Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

έθιμα: Παντρολογήματα στη Σκοτίνα





Αθηνά Πλεξίδα-Μάνου

            Η παράθεση της συνέντευξης που ακολουθεί αποβλέπει σε δυο, κυρίως, σκοπούς. Αφενός να θυμηθούμε τον παλιό τρόπο διαδικασίας της γαμήλιας τελετής στο χωριό και αφετέρου να δούμε το γλαφυρό ύφος της ντοπιολαλιάς της περιοχής. Εκφράζω ευχαριστίες στην Αθηνά Πλεξίδα, σύζυγο (χήρα ήδη από το 2013) του αλησμόνητου φίλου μου Χρήστου Μάνου*  για τη συνέντευξη που μου παραχώρησε το καλοκαίρι του 2002. Η κουβέντα μας έγινε στο θερινό σπίτι της, στα Μανέικα. Δηλαδή τον επάνω μαχαλά (δυτικά) της Κάτω Σκοτίνας. Συγκεκριμένα στη βουνοπλαγιά «Λάκκα Γίδα» και πλάι στο λάκκο του Μαρνέλα. Στη συνέντευξη μετέχει και η σύζυγός μου Δήμητρα.

Η Αθηνά αφηγείται:

1. προξενιό -Πότε αρραβωνιάστηκες και ποιον;
            -Του Χρήστου, του '57 (1957). Ήμαν 18 χρονών. Πού ανταμώνουσαν μι γαμπρό. Ιγώ
αρραβουνιαζμέν' ένα χρόνου, δε ντουν είδα.
Δήμητρα: Πώς τον έβλεπες τον κ. Χρήστο;
            -Τίπουτις, πουθινά. Έρχουνταν στου σπίτ', αλλά ούτι να τουν ξιπρουβουδήσου.
Δήμητρα: Ούτε να του πιάσεις το χέρι;
            -Α, που χέρ', τίπουτις, τίπουτις.
            -Καθόλου;
            -Τίπουτις.
            Γιάννης: Έτσι, ε;
            -Α κι συ. Πού. Να βγείς έξου κι να μιλήσ'; Απού μπόρτα τ' λάμπα. Τ' λάμπα, τ' χειρόλαμπα απού μέσα μπόρτα κι έφυγνι αυτός κι η μάνα μ' απού κουντά.
            -Προξενιά ήταν;
            -Σχεδόν προξενιά.
            -Ποιος έκανε την προξενιά.

