Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Κατοχή: Γεώργιος Δ. Μιχαηλίδης


 
Στις 8 Νοεμβρίου 2011 ο Γιώργος Μιχαηλίδης (1919-2015) μου δίνει συνέντευξη στο σπίτι του στη Θέρμη Θεσσαλονίκης. Όσα ακολουθούν αναφέρονται, κυρίως, στη στρατιωτική του σταδιοδρομία και ψαλτική τέχνη. 


1938 (18 Οκτωβρίου). Κατατάσσομαι στο Κέντρο Σέδες. Υπηρετώ  ως σμηνίτης για τρία χρόνια. Ειδικότητα οπλοπολυβολητής. Για 5 μήνες μου στείλανε στη Χαλκίδα στο 3ο σύνταγμα πεζικού. Η γέφυρα ήταν ανοιχτή και ο λοχαγός Βαρούτσος Αθανάσιος: «Μιχαηλίδη, γιατί δεν κάθεσαι προσοχή; 4 μέρες κράτηση». Μετά μου λέει: «Μιχαηλίδη, αν κάνεις καλή σκοποβολή, θα στη  χαρίσω». Και βγήκα 2ος εγώ και μου χάρισαν την ποινή.
 Από τη γέφυρα δεν περνούσε αυτοκίνητο. Πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν τέτοια νερά, όπως είναι η γέφυρα, από δω θάλασσα, από δω θάλασσα. Τελικά αρρώστησα από τα λαιμά και με πήγαν στο νοσοκομείο. Ο γιατρός μου είπε: «Τι δουλειά κάνεις»; «Γεωργός είμαι και ψάλτης». «Α, τότε σε χρειάζονται, δε θα τις βγάλεις τις αμυγδαλιές, βοηθάνε πάρα πολύ στη φωνή». Τέλειωσαν οι πέντε μήνες και μας έφεραν πίσω πάλι, εδώ στην Αεροπορία, στο Σέδες. Ήμασταν τρία σμήνη καταδιώξεως. Εγώ ήμουνα στη 19η Μοίρα, βζιτέλ, αεροπλάνα.

1940. Μετά 15 μέρες από τη μέρα που απολύθηκα, στις 15 Αυγούστου (1940)   το βράδυ έρχεται ο χωροφύλακας στο παλιό το σπίτι: «Το πρωί θα πας να παρουσιαστείς στην Αεροπορία. Αυτό κι αυτό κι αυτό. Έχουμε επιστράτευση». Πήγα εκεί, παρουσιάστηκα. Την ίδια βδομάδα μας σηκώνουν ξαφνικά, μας πήγαν στο πολιτικό αεροδρόμιο, στη Μίκρα. Στήσανε εκεί σκηνές, οπλοπολυβόλα, όλα έτοιμα, εν ώρα ετοιμασίας. Είχαμε και έναν από την Επανωμή. Αυτός ήταν σκοπός, εμείς κοιμόμασταν. Εκεί είχε πολλά βάτα και κουνιούνταν σαν άνθρωποι. Νόμιζε αυτός ότι περπατάει κάποιος. Και σκωθήκαμε απάν και πήγαμε εκεί με φωτοβολίδες για φως.
Μας έστειλαν πάλι στην Καβάλα, στο σμήνος μας.
-Πώς πήγατε εκεί;
-Με το τρένο. Κηρύχτηκε ο πόλεμος 28 Οκτωβρίου 1940. Και ερχόμαστε στη Θεσσαλονίκη. Μας πήγαν κατευθείαν στο Γιδά. Ύστερα μας παν στο αεροδρόμιο ανάμεσα Βέροια και Νάουσα. Και μετά χτυπήσαμε διάλυση.

1941. Οι Ιταλοί μπήκαν μέσα, Οι Γερμανοί μπήκαν μέσα. Κάναμε οπισθοχώρηση προς την Παλιά Ελλάδα.
-Με το τρένο;
-Όχι, με τα παλιφορτηγά αυτά. Οι Γερμανοί έρχονταν συνέχεια. Περάσαμε τη Λάρισα, φτάσαμε στη Λειβαδιά. Ήταν Μ. Εβδομάδα κι έψαλα εκεί πέρα. Κι είχα ένα βιβλίο που μάθαινα. Τελικά φτάσαμε στο Τατόι. Οι Γερμανοί ήρθαν και βομβάρδισαν το Τατόι. Και πώς μας ξεχώριζαν, από τις στολές, δεν ξέρω. Τους Έλληνες δε βομβάρδιζαν, βομβάρδιζαν τους Εγγλέζους. Ήμασταν στα χαρακώματα. Πέρασε το Πάσχα μαύρα κι άραχνα. Παραμονή τ’ Αγιουργιού μας λέν: «Άντε δρόμο τώρα, πάτε ο καθένας στα σπίτια σας, όπου θέλετε πάτε». 

