Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Ιερατείο: Παρθένιος (1867-1934)


 
Ο Παρθένιος «σ’ ν’ απαλνή» Σκοτίνα


   Επί τουρκοκρατίας (γύρω στο 1910)  ο αείμνηστος μητροπολίτης Κίτρους Παρθένιος Βαρδάκας επισκέπτεται την Άνω Σκοτίνα* του Κάτω Ολύμπου. Ο μακαρίτης Στέργιος Μ. Γερομιχαλός (1897-1987) -γνωστός στο χωριό ως «ι Στέργιους τς Λένους»- θυμάται την υποδοχή που ο κόσμος επεφύλαξε στον δεσπότη. Η συνέντευξη που δόθηκε το καλοκαίρι του1984 είναι κατατοπιστική.

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ «Ιτότι που ήρθι ι δισπότς ι Βαρδάκας στου χουριό, θυμούμι μας έμασι ι δάσκαλους ι Δημήτριους Τουμαράς κι μας κατέβασι στου Μάρμαρου. Έτσ' λέμι του μέρους ικείνου. Πιρίμινάμι. Ήρθι. Ήταν καβάλα στου άλουγό τ', του ιππικού άλουγου. Ήταν Τουρκία. Μόλις ήρθι, αρχίντζαμι ιμείς κι ψάλαμι του "πουλυχρόνιου". Αυτός απού καβάλα χιριτούσι κι μας ευλουγούσι. Ύστιρα βγήκι στου χουριό. Κατέλυσι στου σπίτ' τς Τσιτσίλους. Κάθισι δυο, τρεις μέρις κι ήρθι Κυριακή. Μπρουστά ιππουκόμους μι ντ βαλίτσα. Αυτός που διατηρούσι τ' άλουγου κι μέσα ζ ντ βαλίτσα είχι τ' στουλή. Κατέφκι στου νάρθηκα κι ντύθκι καλά. Πιρνάει μέσα κι κάμ' του σταυρό μπρουστά ζ Μπαναγία ικεί. Κι ταίριασι να είνι η ώρα που ψάλν "ανοίξω το στόμα μου". Ικεί να ήσαν ν' ακού'ις! Ι παππούς ι Παραμύθας ήταν μουσικός. Ι δάσκαλους ι Μπλέτσιους είπι άλλου τρουπάριου κι ι δισπότς έσκουξι του τρουπάριου "ουκ ελάτρευσαν". Ωραία τα τρουπάρια. Τιλείουσι απού 'κει. Διξιός ψάλτς ήταν ι αναγνώστς ι Παραμύθας Αθανάσιους, πατέρας απού του Γιάν' του Μπαραμύθα. Αριστιρός ήταν ι Γιάντζ ι Μπουκουβάλας. Του γκιρό που ήταν να πουν τουν Απόστουλου κι είπι ι δισπότς "Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την άμπελον ταύτην", κοιτούσι προς τα πάν'. Ι μακαρίτς ι Νάσιους ι Καραμπίνας μουρμούρσι· "αυτός συνδέιτι μι του Θιό τώρα". Ν' ώρα που ξηγούσι του Εαυγγέλιου, ι αριστιρός ψάλτς γέλασι. Τουν άκουσι αυτός, αλλά δε ντουν είδι. Συνέχισι του λόγου ύστιρα. Παπάς ήταν ι μακαρίτς ι παπά-Θανά'ης Οικονόμους κι ι παπά-Χρήστους Σακιλλάρης. Ιμείς, τα πιδιά του σχολείου, κανουναρχούσαμι. Τραβούσαμι ίσουν. Ήμαν ιγώ, ι παπά Γιάντζ (τότε λαϊκός) Μπιλιάγκας), ι δάσκαλους ι Μπλέτσιους, ι μακαρίτς Θανά'ης ι Γκαλιαμπός. Σ' ν' αριστιρή μπάντα ήταν άλλα πιδιά. Ικεί που μιλούσι, βάρσι δόγματα για τα βακούφκα: «Όποιους ζαπώσ' βακούφκα χουράφια ή μπαξέδια, ιγώ πρώτους θα πάου να βγάλου του πρώτου του παλούκ'».
          Του 'πι, μα δε ντο 'κανι...»