       -Η Καλή ντ Γιάν' τ' Μητού (γυναίκα του Γιάννη Μητού). Φύτιβάμι στα χουράφια κι έφκιαχνάμι τ' αυλάκια. Κάτου ζ ντ Γραμμή, στου Ξηρουκάμ'. Έβαζάμι καπνά κι προυστά ιμείς μι Γκαλή, 'που πίσου οι μάνις μας. Ικεί που έφκιαχνάμι τ' αυλάκ', μι λέ' -αυτή ήταν αρραβουνιαζμέν' στου Γιάν' του Μητό- «Αθηνά, θα σι κάνου προυξινιά». «Σι ποιον», τ' λέου. «Στου Χρήστου, τουν αξάδιρφου μ', τς θειάς τς Θώμινας, απάν. Ιιι, Πουλύ καλό πιδί κι αυτές δε δουλεύν πουθινά. Δε δουλεύν, κάθουντι. Κάθουντι, κι του ντινικέ ( το δοχείο με το τυρί) του τυρί σ' ν' άκρια, του ντινικέ του λάδ' σ' ν' άκρια. Απ' όλα έγν, τα καλά όλα. Δουλειά δε μπααίν πουθινά αυτές οι νύφις (οι νύφες απαλλαγμένες από δουλειά). Δε θα δουλέψ πουθινά. Έχν τη δουλειά, δουλεύν οι άντρ' κι οι γναίκις κάθουντι» (γέλια από Δήμητρα και λοιπούς).
            Κι γώ λέου (είχα απορία), ποιος να είνι κι ποιος να είνι!
            -Ένας, λέ', φαλακρός κόκκινους.
            -Πού, 'που πού, πιρνάει 'π' του σπίτι μ';
            -Πιρνάει. Κι σ' ν' ικκλησία κι έξου στα καφινεία. 'Που δώια θα πιράσ'. Γιατί είνι τα καφινεία ζ μπλατέα. Απού δω πιρνάει (η πλατεία είναι κοντά, το Κοτσέκι).
            Πώς να τουν ιδώ; Πώς να τουν ιδώ ιγώ; Πού να φλάξου (πού να παραμονεύσω) να τουν ιδώ. Στου μπαλκόν' κοιτούσα, δε ντουν ήβλιπα. Δε ντουν ήβλιπα. Μιτά δούλιβι ικεί στου Γρηγόρ' του Χριστινόπλου. Έφκιαχναν αυτό του μαγαζί που 'χι ι Γρηγόρς του πρώτου.
            -Τι δουλειά έκαναν;
     -Κτίστηδες. Κι να έχν τς φανέλλις απλουμένις έξου, Γιάν', ίδρουσαν κι τς είχαν απλουμένις τς φανέλλις έξου στ' αυτό…
            -Πού;
        -Σ' τς φράχτδις, παναθέ στα τσάκνα ((στους φράχτες, πάνω στο σωρό από τσάκνα). Ίδρουσαν κι τς είχαν έξου. Ιγώ δε μπέρασα. Κοίταζα.
            -Τι καιρός ήταν;
            -Καλουκαίρ', Ιούνιους ήταν, Ιούλιους. Κι έβγαζα λίγου του κιφάλ' απ' του μπαλκόν' να τουν ιδώ, αλλά φουβούμαν να μη μι δουν κι οι άλλ' κι …οπ, τρύπουνα μέσα. Γιατί του σπίτι μ' ήταν απέναντι**. Κι γω άντι πάλι, έβγαζα λίγου του κιφάλ' να τουν ιδώ ποιος είνι. Ντιπ, δε μπουρούσις να τουν ιδείς.
----------
* η παρούσα δημοσίευση αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής στους αείμνηστους συμπατριώτες Χρήστο Μάνο και Θεοχάρη Μητό (1932-1982). Στον Εμφύλιο ήμουνα ο μικρότερος της τριάδας τσοπανόπουλων στις πλαγιές του Κάτω Ολύμπου. Οι δυο πρώτοι ξέρανε γράμματα και προσφέρθηκαν να μάθουν και μένα τα στοιχειώδη (αριθμητική και ανάγνωση). Τους ευγνωμονώ.
** το μαγαζί του Γρηγόρη Χριστινόπουλου βρίσκεται στη γωνία της διασταύρωσης των δρόμων κεντρικού από Βασίλα προς Αγιώργη και του δρόμου που οδηγεί από Κοτσέκι προς τα Πλατάνια, νεκροταφεία. Απέναντι από τον Χριστινόπουλο είναι τα Πλεξιδάτκα, άρα και της Αθηνάς. Από το μπαλκόνι της η Αθηνά δυσκολεύονταν να διακρίνει το πρόσωπο του Χρήστου «ντιπ να τουν δεις).

2. αρχή γνωριμίας. Μια μέρα τουν βρήκα στου δρόμου. Έβγηνα ζ τζ Γιργούλινας τη βρύσ' * να πάρου νιρό. Τουν βρήκα ικει. "Καλημέρα" μ' είπι. Πού ιγώ. Ούτι "καλημέρα" ούτι τίπουτα. Άφαντ'.
            -Σου είπε "καλημέρα" εκείνος.
            -Μ' είπι "καλημέρα".
            -Γιατί δεν είπες και συ;
            -Ξέρου 'γώ; Έτσ' ήταν (τέτοια η πρέπουσα συμπεριφορά).
            -Δεν ήταν κακό να πεις "καλημέρα".
            -Δεν ήταν κακό, αλλά μπουρούσις να πεις "καλημέρα"; Δε μπουρούσις. Τίπουτις.
            -Αυτός πού πήγαινε, τι ώρα ήταν;
            -Πρωινές ώρις, θα πήγηνι στου καφινείου. Μια μέρα, του χειμώνα, χιόνισι. Έφκιαναν τα πιδιά χιουνάνθρουπου.
            -Σε ποιο μέρος.
-Στου μπαλκόν πάνου. Κι πιρνάει ι Χρήστους κι φώναζαν: "Ω μπάρμπα, ω μπάρμπα", ι Γληγόρς μι του Γιώργου (αδέρφια της Αθηνάς). "Κοίτα τι φκιάνουμι ιμείς".
            -Μη τουν φουνάζιτι "μπάρμπα" **, βγήκα κι γω στου μπαλκόν να τουν ιδώ, είνι ιλεύθιρους, είνι πιδί.
            -Λοιπόν;
----------
* η βρύση της Γιργούλινας βρισκότανε στη γειτονιά, όπου σήμερα ο φούρνος του Δάμπλια.
** ο όρος «μπάρμπας» που απευθύνεται σε νεαρό πρόσωπο, ακούγεται άπρεπα, γι’ αυτό και η διόρθωση από την Αθηνά. Σου λέει, ο Χρήστος είναι ανύπαντρος, ελεύθερος («ιλεύθιρους»).

