Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

τουρκοκρατία: ο Αγάς στην Παναϊά




        Η Χρυσούλα Μήτσιου-Καλιαμπού (1913-1997) μιλάει για τα ερείπια που βρίσκονται γύρω από την Παναϊά (Παναγία) στην Κάτω Σκοτίνα. Προπολεμικά η Παναϊά ήταν μετόχι του μοναστηριού των Κανάλων. Το εξωκκλήσι είναι αφιερωμένο στη Γέννηση της Παναγίας, όπως και τα Κανάλια. Η συνέντευξη με τη θεια Χρυσούλα γίνεται στο σπίτι μου στη Σκοτίνα (21.7.95). 

 
ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Ι Αγάς κάθουνταν ζ Μπαναϊά. Παναθέ σι κείνου του σπίτ’. Έφκιασι φούρνουν. Ζύμουνι. Στα κατώια έβανι ντ γιλάδα, ούλα, τς σουδιές. Κι έκατσι είκουσ’ χρόνια κι έκαμι πιδί. Του πιδί ήταν μούτου. Κι τουν είπι ι άλλους: «Να του πας στουν άγιου Διουνύσιου του παιδί. Κι θα πας να κοιμθείς ικεί». Θα του πάου», λε’.
Πήγαν στουν άγιου Διουνύσιου, προυσκύντζαν. Έβαλαν παράδις. Όπ’ήμασταν καλοί, ακουλνούσαν οι παράδις. Κι έπιρνι ‘κουσάρα, δικάρα.
          -Πώς κολλούσαν;
          -Να, πώς έχς αυτούια κι τς έκαμνάμι έτσια μι του χέρ’. Δικάρκου, ‘κουσάρκου κι ακουλνούσαν. Κι τα ‘χι παρμένα. Ποιος δεν ήταν καθαρός, έπιφτι καταή. Ύστιρα, αυτός που τόκαμι του πιδί, του πάει στουν άγιου Διουνύσιου. Του πάει, άναψαν τς λαμπάδις. Ι πατέρας τ’ απουκοιμήθκι. «Πατέρα, λε, η λαμπάδα ζήφσι. Σήκου να ν’ ανάψ’». Ουμίλσι του πιδί.
          «Ε!, πώς, πιδί μ’, πώς κουβάντγιασις»;
          Να ‘ναψι τ’ λαμπάδα. Άναψι κι άλλις. «’Αγιι Διουνύση μου, τι θέλς να δι δώσου τώρα; Τι είνι του τάξιμό σου»; «Τίπουτα δε θέλου», είπι ι άγιους.
          Τα ‘λιγι μουναχός τ’. Κατάλαβις; «Τι ζητάς»; «Άμα μπουρείς να φκιάις ένα ‘κλησάκ’. Αφού γίγκι του πιδί σ’ καλά, αυτού που κάθισι να στή’ις κι ένα ‘κλησάκ’ κι να μπεις Παναϊά».
Κι έρχιτι, κατιβάζ’ απ’ Γκαρυά μαστόρ΄κι άβαλι παναγίις κι ύστιρα ν’έφκιασαν. Ένα ξουκκλήσ’ ήταν, ιά όπους ήταν ι Αγιώρς. Κι ι Αγιώρς έτσ’ ήταν. Δεν αδουκέσι ισύ.
Ουμίλσι του πιδί. Κι ανοίγ’ αυτό του χουράφ’, του πίσου ι Τούρκους. Αυτός τα ‘γκσι, κι το ‘φκιασι αμπέλ’. Κι κατέβασι τς Καργιώτ’ κι το ‘σκαφταν κι τα ‘βανι τα τσίπρα, τα σταφύλια σι κείν’ ν’ ακατνή (κάμαρη) που έχ’ -ν’ είδις- ένα τέτχιου, ιδιαίτιρου. Ποιος ξέρ’ απού που το ‘βγαζι του κρασί. Κι τς ιλιές αυτός τς έχ’ βαλμένις. Ζ Μπαναϊά αυτήν.