ΚΟΙΝΗ. Την εποχή που μας επισκέφτηκε στην Άνω Σκοτίνα ο δεσπότης Παρθένιος Βαρδάκας, θυμάμαι πως ο δάσκαλός μας Δημήτριος Τομαράς μας συγκέντρωσε και μας κατέβασε στο κάτω μέρος του χωριού, στην τοποθεσία "Μάρμαρος". Εκεί περιμέναμε κόσμος και παιδιά ώσπου να 'ρθεί. Κάποτε ήρθε καβάλα στο άλογό του. Μα τι άλογο: Του ιππικού. Τότε είχαμε τουρκική κατοχή. Μόλις έφτασε, εμείς αρχίσαμε να ψάλουμε το "πολυχρόνιο". Εκείνος πάνω από το άλογο χαιρετούσε και μας ευλογούσε. Μετά ανηφόρησε προς το χωριό και κατέλυσε στο σπίτι της Τσιτσίλως. Κάθισε δυο-τρεις μέρες, ώσπου ξημέρωσε η Κυριακή. Μπροστά ο ιπποκόμος που κρατούσε τη βαλίτσα. Αυτός που πρόσεχε το άλογο και μέσα στη βαλίτσα είχε την αρχιερατική στολή. Κατεβαίνει ο δεσπότης μπροστά στο νάρθηκα και ντύνεται καλά. Περνάει μέσα στο ναό και κάμει το σημείο του σταυρού μπροστά στον ειδικό χώρο της Παναγίας. Και ταίριασε, στην ώρα που ψάλλεται η καταβασία "ανοίξω το στόμα μου" και τα σχετικά τροπάρια. Κι αρχίζει ο δεσπότης "ανοίξω το στόμα μου". Εκεί να ήσουνα να ακούσεις! Ο παππούς ο Παραμύθας ήξερε μουσικά. Εμείς, τέσσερα παιδιά βοηθούσαμε το δεξιό ψάλτη. Είτε κρατώντας ισοκράτημα, είτε κανοναρχώντας. Ο δάσκαλος ο Βλέτσης έψαλε άλλο τροπάριο και στη συνέχεια ο δεσπότης έψαλε δυνατά την καταβασία "ουκ ελάτρευσαν".  Οι καταβασίες τελείωσαν. Δεξιός ψάλτης ήταν ο αναγνώστης Παραμύθας Αθανάσιος, πατέρας του Γιάννη Παραμύθα. Αριστερός ο Γιάννης Μπουκουβάλας. Τη στιγμή που κόντευε να πουν τον "Απόστολο" και την ώρα που ο δεσπότης έλεγε το "Κύριε, Κύριε επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την άμπελον ταύτην", έριχνε το βλέμμα του προς τα πάνω. Τότε ο μακαρίτης Νάσιος Καραμπίνας ψιθύρισε· "τώρα ο δεσπότης επικοινωνεί με το Θεό". Την ώρα που ο δεσπότης εξηγούσε το Ευαγγέλιο, ο αριστερός ψάλτης γέλασε. Ο δεσπότης άκουσε το γέλιο, αλλά δεν αντιλήφτηκε ποιος είναι. Συνέχισε το κήρυγμα. Παπάδες ήταν ο μακαρίτης παπά-Θανάσης Οικονόμος και ο παπά-Χρήστος Σακελλάρης. Εμείς, οι μαθητές του σχολείου κανοναρχούσαμε. Κρατούσαμε ισοκράτημα. Ήμουνα εγώ, ο παπά-Γιάννης (Μπιλιάγκας, τότε λαϊκός), ο δάσκαλος ο Βλέτσης κι ο μακαρίτης Θανάσης Καλιαμπός. Στο αριστερό αναλόγιο βοηθούσαν άλλα παιδιά. Την ώρα που μίλαγε έκανε υπαινιγμό για τα εκκλησιαστικά κτήματα: «Όποιους καταπατήσει εκκλησιαστικά χωράφια ή μπαξέδες, πρώτος εγώ θα τρέξω να βγάλω το πρώτο παλούκι».
          Τα είπε, αλλά δεν το έπραξε.