Αθήνα. Πάμε για την Αθήνα με τα πόδια. Τώρα πού να πάμε! Ο καθένας πήγαινε στον προορισμό του. Άλλος για Αθήνα, άλλος για Πελοπόννησο, άλλος για Θεσσαλονίκη. Ο καθένας φρόντιζε πού να χωθεί για να γλιτώσει, γιατί την επαύριο θα ερχόταν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Και όπως μπήκαν. Εντωμεταξύ πήραμε τους σάκους και πήγαμε στο ξενοδοχείο για να μείνουμε εκεί πέρα. Κι εκεί που γυρνούσαμε και ψάχναμε, βγαίνει μια γυναίκα στο παράθυρο: «τι είναι  παλικάρια, τι θέλετε, παιδιά»; Ήμασταν με τη στολή: «Αυτό κι αυτό κι αυτό μας συμβαίνει». Λεφτά δεν είχαμε. «Αφήσαμε τους σάκους μας στο ξενοδοχείο για να δούμε τι θα γίνει. Να κρυφτούμε, γιατί αύριο έρχονται οι Γερμανοί». Εμείς είχαμε ένα φόβο να μη μας πάρουν αιχμαλώτους και μας βάλουν σε υπηρεσίες, δουλειές γερμανικές. Και μας λέει: «πού έχετε τα πράγματα»; «Αυτό κι αυτό». «Πάτε, φέρτε τα πράγματα αμέσως».
Πάμε, φέρνουμε τους σάκους. Ήταν ένα σπιτάκι μικρό και πάνω ήταν ένα δωμάτιο άδειο, σοφίτα. Ήταν δυο. Νύφη και κουνιάδα. Η νύφη ήταν από τον Πειραιά. Η άλλη έμενε στην Αθήνα γιατί η Αθήνα δε βομβαρδίζονταν. Το σπίτι της αλληνής το βομβάρδισαν στον Πειραιά. Μας κράτησαν εκεί πέρα. Το πρωί βγήκαμε να δούμε, απ’ έξω περνούσαν μοτοσικλέτες.
-Σε ποιο σημείο;
-Οδός Πειραιώς. Και πήγαν κατευθείαν στην Ακρόπολη. Αυτούς βλέπαμε. Κρυφτήκαμε.
-Εσύ ήσουνα με τον Μπουλιώνη;
-Χρήστος Μπουλιώνης. Και μας πήρε μια μέρα εμάς αυτή η γυναίκα που ήταν από τον Πειραιά, μας πήγε και μας έδειξε το σπίτι της βομβαρδισμένο. Φεύγοντας, όμως είχε ένα μεγάλο καράβι για την Κρήτη. Γεμάτο κόσμο. «Ν’ ανεβούμε;» «Ν’ ανεβήτε». Μας λέει η κοπέλα «μην ανεβαίνετε, βρε παιδιά, επικίνδυνο είναι». Εγώ ανέβηκα 2-3 σκαλιά και γύρισα πίσω. Λέει ο Μπουλιώνης: «Εγώ θα πάω». Γύρισα εγώ με τη γυναίκα και πήγαμε με τον Ηλεκτρικό να φτάσουμε στην Ομόνοια. Μετά ήρθε κι αυτός, μας πρόλαβε. Ήρθαμε στην Ομόνοια, ήρθαν τα στούκας πάλι, βομβαρδισμοί στον Πειραιά, σ’ αυτό το καράβι που έφυγε. Αλίμονο αν μέναμε εκεί. 

