Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Εμφύλιος: Καραμανόλας Διονύσης



Ένας πιτσιρικάς στο…Αντάρτικο


Διονύσης Καραμανόλας 
(1934- )
Καλοκαίρι του 2012 στην ταβέρνα «Βασίλα» της Σκοτίνας. Τη συζήτηση ανοίγει ο Διονύσης Καραμανόλας. Εκεί θυμηθήκαμε τα παλιά (παιδικά χρόνια, Κατοχή, Εμφύλιος κλπ). Μας εντυπωσίασε περισσότερο η περιπέτεια του Διονύση με τους αντάρτες της περιοχής. Η αφήγηση είναι αυθεντική και καταγράφεται όπως ακριβώς την ακούσαμε.





1. Tσομπάνης 
Έρχονταν τότε οι αντάρτες και καθόμασταν σε μια παράγκα σ’ τ’ Κακάλ Ντουραλή του σπίτ’. Μετά πήγαμε στ’ Κουλιού, στ’ μανιά Αντρένινα κι έμισκνάμι (μέναμε) σι μια καλύβα. Μετά έρχιτι ι μακαρίτς Διονύ’ις Πλεξίδας κι μι λέ’: «Θελς, Διουνύσ’, να πας τζιουμπάνους στου Νιζιρό»; «Πάου όπου να ‘νι», λέου ιγώ. Ήμασταν όλ’, ορφανά τα πιδιά, μας άφσι ι πατέρας. Του 1940 πέθανι. Ήμασταν τρία αδέρφια κι τρεις αδιρφές. Εγώ, ο Αντρέας, ο Βασίλς, η Χαρικλειώ, η Βαγγελιώ, η Πηνελόπ’. Ο Βασίλς ήταν από άλ’ μάνα. Είχι τ’ Μαριγώ ντ Γιαννιού ο πατέρας μ’ πρώτα. Ήταν χήρους κι μιτά παντρέφκι τ’ μάνα μ’.
-Λοιπόν, πήγες στο Νιζιρό;
Πήγα στο Νιζιρό ζ τζ Γαζεταίους. Τα γίδια τα είχαν ζ ντ Ντουργιανή * οι Γαζεταίοι. Πήγα ιγώ ικεί. Πέρασαν καναδυό, τρεις μέρις. Εντωμεταξύ ο κόσμος έφυγαν από το χωριό, πήγαν στ’ Λιφτουκαρυά, Λιτόχωρο. Έφυγε κι ο Νιζιρός κι κατέφκι στους Γόνους, κατέφκαν στη Λάρισα, στα Κιλέργια. Ιμείς πήγαμι στους Γόνους, Ντεριλί. Ικεί ζ Ντιρλή μαζί μι τα γίδια βρήκα έναν συνέταιρο απ’ Ντιρλή κι τα σμίξαμι τα γίδια. Μαζί ιμείς. Κι εκεί ακριβώς που αρχίζει η ανηφόρα και στροφές. Ικεί σ’ ένα προσήλιο είχαμι του μαντρί. «Λάζαρη» του λεν ικεί. Στου δρόμου μέσα. Ήμαν δικατισσάρων χρονών πιδί. Εκεί βοσκούσαμι τα γίδια εμείς. Κάθε μέρα στα προσήλια. Είχε προσήλια εκεί. Οι αντάρτες κατέβιναν στους Γόνους κάθε βράδ’. Μια βραδιά χτύπσαν τους Γόνους. Στο γυρισμό, τα ξημερώματα μαζεύουν χίλια οχτακόσια γιδοπρόβατα. Δεκαεφτά τζιουμπάνους. Εμείς είχαμι κάτ’ σκλιά τέτχιαϊάϊα, (τόσο μεγάλα) εφτά. «Γάπα-γούπα, γάπα-γούπα». Ο άλλος συνέταιρός μου, που ήταν απ’ τους Γόνους, ήταν ηλικιωμένος, 23 χρονών. Τουν λέου: «Τα σκλιά, σήκου, τι γίνεται»; «Όχι, μωρέ, άστους», μου  λέει. Δε μπορούσαν να σπάσουν να ‘ρθούν ζ γκαλύβα οι αντάρτες. Κάποτε, που λες, μπουκάρουν, σπάσαν τα σκυλιά. «Ντραν-ντρουν». Είχαμι μια πόρτα απού λαμαρίνα. Τραβάν μπόρτα που ‘ταν σκουριασμέν’. Ιγώ μι γκάπα, έρχουντι σι μένα, μι ξισκιπάζν: «Όχ’ ιμένα, μωρέ μπάρμπα, είμι μικρός». Ξισκιπάζν τουν άλλου: «Καλά, μωρέ, δε ντρέπισι, αφήντζ να μας φαν τα σκλιά»; Τουν δίν’ έναν, ακόμα έναν, δυο. Τουν λέ’: «Βγάλι τα γίδια όξου». Τς βγάζν τα γίδια, που λες, έξω, «πάμι». Γέμσι ι δρόμους γίδια, πρόβατα, χαμός.
-Πόσοι ήταν;
Τρεις, αλλά παρακάτου ήταν χιλιάδες.
-Του είπαν «μάσε τα γίδια»;