Σημείωση: Φαίνεται πως ο δάσκαλος δυσαρεστήθηκε από τη συμπεριφορά μερικών μαθητών. Γι’ αυτό την επομένη μέρα τους ζήτησε το λόγο. Ο αφηγητής υπογραμμίζει:                                                                                                  

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: «Ν' άλλ' μέρα: «Έλα όξου Γιρουμιχαλέ. Έβγα όξου Μπιλιάγκα»! Μας χτύπσι κι έφυγάμι».
          Όταν ζύγουναν οι εξετάσεις, κατέφκαμι Κάτ'. Ιγώ στου μπαρμπα Νικουλή του Γιρμπχαλό. Ήμασταν ξαδέρφια πρώτα. Η παπά Γιάντζ i Μπιλάγκας είχι γαμπρόν του μπαρμπα Νάσιου του Γιρμπχαλό. Κι πάει σι κείνα τα μαντριά. Κι έστειλι ι δάσκαλους τζ γουνίδις κι μας πήραν απού Κάτ'. «Άμα δεν έχου αφνούς, λέει, χάθκα».
          Ήμασταν γιροί μαθηταί κι ι δάσκαλους θα ντρουπιάζουνταν δίχους ιμάς. «Τώρα μιτάνιουσα, σι λέει. Τι φκιάνουμι χουρίς αφνούς. Είνι απαραίτητο να τς έχου ιδώ, τώρα που θα γέν οι ιξετάσεις».
          Μα κι μεις τουν βόητσαμι σ' τς ιξιτάσεις.

ΚΟΙΝΗ. Την επομένη μας φωνάζει ο δάσκαλος: «Έλα έξω Γερομιχαλέ. Βγες έξω Μπιλιάγκα! (στον πίνακα).
          Μας χτύπησε και εμείς το σκάσαμε, φύγαμε. Όταν πλησίασαν οι εξετάσεις, κατεβήκαμε στην Κάτω Σκοτίνα. Εγώ κοντά στα γίδια του ξαδέρφου μου Νικολή Γερομιχαλού. Ο παπά-Γιάννης Μπιλιάγκας (παιδί τότε) στο γαμπρό του Νάσο Γερομιχαλό. Πήγε σε κείνα τα μαντριά. Εντωμεταξύ ο δάσκαλος έστειλε τους γονείς και μας πήραν από το κάτω χωριό και μας βγάλανε επάνω. «Αλίμονό μου, λέει, αν μου λείψουν αυτοί».
          Ήμασταν καλοί μαθητές και ο δάσκαλος θα ντροπιάζονταν χωρίς την παρουσία μας. «Τώρα μετάνιωσα, λέει. Τι θα κάνουμε χωρίς αυτούς. Είναι καλοί μαθητές και απαραίτητοι τώρα, στην περίοδο εξετάσεων».
          Αλλά κι εμείς, όμως, τον βγάλαμε ασπροπρόσωπο στις εξετάσεις.

Επεξηγηματικά: «Ανοίξω το στόμα μου», έτσι αρχίζουν τα τροπάρια που ονομάζονται καταβασίες,
δόγματα (τα), υπονοούμενα, υπαινιγμός, βάρσι δόγματα (έκαμε υπαινιγμό).
Ι Στέργιους τς Λένους, ο Στέργιος, σύζυγος της Ελένης, (ανάλογα με τη βαρύτητα του ονόματος επικρατεί το αρσενικό ή θηλυκό όνομα. Λέμε η Κατίνα τ’ Κατσαπλιά, αλλά και ι Γιάντζ τς Καλής),  
Μάρμαρος, τοπων. λάκκος ΒΑ της Άνω Σκοτίνας, (βλέπε ιστοσελίδα kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com, ανάρτηση  5.2.15).
Τομαράς, Δημήτριος Τομαράς, δάσκαλος στη Σκοτίνα στα χρόνια της τουρκοκρατίας (και του πατέρα μου δάσκαλος), μετέπειτα ιερέας, εφημέριος Χορτιάτη, «ετών 70, εκ Λαρίσης:

 "εκάη εντός κλιβάνου, μετά των δύο θυγατέρων του Αγγελικής και Ειρήνης, την 2 Σεπτεμβρίου 1944 εν Χορτιάτη υπό των Γερμανών του τάγματος θανάτου Σούμπερτ…" (Κ. Βοβολίνης, η Εκκλησία εις τον αγώνα της ελευθερίας, εκδότης Π. Κλεισιούνης, Αθήναι 1952, σελ 285),
Τσιτσίλου (η), παρατσούκλι της Βασιλικής, θυγατέρας του παπά Γιάννη Παπαγεωργίου, πρώην Τσιαβέτα. Από Βασιλική έγινε Βασίλου-Τσιτσίλου. Ήταν αυτή "απόκαμνι τα μπαμπλούκια σ' ν Ικκλησιά" (που προετοίμαζε τα πρόσφορα για τη Θ. Λειτουργία). Σ’ Αυτήν οφείλει το όνομα η συνοικία Βασίλα στην Κάτω Σκοτίνα. Ο παπά Γιάννης είχε 6 κορίτσια: Γραμματή, Ξάνα, Φωτεινή, Βασιλική, Καλλιόπα και μια στον Παντελεήμονα.
----------
* Για τους κατοίκους της Σκοτίνας ο δεσπότης σημειώνει: «πλείστοι εξ αυτών εξεπατρίσθησαν εν τη ξένη αναδειχθέντες εν τοις γράμμασι, τη βιοτεχνία και τω κερδώω Ερμή. Εν συνόλω όμως είναι φιλόπονοι, εργατικοί, φιλοπάτριδες, φιλόστοργοι οικογενειάρχαι και ευλαβείς και φιλόθρησκοι συντηρούντες τρεις ιερείς συμπατριώτες αυτών, ων ο εις εν παρηκμακυία ηλικία προ ολίγου κατέφυγεν εις την πατρίδα αυτού εκ της περιφερείας Ελασσώνος ορμηθείς. Είναι δ’ ούτοι ο παπά Αθανάσιος Πικακίδης οικονόμος, ο παπά Χρίστος Γκανάκης σακελλάριος, και ο παπά Αθανάσιος Ζιώγας» (Παρθενίου, Επισκόπου Κίτρους, περιγραφή επισκοπικής περιφερείας Κίτρους επί τουρκοκρατίας, σελ. 49).
Σημείωση: Μεταφέρω όπως έρχονται στη μνήμη μου όσα τόνισε ένας ομιλητής στην ενθρόνιση του νέου μας Μητροπολίτη Γεωργίου (29.03.2014). ότι, δηλαδή, ο νέος ιεράρχης της Πιερίας να μιμηθεί τους προκατόχους του: α) στην επανάσταση τους Νικόλαο Λούση και Παρθένιο Βαρδάκα**, β) στη σοφία τους Κωνσταντίνο Κοϊδάκη και Βαρνάβα Τζορτζάτο και γ) στην πραότητα τον Αγαθόνικο Φατούρο.
----------
** Ο αείμνηστος δεσπότης, εκτός από τα κοινωνικά, πνευματικά και λειτουργικά θέματα, είχε να αντιμετωπίσει και προβλήματα εθνικά. Βρέθηκε στην καρδιά του Μακεδονικού αγώνα. Ο ίδιος υπογραμμίζει σε βιβλίο του: «…εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος διωργανώθη ολόκληρος η περιφέρεια ημών δια μυστικών εθνικών Επιτροπών και ωρισμένων πεζοπόρων οδηγών και ταχυδρόμων, ευρισκομένων εις ακατάπαυστον επαφήν μετά του σώματος, προωρισμένου και προς κάθαρσιν του εδάφους από παντός ανθελληνικού στοιχείου και ματαίωσιν των υπό της εν Κατερίνη δρώσης ρουμανικής προπαγάνδας…» (ανωτέρω σελ. 13). Αλλού: «…Κατωτέρω παρέχομεν κατά συνέχειαν πιστά αντίγραφα εξ τεσκερέδων της τουρκικής κυβερνήσεως προς τα σεβ. Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως επί Σουλτάν Χαμίτ εκδοθέντα, δι ων αύτη επεζήτει παρά του …Ιωακείμ του Γ’, την παύσιν ή μετάθεσιν ημών…σελ. 15» (χρονολογία 1907). Αλλού: «…κατά την 16ην Οκτωβρίου 1912, ημέραν Τρίτην πρωί η εβδόμη Μεραρχία υπό τον Μέραρχον Κλεομένην Κλεομένους…συνήψε νικηφόρον μάχην παρά το…χωρίον Κολοκούριον, και εκήδευσεν εν Κατερίνη και τον αείμνηστον αντισυνταγματάρχην του Πεζικού Δημήτριον Σβορώνον, εις την κηδείαν του οποίου αυτοποσώπως παρέστημεν…» (σελ. 24).
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ
 

          

                                     Από το ημερολόγιο 2013 Ι. Μητρόπολης Κίτρους

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2016

ιστορίες: Όλγα Κοτσιβού-Καρκαφίρη





          Η Όλγα Καρκαφίρινα σε σχετική συνέντευξη (5.3.82) στη Θεσσαλονίκη, εξιστορεί σκηνές από τη ζωή της στην Άνω Σκοτίνα. Μερικές από αυτές καταχωρούνται παρακάτω.
         