Επιστροφή. Μαθαίνουμε ότι ήταν ένα τρένο, απ’ αυτά τα φορτηγά, που κουβαλούσαν μουλάρια. Φώναζαν: «Ποιος είναι από Θεσσαλονίκη, ποιος από Πειραιά, ποιος από Πελοπόννησο». Εκεί που περπατούσαμε ψάχναμε να δούμε ποιο είναι το τρένο για τη Θήβα, γιατί μέχρι τη Θήβα πήγαινε. Οι γέφυρες ήταν χαλασμένες. Από απέναντι ακούω φωνές: «Γιώργο, Γιώργο, Γιώργο». Ήταν ο αδερφός μου, ο γαμπρός μου κι ένας γείτονας από δω πέρα. Πήγαμε, αγκαλιαστήκαμε.
-Αυτοί οι τρεις πού ήταν;
-Απάν στο τρένο: «ελάτε απάνω να μας πάει στη Θήβα».
-Αυτοί τι γύρευαν εκεί πέρα;
-Αυτοί, με την οπισθοχώρηση, γύριζαν από την Αλβανία και έψαχναν και αυτοί. Μέχρι την Αθήνα έφτασαν. Τρέχουμε να προλάβουμε. Παίρνουμε το σάκο. Η γυναίκα μας έλεγε: «Μη φεύγετε, κ. Γιώργο, εγώ θα σα βάλω και σε δουλειά, θα σας βάλω στο σπίτι». Ναι, αλλά εγώ ο πατέρας μου ήταν μόνος εδώ, πώς θα μείνω; Πώς θα με χάσουν; Έφυγα, δεν άκουσα.

Θήβα. Ανεβήκαμε στο φορτηγό τρένο, που βάζουν τα μουλάρια. Μέχρι τη Θήβα δεν έχει γέφυρες. Μας κατέβασαν εκεί. Από κει με τα πόδια. Ρωτούσαμε πού είναι για να κόβουμε δρόμο από τα μονοπάτια. Να μην πηγαίνουμε άσφαλτο, άσφαλτο. Μετά τη Θήβα περπατούσαμε την άκρη του δρόμου. Όπου είχε βουναλάκια, κάτι για να μπορούμε τα βράδια να κοιμηθούμε.
-Τελικά εσύ τι παρέα είχες;
-Αδερφό, γαμπρό Δημήτριο Αμουζίδη, Μπουλιώνη και Δημήτριο Παρλαπάνη, πέντε άτομα. Αφού φτάσαμε στη Θήβα, δεν είχαμε ψωμί. Πήγαμε σ’ ένα χωριό για ψωμί. Βρήκαμε μια γυναίκα να ξεφουρνίζει το ψωμί. Την παρακάλεσα: «Αυτό κι αυτό κι αυτό». «Από πού είστε», μας λέει. «Απ’ τη Θεσσαλονίκη». «Ρε, φύγετε από δω πέρα, εσείς μας προδώσατε». Μας έδιωξε. Εμείς προδώσαμε, γιατί είμαστε από τη Μακεδονία. Φύγαμε, πάμε παραπέρα, βρίσκουμε ένα άλλο χωριουδάκι, μικρό, πολύ μικρό, όπως είναι το Τριάδι για το Χορτιάτη, γεμάτο δέντρα. Σκωθήκαμε το πρωί, ξεκινήσαμε τον κατήφορο τώρα. Ίσια ο δρόμος για τη Λαμία. Φτάσαμε στη Λαμία όλ’ μαζί. Στη Λαμία να κόσμος. Στρατιώτες, άλλοι πήγαιναν, άλλοι έρχονταν. Μείναμε σε σχολεία, εκκλησίες δυο, τρία βράδια.

