των Δαμπλαίων.
Λάκκος Παπά, το ποτάμι της Σκοτίνας με τα πανύψηλα πλατάνια (Ζγκούρα, Καμίνια, Σμίξη, Μπιστιρί, θάλασσα, βλέπε ανάρτηση: 5.2.15   ).
Μπαΐρ' τ' Μαρνέλα, ίσιωμα στα κτήματα "Μαρνελάδικα" της Σκοτίνας, αντικριστά με το Ίσιωμα..
Μπαρτζόη (η), τοπων. βδ. της Κάτω Σκοτίνας, πιθανόν από τα πολλά σπάρτζα=σπάρτα.
Ξισφάι, λάκκος, στην Κάτω Σκοτίνα, πίσω από τα "Κουκρανάτκα", επειδή στον λάκκο αυτό οι πέτρες και τα χώματα ξεσφαΐζονται, ξεκολλούν, με αποτέλεσμα να κατακρημνίζονται οι όχθες. Σώζεται και η ομώνυμη βρύση, την οποία έκτισε και περιποιήθηκε ο παππούς Χρυσικός.
Πλατάνια (τα), όπου και τα Κοιμητήρια της Κάτω Σκοτίνας. Η ονομασία οφείλεται στα πολλά πλατάνια του τόπου.  
Σκλήθρα, τοπων. βδ. της Κάτω Σκοτίνας κοντά στο Ξισφάι. Πιθ. από τη σκελήθρα, σκελίδα, άλλού: «σκλήθρους, σκλήθρα, δέντρο που φυτρώνει κοντά στα ποτάμια, μτγ. Κλήθρος» (Ευανθία Δουγά-Παπαδοπούλου-Χρήστος Τζιτζιλής «το γλωσσικό ιδίωμα της  ορεινής Πιερίας» Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006). Από το χώρο αυτό οι γυναίκες της Σκοτίνας βγάζανε ασπρόχωμα. Από το Ίσιωμα βγάζανε κοκκινόχωμα κι από τα Μνημόρια φέρνανε χώμα χρώματος γκρι, τον αποκαλούμενο «απλό». Ίσως από το πηλός. "Ήφιρα απλό ν' αλείψου του σπίτ'". *

---------- 
               


-* ο φούρνος στο σπιτικό του Κώστα Μ. Ζιώγα στη Σκοτίνα,
 φτιαγμένος με χώμα κόκκινο κι «απλό 'π' του Ξισφάι".







---------
Προσωπική εμπειρία: το 1946 με την παρέα μου (Χρήστος Μάνος και Θεοχάρης Μητός) σταλίζαμε τα γίδια στο λάκκο του Μαρνέλα. Παιχνίδι είχαμε τις οβίδες, σφαίρες και κάλυκες. Το καψούλι της σφαίρας το βαρούσαμε με το σκούλο του τσεκουριού και με το σκάσιμο έβγαινε κρότος. Σε μια περίπτωση συνέβη το εξής: ο Κακαλόπουλος, ο επικεφαλής της αντάρτικης ομάδας της περιοχής, ξεκουράζονταν στο μπαϊράκι που βρίσκεται στο «απακεφάλμα» (κορυφή) της λάκκα Γίδας. Μόλις άκουσε τον πρώτο κρότο της σφαίρας «το βαλε» στα πόδια για την Άνω Σκοτίνα και Καλλιπεύκη για να σωθεί. Ο κρότος ήταν μεγάλος, ο λάκκος βούηξε, οι ράχες ταράχτηκαν. Την όλη σκηνή παρακολούθησε ο Γιάννης Νικολός («τ’ Λιόλια»), ο οποίος βοσκούσε τα γίδια λίγο παραπάνω από μας, κοντά στο μπαΐρι του Μαρνέλα. Αυτός έβλεπε τον Κακαλόπουλο που ήταν στο μπαϊρί της απέναντι όχθης. Μας έλεγε, μετά: «Ρε κιαρατάδες, αν το μάθει ο Κακαλόπουλος αυτό που κάνατε, θα σας κρεμάσει ανάποδα».