Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

αναμνήσεις: υπόδηση





Τα τσαρούχια

          Από τις αναμνήσεις του Θανάση Α. Γερομιχαλού (1929-2012), καταχωρώ αυτήν που αναφέρεται στον τρόπο υπόδησης στα χρόνια της προπολεμικής περιόδου. Η συνέντευξη δόθηκε το καλοκαίρι του 2003. Στα παλιά χρόνια ο κόσμος δυσκολεύονταν να αγοράσει παπούτσια*. Για υπόδηση χρησιμοποιούσε τσαρούχια, των οποίων η  κατασκευή απαιτούσε ειδική τεχνοτροπία και προσωπική φαντασία. Η παρακάτω κουβέντα δίνει κατατοπιστική διευκρίνιση..

Ο Θανάσης αφηγγείται:

   
       Ι παππούς ι Μήτρους ι Μπλέτσιους έφκιανι τσαρούχια. Απού κάτ’ ήταν σανίδ’ κι απού πάν πιτσί μι τα καρφιά. Απού δώ πήγινις στ’ Τσιούρβα του σπίτ’ τρουχάδην. Γλιστρούσαν, είχαν ξύλου απού κάτ’, σανίδ’ κι απάν έχν’ λίγου πιτσί. ΄Εβανι τα πουδάγια τ’ λίγου μέσα, κρατχιούνταν. Τάκα τούκα, τάκα τούκα, πώς έκαναν οι γυναίκις τα πατίκια, τα τσόκαρα. Κι πιρδικλώνουνταν. ΄Εφκιανι ι Κουρκόβιλους μια φουρά ιδώ σιαπέρα στου μπατζιανάκη μ’ κι είχι ούλου αρμάν’ ικεί πέρα κι ούλου ρίζις κι πιρδικλώνουνταν.          [Ο παππούς ο Μήτρος Βλέτσης κατασκεύαζε τσαρούχια. Στην κάτω πλευρά έβαζε σανίδι και στην επάνω πλευρά πετσί με καρφιά. Μπορούσες να τρέξεις κα να πας από εδώ μέχρι το σπίτι του Τσιούρβα (Καρκαφίρη). Γλιστρούσαν, είχαν ξύλο από κάτω, σανίδια από πάνω μαζί με λίγο δέρμα-πετσί. Έχωνε τα ποδάρια του για λίγο μέσα στα τσαρούχια και στηρίζονταν καλά. Τάκα τούκα, τάκα τούκα, πώς βαδίζανε οι γυναίκες με τα πατίκια, τα τσόκαρα. Και μπερδεύονταν τα πόδια. Ο Κορκόβιλος έφτιαξε κάποτε τέτοια τσαρούχια στον μπατζιανάκη μου. Εκεί πέρα, όμως, υπήρχαν πολλά αρμάνια, και ανάμεσα στις ρίζες από τα χαμόκλαδα μπερδεύονταν τα πόδια του με αυτά τα τσαρούχια].
          -Ποιος τα φορούσε;
          -Ι παππούς ι Μήτρους, αυτός τα φουρούσι. ΄Ηταν πατσέντα δικιά τ’ αυτή. Σι λέ’ τώρα πού να τα βρεί. Ήθιλι να πας ζ Γκατιρίν’ να τ’ αγουρά’ ις  τουμάρ’. Του τουμάρ’ από ‘φκιανάμι απ’ τα γρούνια δεν έφτανι. ΄Εβανι απού πίσου, απού παναθέ λίγου παλιπάπτσου καρφουμένου μι τα καρφιά κι απού κάτ’ του σανίδ’. ΄Εβανι του πόδ’ μέσα κι πάηνι πάπα πούπα, πάπα πούπα. Τα καρφιά ήταν δίπλα απ’ του σανίδ’. Απού κάτ’ αντί για τουμάρ’ είχι σανίδ’. Γιατί του τουμάρ’ κρατούσι μια μέρα του μαλλί κι μια μέρα...έβγηναν οι φτέρνις όξου κι ν’ άλ’ έβγηναν κι οι νουζίτσις κι άμα έπιρνι βρουχή, η μύτ’ πάηνι στ’ φτέρνα κι δε συμμαζέβιτι. Τα καλύτιρα τσαρούχια ήταν τα βουβαλνά. ΄Ηταν κι ακριβά. Είχαν μσό πόντουν πάχους. Σκληρό τουμάρ’ του βουβαλνό. Είδις που λέν: «Κι του βουβάλ’ κι να ψουφήσ’ η πιτσιά τ’ αξίζ’». Του τουμάρ’, δηλαδή, αξίζ’ γιατί έβγαζις από ‘να βουβάλ’ μσή Σκουτίνα τσαρούχια. [Ο παππούς ο Μήτρος. Αυτός τα φορούσε. Ήταν δικός του σχεδιασμός-πατρόν. Σου λέει, "δεν υπάρχει άλλη λύση". Έπρεπε να πάς στην Κατερίνη για να αγοράσεις τομάρι. Εντωμεταξύ, το τομάρι που χρησιμοποιούσαμε για την κατασκευή τσαρουχιών δεν περίσσευε. Για το λόγο αυτό το μυαλό του στρέφονταν σε άλλη επινόηση· χρησιμοποιούσε παλιά δέρματα από άχρηστα παπούτσια, τα κάρφωνε από πίσω, από πάνω και από κάτω το συνέδεε με το σανίδι. Έχωνε μέσα ο πόδι και βάδιζε "πάπα πούπα, πάπα πούπα". Τα καρφιά καρφωμένα δίπλα στο σανίδι. Στο κάτω μέρος, αντί για δέρμα υπήρχε σανίδι. Διότι το τομάρι δεν άντεχε πάνω από μια μέρα. Κράταγε το μαλλί μια μέρα και ύστερα...Βγαίνανε οι φτέρνες έξω από τα τσαρούχια. Από την άλλη πλευρά βγαίνανε τα κορδόνια και, όταν έβρεχε, η μύτη του ποδιού γύριζε προς τη φτέρνα και...δε συμμαζεύεται. Η καλύτερη ποιότητα τσαρουχιών ήταν αυτά που προέρχονται από βουβαλίσιο δέρμα. Αυτά ήταν ακριβά. Ήταν ενός πόντου πάχους. Σκληρό δέρμα το βουβαλίσιο. Το λέει και η παροιμία: «Και το βουβάλι να ψοφήσει, αξίζει η πέτσα του". Το δέρμα, δηλαδή, έχει την αξία του. Αρκεί να σκεφτείς, πως από ένα βουβάλι έβγαζες τσαρούχια για τη μισή Σκοτίνα].
          -Με τι τομάρια κατασκεύαζαν τα τσαρούχια;