Θεσσαλία.  Ένα τρένο πάει για Λάρισα. Είχε πολλά βουνά, πολλά τούνελ. Με τρένο γεμάτο μέχρι απάνω. Γιάννη μου, ήταν απελπισία. Όταν φτάναμε στα τούνελ τα μεγάλα, ήταν ανήφορος, σταματούσε το τρένο. Με νερό ήταν, γαζολίνα το λεν, να φουσκώσει ο ατμός. Καπνούρα. Κι αυτοί απού ‘ταν απάνω στην ταράτσα του τρένου φώναζαν: «Αμάν σώστε μας». Θα πνίγονταν απ’ την καπνούρα. Λοιπόν, πέρασαν όλα τα βουνά, άρχισε ο κατήφορος. Φτάσαμε στα Φάρσαλα. Με τα πόδια πάλι φτάσαμε στη Λάρισα. Οι γέφυρες ανατιναγμένες. Φτάσαμε εκεί που είναι το εργοστάσιο ζάχαρης. Ξαπλώσαμε πάνω στη γραμμή του τρένου πέντε άτομα. Ήταν κι άλλοι εκεί πέρα και βγάλανε τα άρβυλα και, όταν σηκώθηκαν, δε βρήκαν άρβυλα να βάλουν. Τα κλέψανε. Μετά το εργοστάσιο φτάνουμε σ’ ένα χωριό, Μακρυχώρι. Εκεί πήγαμε να ψάξουμε ψωμί. Μαζί οι πέντε ψάχναμε ψωμί.
-Λεφτά;
-Τι λεφτά, τα πουλούσαμε ότ’ είχαμε στο σάκο, μόνο και μόνο να πάρουμε ψωμί. Δε βρήκαμε ψωμί, ψίχουλα, που λεν. Πέντε άτομα τι να φαν. Εντωμεταξύ, στενοχωρέθηκαν οι άλλ’, ο αδερφός μου, ξέρω γω τι, σηκώθηκαν να φύγουν. Για να φύγουν, όμως, ήταν ο Πηνειός. Πώς θα τον περνούσαν. Φτάσαμε στον Πηνειό, εκεί ήταν ένας που είχε βάρκα, του μπάρμπα Γιάννη. Τέτοιες ώρες μας περνούσε. Και μετά πήραμε το μονοπάτι για να βγούμε πέρα στον Όλυμπο. Πρωτύτερα μας βρίσκει ένας και μας λέει: «Πού πάτε, βρε παιδιά, ελάτε μαζί μου». Εκεί ήταν ένα χωριό Γόνους.
-Τι ώρα;
-Μόλις αρχίνησε να νυχτών’ και μας έβαλε σ’ ένα καφενείο Μεγάλο καφενείο, άδειο. Σόμπα μεγάλη, μούσκεμα ήμασταν. Βγήκαμε και πήραμε πουρνάρια για τη σόμπα και μας κυνήγησαν. Ο άνθρωπος μας έβαλε στη σόμπα. Στεγνώσαμε, ξημερωθήκαμε εκεί πέρα. Ένας φύλαγε για να μη μας κλέψουν. Το πρωί τον κατήφορο. Φτάνουμε στον κάμπο. Απ’ το μονοπάτι αυτό ανέβηκαν οι Γερμανοί. Στο Μακροχώρι ήταν συγκέντρωση των Εγγλέζων και τους βομβάρδισαν από κει πάνω. Τους πρόδωσε ένας Έλληνας. Αυτόν τον Έλληνα τον καθάρισαν. «Εσύ, λέ’, δε λυπήθηκες τους Έλληνες, θα λυπηθείς εμάς; Θα μας προδώσεις κι εμάς». Έφαγε το κεφάλι του.