Ναι, λέει τουν άλλουν: «Γρήγορα, τσακίσου, βγάλι τα γίδια όξου κι κατέβαστα στου δρόμου». Τα κατιβάζουμι κάτ’. Απού πίσου έρχουνταν γίδια, πρόβατα κάργα. Τα ‘χαν μάσ’ απού άλλα μαντριά. Εκεί ήταν ο Μήτσιος Πλεξίδας, ο Γιώρς ο Τράντας, τς Μαρίας τς Τράντινας (από τη Σκοτίνα). Βοσκούσαν άλογα αυτοί κι έκαναν γεωργικές δουλειές. Τς είχαν υπαλλήλους. Αλλά αυτοί στο δρόμο φύγανε. Τη γκοπανήσανε. Πρόλαβαν και φύγανε.
 ----------
* Δουργιανή (η), τοπων. όρος προς β. της Άνω Σκοτίνας. Πιθανόν από τους Δωριείς. Παρατηρούμε ότι στην περιοχή αυτή ανοίγονται τέσσερα φαράγγια (νότια του Ολύμπου). Οι αντίστοιχοι χείμαρροι ενώνονται και αποτελούν τη Ζλιάνα. Οι πρώτοι πηγάζουν από την κορυφή Καραβίδα ή Ντουργιανή-Δουργιανή, ο τρίτος από το στενό της μονής των Κανάλων και ο τέταρτος από το οροπέδιο Μπεκλέση.   
 2. Τα γίδια στην πατρίδα 
 Εμάς μας έμασαν τα γιδοπρόβατα, μας βγάλανε στην Καλλιπεύκη επάνω. Μόλις βγήκαμε στη Ράχ’ απάνω. Ήμασταν δεκαεφτά παιδιά. Ήταν αυτός ο ηλικιωμένος κι άλλ’ δεκαπέντε. Ήταν πολλά γιδοπρόβατα. Μόνο από μας ήταν χίλια εφτακόσια.
-Μήπως θυμάσαι τι εποχή ήταν;  
Ήτανε φθινόπωρος του 1948. Λοιπόν, βγήκαμε απάνω στην Καλλιπεύκη. Πριν φτάσουμε στην Καλλιπεύκη, εκεί που σπάσανε τη λίμνη, δίπλα πάνω στον αυχένα, εκεί μας σταματήσανε και τα ‘μασαν τα γίδια και πρόβατα αυτοί οι αντάρτες. Τα μάσαν’ παραπέρα. Σφαχτάδις και τα κόβουν και μας βάλανε εμάς στην άκρη. Μας λεν: «Παιδιά, τώρα, από σας ποιοι θέλετε να μείνετε για μας εδώ περάστε δεξιά. Ποιοι θέλετε να φύγετε περάστε αριστερά». Βγαίνουν τα παιδιά αριστερά, να φύγουν. Βγαίν’ κι ο δικός μου συνέταιρος, περνάει δεξιά. Τον βλέπω κι εγώ να περνάει δεξιά. Του γκοιτώ μα προυτού έρθ’ η σειρά μ’ ακόμα, μου κάν’ έτσ’ μι του μάτ’, δηλαδή «έλα, έλα». Πάου κι γω κατά κει. Αυτός, εγώ κι ακόμα ένας βγήκαμι να μείνουμι. Οι άλλ’ πήγαν να φύγουν. Λέει: «παιδιά, εσείς που θα φύγετε, το δρόμο τον ξέρετε. Δρόμο, δρόμο, ώρα καλή, χαιρετισμούς στις μάνες και στους μπαμπάδες». «Εσείς»; «Εμείς, λέ’ ο δικός μου, ο ηλικιωμένος, εμείς θα παραμείνουμε να πολεμήσουμε για τον αγώνα».
- Για την πατρίδα.
 Για την πατρίδα. «Μπράβο», του λέει, «κι εσύ»; Λέ’ ιμένα. «κι εγώ», «κι εσύ»; λέ’ τον τρίτο. «Κι εγώ». Φεύγουν, τώρα τα παιδιά. Εμείς πάμε για το Νιζιρό. Αυτά τα παιδιά πήγαν 100-150 μέτρα για να φύγουνε, τς είχανε διασταυρωμένα πυρά, είχαν τα πολυβόλα στημένα κι ακούμε «πρ…» ριπές. Γλέπουμι, σπαρταρούσαν τα πιδιά. Τς καθάρσαν. Και λέμε: «τι γίνεται»; «Α, τίποτα, βολή κάνουν, μη γκοιτάτε κατά κει, εμείς πάμι στην Καλλιπεύκ’».
-Και τα παιδιά;
Τα καθαρίσαν τα παιδιά με οπλοπολυβόλα. Εμείς φεύγουμε τώρα και πάμε για το Νιζιρό. Πάμε στο Νιζιρό, βράζανε γίδια, πρόβατα στα καζάνια μέσα. Έκουβι μια μερίδα κρέας, «πάρτι κι λίγου ζουμί κι φάτι». Πού να κατιβεί φαΐ. Εμείς είδαμε να σκοτώνουνε τα παιδιά. Τέλος πάντων, μείναμε, τη βγάλαμε μια βραδιά εκεί.
3. Καρυά Ολύμπου 