ΚΟΙΝΗ: Ο αγάς κατοικούσε στην Παναϊά. Ακριβώς στο σπίτι που φαίνεται στα αριστερά του ναού. Φρόντισε, έφτιαξε φούρνο. Ζύμωνε ψωμί. Στα κατώια φύλαγε την αγελάδα. τις σοδιές κλπ. Κάθισε είκοσι χρόνια και απέκτησε παιδί. Το παιδί, όμως, είχε κάποια ασθένεια. Ήταν άλαλο. Και του είπε κάποιος: «Το παιδί σου να το πας στον άγιο Διονύσιο. Και θα μείνεις στην αγρυπνία, θα κοιμηθείς εκεί». «Θα πάω», λέει.
          Πήγαν στον άγιο Διονύσιο, προσκύνησαν. Ρίξανε και χρήματα. Συνέβαινε το εξής: όσοι, όποιοι ήταν αγνοί, καθαροί, είχαν ένα προνόμιο: τα χρήματα που βάζανε στην εικόνα του αγίου, κολλούσαν πάνω στην εικόνα. Τα δέχονταν, τροποντινά, ο άγιος.
          -Πώς κολλούσαν;
          -Να, πως. Ας πούμε ότι έχεις αυτό το σημείο που σε δείχνω κέρματα. Αυτά εμείς τα πιέζαμε με το χέρι πάνω στην εικόνα. Π.χ. δεκάρικο, εικοσάρικο…κι αυτά κολλούσαν. Κι ανήκαν, πια, στη δικαιοδοσία του αγίου. Όποιος, όμως, δεν ήταν καθαρός, αγαθός, αγνός, είχε άλλη τύχη: τα χρήματα που έριχνε στην εικόνα πέφτανε καταγής.
          Ύστερα απ’ αυτά, ήταν επόμενο αυτός ο γονιός να φέρει το παιδί στον άγιο Διονύσιο. Χωρίς καθυστέρηση το πήγε. Άναψαν τις λαμπάδες. Στη συνέχεια ο πατέρας του παιδιού νύσταξε, αποκοιμήθηκε. Τον βλέπει το παιδί: «Πατέρα, η λαμπάδα έσβησε. Ξύπνα, σήκω να την ανάψεις».
Ομίλησε το παιδί. Εμβρόντητος αυτός: «Ω! παιδί μου, πώς σου ήρθε η λαλιά σου»;
Την άναψε τη λαμπάδα. Άναψε κι άλλες. «Άγιέ μου Διονύσιε, τι θέλεις από μένα τώρα. Τι θες να σου δώσω. Ποιο τάμα θες να σου κάνω»; «Τίποτα δε θέλω», είπε ο άγιος.
Αυτά τα μονολογούσε μέσα του, κατάλαβες; -«Τι ζητάς από μένα τώρα»; -«Αν μπορείς φτιάξε ένα εκκλησάκι. Μια και το παιδί σου έγινε καλά. Σου το ξαναλέω, εκεί που κατοικείς ν’ ανεγείρεις κι ένα εκκλησάκι και να το ονομάσεις «Παναγία».
Κι έρχεται εδώ, φέρνει από την Καρυά μαστόρους, τους ετοιμάζει εικόνες, Παναγίες. Φτιάχνουν αυτοί την εκκλησία. Μικρή εκκλησιά. Να, όπως ήταν το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου. Έτσι ήταν ο Αϊ-Γιώργης. Εσύ δε θυμάσαι.
Ομίλησε, λοιπόν, το παιδί κι ανοίγει, σκάβει ο πατέρας του, ο Τούρκος, το χωράφι, στο πίσω μέρος της εκκλησιάς. Αυτός ο Τούρκος το όργωσε και το έφτιαξε αμπέλι. Κι έφερε από την Καρυά εργάτες που το σκάβανε. Τα συμμάζευε σε κείνη την κάτω κάμαρη, που έχει ένα ιδιαίτερο χώρισμα -το είδες- ειδικό για τέτοιες δουλειές. Ένας Θεός ξέρει από πού έβγαζε το κρασί. Και τις ελιές, που σώζονται μέχρι σήμερα, τις φύτεψε ο ίδιος. Σ’ αυτή την Παναγία.
----------
Σημείωση: Περισσότερες πληροφορίες για την Παναϊά βλέπε παρούσα ιστοσελίδα, ανάρτηση 26.3.14).
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ


                                      Από το πανηγύρι της Παναγίας του 2016
                              
                                Προσκυνητές πάνε στην εκκλησιά της Παναγίας 
                                (Παναϊάς). Στα δεξιά μας βρίσκονται τα ερείπια 
                                (δεν φαίνονται) των βοθητικών χώρων του ναού.
                                     