Μακεδονία. Φτάσαμε στη Λεπτοκαρυά. Εκεί έβρεχε. Εκεί ήταν ένας αξιωματικός. Μόλις τον είδε ο γαμπρός μου είπε: «Αυτός ο αξιωματικός ήταν στη Αλβανία κι εγώ τους εξυπηρετούσα με καφέδες». Μας πήραν μέσα, μας στέγνωσαν τα ρούχα. Κοιμηθήκαμε λίγο. Εκεί είχε αχυρώνα. Από κει παίρνουμε το δρόμο με τα πόδια.
Μόλις φτάσαμε στην Κατερίνη, ήξερα εγώ ότι εκεί ο Καμπουρίδης ήταν εκεί. Η μάνα του κι ο πατέρας μου ήταν αδέρφια. Μόλις φτάσαμε στην Κατερίνη πάω και το βρίσκω το σπίτι. Βρίσκω την εξαδέρφη, έβαζε ένα ταψί ψωμί, ταψί για το σπίτι. «Βρε Γιώργο», …αξύριστος εγώ. «Αυτό κι αυτό κι αυτό συμβαίνει». Οι άλλοι μείνανε σ’ ένα εστιατόριο. Μας δώσανε ψωμί και πήραμε τα πόδια να φύγουμε. Φτάσαμε στο Αιγίνιο. Δεν πήγαμε μέσα στο χωριό. Βρήκαμε μια αχυρώνα, ξαπλώσαμε. Γιόμσαν ψείρα όλοι. Στην αχυρώνα μείναμε ένα βράδυ. Το πρωί πήραμε το δρόμο για Θεσσαλονίκη.
-Φαγητό;
-Το ψωμί που είχαμε από την Κατερίνη. Από κει φύγαμε και πήγαμε στη Χαλάστρα. Εκεί μείναμε ένα βράδυ Μας πήραν εκεί στο σχολείο, μας δώσανε κάτι ψιλά πράματα. Μας είπαν «θα πάτε στον Αξιό, ένα πιο στενό μέρος. Είναι ένας παππούς, έχει μια βάρκα και εξυπηρετεί τον κόσμο, τους περνάει». Πήγαμε τον βρήκαμε, μας πέρασε από κει μεριά. Δε θυμάμαι τι τον δώσαμε.
Με τα πόδια φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Μόλις είδαμε πως δε μας πειράζει κανένας, χώθκαμε μέσ’ στη Θεσσαλονίκη. Γιατί η γυναίκα που κοιμηθήκαμε τη βραδιά στον Πειραιά είχε μια θεία της εδώ. Ο άντρας της πίσω από το Μεντιτερανέ είχε εστιατόριο. Κι όταν έμαθε ότι θα πάμε για Θεσσαλονίκη μου έδωσε μια επιστολή να πάμε να πούμε τον άντρα της ότι είναι καλά η γυναίκα κλπ. Πήγαμε, τον βρήκαμε. Λέει: «Θα πεινάτε»! «Αν πεινάμε, λε’»!
-Φάγατε;
-Δυο, δυο μερίδες. Ο άλλος έφαγε τρεις μερίδες. Δωρεάν. Αφού φάγαμε, πάλι με τα πόδια, από το Μεντιτερανέ πήραμε το δρόμο της Γεωργικής σχολής και φτάσαμε στο χωριό.
----------
Στη μνήμη του αείμνηστου Γιώργου Μιχαηλίδη αφιερώνω τις παρακάτω σκέψεις: Στα τελευταία χρόνια της ζωής του «κλείστηκε» στο σπίτι κι εγώ του έκανα συντροφιά. Μου έσφιγγε 

το χέρι κι επίμονα έλεγε: «Γιάννη, κάτσε κι άλλο, σε έχω στο αίμα μου». Προφανώς υπαινίσσονταν την αιμοδοσία στο νοσοκομείο, όταν το 1984 ήταν άρρωστος στο ΑΧΕΠΑ. Μας συνέδεαν, βέβαια, και μερικά κοινά σημεία (συμπτώσεις): υπηρετήσαμε στην ίδια μονάδα 113 Σέδες και είχαμε το ίδιο μεράκι, την ψαλτική τέχνη. 
Στο κρεβάτι αυτός, πλάι εγώ, ψάλαμε και λέγαμε παλιές ιστορίες. Σ’ αυτό βοήθησε και το άριστο οικογενειακό κλίμα. Σύζυγος Ζαχαρούλα. Παιδιά α) Νίτσα-Μαγδαληνή (σύζυγος Κώστας Ζαμπελάκης) και β) Δημήτρης (σύζυγος Κούλα-Κυριακούλα Βασιλειάδου).

ΕΙΚΟΝΕΣ

              Οι γονείς του Γιώργου Δημήτρης και Μαγδαληνή 


                                 Γιώργος και Ζαχαρούλα στα νιάτα τους


                    Ο Γιώργος ιεροψάλτης στον Άγιο Νικόλαο Θέρμης


                    Ο Άγιος Νικόλαος Θέρμης, όπου έψελνε ο Γιώργος



     Το σπίτι της οικογένειας Μιχαηλίδη στην οδό Παν. Τσαλδάρη στη Θέρμη. Σ' αυτό το σπίτι (ισόγειο) τα λέγαμε με τον Γιώργο. Τον χειμώνα στο δωμάτιο κάτω που βλέπει προς την αυλή. Το καλοκαίρι έξω στην αυλή, όπου ο ήσκιος της κληματαριάς μας δρόσιζε ικανοποιητικά.

ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ



Ενθυμίσεις: 1. μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο Γιώργος έψελνε στον Άγιο Νικόλαο με προϊστάμενο τον αείμνηστο αρχιμανδρίτη Πορφύριο Ορφανό. Τότε εγώ έψελνα στον Άγιο Παύλο Καλαμαριάς ενώ η ενορία μου ήταν ο Άγιος Νικόλαος Θέρμης. Με τον π. Πορφύριο είχα στενές σχέσεις. Αρκεί να αναφέρω ότι με καλούσε στο Ιερό Βήμα με τα λόγια: "Γιαννάκη, να σε βλέπω στο Ιερό Βήμα γιατί είσαι παπαδοπαίδι". 2. για την ανέγερση του ναού ο π. Πορφύριος ήταν πρωτοπόρος σε σταυροφορίες εράνων. Ο ίδιος σε κάθε του βήμα κρατούσε το μπλόκ αποδείξεων και σε κάθε περαστικό έλεγε: "ο Αϊ Νικόλας ζητάει την προσφορά σου". 3. τα απογεύματα με καλούσε στο ταπεινό σπιτάκι του για να ψάλουμε χερουβικά του Καραμάνη (ήταν η αδυναμία του). 4. σε κάθε μεγάλη γιορτή έβγαινε στην Ωραία Πύλη με την ενθουσιώδη κραυγή: "ελάτε όλοι να μεταλάβετε, σας συγχωρώ όλους". 5. ήταν αυθόρμητος στο λόγο. Για έναν ξένο εκκλησιαζόμενο φαινότανε άγριος. Έπρεπε να τον ζήσεις για να καταλάβεις την αθώα παιδική του καρδιά. 6. ο Γιώργος δεν ήταν μόνο δεξιός ψάλτης, ήταν και το "δεξί" χέρι του π. Πορφυρίου. Το αυτοκίνητο του Γιώργου ήταν το μέσο σε κάθε ανάγκη του ναού.


 Στα αριστερά μας ο παλιός ιερός ναός του Αγίου Νικολάου. Την άνοιξη του 1957 υπηρετούσα στην 113 ΠΜΕ (Πτέρυγα Μικτής Εκπαιδεύσες) στο Σέδες (σήμερα ΠΜ-πτέρυγα μάχης) , όπου πριν 20 χρόνια περίπου υπηρετούσε ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Μαζί μου υπηρετούσε ένας σμηνίτης από τον Πειραιά, ο οποίος ήταν γνώστης της βυζαντινής μουσικής (θυμάμαι ακόμα τη θέση "τω πατάξαντι Αίγυπτον." (ψαλμός 135). Μ' αυτόν τον συνάδελφο τη Μεγάλη Σαρακοστή ανεβαίναμε στο αναλόγιο του Μιχαηλίδη και συμψάλαμε. Ποιός περίμενε πως μετά από 30 χρόνα θα γινόμασταν φίλοι και συνάδελφοι.


Ο Γιώργος συνταξιοδοτείται και αποχαιρετά το εκκλησίασμα. Στη μέση ο π. Πορφύριος, στα δεξιά του ο Μιχαηλίδης και στα αριστερά ο Σπύρος Πεταλίδης (λαμπαδάριος).



 Στη βάση αυτή υπηρετήσαμε οι δυο μας, ο Γιώργος το 1938, εγώ το 1957.

                               

                                  Σμηνίτης Γιώργος Μιχαηλίδης (1938)


                                    Σμηνίτης Γιάννης Καλιαμπός (1957)


Η πύλη της αεροπορικής βάσης Σέδες. Θυμάμαι μια "τρέλα" μου: Από το Βαρδάρη μέχρι την πύλη ήρθα πεζός (άνοιξη του '57). Δεν πρόλαβα το λεωφορείο της συγκοινωνίας. Παραβίασα την άδεια εξόδου κατά μια ώρα. Ο  σκοπός της πύλης ταράχτηκε. Ευτυχώς που μου χάρισε την ποινή!

                                
Στα δεξιά ο δρόμος προς τη Μονάδα, στο βάθος ο κορυφή του Χορτιάτη με τα ραντάρ. Εκεί υπηρετούσα το 1958. Να αναφέρω άλλη μια "τρέλα": η διοίκηση (1η μοίρα ΚΕΠ-Μοίρα Κέντρου Ελέγχου και Προειδοποίησης) αρνιώταν να μου δώσει το απολυτήριο στρατού, διότι στη στολή δεν υπήρχε η ένδειξη βαθμοφόρου (υποσμηνίας). Στα γρήγορα με τα πόδια πιάνω τον κατήφορο, κατεβαίνω στο Ασβεστοχώρι, βγάζω φωτογραφία με το γαλόνι και πήρα ο απολυτήριο!