1. το Κουρί  
Μία ομάδα κατοίκων του χωριού, μόλις οι Γερμανοί «πάτησαν» τη Σκοτίνα, έφυγαν από τα σπίτια τους και κρύφτηκαν στο Κουρί. Το Κουρί βρίσκεται στη νότια πλευρά του χωριού (Άνω Σκοτίνα του Κάτω Ολύμπου). Κατάφυτος ο τόπος από έλατο. Βόλευε να πάνε προς τα εκεί όσοι κατοικούσαν στη γειτονιά του Χασαπλιού*. Σχετικά βλέπε ιστοσελίδα kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com,  ανάρτηση 10.9.14

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ «Δεν ήταν σπίτ’ να κάτς. Για το βιο μοναχά. Είχαμι καμπόσα πρόβατα. Τα βουσκούσι η μανιά η Μακασού, η μανιά Κουντήλου**. Κάθουμάσταν σα τζιουμπανοί. Μάζιψάμι 300 ουκάδις στιάρ’. Ιδώ τσιουβάλ’, σιακεί τσιουβάλ’, του σκέπαζάμι μι τς φουκαλές. Του κουβάλσα απ’ ν’ ακατνή, σιαπάν. Πήγα στου αρμάν’ στου Κουρί. Μέσα ‘κεί στου βύθου. Αραδιάσκαμι ικεί, του χουριό, ούλ’. Ικεί κοιμόμασταν. Στου Χουργιό ήταν Γιρμανοί. ‘Αναψαν καζάνια κι έφκιασαν φαϊά κι έτρουγαν. Μάζιβαν κι κότις. Ιμείς στου αρμάν’, έτρουγάμι ιλιές. Μόν’  ιλιές.    
Ήταν βύθους. Τα πιδιά τα βάριναν οι μάνις να μη γκλαίν’. Τσιούτους (σιωπάτι)».

  
                                                  υλοτόμοι στο Κουρί (2014)

ΚΟΙΝΗ Από την ώρα που οι Γερμανοί «πάτησαν» την Άνω Σκοτίνα, ήταν παράλογο να παραμείνεις στο σπίτι. Περισσότερο για το βιο μας. Είχαμε αρκετά πρόβατα. Τα βοσκούσε η γιαγιά η Μακασού, που τη λέγαμε Κοντήλου. Καθόμασταν και τα φυλάγαμε σαν τσοπάνηδες. Με τη δουλειά αυτή κατορθώσαμε να συγκεντρώσουμε 300 οκάδες σιτάρι. Παρατηρούσες εδώ τσουβάλι, εκεί τσουβάλι. Το σιτάρι, την περιουσία μας, το σκεπάζαμε με φουκαλιές (κλαδιά από έλατα). Το σιτάρι το κουβάλησα από την Κάτω στην Άνω Σκοτίνα. Και, με την εμφάνιση των Γερμανών, από το σπίτι, το μετέφερα στο Κουρί, μέσα στο δάσος. Εκεί τακτοποιηθήκαμε, αραδιαστήκαμε με τη σειρά, όλο το χωριό. Εμείς κοιμόμασταν εκεί και οι Γερμανοί στο χωριό. Αυτοί ανάψανε φωτιές, ετοίμασαν καζάνια, βράζανε φαγητά και έτρωγαν. Πιάνανε και κότες. Εμείς στο αρμάνι τρώγαμε ελιές και μόνο ελιές.
          Εκεί στο Κουρί, μέσα στα έλατα, η μέρα έμοιαζε με νύχτα. Επικρατούσε παντού νεκρική σιγή. Τα παιδάκια, τα μωρά, δε μπορούσαν να κλάψουν. Τα χτυπούσαν οι μάνες, για να μη γίνουν  αντιληπτοί από τους Γερμανούς. Τα κακόμοιρα τα μωρά! Μόλις πήγαιναν να κλάψουν, ακούγανε την προτροπή:
          -Τσιούτους-σωπάστε!
----------
* Χασαπλιό (το), τοπων. νδ. της πλατείας της Άνω Σκοτίνας, όπου και η παλιά ομώνυμη βρύση. Η ονομασία, φαίνεται πως έχει σχέση με τη σφαγή ζώων:

"Πέρασα 'π' του Χασαπλιό
πήρα κρέις απ' του παλιό
(δηλ. από παλιό ζώο).
Πέντι μέρις το 'βραζα
κι πέντι του ξάφριζα".