          -Να σι πώ, άλλους έφκιανι κι απού γίδια, ιμείς ιδώ σ’ τ’ Σκουτίνα του πρώτου ήταν του χοιρινό. Κι άμα αγουράζαμι απου Γκατιρίν’, προυσπαθούσαμι να είχι στ’ ράχ’. ΄Ηταν πιο σκληρό, χουντρό ιδώ σιαπάν’ στ’ ράχ’. Η κοιλιά ήταν φτινό. Κι αυτά τά 'δουναν μι τιμή, να ξέρς, α! Εάν του τσαρούχ’ αυτό έπιρνις, προς τ’ ράχ’ μιριά είχι πέντι δραχμές, στη γκοιλιά είχι τρεις δραχμές. Πώς τα κατασκεύαζαν; Τα ‘βαναν κι φούσκουναν κατ’ αρχήν. Του τουμάρ’ φούσκουνι καλά. [Να σου πω. Άλλος έφκιαχνε από γίδια, Σε μας  εδώ το συνηθισμένο τομάρι ήταν το χοιρινό. Και όταν τύχαινε να αγοράζουμε από την Κατερίνη, προσέχαμε να είναι χοιρινή η ράχη. Το τομάρι από κοιλιά ήταν ψιλό. Και, όμως, γνωρίζεις, και τα τσαρούχια είχαν την ανάλογη τιμή. Αν αγόραζες το τσαρούχι με ράχη, έδινες πέντε δραχμές. Αν ήταν από κοιλιά, έδινες τρεις δραχμές. Το πώς τα κατασκεύαζαν; Καταρχήν τα βάζανε σε νερό να φουσκώσουν. Το δέρμα φούσκωνε καλά].
          -Μέσα στη λεκάνη;
          -Πού λικάν’, αρά! Πού 'χαν λικάνις ιτότι. Ιά, ή στ’ αυλάκ’ τα ’βαζις κι τα ‘βρισκι κάνας σκύλους κι στα ‘τρουγι, ή άμα είχι κανένα κουπανούλ’. Απού κουπανούλια είχαμι ειδιότητα (ειδικότητα). Είχαμι τέτοια κουπανούλια, είχαμι κι κουπάνα μιγάλ’. Είχαμι κι σκαφίδ’ από ‘φκιανάμι ψουμί μέσα. Κι ξέρς τώρα, να λούζισι σι μια κουπάνα μι ζιστό νιρό, ούλ’ η φαμπλιά. Τα τσαρούχια πρώτα τα μούστουναν. Μιτά ύστιρα του πίσου μέρους απού ‘ταν η φτέρνα το ‘πιρναν τζ γουνίις αυτές, για να γίν’ η φτέρνα καλή. Μπρουστά έφκιανι μύτ’. Είχις ένα σουγλί για ν’ ανοίξ’ τρύπα κι  μι του μαχαίρ’ το ‘κουβις. ΄Αντι λίγου παραπάν, άντι λίγου παραπάν, το ‘πλιγις. Του καρίκουνις μέχρι πίσου. Κι γίνουνταν καμπουρουτό. Κι σ’ έπιρνι του πουδάρ’ μια χαρά. Αλλά λάχ’ κι σ’ έπιρνι βρουχή, τιλείουνι. Η μύτ’ πάηνι στ’ φτέρνα κι δε συμμαζέβιτι. Προυτιμούσις να κόψ’ του ζνάρ’, να το ‘χς κριμαζμένου ιδώ στου ζνάρ’ μι τ’ νουζίτσα κι να πιρπατάς ξπόλτους, παρά να το ‘χς στα πουδάργια. Τέτοια τυράγνια. Κι να έχς σκουφούνια, κι αυτά μπαλουμένα. [Πού λεκάνη, μωρέ! Δεν υπήρχαν τότε λεκάνες. Απλώς τα βουτούσες στο αυλάκι που έρεε το νερό και αν περνούσε κανένα σκυλί σου τα άρπαζε και τα έτρωγε. Το ίδιο συνέβαινε όταν τα βουτούσες σε καμιά μικρή κοπάνα. Στις μικρές αυτές κοπάνες είχαμε αποκτήσει ειδικότητα. Είχαμε μικρές κοπάνες, είχαμε και μεγάλη. Διαθέταμε και σκαφίδι, όπου ζυμώναμε. Και υπολόγισε, τώρα, τι πάει να πει να πλένεσαι σε κοπάνα. Να βάζεις ζεστό νερό στην κοπάνα για ολόκληρη φαμιλιά. Αρχικά τα τσαρούχια τα μούστωναν. Έπειτα, το πίσω μέρος, στη φτέρνα, φρόντιζαν να είναι οι γωνίες βρεγμένες, έτσι, ώστε η φτέρνα να μένει σταθερή. Στο μπροστινό μέρος σχηματίζονταν μύτη. Ήσουνα εφοδιασμένος με ένα σουβλί, με το οποίο άνοιγες την τρύπα και με ένα μαχαίρι έκοβες ό,τι προεξείχε. Προχωρούσες λίγο παραπάνω, λίγο παραπάνω, έπλεκες το τσαρούχι. Το καρίκωνες μέχρι πίσω. Αποκτούσε σχήμα καμπουρωτό. Ταίριαζε στο πόδι σου μια χαρά. Αλίμονό σου, όμως, αν σου τύχαινε βροχή. Πάει, τέλειωνε. Η μύτη γύριζε προς τη φτέρνα και ...μη χειρότερα. Προτιμούσες να κόψεις το ζουνάρι, να κρεμάς το τσαρούχι εδώ στο ζουνάρι με το κορδόνι. Προτιμούσες να περπατάς ξυπόλυτος, παρά να το φοράς. Τέτοια βάσανα. Και να φοράς σκουφούνια, που κι αυτά να 'ναι  μπαλωμένα].
          -Τα τσαρούχια τα κάνανε ανάλογα με το πόδι του καθενός;
          -Βέβαια. ΄Εβαζις του πουδάρ’ απάν’. Αλλά ήξιρις περίπου πόσο μήκος έχς, πατούσις παναθέ κι έντάξ’, όπως έκανι. [Βέβαια. Έβαζες το πόδι πάνω στο δέρμα για να σου πάρουν μέτρο. Γνώριζες, όμως, τι νούμερο περίπου φοράς. Πατούσες πάνω στο απλωμένο τομάρι και σου κόβανε τα τσαρούχια ανάλογα με τα μέτρα σου].
----------
* Ήταν Μεγάλη Παρασκευή του 1946 στη Σκοτίνα. Έρχεται δέμα από τη Μόρνα (εκεί υπηρετούσε ο πατέρας μου ως ιερέας). Το δέμα περιείχε ένα ζευγάρι  κόκκινα σκαρπίνια της Ούντρας. Πάω να τα φορέσω, μου ήταν στενά. Οι κάλτσες ήταν χοντρές (σκουφούνια). Για να πάω στα Εγκώμια κόβω τις πατούσες (από φτέρνα και μπρος). Με γυμνά πόδια χώρεσαν τα σκαρπίνια. Ο μόνος που δε φορούσε τσαρούχια!.
---------
Άμεσοι συγγενείς, 1. γονείς: Απόστολος Γερομιχαλός, Ουρανία Μάνου
                            2. τέκνα:        
                                 α. Αθανάσιος, σύζυγος Καλούδα Απ. Συντριβάνη
β. Καλλιόπα, σ. Θωμάς Στύλος-Ντανός                              
γ. Στέργιος, σ. Χαϊμαδή Θ. Συντριβάνη                         
δ. Θωμάς, σ. Κατίνα Θεοχ. Ζιώγα-Ντουραλή
                                           