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Κατοχή: Γερμανοί στη Μόρνα





Τα αδέρφια Βαστάζου, Κώτσιος κι Ελένη  (1930-2011), μου δίνουν συνέντευξη στις 20 Αυγούστου 2002 στα Φωτεινά Πιερίας. Από την αφήγησή τους μαθαίνουμε τα θλιβερά γεγονότα που διαδραματίστηκαν, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό (1943):

Η Ελένη  αφηγείται

ΘΥΜΑΤΑ ΓΕΡΜΑΝΩΝ.

Ήμασταν κρυμμέν’ ιμείς σιαπάν’ στα βνα (κρυμμένοι στα βουνά επάνω). Κάποια γυναίκα δική μας έβαλι του πιδί τς φούστα γυναικεία για να του γλιτώσ’, να μη ντου σκουτώσν’ οι Γιρμανοί. Ιδώ κάτ’ απ’ του Παλιζιάζιακου (παρακάτω από τον Παλιοζιάζιακο) είχι σκουτουθεί ένας Γιρμανός κι του μπήραν κι τουν έφιραν στου χουριό σ’ ν’ αγία Παρακσκιβή κι τουν έθαψαν όξου απ’ ν’ Ικκλησία. Έδουσαν ένα χαρτί του μπαπά να μη φουβάτι. Κι πήγαν οι Γιρμανοί ικεί, δε ντου μπείραξαν (στην αρχή δεν τον εβόχλησαν). Μιτά, αφού είδαν του πιδί που είχι φούστα: «Α! είπαν. Ιδώ θα είνι όλ’ τέτοιοι».
          -Ποιανού ήταν το κορίτσι;
-Τ’  Πίτσια.
          -Αγόρι;
          -Αγόρι. Κατιρίνα η μάνα τ’ κι ι πατέρας τς Νίκους. Το αγόρ’ το λέγαν Κώστα. Του σκότουσαν απού πάν’ από το σπίτι μας του Βασταζάτκου. Όταν κατέφκαμι ιμείς απ’ τα βνα, σκότουσαν του μπαπά κι άλλις δυο γυναίκις απού πέρα* (στο εργοστάσιο, πέρα από το ποτάμι).
          -Ποιες γυναίκες σκότωσαν;
-Ήταν η θειά η Όλγα Μυρωτή, η Λυμπία η Τσιρίμπαση, η Γιάννου του Γάκ’, ο Τέλας ο Πίτσιας (ήταν κι αντάρτς), ο παππούς ο Λιόλιος ο Μυρωτής, η νύφη Καλλιόπ’ Μυρωτή.
          -Με πιστολιά ή με ντουφέκι σκότωσαν το παιδί.
-Με το κοντάρ’ κι ανοιγμένο το κεφάλ’. Με τον υποκόπανου απ’ του τφέκ’. Τς άλλις τς έσφαξαν απού πέρα (=εργοστάσιο). Στου γκιφύρ’ απού πάν’. Μι μαχαίρ’. Η μια στη βρύση και η άλλη στο γκεφύρι. Η Σκούμπα η Δημήτρινα και η Σκούμπα Ολυμπία. Οπότε αυτές πεθάναν εκεί κάτω. Μια γριά μάκου, που τη λέγαμε Σκούμπινα Ελένη, τη σκοτώσαν στο δρόμο που πηγαίναμε στο σχολείο. Μπροστά στο σχολείο. Στην αυλή του σχολείου.  Η Μυρωτή Καλλιόπη με τον παππού σκοτωθήκανε στο σπίτι τους. Το κορίτσι του Γάκη σκοτώθηκε στο Κτίριο (=κτίτιο δασαρχείου), δίπλα απού μένα (που βρίσκεται πλάι στο δικό κου σπίτι). Μαζί με τον Αριστοτέλη Πίτσια. Ο Αριστοτέλης, όμως, ήταν αντάρτης και είχε αρθεί εκείν’ τη στιγμή στο χωριό, και εκεί σκοτώθηκε. Εκεί σκοτώθηκε και ένας ανθυπολοχαγός που ήταν του ελληνικού στρατού. Γυναίκα του ήταν η Φεφρονία του Χατζή από την Περίσταση. Τουν άλλου τουν ήλιγαν Νικολακάκου.
          -Τους σκοτώσανε όλους με σφαίρες;
-Την Ολυμπία του Μυρωτή και τον παππού με σφαίρες.
          -Πότε έγινε αυτό;
          -Τζ 13 Δεκεμβρίου 1943.
(Κώτσιος): Εμείς τότε φυλάγαμε γουρούνια για τα Χριστούγεννα και τα γουρούνια να μην τα αφήσουμε στα κουμάσια στο σπίτ’ και τα σκοτώζν οι Γερμανοί, τα πήραμε έξω στα ρέματα και τα κόψαμε).
          -Δηλαδή εσείς φύγατε έξω.
-Έξω απ’ το χωριό ήμασταν εμείς. Κι αυτοί που σκοτωθήκαν, τους προλάβαν μέσα οι Γερμανοί και σκοτωθήκαν.