Πάμι την επαύριο, μας πηγαίν’ ζ Γκαρυά. Μας παν ζ Γκαρυά. Μέσ’ στου σχουλείου είχαν άλλ’ δεκατρείς. Και τρεις εμείς δεκάξ’. «Τι γίνεται παιδιά», «τι να γίν’, καλά». «Πόσον καιρό είστε εδώ’; Εγώ είχα δέκα μέρες, άλλος δεκαπέντε, «τι να γίν’ δε γξέρουμε τίποτα». Ήταν ο σκοπός εκεί που μας δίναν και τρώγαμε, στην πόρτα εκεί. Ένα παραθρούλ’. «Τι θα γίν’, ρε πατριώτ’, θα μας σκοτώσουν; τι μας έχουν εδώ»; «Όχ’, μη φοβάστε. Θα σας πω, αλλά μη λέτι τίποτα. Σας έχουν για έξω, για το εξωτερικό να σας στείλουν, για παιδομάζωμα. Δεν ξέρουμε σε ποια χώρα θα πάτε, Πολωνία θα πάτε, Ουγγαρία θα πάτε, Τσεχία»; Πήραμε ένα θάρρος, αφού δε μας σκοτώνουν. Κάθομαι τέσσερις μέρες εκεί μέσα.
-Πού κοιμόσασταν; 
Μέσα στο σχολειό. Καταή μι τς κάπις, μαλλιότα. Στρώναμι καταή, όλ’ αλτουσαριά (στρωματσάδα) καταή.
-Φαγητό; 
 Μας έδουναν λίγο απού κάτ’ νιρόβραστα φαΐά, ντιπ τίπουτα. Ψουμί τίπουτα. Λοιπόν πέρασαν τέσσιρις μέρις, έρχεται μια διαταγή, εντός 24 ώρες να μαζευτούν τρεις χιλιάδες αντάρτες απάνω στη Μπεχτέσ’. Να χτυπήσουν Λεπτοκαρυά, Λιτόχωρο, Κατερίνη, Γιδά. Τρέξαν αυτοί σιαδώ, σιακεί, δε μπορέσανε να μαζέψουν τόσους. Μάζεψαν 1500-1700, πόσους μπόρεσαν να μαζέψουν. Μας βγάζουν κι εμάς κι μας παν ζ ντ Μπιχτέσ’. Εκεί όλ’ μαζί σε μια πεδιάδα.
-Πού είναι η Μπεχτέση; 
 Η Μπεχτέσ’ είναι στην Καρυά επάνω, στον Όλυμπο παν’. Μας βγάζουν κι εμάς εκεί πάν’, κάτ’ συναγωνίστριες έβγαζαν λόγο με το χουνί, ξέρω γω, «συναγωνισταί, συναγωνίστριαι, τώρα έχουμε προέλαση, απόψι βασιλεύουντα ο ήλιος ξεκινάμε από δω για να πάμε να χτυπήσουμε τη Λεπτοκρυά, Λιτόχωρο, Κατερίνη, Γιδά, εκεί κάτω. Να προχωρήσουμε, θα πάρουμε πρώτα τα φυλάκια από το στρατό, το σχολείο από τη Λεπτοκαρυά, θα βγάλουμε τα γυναικόπεδα έξω, θα τα βάλουμε μπροστά, θα πάμε στο Λιτόχωρο». Τα γυναικόπεδα μπροστά, γιατί ο στρατός φοβάται να βάλ’ στρατιώτες.
-Εσύ είχες όπλο;
Ναι.
-Ήξερες να το χειρίζεσαι; 
Μας έδειξε λίγο αυτή η ανταρτίνα, κάτι μανιχέρια, κάτ’ ιταλικά. Ένα ντροβά σφαίρες και δυο-τρεις πατάτις ζιμαντζμένις στου ντρουβά, μας λέει: «Ελάτε». Πάμε στο πεύκο. Θα κλεί’ις του μάτ’, τφικάμι στου μπεύκου. Έριξάμι 5-10 σφαίρις, εντάξ’, αυτό ήταν, τελείωσε. 
4. Μάχη Λεπτοκαρυάς

Μας χών’ μέσα, μαζί όλ’, φτάνουμε στη Λεπτοκαρυά, μέρα με νύχτα. Ναρκοπέδια, όλα, τα πήρα σβάρνα να σκουτώζν τα πιδάκια. Εγώ έκατσα λίγο παραπίσω, σκουτίδ’ ήταν, ποιος θα σι δει τώρα.
-Ήταν βράδυ;
Νύχτα. Μόλις πλησιάζαμι να φτάσουμι ικεί, ένα βίκερ πολυβόλο που είχαν αυτοί, οι στρατιώτες εδώ στον Άγιο Νικόλα, στην εκκλησία. Αυτό μι νιρό ψύχουνταν. Δίχους νιρό καίγουνταν, άναβι. Γίνουνταν κόκκινο. «Μπαμ, μπουμ», που λες, ορμούν οι αντάρτες, παρατούν το βίκερ αυτοί και κόβουν σιαπέρα.