3. καμώματα -Μιτά απού κιρόν ήρθι μι ζήτηξι. Έστειλαν τ' Μαρία ντ Γιργουλού τ' απόγιμα στου σπίτ' κάτ' (κάτω στο κέντρο, στο Κοτσέκι).
            -Μόνη της ήρθε;
            -Μόνη της ήρθι, μι ζήτηξι, είπαμι "όχ'".
Δήμητρα: Γιατί είπατε "όχι".
            Γιάννης: Τι σου είπε η Μαρία η Γιργουλού.
            -Ε, είπι τ' μάνα μ' "αυτό κι αυτό, μ' έστειλι η Ουρανία Μάνινα να πω για του Χρήστου για ν' Αθηνά".
            -Μπα, λέ' η μάνα. Δε ντου δίνου του κουρίτσ'. Μακριά * είνι κι αυτός είνι μιγάλους.
            Μι πιρνάει ιννιά χρόνια ι Χρήστους.
            -Δε ντου δίνου, λέ η μάνα.
            Πέρασι κιρός κι μιτά ήρθι η πιθιρά μ'. Πάλι ήρθι. Η μάνα μ' είπι:
            -Πού ξέρου, θειά Θώμινα, είνι μικρό του κουρίτσ'. Δεν είνι ι Χρήστους για ν' Αθηνά.
            -Εσύ τι ηλικία είχες τότε;
            -Ε, τι ήμαν; Δικάξ’ χρονού. Κι λέ' η μάνα μ':
            -Όχ', ας βρει να πάρ' (ας ψάξει αλλού).
            Άι, πάλι ταίριασι, βρίσκ’ ι Μήτσιους (αδερφός, ανταμώνει το Χρήστο) όξου στα καφινεία:
            -Μήτσιου, ζήτηξα ν' αδιρφή σ' κι δεν είπιτι τίπουτας. Ούτι του "ναι", ούτι του "όχ'". Θα μι ντ δώστι; Αλλιώς θα πάρου…(θα φροντίσω για αλλού).  Είπι "ιγώ θα αρραβουνιαστώ". «Δε γξέρου, λέ' ι Μητσιους, δε μ' είπαν ιμένα τίπουτις».
            Έρχιτι η Μήτσιους στου σπίτ', λέ' τ' μάνα "αυτό κι αυτό, ζήτηξι η Χρήστους ι Μάνους την Αθηνά κι δε ντ δίντζ (δεν τη δίνεις);
            -Αρά, πιδί μ', ας πάρ' άλλου κανένα. Κι μιγάλους είνι κι μακριά είνι. Ξέρς πού θα ν' έχιτι; Στ' Λάκκα ντ Γίδα ** θα ν' έχιτι. Μακριά.
            -Μάνα, δώστην, γιατί ιμείς δουλειά δεν έχουμι, βλεπς. Μια ιδώ, μια ικεί τρέχουμι. Να βρεις ένα μιρουκάματου. Αυτοί, λίγου πουλύ, έγν, κτίστηδις είνι, έχουν ένα μιρουκάματου στα χέργια. Θα έχν' του ψουμί τς μέσ' στου σπίτ'. Δώστην.
            Ιτότι, ύστιρα, η μάνα μ', βρήκι μπιθιρά μ' σ' ν' ικκλησία κι τ' λέ': «Έλα, τχιά Θώμινα, στου σπίτ' λίγου».
            Πέρασι η πιθιρά μ', ν' έδουσι του λόγου. "Θα σι ντ δώσου, αφού επιμέν' κι τα πιδιά" (θα σου τη δώσω, αφού επιμένουν και τα παιδιά).
            Μιτά απού καναδυό μέρις πέρασαν. Ήρθι Γκυριακή ι γαμπρός. Ήρθι στου σπίτ', του κάτ' του σπίτ' (στο σπίτι το άλλο, που είναι στο Κοτσέκι κάτω.
            -Σε ποιον οντά.
            -Προυσήλιου. Στουν ουντά του μπρουσήλιου (στο προσήλιο δωμάτιο).
            -Ήξερες εσύ ότι θα 'ρθεί.
            -Δεν ήξιρα. Ήρθι μι του Μήτσιου απ' όξου (όπως ήταν μαζί στο καφενείο). Ιμείς ούτι να μιλήσουμι. Ούτι να πουν "τουν θέλς, δε ντουν θέλς, θα του μπαρς;" Τίπουτις.
            -Ποιος έδωσε το λόγο.
            -Οι μάνις (οι μάνες).
            -Εσύ τι έκανες εκείνη την ώρα;
            -Τίπουτα. Δεν ήμαν μπρουστά.
            -Πού ήσουνα εσύ.
            -Στου άλλου του δουμάτιου, να κάνου καφέ, να κάνου…
            -Δεν άκουγες τι λέγανε;
            -Άκουγα, αφκριούμαν (έβαζα αυτί).
-Τι άκουγες;
 -Άκουγα που ήλιγαν "θα στου δώσου τχιά Θώμινα, θα στου δώσου, αφού επιμέν' κι τα πιδιά. Θα στου δώσου. Είνι λίγου μιγάλους για ν' Αθηνά, αλλά…".
            -Μπά, λέ' η πιθιρά μ', αφού έχς κουρίτσ'.
Ήταν η Καλούδα ελεύθιρη. Πάντριψι του κουρίτσ' κι μιτά ***.
            -Εσύ, ακούγοντας αυτά, τι έλεγες μέσα σου;
            -Ήλιγα "δε θα του μπάρου". Μέσα μου ήλιγα "όχ'". Δεν ήθιλα, ήμαν μικρή.
            -Όταν βγήκες να τους κεράσεις;
            -Κέρασα πρώτα μπιθιρά μ'. Ύστιρα τζ γιαγιές. Ήταν η γιαγιά η Βαγγιλάκινα, η γιαγιά η Βαγγιλιώ η Αγγέλινα, η τχιά Γληγόρινα Μπιλιάγκινα. Τς κέρασα, μ' είπαν "καλή τύχ'", έφυγα ιγώ πάλι, πήγα ζ γκουζίνα. Δε μπάηνα μέσα, αντρέπουμαν.
----------
* ο Χρήστος κατοικεί στη γειτονιά «Μανέικα», που για το χωριό θεωρείται μακριά.
** τοπωνύμιο στα δυτικά της Κάτω Σκοτίνας. Κατά την παράδοση στα παλιά χρόνια εκεί υπήρχε χωριό. Ο Μιχάλης Γ. Ζιώγας-Ντουραλής υποστηρίζει (συνέντευξη 1999) ότι η ονομασία οφείλεται σε κάποιον από τον Γιδά Βεροίας που ήρθε και κατοίκησε στο χώρο αυτό. Κοντά στη Λάκκα Γίδα κατοικούν οι Μαναίοι και Μαρνελάδες.
*** συνήθως για παντρειά προηγούνται τα κορίτσια από τα αγόρια, ανεξαρτήτως ηλικίας.