ΚΡΗΣΦΥΓΕΤΟ

Σε ποιές τοποθεσίες φύγατε και κρυφτήκατε.
α) στον Κάβο, απού τς πέντι Πύργ’ κατιβαίν’ κάτ’ (από την τοποθεσία «Πέντε Πύργοι» χαμηλωμένα), πού είνι η Αβδέλλα κι μαζεύουντι τα νιρά. Απ’ αυτό το ρέμα τώρα φέρουμε και το νερό για το χωριό. β) Παράσχου, στο ίδιο ρέμα, πιο κάτω. γ) Κλεφτοκάλυβα, εκεί είχαν οι κλέφτες καλύβια κάποτε. δ) Ζίγρα, στο προσήλιο, στα χωράφια μας. 
          -Πήρατε μαζί σας αλεύρι...
          -Πήραμι ύστιρα. Κατέφκαμι κι πήραμι. Του θκό μας του σπίτ’ κάηκι, το ‘καψαν οι Γιρμανοί. Είχαμι μιγάλου σπίτ’. Κάηκι. Κι πήγαμι κι πήραμι, καντίπουτα ντιπ (τίποτα παντελώς).

ΚΑΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

Ποια σπίτια κάηκαν.
          -Του Γιώργου του Βαστάζου, του Κώστα του Φώτ’, του Γιώργου του Αδάμου, τ’ Καλιακού, τ’ Μήτρ’ τ Σκούμπα, τ’ Μέλιου τ’ Πίτσια, τ’ Κατανά του Λάζου, του Μακρή Παπανικολάου, του Βαϊτσόπουλου του Αστέριου, του Γιργούλα του Μυρωτή, του Παλιαρούτα τ’ Κώτσιου,  Τσιρίμπαση. Τα ‘βαλαν φουτιά οι Γιρμανοί. Πήγαν ικεί κι τα ‘βαλαν φουτιά.
          -Με τι τα ‘βαλαν φωτιά.
          -Μι πιτρέλαια, μι ξύλα, δαντιά. Όλα τα ξύλα είχαν δαδί τότε. Φουτιά το δαδί.       Ιμείς ήμασταν στα βουνά κρυμμέν’ κι καίγουνταν τα σπίτια.
          -Και κάηκαν εξολοκλήρου;
          -Μωρέ, δε βρήκαμι τίπουτα, πιδούλι μ’. Καίγονταν επί ένα μήνα τα στάρια, τα φασόλια, τα καλαμπόκια. Επί ένα μήνα γινόταν ταφές. Μέσα στα σπίτια μαζεμένα στάρια, πατάτες. Θεομηνία μιγάλ’.
         
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Πότε επιστρέψατε από τα βουνά.
          -Εμείς τα τρία χρόνια που ήταν οι Γιρμανοί, ήμασταν σχεδόν συνεχώς έξω. Αλλά γυρίζαμε και στο χωριό. Είχαμε στέγ’, μαζευόμασταν, μαζεύαμε τα εισοδήματά μας, όποια δουλειά χρειαζόταν να τη γκάνουμε, αλλά είχαμε και έξω καλύβες. Καλύβες με λαμαρίνες, με άχυρο φκιαγμένες, με χειρόβολο. Απ’ του ’42 κυρίως. Είχαμε κι ανταρτικά. Αλλά βιαστικά έξω με το φόβο εμείς. Δουλεύαμε ναι μεν μέσα, αλλά τα βράδια φεύγαν οι άντρες από το χωριό. Δουλεύαμε και αγγαρεία κάθε μέρα.
----------
* απού πέρα, έτσι λέγανε την τοποθεσία, όπου και το εργοστάσιο ξυλείας. Δηλαδή στην απέναντι πλευρά του χωριού, πέρα από το ποτάμι (πήγα στη βρύση απού πέρα).