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Εκκλησίες: ΄Αγιος Νικόλαος-Κοιμητήρια






                             
          Στα «Πλατάνια» (τοποθεσία στο άκρο βορεινό μέρος της κάτω Σκοτίνας) βρίσκεται ο «Άγιος Νικόλαος», τα Κοιμητήρια του χωριού. Αρχικά ο ναός ήταν μικρός. Όπως μας πληροφορούν οι παλιότεροι, υπήρχε ένας ενιαίος χώρος, αρκετά χαμηλά* από την επιφάνεια του εδάφους. Για να κατεβείς στον κύριο χώρο του ναού, έπρεπε να περάσεις δυο στάδια. Στην αρχή κατέβαινες 2-3 πρώτα σκαλοπάτια και στη συνέχεια άλλα τόσα για να φτάσεις στο δάπεδο. Στη δεκαετία 1980 χτίστηκε εκ νέου με τη φροντίδα του εκκλησιαστικού συμβουλίου που απαρτίζονταν από τους: παπά Γιάννη  Σκρέτα, Νικόλαο Μαρνέλα, Δημήτριο Βαγγελάκο, Γεώργιο Πολυχρό, Παύλο Στύλο, Γεώργιο Δάμπλια και Νικόλαο Αγγέλη  (Πράξη 25/15.11.1986).
----------
* Αυτό παρατηρείται και σε άλλους ναούς (κυρίως εξωκκλήσια), όπως στον Άγιο Αθανάσιο στην Άνω Σκοτίνα και άλλού. Το φαινόμενο, βέβαια, δεν είναι τοπικό (βλέπε ιερό ναό της Γεννήσεως του Χριστού στη Βηθλεέμ). Η εξήγηση είναι απλή: ήταν η προφύλαξη των ναών από εξωτερικούς κινδύνους (είσοδος στο ναό ζώων-άλογα, μουλάρια κλπ). Ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος στα χρόνια της τουρκοκρατίας.
 ----------
ΕΙΚΟΝΕΣ


                                                          Η νότια πλευρά του ναού


                                               Η βόρεια πλευρά του ναού


                              Το καμπαναριό. Στο βάθος αριστερά η κορυφή της Δουργιανής



Απέναντι από τον ναό υπάρχει το Οστεοφυλάκιο. Διακρίνεται στην άκρη η είσοδος του χώρου.



                                                       Ιστορία χωρίς λόγια!!!




(Κώστας Ουράνης), «τίτλος αφιερωμένος εις το Ρωμαίικον Κοιμητήριον της Θεία Μεταμορφώσεως του Σισλί» 
 (εφημερίδα ELL NEWS Ιούλιος 2014).





                                                  Τοπωνύμια κοντά στον Άϊ- Νικόλα





Καστανιά (η), τοποθεσία στην περιοχή των κτημάτων του Διονύση Μήτσιου, πέρα προς το Ξηροκάμι. Υπάρχει εκεί πελώρια καστανιά.

Παλιάμπιλα-Παλιάμπελα, (τα), τοπωνύμιο στα βόρεια του Αϊ-Νικόλα, από τα πολλά αμπέλια. (Ενθυμίσεις: Ήταν σούρουπο (καλοκαίρι του 1946) κι εγώ μόλις επέστρεψα με τα γίδια από τη βοσκή (Άνω Σκοτίνα). Εναγώνια περίμενα τη Βαγγελούδα (αδερφή, τότε 18 χρονών)  να ‘ρθεί με τα σύκα. (η γιαγιά μου Όλγα Δάμπλινα είχε στα Παλιάμπελα αμπέλι και στη μέση μια μεγάλη «σκιά»-συκιά). Κλεισμένος στο «μπαλινώντα» (παλινώντας-παλιός οντάς) μέχρι που σκοτείνιασε για καλά. Μόλις έφτασε το καλάθι χώνω το χέρι στο καλάθι και λαίμαργα αρπάζω ένα σύκο κι αρχίζω να το μασάω. Ταράχτηκα όταν είδα ότι μασούσα «ζμπούρναρο» (έντομο με γυαλιαστερά φτερά). Έκτοτε δεν ξανάφαγα σύκα).

