Σάββατο, 20 Ιουλίου 2019

ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ: Τρανός Λάκκος




Από τα νδ της Άνω Σκοτίνας (δάσος Σκοτίνας-Παντελεήμονα) ξεκινάνε λακκούλια, «μαζέματα», τα οποία σχηματίζουν τον  Τρανό Λάκκο. Ο Λάκκος τραβάει προς τα κάτω ώσπου συναντάει τη Σμίξη (σμίγουν οι δυο λάκκοι: Λάκκος Παπά και Τρανός Λάκκος). Από το αναβρικό «Κουτσούρα» (στο μονοπάτι προς Πρίπορα)  ο Λάκκος αποτελεί σύνορο Παντελεήμονα-Σκοτίνας. Ο Τρανός Λάκκος λέγεται και Λάκκος Ιμπραήμ. Πιθανόν εκεί να σκοτώθηκε κάποιος Τούρκος με το όνομα αυτό.

          Ο μακαρίτης Γιάννης Στύλος-Τσιακμάκης (καλοκαίρι 2003) μου εξηγεί: «Βγαίνουμι ψηλά στ' Αντουνόπλ', στου λάκκου του Ντρανό.
     Τραβά παραπάν στου πιριβόλ' τ' Χασιώτ'. Απ' του λάκκου  του Ντρανό αριστιρά Παντλιμουνίτκα κι διξιά δικά μας. Μιτά ζ ντ Μπάρα ντ Γκαλιαμπού. Ο λάκκος πάει στ' Πρότσ' κι συνιχίζ' μέχρι τ' Κατή» (ανοιγόμαστε προς την ανηφόρα, στο κτήμα του Αντωνόπουλου και συνέχεια προς τον Τρανό Λάκκο. Στη συνέχεια προχωράμε και συναντάμε το περιβόλι (κασταναριό) του Χασιώτη. Στα αριστερά είναι κτήματα Παντελεημονίτικα, στα δεξιά δικά μας. Πιο πάνω δεξιά βρίσκεται η μπάρα του Καλιαμπού. Ο λάκκος τραβάει προς την Πρότση και συνεχίζει μέχρι τη λίμνη του Κατή). 

            Επιπλέον ο Θωμάς Ε. Μάνος (11.2.15) τονίζει: «Πιο πάνω (ο Λάκκος) πααίν’ στ’ αναβρικό τς Κατσούρας, ψηλά ‘π’ του δρόμου όπους πάμι κα του Παντιλέμινου, βγαίν’ πάλι κα τ’
Σαλτάν’, στα Χασιωτάτκα δεξιά» (ψηλωμένα ο λάκκος συναντάει το αναβρικό της Κατσούρας. Το αναβρικό αυτό βρίσκεται λίγο πιο πάνω από το δρόμο που φέρνει προς τον Άγιο Παντελεήμονα. Στη συνέχεια τραβάει προς την τοποθεσία «Σαλτάν» έχοντας δεξιά το περιβόλι του Χασιώτη).
      




 ----------
ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ:
1. Από τη μέρα που έγινε το μακάβριο φονικό (Γενάρης 1944) στη σκοτεινή ρεματιά της Πρότσης, πάψαμε να πλησιάζουμε το τοπίο. Τρέμαμε ακόμα και στο άκουσμα της λέξης «Πρότση». Λέγανε ότι μέσα στη ρεματιά βογκούσε το αίμα των νεκρών. Αυτών που σφάχτηκαν σε κείνη τη ρεματιά (με πρώτο τον παπά Τριαντάφυλλο από τη Λεπτοκαρυά). Προτιμούσαμε να βοσκάμε τα γίδια στις δυο όχθες του Τρανού Λάκκου και μάλιστα προς τα χαμηλά «Σμίξη».
       2. Κλάριζα την καστανιά στη δεξιά όχθη (όπως βλέπουμε την Πρότση). Η καστανιά «ξεσφαΐστηκε», ξεριζώθηκε και η κορυφή της έπεσε στην απέναντι όχθη. Σώθηκα σφιχταγκαλιασμένος στον κορμό. Βρέθηκα μετέωρος στο μέσο του λάκκου.
       3. Σηκώθηκε τρικυμία και πλημμύρισαν τα δυο ποτάμια: Λάκκος Παπά και Τρανός Λάκκος. Εμείς, τρεις βοσκοί (Χρήστος Μάνος, Θεοχάρης Μητός κι εγώ) αποκλειστήκαμε στην απέναντι πλευρά της Σμίξης, στην άκρη του Τρανού Λάκκου. Ευτυχώς κατέφτασε βοήθεια από το χωριό και έφτιαξε πρόχειρο γεφύρι. Σωθήκαμε. 
       