                              Διονύσης Καλιαμπός του Ιωάννου, σύζυγος της Χρυσούλας 
                                                                 (1910-1986)


Το Καλιαμπέικο

 
                                         Το βοηθητικό σπιτάκι (παράπλευρα του 
                                          κυρίως σπιτιού) που το λένε "Καστρί"


Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Κατοχή: εθνική αντίσταση, Μίχος «τ’ Νικουλή»





          Ο Μίχος «τ’ Νικουλή», δηλαδή ο Μιχάλης Γερομιχαλός του Νικολάου έχει να μας διηγηθεί πολλά από το χώρο της Εθνικής Αντίστασης. Γεννήθηκε το 1921. Επομένως η «Κατοχή» τον βρίσκει πάνω στο Μάη της ζωής του. Εξαίρετος στο ήθος, ανήσυχος στη δράση. Μου τα λέει με λεπτομέρεια στη συνέντευξη που δόθηκε στο σπίτι του στη Σκοτίνα (τοποθεσία «Κοτσέκι») στις 23 Ιουλίου 1996.

Πήγα αντάρτς (αντάρτης) το ‘44. Υπήρχε εδώ στο χωριό μια οργάνωση. Και μας είπε "όσοι θέλουν μπορούν να πηγαίνουν". Θεώρησα καλό να καταταχτώ με τους αντάρτες.
-Γιατί προτίμησες το αντάρτικο;
-Κοίταξι, Γιάν’. Ένας λόγους είνι που ιδώ στου χουριό μας είχι 
μιρικοί επιτήδειοι. Αυτοί κλέβαν κατσίκια κι τυριά. Του κουπάδι μ’ υπέφιρι. Κι ιγώ πήρα τα μάτια μ’ κι έφυγα. Άλλους λόγους είνι να  πουλιμήσου τζ Γιρμανοί.  
-Ποιοι κλέβανε τα τυριά;
-Οι θκοι μας οι χουριανοί. Δε ντα κλέβαν. Τα ζητούσαν*.
-Και εσένα σε κακοφάνηκε. Μήπως θυμάσαι πότε έφυγες;
-Πώς δε θυμάμαι. Μπροστά τς  Αγίας Τριάδος ήταν. Το’  44. Πήγαμε στο Καταφί (Καταφύγιο Κοζάνης). Τζ Γιρμανοί  πουλιμούσα ιγώ (τους Γερμανούς πολεμούσα εγώ).
-Με τι μέσο πήγες στο Καταφί.
-Μι τα πόδια.
-Ποιον δρόμο ακολούθησες.
-Λιτόχωρο, τα ριζά, Βροντού, Μοσχοπόταμο, Μόρνα, Φτέρ’.
-Στο Καταφί ποιον βρήκατε.
-Είχι εκπαιδευτήριο. Εκπαιδεύουσαν ικεί. Παρουσιαστήκαμε στον καπιτάνιο μέσ’  στου χουργιό.
-Πού ξέρατε εσείς πού να παρουσιαστείτε.
-Είχαμι απού δώ, π’  ν’  ουργάνωση ένα χαρτί. Μας υποδέχτηκαν. Μας είπαν, όμως: "Παιδιά κοιτάξτι, μήπως μετανοιώσατε; Ιδώ, ξέρτι, σκουτώνουντι, κάνουν. . . " «Όχ’, δε μετανοιώσαμε». Κι έμεινα. Μας δώσαν όπλα.
-Είχε πολλούς εκεί στο Καταφί;
-Μ’ είχι πολλούς. Εκατό, εκατόν πενήντα νεοσύλλεκτοι. . . Χωριστά οι άλλ’. Ικεί καθίσαμι 10-15 μέρις. Εκπαιδευόμασταν το πρωί στα όπλα. Το χωριό ήταν καμμένο απ’  τζ Γιρμανοί.
-Μετά;
-Μετά κάναμι σαμποτάζια στους Γερμανούς. Κατεβαίναμε κι ανατινάζαμε τα τρένα. Ερχόμασταν ιδώ στις μπρες τς Παντλιμονίτκες. (στην τοποθεσία «Μουριές» του Αγίου Παντελεήμονα). Όλ’ τη νύχτα. . . το πρωί ξημέρουνάμι’  δω.  
-Πες καμιά περίπτωση.
-Ξεκινήσαμε απ’ το Καταφί. Απού κει στη Φτέρ’, που ‘ταν χαμπλά ο μύλος στη Μόρνα, απ’ κάτ’ τα πλατάνια μι όπλα φουρτουμέν’. Ιγώ, θυμάμι είχα ένα απ’  αυτά τα μιγάλα τα αντιαρματικά για τς  μηχανές στα τρένα. Πέντι σφαίρις έπιρναν μέσα.
-Πόση ώρα κάνατε να ’ρθείτε απ’ εκεί ως εδώ;
-Όλ’ τη νύχτα. Μέρα δε γκυκλοφορούσαμε, Γιάν’. Μέρα φοβούμασταν. Κάνα βράδ’ μέναμε και στο Λιτόχωρο, στον Αγιάν’. Λόχος ολόκληρος. Με τα πόδια. Μόνο ένας αξιωματικός -Ανδρεάδης λεγότανε- αυτός είχε ένα μουλάρ’. Περνούσαμε μέσα απ’ το Λιτόχωρο. Μια φορά κατεβήκαμε στην απαλνή τη Λεπτοκαρυά κι δω, στο μύλο τ’ Συντριβάν’ κι απ’ αυτού, αν δε μας έπιρνι η νύχτα, δηλ. δεν ξημέρωνε, βγαίναμε καμιά φορά και στον Παντελεήμονα. Κι αν δεν (ειδεμή, αλλιώς), χαμηλώναμε εδώ κάτου στου Μπαππού (τοποθεσία Παππούς), απού τούτ’ τη μπλευρά -του ύψωμα στου Κάστριου πού είνι; (στην επάνω πλευρά του Κάστρου) -απ’  του νέου χουριό απού πάνου.  Καθόμασταν ικεί, μέσ’ σ’ τς κουμαρές. Βαθιά χαραή. Είχαμι οπτικούς.