Φέσα (η), μικρός οικισμός στην Κάτω Σκοτίνα προς τα νότια του Αϊ-Νικόλα. Επικρατεί το κωμικό «κουντεύου στ’ Φέσα» που αναφέρεται σ’ αυτόν που «πνέει τα λοίσθια».
-Αρά, Γιάνν’, πώς πάει η υγεία σ’;
-Ιά, κουντεύου στ’ Φέσα, ισύ Νάσιου;
-Πάλι καλά, ιγώ κουντεύου στα Πλατάνια (δηλαδή κοντά στα μνήματα).

Άλλοι το ρίχνανε σε μακάβρια αστεία λέγοντας τη φράση «όνι, όνι, πατριόνι». Η φράση μας θυμίζει τον παπά που θυμιατίζει την ώρα που ο ψάλτης ψέλνει το «μετά των αγίων…». Θυμάμαι σχετικό παιχνίδι στην Άνω Σκοτίνα. Μαζεύαμε πέτρες και πλάκες και φτιάχναμε εκκλησίες. Ένας που έκαμε τον παπά  θυμίαζε με το ψεύτικο θυμιατό ψάλλοντας:

«όνι, όνι, πατριόνι,
πήγι ι παπάς στ’ αλώνι
κι κατούρσι μέσ’ στ’ αλώνι
κι έχασι του πανταλόνι».

          Η Φέσα ανέκαθεν ήταν υφαιστειογενής περιοχή (θυμίζει τη Ζλιάνα που κατέστρεψε τα αρχαία Λείβηθρα). Θυμάμαι (δεκαετία του 1950) έγινε καθίζηση,  το έδαφος υποχώρησε και πήρε σβάρνα σπίτια και καλύβες (σπίτι Θεοχάρη Κοτσιβού-Μακασή, καλύβα Θωμά Καρκαφίρη-Τσιούρβα-«εισαγγελέα». Το παρατσούκλι δόθηκε στον παππού του Θανάση επειδή έλεγε πολλά.

ΕΙΚΟΝΕΣ


                                          η τοποθεσία "Καστανιά", σπό την καστανιά στο
                                                    κτήμα της οικογένειας Μήτσιου
                                         (πίσω από την Καστανιά το σπίτι του Μήτσιου
                                                    (δεξιότερα από τα Κοιμητήρια)


                                      Διονύσης Μήτσιος και η σύζυγός του Φωτεινή Κοκράνη

                    Ο Θανάσης Μήτσιος με το κλαρίνο. Του άρεσε (και του αρέσει) να παίζει
                   παθητικά και να διακρίνεται για το προσωπικό ύφος στο δημοτικό τραγούδι.

                                               το ζεύγος Θανάση και Δήμητρας Μήτσιου

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Εμφύλιος: φονική μάχη στη Σκοτίνα





               Στις 31 Αυγούστου 2015 ο Θωμάς Στύλος του Ιωάννη (γεννηθείς το 1941), μου δίνει συνέντευξη για τον Εμφύλιο (ο Θωμάς είναι εγγονός του Θωμά Στύλου, θύματος του Εμφυλίου), Στη συνέντευξη αναφέρεται: α) στα αποτελέσματα της μάχης του 1946 στη Σκοτίνα, β) στο πλιάτσικο από τους αντάρτες, γ) στην ένταξη του πατέρα του στη Χωροφυλακή και δ) στην προσφυγιά εξ αιτίας του Εμφυλίου.

Ο Θωμάς αφηγείται:
          
                              (στη φωτογραφία ο αφηγητής Θωμάς Στύλος του Ιωάννη 
                    με τη σύζυγό του Παρασκευούλα το γένος Θωμά Κοτσιβού-Μακασή)