-Ποιος;



Ο στρατός, τ’ απαράτσαν. Μιτά, που λες, του παίρ’ ένας του βίκερ, λέει: «Πώς χειρίζεται αυτό»; Κοιτάει ο άλλος «δε μπορούμε να το χειριστούμε αυτό, πάρτο, σπάστο». Το αχρήστεψε. Λοιπόν, φτάνομι κουντά στου σχουλείου, ήταν τ’ άλλου φυλάκιου, «Καστανιά» του ‘λιγαν. Έβανι απού κει κα του σχουλειό. Είχαν λίγου στρατό. Οι Μάυδις έβγιναν περίπολο στο ξηρουκάμ’ τα βράδια όξου. Κλείσκαν όξου, οι αντάρτις μπήκαν. Περιφράξαν, δε μπορούσαν να παν σχολείου. Ήταν ο μπάρμπα Γόλας ο μακαρίτς -θεσχωρέστον- ο Γρηγόρης (Νικολός), ήταν ασυρματιστής και καλός στο πολυβόλο, μέσα στο σχολείο. Έβαζι απόλις τις θυρίδις αυτός κι κρατούσι του σχουλείου. 


-Εσύ πώς αντιδρούσες;

Εγώ κανέναν δεν υποστήριζα, αλλά δε μπορούσα να κάνω και διαφορετικά. Αφού μπήκαμι ικεί κουντά να φτάσουμι στου σχουλείου, είδα έναν αντάρτ’ μι τουν υπουκόπανου κουπάντζι μια γναίκα, «μπαμ, μπαμ», καναδυό, που λες, κι ν’ έρξι καταή. Ιγώ λυπήθκα, πιτσιρίκος ήμαν, λυπήθκα. Λέω: «Ρε, συναγωνιστή, τι κάντζ, γιατί σκουτώντζ τη γριά»; «Γ… το Θεό τς, μου λέ’, έχει πυρομαχικά στον ώμο κι τα πάει απάν στου φυλάκιου». Κι τουν λέου: «Πού το ξερς»; «Να του κιβώτιου, τα πυρομαχικά κάτου». Παίρου ιγώ τη γριά, που λες, σβαρνιούντα λίγου, τη μπάου απού κάτ’ σ’ ένα μπαλκόν’. Χτυπάου τη μπόρτα, χτυπάου να βγει κανένας να τη μπάρ’, να τ’ μεταφέρουν μέσα. Τ’ λυπήθκα. Ε, τέλος πάντων, νε ‘φσα ‘που κάτ’ του μπαλκόν. Μιτά, σι λίγου, βάλανι φουτιά γύρου, γύρου του σχουλείου, κάτ’ μαντριά, κάτ’ καλύβις. 
-Είχε ξημερώσει;
Όχι, νύχτα. Τα ‘βαλαν φουτιά ξερς ποιοι; Οι Λιφτουκαρίτις αντάρτις. Είχι αντάρτις ικεί μέσα. Γιατί άκουσαν τι συνέπειες θα ‘χουν οι οικογένειες. Σι λέ’: «άμα πάρουμι του σχουλείου, τιλείουσαν κι οι οικογένειες. Θα μας βάλουν μπρουστά, θα πάμι στου Λιτόχουρου, θα πάμι ικεί σχουλείου. Τα ‘βαλαν όλα φουτιά, κάηκε και μια δασκάλα, ν’ έκαναν άγαλμα ζ Γκατιρίν. Λοιπόν κι μ’ αυτό που έγινι, δε μπουρούσαν να πάρν του σχουλείου, απότυχαν. Ήρθαν ξημερώματα, ήρθι η καταδίωξη από κάτω, τ’ αεροπλάνα από πάνω, τη γκουπανήσαμε. 
-Τι είναι η καταδίωξη;
Βάζαν τα κανόνια απού κάτ’ απ’ τη θάλασσα, ρίχναν. Λοιπόν, μέσα στο ρέμα ικεί κουβαλούσαμι τς τραυματίοι στου καραούλ’ απόξου. Ιδώ ήταν το ρέμα. Εμείς απόξου.
-Ποιο ρέμα;
Εδώ, πίσω από την εκκλησία, το λάκκο το Μέγα, του λεν. Ικεί πίσου κουβαλούσαμι τς τραυματίοι. Ικεί: «Τι έχ’ αυτός»; Του πουδάρ’ σπασμένου. «Μπαμ» μια στ’ αφτί ο αξιωματικός, πάρτουν κάτ’. Τον ρίχνανε κάτ’. Οι σκαμπανείς σκάβανε γούρνις κι τς πιτούσαμι κάτου στου ρέμα κι τς θάβαν οι άλλ’, να μη φαίνουντι κι να λεν την επαύριο ότι έχουν σκουτουθεί πουλλοί αντάρτις.
 