 
             Μπροστά μας διακρίνεται η Σμίξη (με τα πολλά πλατάνια). 
             Εκεί σμίγουν οι δυο λάκκοι: Λάκκος Παπά δεξιά και 
             Τρανός Λάκκος αριστερά. Στην αριστερή πλευρά υψώνεται 
             ο περίφημος βράχος της "Κουρκουφουλιάς. (Κατά την 
             λαϊκή παράδοση εκεί τα κοράκια φτιάχνανε τις φωλιές)
 

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ: τραυματισμός (*)

 
       
   Ο Απόστολος Ιω. Καλιαμπός μου δίνει συνέντευξη στις 2 Απριλίου του 1982. Αναφέρεται στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας που η όλη απασχόλησή του  ήταν η ποιμενική ζωή. Το επεισόδιο του τραύματος παραμένει ζωηρά στη μνήμη του, γι’ αυτό και δεν το ξεχνά. Ο ίδιος εξιστορεί:

       Περίπου το 1920, τέλους Νοεμβρίου. Έτυχι να έχουμι τζιουμπάνουν (βοσκό) στα γίδια έναν απ' του Παντιλέμηνου, ονομαζόμενον Ζιάκας (Γεώργιος;).  Κι αυτός μι λέει:
       -Θα πεις του μπατέρα σ' να σι δώσ' το περίστροφο. Το θέλω για να μην αρθούν οι λύκ' κι σπαράξουν τα γίδια (Το θέλω να το έχω εδώ για κάθε ενδεχόμενο, να μην έρθουν οι λύκοι και αρπάξουν τα γίδια).
     Είχαμι δικό μας περίστροφο. Ριβόλ' του ’λιγάμι (το λέγαμε ριβόλι-ρεβόλβερ). Μι 5 σφαίρις κι ονομάζουνταν "καραντά". Ιγώ ήμαν πιδί περίπου 17-18 ετών.  
     Το πήγα το περίστροφο: «Ορίστι το περίστροφο. Μι το ’δουσι ι πατέραζ μ'. Πάρτου κι πάνι στη δουλειά σ'».
     Είχαμι ικεί φουτιά. Κοιμήθκα ιγώ, όπους κοιμήθκι κι αυτός. Κριβάτ' είχαμι τα πουρνάργια. Ιδώ κοιμούνταν αυτός κι' γω κοιμούμαν διξιά. Στρουμένα είχαμι πουρνάργια κι απού πάν' κάπα. Μαξιλάρ' πουρνάρ'.
Αυτός σηκώθκι νύχτα, 12 η ώρα. Ήταν κι φουτιά κι κοιτούσι το πιρίστροφο. Ήταν ένας αχαΐρευτος (ανεπρόκοπος, αδιάφορος) και δεν ήξιρι από πιρίστροφα.          
Ικεί που έπιζι μι το πιρίστροφο, κάν' "μπάμ". Έφυγι η σφαίρα κι ήρθι στη γκούσια (έφυγε η σφαίρα και πέρασε ξώπετσα τη γάμπα του). Κι έφυγι απού κει κι ήρθι στου πόδι μ' του αριστιρό κι δεν είχι τη δύναμη να βγει όξου κι σταμάτσι μέσα η σφαίρα. Ζ μπατούνα (στην πατούσα). Αφού έμεινι η σφαίρα μέσα, είχα πόνουν ιγώ. Αυτός δεν είχι πόνουν. Αυτόν τουν πήρι στου μαλακό.
Τι να κάνου ιγώ. Μι του ένα του πόδ' κι μι τα δυο τα χέρια βάδισα απ' τις Παλικάρτις μέχρι τουν άγιου Νικόλαο μπισλούντα (προχώρησα από την τοποθεσία Παλικάρτες μέχρι τον άγιο Νικόλαο μπουσουλώντας). Αφού πήγα ικεί, φώναξα τα πλησιέστιρα καλύβια. Ήταν οι Κουκραναί. Ιωάννης Κοκράνης και Απόστολος Κοκράνης:
          -Ω Απουστόλ' Κουκράν'!
          -Πχιός είνι;
          -Ιγώ είμι, ι Απουστόλς ι Καλιαμπός.
          -Τι τρέχ';
          -Είμι τραυματιζμένους. Σας Παρακαλώ να 'ρθείτι. Ή να πείτι του μπατέρα μ' να 'ρθούν να μι πάρν'. Δε μπουρώ να βαδίσου.
    Ο Απουστόλς Κουκράντζ άφσι τουν αδιρφό τ' του Γιάνν' -παρατσούκλ' τουν λεν Τρανζβάλ'- κι πήγι στη Βασίλα κι φώναξι:
          -Ω Γιάν' Καλιαμπέ!
-Έϊ. Πχιός είνι;
      -Ιγώ είμι, ι Απουστόλς ι Κουκράντζ. Έλα 'δώ. Του πιδί είνι τραυματιζμένου.
-Πχιό πιδί;
          -Ι Απουστόλς.
          -Πωπώ! Τι έπαθα! Ι καημένους. Πάει του πιδί.
Είπι ι πατέραζ μ' κι πήγι ζ γκαλύβα ντ μπαρμπα Μανόλ' ντ Ντάμπλια (έτσι μίλησε ο πατέρας μου και έτρεξε να πάει στην καλύβα του Μανόλη Δάμπλια). Ικεί ήταν ι μιγάλους αδιρφός, ι Πουτιός, που σκουτώθκι στη Μικρά Ασία. Θα ήταν περίπου το 1920-21. Τουν λέει:
-Πουτιό!
          -Τι τρέχ', μπαρμπα Γιάν';
        -Ι Απουστόλς είνι τραυματιζμένους κι είνι ζ ντ' Μπασιάλα. Να πάμι να του μπάρουμι (πρέπει να πάμε να τον φέρουμε εδώ).
        Κι μι πήρι γκαϊγκούσ'. Κι μ' έβαλι ζ γκαλύβα (**) αι με πήρε στις πλάτες, με έφερε πάνω στη Βασίλα και με έβαλε στην καλύβα να ηρεμήσω).
        Του προυΐ ξημέρουσι. Κι κατέφκι απ' του Χουργιό η μακαρίτσα η μάνα μ' κι μι πήγαν στου Λτόχουρου ο πρωί ξημέρωσε. Και κατέβηκε από την Άνω Σκοτίνα η μακαρίτισσα η μάνα μου. Φρόντισαν να με πάνε στο Λιτόχωρο). Στου Λτόχουρου πήγαμι στο μακαρίτη Κουστή Ζωγράφο. Ήταν παθολόγος κι λέει:
        -Θα σας δώσου μια συνταγή για να πάτι στη Θεσσαλουνίκ' να τουν εγχειρίστι, για να βγάλουν τη σφαίρα.
      