1. η μάχη. Ο παππούς μου Θωμάς Στύλος (1880-1946), ο αδερφός του Μήτσιος Στύλος και ο Γιάννης Κουκουλιάρας σκοτώθκαν στα Αλώνια, πιο πέρα από τον Αϊ-Νικόλα (στην τοποθεσία «Μπασιάλα»). Φύλαγαν εκεί. Οι αντάρτες κατέβαιναν στη Ζλιάνα, τρεις χιλιάδες και φεύγαν στο Παραπέτασμα. Σεπτέμβριος μήνας του 1946.
                    -Από πού έχεις πληροφορίες για όλα αυτά;
-Ήταν ένας Κωστόπουλος 15-16 χρονών από τη Λεπτοκαρυά.  Βοσκούσε τα πρόβατα. Παρατσούκλι Μπαζδέκης και είχαν μαντριά. Μου λέει: «ο παππούς σου δεν έπρεπε να έβλεπε καλά. Τους αντάρτες τους πέρασε για στρατιώτες. Και είπε «παιδιά, παιδιά, ελάτε, εδώ αντάρτες».
                  -Δηλαδή;
                  -Ο παππούς μου είδε τους αντάρτες που έφευγαν διακεκομμένα, δεν πήγαιναν  εις φάλαγγα κατ’ άντρας, αλλά ερχόταν ο ένας κοντά στον άλλο. Λέ’ ο παππούς μ’: «πιδιά, ελάτε, αντάρτες».
                           -Σε ποιους απευθύνονταν;
                 -Στους αντάρτες, τους πέρασε για στρατιώτες. Φορούσαν άλλη στολή,
-«Ώστε έτσι κολόγερε: Ήρθατε εδώ να σκοτώσετε τα παιδιά».
           Οι αντάρτες ήταν νέα παιδιά. Ένας με την ξιφολόγχη (τον ήξερε ο πατέρας μου, γιατί ήταν στην ίδια ηλικία) σκότωσε τον παππού μου και τον μπάρμπα Μήτσιο. Εφτά φορές. Η ξιφολόγχη έφτανε στο χώμα. Όπως ξαπλώσαν κάτω, εφτά τσουφσές. Τον Κουκουλιάρα τον σκότωσαν με το πιστόλι. Έβλεπε ο πασιάς (Ιωάννης Τσινιάνης). Είχε μεζί του το Μίχο Γερομιχαλό, αυτόν τς Κουντουλέμινας. Τουν έπιασι φόβος κι του μπήρι στουν ώμου ο Γιάντζ ο πασιάς. Αυτοί, μέχρι να βγει η ψυχή τους έβγαζι την ξιφολόγχη και την ξαναέβαζι μέσα.
-Θωμά, σε ποιο σημείο έγιναν αυτά;
-Λίγο πιο πέρα από τον Αϊ-Νικόλα αριστερά προς το βουνό. Ο Νικόλας ο Ματσιούλας (Στύλος) ήταν κρυμμένος σε μια πατλιά (σε θάμνο) και τα έβλεπε όλα αυτά. Ο Νικόλας ήταν μεγάλο παιδί. Μου τα είπε φανερά ο Νικόλας. Μου τα είπε και ο πασιάς. Ήταν αυτόπτες μάρτυρες αυτοί. Και ειδοποίησαν: «να πάτι να πάρτι το Θωμά το Στύλο, το Μήτσιο το Στύλο και το Γιάννη Κουκουλιάρα, τους σκότωσαν οι αντάρτες». Αυτοί φύγαν.
-Κατά πού φύγανε;
-Ανέβηκαν επάνω στο βουνό. Περαστικοί ήταν από δω απ’ τη Σκοτίνα. Φύγαν ίσια πάν στο Νιζιρό, Καρυά και βάλε. Κατεβήκαν από τη Ζλιάνα και μέσω Σκοτίνας φύγαν επάνω.
-Ήταν κι ο Κακαλόπουλος;
-Αυτοί ήταν τοπικοί. Οι αντάρτες ήρθαν από άλλο μέρος. Ο Γαλάντζ κι ο Κακαλόπουλος ήταν τοπικοί. Αλλά ο Κακαλόπουλος δεν έφυγε. Το βράδ’ πήγαν ζ ντ Μπαζδέκ’ τα μαντριά. Αυτός, ο πιτσιρικάς, μόλις είδε αυτούς που τς σκότωσαν, είδε το καπέλο, «παππού, αυτός σκότωσε το μπάρμπα Θωμά το Στύλο, το Μήτσιο το Στύλο και το Γιάνν’ του Γκουκουλιάρα». Έβγαλε αυτός το πιστόλι και ήθελε να σκοτώσει το παιδί κι ο Κακαλόπουλος λέει: «όχ, πιδί μ’, όχ’, λάθος έκανες, δεν ήταν αυτός» κι βάζ’ πίσου του καπέλου να μην του δει.
-Ποιος είπε έτσι;
-Ο Κακαλόπουλος. Να μη του σκουτώσ’ τζάμπα, γιατί ήταν Λιφτουκαρίτς του πιδί, «όχ’, πιδί μ’, όχ’, λάθος έκανις, μπουρεί να συντουμοιάζουν».

2. πλιάτσικο. Και λέει ο Κακαλόπουλος: «πάτε, πάρτι 20 γίδια». Είχαν πολλά γίδια αυτοί, 800 γίδια οι Μπαζδικαί….Όταν ο πατέρας μου πήγι εθελοντής χωροφύλακας, φτάσαν στην Καρυά Ολύμπου.  Οι αντάρτες κλέβανε ζώα και τρόφιμα. Είχαν καμιά 20 άτομα από πίσω μι τα μουλάρια. Λέει ο Γαλάντζ τ’ μάνα μ’: «Λέγκου, δε ντουν άρεσε του Γιάνν’ να κάτσ’ στο βιο τ’, σ’ ν’ οικουγένειά τ’. Ήθιλι να πάει να κυνηγάει τς αντάρτις». «Ε, πού να ξέρου ιγώ, Απουστόλ’, πού να ξέρου ιγώ». Κοίταξε, «πού τα ‘χετε τα πρόβατα;».
Στου χουράφ’ είχαμι τα πουλλά πρόβατα. Ήταν κόρδα ικεί (είσοδος στο μαντρί). Είχαμι καμιά ογδονταριά πρόβατα, στέλ’ τς αντάρτις, παν’ τα παίρνουν. Είχαμι καναδυό αμπάρια. Τα αμπάρια ήταν ένα σιτάρ’ κι ένα καλαμπόκ’. Τα έκρυβάμι, να μη ντα βρουν οι αντάρτις κι τα πάρουν, κατάλαβις; Το σπίτ’ από πάνω ήταν διώροφο, αλλά η σκεπή ήταν από βάλτο. Λέει ο Γαλάντζ: «Λέγκου, πού τα ‘χιτι τ’ αμπάρια;».
Ηταν και προδότες. Ιδώ στου Γαβρί ήμασταν πέντε σπίτια. Ένα τ’ πατέρα μ’, ένα ντ μπάρμπα Γιώρ’ τς Στύλ’-Τσιακμάκ’, ένα ντ μπάρμπα Πουτιού τ’ Καλαμάρα, ένα ντ Γκάρα κι ένα ντ’ Διουνύσ’ τ’ Πινακά. Τα άλλα ήταν σ’ ν’ Αγία Τριάδα. Ποιος πρόδουσι δε γξέρου. Είχι κι ένα αυτόματο ο πατέραζ μ’, ήταν ικεί μια τρουχαλιά, μια πέτρα μιγάλ’ κι του ‘χι απού κάτ’. Κι του βρήκαν. Του ‘ξιραν κι αυτό. Λε’ τουν αντάρτ’ «πάνι, πάρτου. Πάνι, σήκουσι μπέτρα τ’ μιγάλ’». Του ‘χι απού κάτ’, του παίρ’. Λέ’: «Λέγκου, βγάλι τα πιδιά έξω, θα σι κάψω το σπίτ’». Ιγώ κι η σχουρημέν η Τασούλα ήμασταν μέσα.