4. ο "Λόγος". Μιτά που έφυγαν οι γιαγιές μι λέ' η μάνα μ': "Αυτό κι αυτό, Αθηνά, έδουσα λόγουν, τι λες κι συ";
-Δε τουν θέλου, δε ντου μπαίρου.
            -Τώρα ιγώ έδουσα του λόγου, δεν έχς να πεις τίπουτα.
            -Όχ', δε ντου μπαίρου. Ό, τ' θα πει ι Μήτσιους κι ι Νίκους; Δε ντου μπαίρου.
            -Θα του μπάρς. Αφού θέλν κι τ' αδέρφια σ', θα του μπάρς.
            -Τελικά, πότε ξαναεμφανίστηκαν στο σπίτι.
            -Ήρθι ι Χρήστους Γκυριακή μι του Μήτσιου κι μι του Νίκου. Ήρθαν, τς κέρασα. Πρώτα κέρασα του γαμπρό. Ιγώ έμεινα σι άλλου δουμάτιου. Τς κέρασα γλυκό του κουταλιού. Κυδών' είχαμι. Κυδών' τριφτό. Κέρασα κι ένα ρακί, λίγου μιζέ, έβαλαν ικεί σ' ένα τραπιζούλ'. Θυμάμι που έβρασα καναδυό αβγά κι λίγου τυρί.
            -Πάλι έφυγες εσύ.