-Τι οπτικούς.  
          -Φακά. Το οποίον ήταν, ένας φακός επιπαραδείγματι, μόλις ξεκινούσες απ’  τη Μόρνα, ήταν ένας φακός στο ύψωμα. Έδουνι σήμα, πότι μπορείς να περά ’ις. Ότι δεν υπάρχ’  εχθρός κι ξέρου ’γω. Ι άλλους ι φακός ήταν στη Λεπτοκαρυά. Ο άλλος ήταν σ’ αυτό το μέρος, στο Μπαππού ’π’ σι λέω (ο άλλος φακός ήταν στον Παππού που σου λέω). Κι συνιννουϊούμασταν μ’ αυτά. Μι τους οπτικούς αφνούς. Και βαδίζαμε.
          -Θυμάσαι καμιά ανατίναξη;
          -Πως δε θυμάμι. Μια μαναχά; Να εδώ στις Μουριές. Εγώ ανατίναξα το τρένο. Εγώ ήμαν βάση πυρός. Εγώ ήμαν εδώ και συ απού ’σαν του μηχανικού πάηνις (πήγαινες) στη γραμμή. Κι σι φύλαγα εγώ. Σι φύλαγα μι του όπλο. Να μη σι χτυπήσουν οι Γερμανοί. Καμιά περίπολο. Πήγινι ένας στη γραμμή κι έβαζι του μηχάνημα. Του δυναμίτ’. Όπους είνι του ρουλόι αυτό, πάει κι το ’βαλι στη γραμμή. Μι ν’ ανατίναξη έπιρνι φουτιά του τρένου κι η γραμμή. Αλλού σίδηρα, αλλού. . .
-Πότε εκπυρσοκροτούσε.
-Όταν το πατούσε το τρένο. Καμιά φορά γίνονταν λάθη. Αντί, ας πούμε, να είναι τρένο να έχ’  πυρομαχικά μέσα, είχε πορτοκάλια.
-Εσύ σε τι περίπτωση έπεσες;
-Έπεσα σε πορτοκάλια, σε άλλο να είναι 2-3 Γερμανοί μαναχά. Μια φορά πχιάσαμε έναν Γερμανό. Όταν έπεσε το τρένο. Κι του μπήραμι αιχμάλωτον.
-Πόσον καιρό έκανες αντάρτης;
-Εννιά μήνες. Σαν οπλισμένος δηλαδή. Ήμασταν κι άλλ’  απ’  τ’  Σκοτίνα. Ήταν κι ι Στέργιους ι Μιρίκους κι ι Αλκιβιάδης ντ Γόλ’   (Πινακάς). Ήταν κι ι Γιώρς Οικονόμου.
Ένα τρένου δεν είχε ανθρώπους. Εμπορικό ήταν. Ήταν φορτωμένο πυρομαχικά. Πολύ φορτιό. Έχουν κουβαλήσ’  απού κει αφθουνία  φθονα, πολλά πράγματα).
-Τελικά πώς απολύθηκες;
-Τάχα για ξεκούραση, μας στείλαν στο Νιζιρό (Καλλιπεύκη). Σαν αποστολή, ας πούμι. Έμισκνάμι ικεί (μέναμε εκεί). Γίνουνταν ρίψεις απ’ τ’ αροπλάνα. Εγγλέζκα. Ρίχναν αντιπυρομαχικά, για τους αντάρτες. Ρούχα δεν είχαμι. . . Απού  ’κεί έκλιψα μια χλαίν’. Ντύθηκα, δηλαδή κι θα μι πιρνούσαν στρατοδικείο οι αντάρτες. Ιγώ διάλιξα κι ένα κουστούμ’  απ’  αυτά που ήταν σ’ τς  σκηνές κι ντύθηκα. Μ’ έκαναν αναφορά. Ιγώ τς είπα, ότι κρύουνα κι πήρα κι ντύθκα. Μι αθώουσαν. Του ‘45 τέλη Φεβρουαρίου απουλύθκα.
----------
* «Επιπλέον πρόβλημα ήταν η ανεπάρκεια των τροφίμων για τους άνδρες του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος). Ο Βλαντάς έγραψε κάτι πολύ χαρακτηριστικό: «Η πείνα των τμημάτων μας οδηγούσε σε απίστευτες αντιλαϊκές πράξεις. Μερικά παραδείγματα: έπαιρναν προβατίνες από χωριάτες. Τις ξεκοίλιαζαν, πετούσαν τα αρνάκια και τις έτρωγαν. Φορολόγησαν κοπάδια προβάτων παίρνοντας από τα τρία το ένα. Θεώρησαν εμπορεύματα τα βόδια των αγροτών, όταν ένας είχε πάνω από δυο! Έπαιρναν τα άλλα γιατί οι διαταγές τους έδιναν τέτοιο δικαίωμα. Έβαζαν γυναίκες να τους κουβαλούν τρόφιμα και άλλον εφοδιασμό με την πλάτη, νηστικές. Δεν τους έδιναν ούτε ένα ψίχουλο (…)»  (Καραμήτσος Δημήτριος, Ιστορία της νεότερης Ελλάδας» (τόμος Β’, 1942-1967).