5. Κάτω Όλυμπος

-Οι αντάρτες ήταν τραυματίες.
 Τς εκτελούσαν τελείως και τους θάβανε. Όσοι ήταν ελαφρά τους είχαν στα μουλάρια καβάλα και τους φέρνανε επάνω στ’ Κατή, * που το λέμε. Εκεί είχαν νοσοκομεία, φαρμακεία. Ήμασταν εκεί με το Γαλάν’ τόσον καιρό, το μακαρίτ’ το Γαλάν’ τον Αποστόλ’ (αντάρτης από τον Παντελεήμονα). Η οικογένεια μ’ ήταν εδώ και δεν ήξεραν. Δεν είχαμε επαφή από τους Γόνους που έφυγα εγώ, κόπκι εδώ μέσα η συγκοινωνία απ’ τα Τέμπη, κόπκαν τα γράμματα, αλληλογραφία, τηλέφωνα τότε τίποτα και δεν ήξιρα ιγώ τι γίνεται στο σπίτ’. Αλλά, όταν ιμείς χτύπσαμι τη Λεπτοκαρυά, το 1949 έφυγαν στο Λιτόχωρο η οικογένειά μ’. Τέλος πάντων, εμείς που βγήκαμε απάν’ στ’ Κατή, μιτριούμιστι, όχ’ συγνώμη, μιτριούμιστι ζ ντ Μπιχτέσ’, λείπαν κάπου εφτακόσια άτομα.
-Πότε έγινε αυτό;
Την άλλη μέρα μετά τη μάχ’, την επόμενη μέρα βγήκαμε απάνω. Πολλοί σκοτώθηκαν στο δρόμο. Έριχναν τα κανόνια από κάτ’, η καταδίωξη, τα ‘ροπλάνα, μια ανταρτίνα μι τς φουκαλές ** γκατέβασι κάτου. Ανέφκι αυτή σ’ ένα ιλάτ’ και μπρ…έπισι κάτ μαζί μι του ιλάτ’.
-Πού ακριβώς έγινε αυτό;
Ιδώ σ’ τς Κουπάνις που ‘ταν δρόμους για Γκαρυά. Λοιπόν, πήγαμι απάν, μετριούμιστι, λείπουν καμιά εφτακόσιοι. Άλλοι έκατσαν να παραδοθούν, άλλ’ σκουτώθκαν κι πήγαμι ικεί ζ ντ Μπιχτέσ’. Μιτά κατιβαίνουμι ζ Γκαρυά, καθόμαστι καναδυό μέρις, να πάμι στους Γόνους, να χτυπήσουμι, να πάρουμι καπνό και τρόφιμα.
-Είπες για στρατηγείο στην Κατή. Πώς ήταν αυτό;
Είχαν ξύλα, πεύκα και μέσα ήταν καταφύγια. Είχαν κριβάτια μέσα, είχαν τους αρρώστους. Μεγάλη έκταση, όπως ένα νοσοκομείο. Ήταν τούνελ μέσα, πώς να στο πω, έμπαινες από δώ (Βασίλα) και έβγαινες στον Αγιώρ’. Μετά χτυπούμε τους Γόνους να πάρουμε καπνό, τρόφιμα. Χτυπούν ένα μαγαζί, ένας βλάχος του ‘χι από το Κιτσιλέρ’, Κουντουτάσιος λέγονταν. Ιγώ του ήξιρα του μαγαζί αυτό από πιο μπροστά, που ‘μαν ικεί. Χτυπούν το μαγαζί αυτό, πού ‘ταν το μεγαλύτερο στους Γόνους. Του πάτσαν του μαγαζί. Πήγα κι γω, λέου «κάτ’ θα πάρου». Είχαν κάτ’ μι φτίλια τσιακμάκια, τιτράδια, χαζουμάρις. Αυτοί μπήκαν μέσα να κάν’ πλιάτσκου. Ιγώ πήγα μέσα, πήρα καναδυό πραγματάκια, μι τραβάει ένας συναγωνιστής ζ μπάντα: «Κάτσι ικεί στου πουλυβόλου», μι λέ’ «να πάου κι γω μέσα». Αυτός είχι ένα μιδράλιου στημένου. Του χουριό αυτό ήταν όλου μπαξέδια μι ντουβάρια. Δρόμος με μπαξέδια. Μέσ’ στ’ μέσ’ του δρόμου, τον κεντρικό, αυτός είχι στήσ’ του μιδράλιου. Είχι μια πεντακοσιάρα γεμιστήρα, πεντακόσια φυσίγγια. Μι λέ’: «Ό,τ’ περάσ’ από δω, βάλε». Ιγώ ξάπλουσα ικεί. Ήμαν πιο μακριά απ’ του μαγαζί, δέκα μέτρα πιο πέρα, δηλαδή είκουσ’ μέτρα ήταν ο δρόμος. Ξαπλώνω και περιμένω. «Μπαμ, μπαμ» ο στρατός έβανε όλμους μέσ’ στο χωριό. Αλλά ακούω ένα άλλο χτύπο από κάτ’ απ’ τα Τέμπη, στου «Μπαμπά», του ‘λιγαν. Λοιπόν έρχιτι μια φουτιστικιά από πάνου κι έρχιτι βουλίδα κι χτυπάει απάν’ σ’ τ’ σκιπή. 
-Ήταν νύχτα.
Νύχτα. Έβαζαν κρυμμέν’. Ο στρατός που ‘τανε στους Γόνους. Είδα μια λάμψ’ ιγώ. Μπαμ, μπαμ», ώ! Τα κεραμίδια μ’ ήλθαν, όπους του χαλάζ’, στου κιφάλ’. Τώρα τι να κάνου. Σι μηδέν χρόνο γλέπου, να πούμι, κόσμους έρχιτι μπρουστά κατιμένα ‘π’ του δρόμου. Τρέχουν οι αντάρτις να δουν τι έγινι, πάου να δω κι γω, τραυματίες σκουτώθκαν, τι έγινι. Δεν ξέρω εγώ, όμως, αν είνι αντάρτις. Μι λέ’ αυτός «ό,τ περάσ’ απού δω, βάλε», πατώ τ’ σκαντάλ’ ιγώ κι κάνου θεριστική μέσ’ στου δρόμου. Έριξα 100, 200, 300 σφαίρις΄. Σταματάου για μια, δε βλέπου τίποτα, όσ’ ήταν πέσαν κάτ’. Δεκατρείς ήταν του προυΐ σκουτουμέν’ ικεί. 
-Αυτοί ήταν στρατιώτες;
Αντάρτις. Ήταν μέσ’ στου χουριό κι έτριχαν να δουν τς συνάδιρφοί τους που σκουτώθκαν.
-Εσύ δεν κατάλαβες;
Πού να καταλάβω, αφού μι λέ’ «ό,τ πιράσ’ απού δω, βάλε», ξέρου γω, τώρα; Λέου: «Άμα δε ρίξου, πάει, μι πχιάσαν». Τέλος πάντων, ήταν στρατός, αλλά δεν έκανε έφοδο μέσ’ στο χωριό. Δε μπορούσε. Αφού ήταν αντάρτες μέσα. Εγώ περίπου κατάλαβα, είπα αποκλείεται να ‘ναι στρατός, αλλά αφού έρχουντι κατιμένα, τι να κάνω εγώ τώρα. Έρξα ιγώ, καθάρσα ό,τ’ ήταν. 
-----------
* Κατή (η), οροπέδιο βδ της Άνω Σκοτίνας, το "διεθνές" λεγόμενο, όπου συναντιούνται τα σύνορα των χωριών Σκοτίνας, Καλλιπεύκης, Κρανιάς, Παντελεήμονα, Πούρλιας, Αιγάνης. Τούρκος δικαστής δίκαζε τις υποθέσεις των κατοίκων των χωριών αυτών. Λένε, πως ο δικαστής (κατής) που δίκαζε, πέθανε εκεί στη βρύση, η οποία πήρε το όνομα "Κατή".