Χρήστος Μάνος
            -Πάλι άφαντη.
            -Τι συζητούσαν αυτοί;
            -Δεν ήλιγαν για μένα. Ιγώ αφκριούμαν.
            -Όταν έφυγε ο Χρήστος σε αποχαιρέτησε;
       -Όχ'. Δε βγήκα. Δε βγήκα καθόλου. Τς είπι "καληνύχτα σας" τους άλλους κι γω κρυμμέν'.
            -Μετά;
            -Ν' άλλ' Γκυριακή πέρασι η πιθιρά μ' απ' του σπίτ' κι ρώτσι αν είνι σίγουρα. Για να πεί κι αυτή στα πιδιά τς. "Σίγουρα", λέ' η μάνα μ'.
             -Εσύ δεν είπες τίποτα στην πεθερά σου;
            -Τίπουτα. ό, τ' ήλιγι η μάνα μ'.
            -Όταν έφυγε η πεθερά σου εσύ τι έκανες;
            -Μας απουχιρέτσι κι ΄γώ γξιπρουβότσα (μας αποχαιρέτησε κι εγώ την ξεπροβόδισα) κι ντ φίλσα του χέρ'. Έσκυψα κι ντ φίλσα του χέρ'.

5. αρραβώνας -Μετά το "λόγο" πότε ήρθε στο σπίτι ο Χρήστος.
            -Πάλι μι του Μήτσιου ήρθι. Ν' άλλ' Γκυριακή.
Δήμητρα: Εσύ πάλι κρυμμένη ήσουνα; Πόσον καιρό ήσασταν αρραβωνιασμένοι;
            -Ένα χρόνου αρραβουνιαζμέν' ούτι χέρ' ούτι πόδ', που λεν να σι πχιάσ', ούτι να τουν πχιάσ'.
            -Σκεφτόσουνα καμιά φορά αν με αυτόν τον άνθρωπο θα ταιριάζατε;
          -Σκιφτόμαν. Ήλιγα "άραγις θα πιράσουμι καλά, θα κάνουμι, τώρα αυτός, ούτι τουν ξερς, ένας ξένους άνθρουπους, δεν ήταν κι γνουστός".
            -Στους αρραβώνες;
            -Ήρθι ι Μανόλς, ι Μήτσιους μι ντ γιαγιά. Ήρθαν η πιθιρά μ', ι Στέργιους η Κούλα, η Λέγκου, ι Μανόλς, ι Χρήστους, ήρθαν όλ'. Ήρθαν σι μας κατά η ώρα δέκα του βράδ'. Μέσ' στα μπιλμπίδια * έβαλάμι τζ βέρις, μέσ' στου ρύζ' ικεί κι τς φόρισάμι ου καθένας. Αυτό ήταν.
-Φιλί όχι;
            -Φιλί κι σύ. Πού φάγκι του φιλί. 
----------
* μπιλμπίδ' (του), στραγάλι, πληθ. μπιλμπίδια, "μπέρασα μι μπιλμπίδια" (πέρασα τη μέρα τρώγοντας στραγάλια), αλ, μπιπμλιά και μπιμπίλια. Στα Πιέρια ακούγεται η φράση  «μπιλμπίδ του μάτ’ έχ’» για άνθρωπο έξυπνο. Στους Αρραβώνες οι βέρες ανακατεύονται με μπιλπίδια και διάφορα ζαχαρωτά.