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Εκπαίδευση: ένας δάσκαλος μερακλής

  
 





 Νικόλαος Θ. Δάμπλιας
 (1944-2010)

       Στην εκπαίδευση υπάρχουν και δάσκαλοι μερακλήδες. Πιστεύω ότι σ’ αυτούς συγκαταλέγεται και ο αείμνηστος Νικόλαος Δάμπλιας του Θεοχάρη 
από την Σκοτίνα Πιερίας. Αγαπούσε το παιδί, τον μαθητή. Φρόντιζε να γίνεται η δουλειά σωστά. Γι’ αυτό και τον διέκρινε πολύ μεράκι και αγάπη προς το αντικείμενο που καταπιανότανε. Υπηρέτησε: α) Άνω Σκοτίνα (1965-66),  β) Κάτω Σκοτίνα (1973-78), γ) Πλαταμώνα, δ) Θεοδόσια Κιλκίς, ε) Επτάλοφο Κιλκίς, στ) Καρίτσα Πιερίας, ζ) Γερμανία, η) Κατερίνη.
     Από το εκπαιδευτικό του έργο στη Σκοτίνα παραθέτω δείγματα δραστηριοτήτων μαθητών και δασκάλων (Φθινόπωρο του 1976):

 ΕΙΚΟΝΕΣ: Δραστηριότητες μαθητών και δασκάλων Δημοτικού σχολείου Σκοτίνας (1976).










ΕΞΩΦΥΛΛΟ (όπισθεν)