** φουκαλιά (η), κλωνάρι από έλατο, "απ' ν' Αζβησταριά κουβάλσαμι φουκαλιές", αλ. φουρκαλιά ή φρουκαλιά, η σκούπα από βούρλα ή λυγιές με την οποία σκουπίζουν τ’ αλώνι,  από το μσν. ρ. φροκαλώ  =  σκουπίζω < αρχ. φιλοκαλώ» (θεόδωρος Μπελίσης).


6. Παράδοση 


Τώρα θα πάρου του πουλυβόλου, του μιδράλιου κι του όπλου του θκο μ’ να πάω να βρω τζ Γαζεταίους στο σπίτ’. Να κρυφτώ, να παραδουθώ. Απού κει πάηνι ι δρόμους, αλλά δεν ήθιλα να πιράσου απού κει. Παρέκαμψα απ’ αλλού, απού δω, απού κει πήγα, βρήκα του σπίτ’. Λέου: «Αυτό είνι του σπίτ»; Αυτό είχι μπαλκόν’, αυτό δεν έχ’ μπαλκόν’. «Βρε, γαμώ τη μάνα, αυτό είχι μπαλκόν’ κι ταράτσα». Τίποτα.
-Τι έγινε; 
Ο στρατός έριχνε όλμους στο χωριό κι είχε πέσ’ ένα βλήμα κι πάει κι η ταράτσα κι του μπαλκόν’. Φουνάζου καμιά φουρά ιγώ, λέου εκατό τς ικατό αυτό είνι. «Ω Τάσιου, ω Τάσιου». Βγαίν’ στου παραθύρ’ «ρε, Διουνύσ’, εσύ είσαι»; «Εγώ είμαι». Ήταν νύχτα. «Ρε, γαμώ, δε μπορώ να γνωρίσω το μπαλκόν’». «Έπεσε, χρύπσι οβίδα κι έπισι, έλα». Πάω κοντά, να πούμε, απού μέσα είχε ένα σαλόν’ μιγάλου και ξύλινη σκάλα, κατέβινι στου υπόγειου κάτ’. Του υπόγειου είχι καπνά -βάζαν καπνά αυτοί- κι είχι κι καταφύγια. Κατέφκα, πέρασα μέσα, τουν λέου: «Τώρα τι θα κάντζ κάνι, θέλου να κρυφτώ, να παραδουθώ». «Πού να σι βάλου», λέει. «Στου καταφύγιο -του ‘ξιρα ιγώ- έχου τ’ Μαρία, έχου δυο δοχεία λάδ’, δε χουράει». Ξέρς ποια Μαρία.
-Ποια;
Ποια γυναίκα είχι ι Γιάντζ τ’ Λιόλια ντ Ντήμ’;
-Α, ο Γιάννης. Πέθανε.
         Πέθανε κι αυτός; Η Μαρία ήταν (στους Γόνους) κι αυτή 15-16 χρόνια απ΄το Νιζιρό, σόι τους. Την έκρυβι ικεί για να μη μπάρν οι αντάρτις. Κι είχι βάλ’ κι του λάδ, δυο δοχεία κι μια γκλαβανή ψηλά κι απού πάν κατ’ δέματα καπνό κι αυτή μέσα. «ισύ δε χουράς», μι λέ’. «δε γξέρου, λέου, ο ένας απάν στουν άλλου, τι θα γίν’ θα γίν’». Σκών ντ γκλαβανή, ο ένας απάν στουν άλλου, πακέτα όλ’ νύχτα, τη βγάζουμι κει μέσα ώσπου ξημέρουσι. Σκών του καπάκ’’, μαύρ’ ζουή μέσα. Βγαίνουμι όξου, πάμι ψηλά να κάνουμι καφέ, τι καφέ! 
-Έφυγαν οι αντάρτες;
Έφυγαν, το πρωί έφυγαν.
-Εσένα δε σε πήραν είδηση;
Πού να μι δουν. Ποιος να μιλήσ’ ικείν’ ν’ ώρα. Όταν θα πήγιναν απάν’, ικεί θα μιτριούνταν. Όταν τιλειώσ’ η δλειά κι φύγουμι απού κει, τότι μιτριούντι.