3, Χωροφυλακή. Φεύγ’ ο πατέρας μου, που λες, πάει μι του Μήτσιου*, Στην Καρυά που πήγαιναν, κατιβαίν’ ένας μι το μουλάρ’, χωρικός Καργιώτς, γκράγκα γκρούγκα, γκράγκα γκρούγκα, τον σταματάει ο Μήτσιου «τι γίνεται εδώ;». «Φυλαχτείτε, εδώ είναι αντάρτες ταμπουρωμέν’ κι ο καπετάν Γιώτης (Φλωράκης)». Του γκατιβάζ’ κάτ’, (δεν του φέρθηκε καλά) αυτόν τον Καργιώτ’. Λέ’ ο πατέρας μ’ το Μήτσιου: «ρε κιαρατά, εσύ είσι μισθωτός, εγώ εθελοντής, θα σε σκοτώσω». Πιάναν τς ανταρτίνις (τις τιμωρούσαν). Αυτά μου τα ήλιγι ο πατέρας μ’. Τουν λέου: «ρε τι δουλειά είχις κι πήγινις μ’ αυτούς; Μας τα πήραν όλα, μας άφσαν στον άσο, για ποιον πήγαινες εκεί;».

4. ανταρτόπληκτοι: Μετά έγινε επιστράτευση και πήγε φαντάρος. Εμείς το ‘48 πήγαμε ζ τζ μπαράγκις ζ Γκατιρίν’ (παράγκες ήταν πρόχειρα οικήματα στο δρόμο της Αγίας Αικατερίνης). Στο Λιτόχωρο πήγε ο παππούς μου Παπαζιώγας Ιωάννης. Στην αστυνομία πιάναν τς ανταρτίνις, ξύλο μετά μουσικής. Χτυπούσαν τζ γκαζοτενεκέδες για να μην ακούγονται τα ουρλιαχτά.
Όταν σκότωσαν τον Τομακίδη (1948) στο Βαρκό Λιτοχώρου, τον αποκήρυξαν. Είχε ένα κεφάλι τέτοιο. Το κρεμάσαν ακριβώς απέναντι στου Παπαγεωργίου την οικοδομή ζ μπλατεία Κατερίνης. Φέραν μόνο το κεφάλ’. Τρύπησαν τ’ αυτί εδώ και στην κολώνα βάλαν ένα καρφί, πως κάν τα γουρούνια, το κρέμασαν στην κολώνα και το αίμα έσταζε έτσ’.
----------
        * Κατά τον Νικόλαο Κοκράνη του Παντελή ο Μήτσιου (Δημήτριος) ήταν διοικητής χωροφυλακής της περιοχής. Του βγάλανε και τραγούδι:

              Απ’ όλα τ’ αποσπάσματα του Μήτσου μου αρέσει,
              πο 'χει παιδιά διαλεχτά και το ραβδί στη μέση.
              Ψηλά σε κείνο το βουνό πουλιά δεν ανεβαίνουν,
              μόνο του Μήτσου τα παιδιά ανεβοκατεβαίνουν.
           
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                          Ιωάννης Στύλος του Θωμά και Θωμάς
                                          Κοτσιβός-Μακασής (συμπεθέρια)



       Σημείωση:  Ο Γιάννης Τσινιάνης-πασιάς (1925-) αναφέρεται στο ίδιο θέμα (συνέντευξη της 2.8.1995): «Η μάχη έγινε σ’ τς 24 Σ/βρίου του ‘46. Ήμαν κλειζμένους κι ‘γω. Πάηνα να πα τζ βγάλου (προσπαθούσα να τους γλιτώσω) κι δε μπόρσα.
               -Ποιοι ήταν τα θύματα,
            -Ι μπαρμπα Θουμάς ι Στύλους, ι Γιάντζ ι Κουκουλιάρας κι ι Μήτσιους ι Στύλους, αδιρφός ντ Βασίλ’ τ’ Στύλ’. Στ’ Λιφτουκαρυά τσάκουσαν κι του Μπαντιλή (Κοκράνη). Ιδώ είχαμι τρία θύματα. Ιγώ ήμαν μπλιγμένους. Τς  έφυγα ‘που μέσα. Η ώρα 9 τηρ μέρα. Κι να είνι -τι να σι πω- μιλιούν  οι αντάρτις.
               -Τι γύρευες εσύ εκεί;
               -Κοίταξι να δεις. Ιγώ ήμαν στου Λτόχουρου κι ήρθα ‘δω. Ήρθα ώς του σπίτ’ λίγου. Κι αυτούς βάρινα (επεδίωκα) να τς πάρου, Γιάν. 
               -Άντι, βρε, να φύγουμι. Είμιστι τρεις άντρ. Αυτοί φαίνουντι 500 τουλάχιστο.
               -Οι αντάρτες από πού ερχόταν;
               -Απ’ τ’ Λιφτουκαρυά. Χτύπσαν τ’ Λιφτουκαρυά κι έκαμαν σιαδώ. Ήταν πουλλοί.  Δύο χιλιάδις σχεδόν όλ.
               -Θυμάσαι ποιοί ήσαν επικεφαλής;
               -Δε θυμάμι. Ήμαν στα 40 μέτρα. Μι του γύρζμα ‘πό ‘καμα, μπλουκάρσα (πέτυχα) ικείνουν του Μίχου του Γιρμπχαλό -που πέθανι-, του Μήτρου τουν αδιρφό. Τουν λέου: «Ή πιρπατάς ή τιλειώντζ».
               Χώθκαμι μέσα. Κι μέσα ‘π’ αφνούς πέρασα. Ήμαν πουλύ ψύχριμους. Απού μέσα τς πέρασα. Έψαχναν. Πρόβατα, γιλάδγια κι ‘γω.
               -Στο Ξηροκάμι;
               -Μέσα ζ ντ Μπασιάλα. Κι μέσα στα τσιαλιά τς πέρασα κι τς  έφυγα. Ι μπαρμπα Μήτσιους ι Στύλους ήταν μαναχός τ’. Ουπλίτης ήταν. Τς είχαν ξιντύσ’ αφνούς λόγου ηλικίας (απολύθηκαν από το στρατό λόγω ηλικίας). Βάρισα να τς πάρου (προσπαθούσα να τους γλιτώσω), βάρισα να τς πάρου, δε μπόρσα να τς πάρου. Βρε, αφού κόντιψα να τσακουθώ ιγώ για να τς πάρου.
               -Βρε, φέγουμι, τς λέου. Είμιστι περικυκλουμέν.
               Χαμπάρ.’ αυτοί. Λέου τουν άλλου: «Ακούς; Τουν λέου του Μίχου. Τς ακούς; Τέτχια θε να πάθς κι συ», τουν λέου.
               Κατέφκα αμέσως ιγώ. Μόλις πέρασαν αυτοί απού δω. Ακόμα αράτζαν (προχωρούσαν) απ’ τ’ Λιφτουκαρυά. Τότι κάψαν κι του Παραμύθα του σπίτ (το σπίτι του δάσκαλου). Ακριβώς αυτήν την μέρα.

Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Εκκλησίες: ο «Χριστός σ’ τς Κότρις»


            Η πλούσια αγιογράφηση του «Χριστού» στις Κότρες (Κάτω Σκοτίνα) (όπως και του Αγίου Αθανασίου «σ’ ν’ απαλνή Σκοτίνα») μας κάνει να αναρωτιόμαστε  τι πνευματικά αναστήματα περπάτησαν τα χώματα αυτά στα χρόνια του 17ου αιώνα. Μένουμε έκθαμβοι ατενίζοντας την καλλιτεχνική τους αξία, απορούμε και θαυμάζουμε το μεγαλείο.
          Η εκκλησία είναι κτισμένη σε πλάτωμα στο βδ τμήμα της Κάτω Σκοτίνας (υψόμετρο 200 μ). Εκεί τοποθετείται παλιό χωριό με το όνομα «Κότρες». Είναι αφιερωμένη στο Χριστό. Ζωγράφος που ανέλαβε την τοιχογράφία ήταν  εμπνευσμένος από την παράδοση του 16ου αιώνα.  Η ανακαίνιση της στέγης έγινε στη δεκαετία του 1980 με τη συνδρομή ομογενών Αμερικής (βλέπε ανάρτηση της ιστοσελίδας μου 25.2.14). Το εκκλησιαστικό συμβούλιο αποτελούσαν οι: Παπά Γιάννης Σκρέτας, Ιωάννης  Καλαμάρας, Δημήτριος Βαγγελάκος, Δημήτριος Οικονόμου, Νικόλαος  Αγγέλης (Πράξη 29/15.1.1990). Πανηγυρίζει κατά τη γιορτή της Ανάληψης.
         

      Καλύτερα πληροφοριακά στοιχεία για το θέμα αντλούμε από: α) την προσωπική εμπειρία, β) τους κατοίκους του χωριού και γ)  τις παρακάτω πηγές:
  
1. οδοιπορικό Μαριάνας Κορομηλά. Η Μαριάννα Κορομηλά με το        συνεργείο της ΕΡΤ ήρθε στη Σκοτίνα (7ο μέρος οδοιπορικού στην Πιερία, δεκαετία του ’90;) και περιγράφει θαυμάσια τις εντυπώσεις της για το «Χριστό».

       «Κατευθυνόμαστε σε μια συστάδα δέντρων, σ’ ένα πλάτωμα σαν μεγάλο αλώνι. Αντικρίζουμε το «Χριστό». Μόνο φτάνοντας κοντά βλέπεις την καμάρα του ιερού, που μοιάζει για αποθήκη. Οι άγιοι μας κοιτούν από παντού. Οι τοίχοι της μονόχωρης εκκλησιάς είναι καλυμμένοι με τοιχογραφίες του 1627 που έγιναν με γρήγορο και σίγουρο χέρι. Το έργο έγινε από λαϊκό ζωγράφο. Μπαίνουμε στο ιερό. Εδώ οι τοιχογραφίες είναι παλιότερες από αυτές του κυρίως ναού και πολύ καλύτερης τέχνης, μας εξηγεί ο επιμελητής βυζαντινών αρχαιοτήτων Θανάσης Παπαζώτος που εντόπισε φέτος την εκκλησία του «Χριστού». «Ανηγέρθη και ανιστορήθη ο πάνσεπτος ναός του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών δι εξόδων και συνδρομής Δημητρίου ιερέως επί έτους 1618» σημειώνει η επιγραφή. Ο καλλιτέχνης που ανέλαβε την τοιχογράφηση ήταν πραγματικά εμπνευσμένος και βρισκόταν ακόμα μέσα στη ζωγραφική παράδοση του 16ου αιώνα».

2. εργασία ομάδας μαθητών. Σχετική αξιόλογη εργασία έγινε από  ομάδα μαθητών του Ελληνικού και Γερμανικού τμήματος της σχολής Θεσσαλονίκης στα πλαίσια «ημερών Projekt” με κύριο θέμα «το μέλλον». Ένα από τα θέματα των Projekttage ήταν: «Η αναστήλωση των βυζαντινών εκκλησιών». Αντιγράφουμε από εργασία σε φωτοτυπία που έχουμε στα χέρια μας σχετικό απόσπασμα:

          «Την επιμέλεια της ομάδας, η οποία αριθμούσε 8 μαθητές είχαν η κ. Μίχαλου μαζί με τους αρχαιολόγους κ. Δήμητρα Ζωϊδου και κ. Γιώργο Κωνσταντινίδη.     Τη δεύτερη μέρα επισκεφτήκαμε μία εκκλησία η οποία ονομάζεται «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΙΣ ΚΟΤΡΕΣ», που βρίσκεται στη Σκοτίνα του νομού Πιερίας. Η εκκλησία αυτή (περίπου 12Χ8 τ.μ.) κτίστηκε και ζωγραφίστηκε στο διάστημα από 1627-1635, όπως φαίνεται από δυο επιγραφές στο εσωτερικό. Οι τοιχογραφίες των εσωτερικών τοίχων είναι χωρισμένες σε τρεις ζώνες. Κάτω βρίσκεται μία σειρά από αγίους, οι οποίοι απεικονίζονται σε όρθια στάση, στην επόμενη ζώνη βλέπουμε πορτρέτα αγίων και στις δύο ανώτερες σειρές σκηνές από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Η επιγραφή στον κυρίως ναό ,ΖΡΛΕ (7135 μείον 5508-χρονολογία από κτίσεως κόσμου=1627). Η άλλη επιγραφή στο ιερό βήμα, προγενέστερη, δηλώνει πως, άλλος ναός, παλιότερος προϋπήρχε στην περιοχή αυτή, γεγονός που λέει ότι εκεί ζούσαν κάτοικοι κάποιου άλλου χωριού».