  Το επαύριο ανιβήκαμι σ' ένα εμπορικό. Πήγαμι σ' τς  Σαλουνίκ' κι μι' εγχείρισαν. Υπούφιρα τα πάντινα. Μι μέτσαν, μ' έβαλαν φάρμακου, κοιμήθκα κι δε γκατάλαβα (υπέφερα τα πάνδεινα. Με κοίμισαν-μέθυσαν-, μου βάλανε ειδικό φάρμακο για αναισθησία, κοιμήθηκα, δεν ένιωσα τίποτα).
Κι μ' έβγαλαν τη σφαίρα (μου βγάλανε τη σφαίρα).
----------
* Αφορμή της παρούσας ανάρτησης είναι η ολική νάρκωση-αναισθησία που μου κάνανε οι γιατροί τη βραδιά της 13.6.19. Η περίπτωσή μου  θύμισε την εγχείριση του πατέρα μου. Οι γιατροί του βγάλανε τη σφαίρα, όταν αυτή  σφηνώθηκε στο πόδι του τον Νοέμβρη του 1920.
** Πρέπει να είναι η καλύβα στην Κάτω Σκοτίνα, η οποία τελικά δόθηκε στον ανεψιό του πατέρα μου Θωμά Καλιαμπό.
----------
ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ: 1. Βασίλα (η), συνοικία προς δ. της Κάτω Σκοτινας. Το μέρος αυτό -μεγάλο κτήμα- ανήκε στη μανιά Τσιτσίλου "απόκαμνι τα μπαμπλούκια σ' ν Ικκλησιά" (που προετοίμαζε τις λειτουργιές-πρόσφορα- για τη Θ. Λειτουργία). Το όνομά της ήταν Βασίλου (Τσιτσίλου). Η περιοχή πιάνει από το αναβρικό "τ 'Παπα-Γιάν'" μέχρι "τα Γανουτάτκα, Καλιαμπάτκα, Μητσιάτκα". Ο παπα Γιάννης είχε 6 κορίτσια: Γραμματή, Ξάνα, Φώτεινή, Βασιλική, Καλλιόπα και μια στον Παντελεήμονα.
2. Μπασιάλα (η), «κτήμα ντ Μπασιάλα» (Διονύσιος Στύλος-Τσιακμάκης). Όλη η περιοχή πιάνει από τον Άγιο Νικόλαο-Κοιμητήρια- και πέρα. Έγινε γνωστή κυρίως από τη μάχη που δόθηκε μεταξύ ανταρτών και οπλιτών του χωριού το 1946 με ανθρώπινα θύματα.
3. Παλικάρτα (η), τοπωνύμιο στην περιοχή των Λειβήθρων («Αλώνια»). 
4. τρανζβάλς, παρατσούκλι που αποδίδεται στον Ιωάννη Κοκράνη. Ο Βασίλης Στύλος-Τσιακμάκης στις 2.7.82 τονίζει: «τουν είχαν σύνδιζμο -ταχυδρόμο- οι τούρκ’ ζ’ Γκαρυά, στο τουρκικό σύνταγμα στην Καρυά Ελασσόνος. Δώδικα ώρις δρόμουν κι το ‘πιρνι σι  ουχτώ ώρις αυτός. Μι τα πόδια.  Κι τουν ονόμασαν  τρανζβάλ’ που θα πεί πουλύ φίβγα. Φίβγα σα λαγός».
---------- 


                                          Το Καλιαμπέικο στην Κάτω Σκοτίνα


                     Η καλύβα του Καλιαμπού στην Κάτω Σκοτίνα (περιοχή "Βασίλα"