Λοιπόν, καμιά φορά, αφού γίνανε όλα αυτά, ιγώ σκώθκα να πάω να παραδουθώ. Έχω το πολυβόλο στον ώμο κι έχου τ’ άλλου γιμάτου, του τφέκ’ του μαλιχέρ’ (μάνλιχερ), που λεν. Αυτό ξέρς τι ήταν; Σι τριπούσι η σφαίρα απού δω κι δε φαίνουνταν τίπουτα. Σ’ άνοιγι τέτοια τρύπα, μανιχέρ’ ιταλικά όπλα. Τέλος πάντων, το ‘χω γεμάτο, το ‘χω στη φύλαξη, προχωρώ. Μι λέει ο Γαζέτας ο Τάσιος: «Βρε, Διονύσ’, θα σι σκουτώσουν προυΐ». Έκανε έφοδο ο στρατός μέσ’ στο χωριό. «Πού θα πας στο σχολείο τώρα να παραδοθείς. Κάτσι να ησυχάζν τα πράματα. Θα πας, έχς ώρα». «Όχ’, θα πάω τώρα να παραδουθώ». Ούτι καφέ δεν έκατσα να πιω. Χαραή, όπου  είχι σκάσ’ ο ήλιος. Καμιά ξιαλιά * ήταν ο ήλιος πάν’. Λοιπόν, πάω, ίσια, ίσια το δρόμο ιγώ να πάω σχολείο. Δε συναντώ κανέναν. Πάω απόξω του σχολείου, να ο σκοπός: «άλτ τις εί», -«αντάρτς». Στ’ φύλαξη αυτός, στ’ φύλαξη εγώ. Αυτός μ’ έκανι μι τ’ όπλου. Κι γω. Αυτός ήταν στρατιώτς κι φύλαγι του σχουλείου. Μιτά, αφού πήγινα να παραδουθώ, «άλτ, σήκουσι τα χέρια απάν να παραδουθείς», μι λέ’. Εγώ, νομίζοντας με το μυαλό, αν αφήσω τα όπλα μπορεί να μι σκουτώσ’ κι τουν έχου στ’ φύλαξι εγώ κι μ’ έχ’ κι αυτός στη φύλαξη. Σι λέ’ «τι χαζός είνι αυτός». «Άλτ», αυτός, εγώ προχωρώ, «τι άλτ, αρά» κι προχωρώ. Μόλις έφτασα τρία μέτρα εγώ, αμπδάει μέσ’ στο χαράκωμα και φεύγ’ ο μάγκας. Φοβήθκι, εγκαττέλειψε τ’ σκοπιά, έφυγε. Πάει, που λες, μέσ’ στο σχολείο. Έ, τώρα, λέω, όπως και να ‘χ’ το πράμα, θα βγουν από μέσα να μι σκουτώσν.
Εγώ είχα και μια χειροβομβίδα εδώ και αφοπλίζω τ’ χειροβομβίδα και ν’ είχα έτοιμη να μπιτάξου στο χαράκωμα άμα θα ‘ρθούν. Και πώς δεν την πέταξα! Γλέπου ένα, δυο, τρία, τέσσερα κράνη. Μόν’ τα κράνη έβλεπα, τα κράνη ερχότανε, στροφές, στο τελευταίο καγκέλ’ που ‘ρθαν «τακ» μι τ’ αυτόματο ένας λοχίας. Μόλις ήρθι κει πέρα μου λέ’: «Τη θέλεις τη ζωή σου, παλικάρι μου»; «Θέλου, δε ντη θέλου τη ζωή μ’»; «Εάν τ’ αφήσεις τα όπλα όλα κάτου, εγώ θα σ’ αναλάβω, μη φοβάσαι τίποτα». Λέω κι εγώ, κι έτσ’ χαμένους είμι κι έτσ’ χαμένους: «Να, λέω, τ’ απαρατάω τα όπλα, τ’ απαρατάω τα όπλα», αλλά τη χειροβομβίδα την είχα αφοπλισμέν’ κι ν’ είχα στο χέρ’. Μόλις είδε αυτός που άφησα τα όπλα εγώ, έρχεται με βουτάει, μι σκών’ απάνω, ένας λεβέντης δυο μέτρα με σηκών’ ψηλά. «Μη φοβάσαι τίποτα», λέει. Λέω «καλά». Πήραν τα όπλα οι άλλ’ ικεί πέρα. Λέω «συγνώμη, έχω χειροβομβίδα». «Πού», μου λέει. Είχα κι τη μπηρούν: «Κάτσι ν’ απασφαλίσου». Βγάλανε τη μπηρούν’, απασφαλίζουμε τη χειροβομβίδα. Τη χειροβομβίδα τη μπήραν, «εντάξ’, μη φοβάσι τίποτα». Πάμι μέσα, μι κουρεύν τα μαλλιά, πιτούν τα ρούχα, τα ‘ναψαν.