          Για την ύπαρξη παλιού χωριού επιβεβαιώνουν α) τα «παλιοντούβαρα» στις Κότρες και β) οι τάφοι και οστά που είναι διάσπαρτα στην όλη περιοχή. Κατά την παράδοση οι κάτοικοι του χωριού ήρθαν σε ρήξη με τους κατοίκους του χωριού "Αγία Παρασκευή". Η μάχη έγινε ανάμεσα στα δυο χωριά και τα κορμιά τους θάφτηκαν στην τοποθεσία που λέγεται "Μνημόργια" (βλέπε επεγηγηματικά).
   ----------
   ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ
  
Ασπρόια (τα), τοπωνύμια στην Άνω και Κάτω Σκοτίνα, κοντά στη Στρογγλή και Κότρες .
Γκαρουφλάς, αναβρικό πιο πάνω από την Πέτρα Κουκουλιάρα. 
Ντραγασιά ή Ντραγασιά (η), τοπων. κοντά στις Κότρες της Σκοτίνας, "Θέση αγροφύλακα απ' όπου παρακολουθεί τα καλλιεργημένα κτήματα της ευθύνης του" (Ελευθέριος Ε. Λάλος, Κρανιά Ελασσόνας", 1985). Πράγματι, ο τόπος είναι ωραίο καραούλι, όπου ο δραγάτης (τα παλιά χρόνια) είχε τσαρδάκι με φτέρη σε δέντρο για να παρακολουθεί τ' αμπέλια (ντραγάτς).
Κότρες (οι), τοπων. βδ της κ. Σκοτίνας, όπου σώζεται και η εκκλησιά "Χριστός" Η παράδοση λέει, πως υπήρχε χωριό "Κότρες". Τα σωζόμενα παλιοντούβαρα μαρτυρούν του λόγου το αληθές.. Η ονομασία Κότρες ίσως από το κόντρες=εμπόδια, πέτρες που συναντάει το υνί κατά το όργωμα (;).Στο παραπάνω σχεδιάγραμμα τονίζονται οι βασικές τοποθεσίας που περιβάλλουν τις Κότρες.
Μπουϊάλα (η), τοπων. λάκκα πάνω από τα Μνημόργια.
Μνημόρια (τα), τοπων. βδ. της Κάτω Σκοτίνας, ανεβαίνοντας από Βασίλα προς Χριστό.  Η ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι εκεί βρέθηκαν μνήματα (λατ. memorium). Άλλη εκδοχή: τα μνήματα αυτά ήταν τα όρια των χωριών Κότρις και Αγ. Παρασκευή (μνήματα-όρια), αλ. λιμόρια=μνήματα (χρονικά Χαλκιδικής). 
Μπαρτζόη (η), τοπων. βδ. της Κάτω Σκοτίνας, από το σπάρτζα=σπάρτα (ο τόπος έχει πολλά σπάρτα).
Πέτρα Κουκουλιάρα, τοπωνύμιο στα νδ του «Χριστού». Προφανώς η ονομασία από το κτήμα του Κουκουλιάρα.
Σμούλια (τα), τοπων. στο σταυροδρόμι "Τσιαπάρ' προς την τοποθεσία Ντούκ' Αλμάκια.
----------
Αναμνήσεις: Από τα παιδικά μου χρόνια αναφέρω δυο περιστατικά:
1. στον Εμφύλιο στη θέση «Δραγασιά» σκοτώθηκε ο Θεοχάρης Ν. Δάμπλια. Κυκλοφορεί η άποψη ότι τον «φάγανε» οι ίδιοι οι συγχωριανοί.
2. στην αύτή τοποθεσία λύκος πάλευε με τη γίδα του Θανάση Καλαμάρα-Καϊάκα. Εμείς τα τσοπανόπουλα παρακολουθούσαμε το θέαμα από τον «Χριστό» (1946). Εκεί, κάτω από τα πανύψηλα δέντρα (βελανιδιές) σταλίζαμε τα γίδια.

ΕΙΚΟΝΕΣ
    
                            Εκκλησιαζόμενοι παρακολουθούν με κατάνυξη τη Θεία
                       Λειτουργία. Στα   πλαϊνά διακρίνονται οι αξιόλογες αγιογραφίες.




Η φωτογραφία είναι βγαλμένη από τη θέση "Μνημόρια".
 Το οροπέδιο είναι οιΚότρες και στα δεξιά τα Ασπτόια. 
Στο βάθος φαντάζει η κορυφή της Δουργιανής. 

Έργο των ομογενών Αμερικής  


Γιώργος Θ. Γκάρας και στα αριστερά του ο φίλος 
και προσκυνητής από την Ιταλία

Σε πρώτο πλάνο ο Θανάσης Κοτσιβός, 
στα δεξιά του ο ψάλτης Πρόδρομος

 Ο Θωμάς Χρ. Μάνος με την θεία του Διαμάντω

 Η νεωκόρος Σοφία σε προετοιμασίες

Στη σειρά για το αντίδωρο

 Μετά το αντίδωρο ακολουθεί "κέρασμα"

 Στον Νάρθηκα προσφέρουν "κέρασμα"

 Το ζεύγος Γιάννη και Αλεξάνδρας Πινακά

Ο Γιώργος Πλεξίδας μπροστά στον Νάρθηκα
   
Ανάβουν κερί στον Χριςτό προςκυνητές στον "Χριστό" 

 
Η εκκλησιά "απόλκι", ο κόσμος αναχωρεί. Στη φωτογραφία 
η Αθηνά Πλεξίδα-Μάνου και η Μαρία Μητσιάνη-Μήτσιου

Τα ρέματα που συναντάμε από Μνημόρια μέχρι "Χριστό"