6. ο Γάμος -Ο γάμος;
            -Έγινι ιδώ στουν Αγιώρ'. Μας στιφάνουσι η Ρέπανους (Κώστας) απ΄ του Νιζιρό (Καλλιπεύκη). Τουν γνώρζι ι Χρήστους. Καβάλα στ' άλουγου. Γαμπρός κι νύφ'. ΄Ηρθι ι γαμπρός απού παν (από τα Μανέικα) μι τ' άλουγου κι πήραν κι μένα. Είχι σιντόν' άσπρου. Άσπρου άλουγου. Ντ μπάρμπα Μήτσιου ντ Ντουραλή (Ζιώγα). Δυο άλουγα. Μ' έδουσαν τρία μήλα να πιτάξου. Πέταξα κι απ' του παράθυρου ένα μήλου κι ένα ρόιδου. Ανέφκα στ' άλουγου, πήγαμι στουν Αγιώρ', μ' έδουσαν ένα μήλου, ένα ρόιδου κι ένα πουρτουκάλ' να τα πιτάξου. Να προυσκυνάς, προυσκύνμα κι να του πιτά 'ιζ. "Ανέβα μήλο…" *. Τα πέταξα κι τα τρία κι τα έπχιασαν.
            -Μετά;
   

         -Μιτά κατέφκα απ’ του άλουγου, μας πήρι ι παπά Γιάντζ μέσα, μας στιφάνουσι. Βγήκαμι ζ μπλατέα, χόριψάμι. Χόριψάμι ωραία. Η κουμπάρους μας είχι χουρό αλλού τζ γυναίκις, αλλού τς άντρ'. Πιρνούσι μπρουστά η νύφ' ζ τζ γναίκις. Η γαμπρός πιρνούσι μπρουστά σ' τς άντρ'. Μιτά βγήκαμε ζ ντ Βασίλα. Χουρέψαμι κι ζ ντ Βασίλα. Κι ήρθαμι ιδώ στου σπίτ. Ξημιρώσαμι όλ' τη νύχτα. Ώς του προυΐ είχαμι γλέντ, (τρικούβερτο γλέντι) του γάμου.
----------  
* Τραγούδι του γάμου.  Η νύφη στέκεται έξω από την εκκλησία και προσκυνάει τρεις φορές με βλέμμα προς την εκκλησία. Ο κόσμος τραγουδάει:

«ανέβα μήλο, κατέβα ρόιδο,
δεν ανιβαίνου, τάγμα (τάμα) γυρεύου,
απ’ τη μπιθιρά μου
κια π’ του μπιθιρό μου».

(λεπτομέρειες για το Γάμο, βλ. Ιω. Α. Καλιαμπού, λαϊκή παράδοση στον Κάτω Όλυμπο, η ΣΚΟΤΙΝΑ, Κώδικας Θεσσαλονίκη 2007). 




Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

εκκλησίες: Αγία Τριάδα



 Η Αγία Τριάδα (φωτογραφία 03.05.2010).

Μονόκλιτη Εκκλησιά προς το μύλο  του Συντριβάνη (υψόμετρο 100 μ). Εξυπηρετεί, κυρίως, τους κατοίκους της συνοικίας «Γαβριά». Πανηγυρίζει κανονικά τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Επί παπά Γιάννη Σκρέτα (†2008) έγινε μια μικρή επέκταση. Ο ίδιος στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000 μας αφηγείται: «απλώς βάλαμε ταβάνι και κάναμε λίγη επέκταση σα νάρθηκας». Κατά τον Διονύση Στύλο-Τσιακμάκη (Ιούλιος 1982) «έγινι συνοικισμός των Στυλαίων. Έφυγαν σ’ ν’ Αμιρική ένας φίλους μ’ δικόζ μ’ κι ι πατέραζ  μ’ κι ι Γιάντζ ι Κουκουλιάρας. Ήταν κι ένας Φατέκας, ι Γιάντζ σ ν’ Αμιρική κι ι Κώτσιους. Ενώ πάν σ’ ν’ Αμιρική για λίγουν κιρόν, έκαναν έρανουν ικεί κι έστειλαν χρήματα ιδώ κι έτσ’ έκτισαν αυτή τη μικρή εκκλησούλα, την Αγία Τριάδα» Ο επισκέπτης -προσκυνητής- πέρα από τη λατρευτική του διάθεση, απολαμβάνει το αξιοθέατο τοπίο της περιοχής. Νιώθει ευχάριστα, καθώς αντικρίζει διάπλατα τον κάμπο και την ομορφιά του Θερμαϊκού. 

η Αγία Τριάδα στην παλιά της μορφή

                                                   η νότια πλευρά της Αγίας τριάδα



 η νεωκόρος βαράει την καμπάνα. 
Ξεσηκώνει τον κόσμο για την εκκλησία




                                                         από τη θέση  "Κλήμα"-Τσαούση

 
"Σοφία, ορθοί"