-Γιατί;
-Είχαμι ψείρα, πολύ ψείρα. Μι κόβν κι τα μαλλιά στου μπάτου, μια μακαρονάδα, πάνου τρώου, μι βαν να κοιμθώ, μι δώσαν ρούχα. Κοιμήθκα. Τ’ απόγιμα πάω στο διοικητήριο, στο διοικητή. Τουν δίνου κατάθεση. Μιτά, που λες, Γιάνν’, μι λέει ο διοικητής: «Πρώτα, πρώτα από πού κατάγεσαι»; «Από τη Σκοτίνα Πιερίας». «Πώς σε πήραν οι αντάρτες, από πού σε πήραν, σε πήραν, πήγες»; «Με πήραν απ’ τα γίδια». «Τίνος γίδια»; «Ντ Γαζέτα απ’ το Νιζιρό. Ήμαν ιδώ, τα ‘χαμι μαζί σμιγμένα, μας πήραν, μας πήραν στο Νιζιρό, απού κει ζ Γκαρυά, μας κλείσαν μέσα, καθίσαμε, κάναμε μάχ’ στ’ Λιφτουκαρυά». Όλα, όλα. Αυτός τα έγραψε όλα. Το ιστορικό όλο. Μου λέει: «Δε θα φύγεις το βράδυ, θα πας ζ ντ Γαζέτα. Θα ‘ρχισι ιδώ να κοιμάσι. Λοιπόν, πού είναι η οικογένειά σου»; «Δε γξέρου. Ν’ οικογένεια ν’ άφσα στ’ Σκουτίνα, αλλά τώρα δε γξέρω». «Εμείς θα τη βρούμε».
-Πόσος χρόνος πέρασε από τότε που άφησες την οικογένειά σου;
-Δυο χρόνια. Έκατσα στ’ αφεντικό μετά. Ο διοικητής την επαύριο μι πήρι μι του τζιπ κι μι πάει στο διοικητή, στο 1ο Σώμα Στρατού, στο στρατηγείο Λάρισας. Τουν είπι: «Σ’ ήφιρα το μικρό αντάρτ’ που πχιάσαμι, παραδόθηκε». Τουν λέει: «Αυτός είναι»; «Αυτός». «Τι λέει το αετόπουλο αυτό»; Καθόματε στο στρατηγό, τουν δίν’ τη γκατάθεση, εντάξ’. Σκώθκι ο άνθρωπος, μι παίρ’ σ’ ν’ αγκαλιά, μι φλάει, όπως το παιδί τ’. «Πρώτη φορά, λέει, είδα αντάρτ’ να παραδοθεί με δυο όπλα. Αυτό το παιδί εδώ με οπλοπολυβόλο και να εγκαταλείψ’ τ’ σκοπιά ο σκοπός, τέτοια ψυχραιμία! Δε συνέβηκε ποτέ. Τώρα τ’ ακούω, το λέω και σηκώνεται το μαλλί μ’ απάν’». Όπως κι εγώ τώρα. Και «μπράβο, συγχαρητήρια. Πού είναι η οικογένειά σου»; «Δε γξέρω». «Εμείς θα τη βρούμε. Θα τη βρούμε και θα σε στείλουμε αεροπορικώς». Βρήκαν αυτοί. Ήταν στ’ Λιφτουκαρυά η μάνα μ’. Τ’ αδέρφια μ’ είχαν πάει στο Λιτόχωρο. Με στείλανε με ελικόπτερο σ’ τ’ Σαλουνίκ’ κι απ’ τ’ Σαλουνίκ’ με πήρε ένα τζιπ τριών τετάρτων κι μι πάει σ’ ν’ οικογένειά μ’, στο Λιτόχωρο…Κι εκεί πήγα σχολείο κι ύστερα έβγαλα το δημοτικό στα δεκάξ χρόνια.


----------
* ξιαλιά (η), είδος μέτρου που ισοδυναμεί με ένα ξύλο μήκους περίπου ενός μπαστουνιού. Τόσο απέχει ο ήλιος από την επιφάνεια της θάλασσας. Όπως θα λέγαμε «ι ήλιους θέλ’ ένα φόρτουμα να πέσ’» (να δύσει), δηλαδή όσο μήκος έχει η τριχιά, που χρησιμεύει για φόρτωμα πραγμάτων στο ζώο.