Στα παλιά χρόνια, αυτός που πουλούσε το κρέας (συνήθως Νιζιργιώτς, αυτός που κατάγονταν από τον Νιζιρό-Καλλιπεύκη), όταν έφευγε και έφτανε στη Μοίρα (ψηλό καραούλι που οδηγεί προς την Καλλιπεύκη), φώναζε:

"ε! Σκουτνιώτις!
όποιους έφαγι να ξιράσ'!
ου άλουγους καλιγουμένους".

** Κουντήλου (η), παρατσούκλι, "η μανιά Κουντήλου", Μακασού ή Κοτσιβού, πεθερά της Όλγας Καρκαφίρινας. Καθαυτό, όμως, "Κουντήλου" είναι η "αδιρφή τ' παππού Τσιπώρη. Του μάτι τς ήταν λίγου πειραγμένου. Επειδή ήγλιπι κουντά, ν' ουνόμασαν Κουντήλου. Καμιά σχέση οι Κουτσιβάδις μι τς Τσιπουράδις. Οταν ι Τσιπώρης ήρθι ιδώ στη Σκουτίνα (απ τη Δ. Μακεδονία) απόχτσι πιδιά. Φαίνιτι, η Κουντήλου ήταν η τιλιφταία αδιρφή. Κι τότι αργούσαν να παντριφτούν. Πήγι κι μπάντριψι στου Παντηλέμινου. Ν' έδουσι ζ τζ Γουλαραίοι. Κι απ' τζ Γουλαραίοι πχιάστηκι η μανιά η Μαργιώ, τ' Καπέτα κλήρα" (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης).

2. Μπατζιόλινα-νύφη

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ «Η Μαρία Μπατζιόλινα* (αδιρφή μ’) παντρέφι 14 χρονών. Ήταν πρώτ'. Κουντά ι Κακάλς, κουντά ιγώ (γύρου στου 1907). Αυτά συμβαίνουν γύρω στο 1917-20. Τη Μαρία τ' στιφάνουσι ι παππούς ι Γκάρας, παπάς ι Αθανάσ' Οικονόμου.
Η νύφ' φουρούσι φουστάν' ως τα πουδάργια κι πουδιά ως τα πουδάργια κι τσιούντα, χαρά κι φλουρί απού πίσου απ' τς κόσις. 'Εβαζαν κι αρμάτις, ντούμπλις, φλουριά 5-6. Στου κιφάλ' σκέπ' (τσιούντα) μιταξουτή. Ν' αγόραζαν απ' τ' Ραψιάν'. Κουβαλούσαν οι γιρουλόοι. Κι ξαλφές. Τς κουλούσαν μι κηρί. 'Εβαζαν δύο μπρουστά κι τρεις πίσου, ένα αλσίδ'. Τα κουρίτσια που χτένιζαν τ' νύφ' έπιρναν λίγις ξαλφές. Οι μπαρμπάδις έβαζαν τα χέρια μέσ' στου κρασί για ν' ιφκή)».

ΚΟΙΝΗ Η αδερφή μου Μαρία -η Μπατζιόλινα- παντρεύεται σε ηλικία 14 χρονών. Πρώτη στη σειρά των παιδιών. Δεύτερος ήταν ο Θεοχάρης. Μετά γεννήθηκα εγώ (γύρω στο 1907). Αυτά που διηγούμαι αναφέρονται στην περίοδο 1917-1920. Τη Μαρία τη στεφάνωσε ο παππούς ο Γκάρας και παπάς ήταν ο παπά Θανάσης Οικονόμος.
          Η νύφη φορούσε φουστάνι μακρύ μέχρι τα ποδάρια και ποδιά επίσης, που κι αυτή έφτανε μέχρι τα πόδια κάτω. Φορούσε και μαντίλι στα μαλλιά, μια χαρά, και φλουρί που έφτανε μέχρι τις κοτσίδες πίσω και κάτω. Φορούσανε και αρμάθες, κολλιέδες, φλωριά πέντε με έξι. Στο κεφάλι σκέπη μεταξωτή, την οποία αγόραζαν από τη Ραψάνη. Τις φέρνανε, κυρίως, οι διάφοροι γερολόγοι. Έφεραν, επίσης, και χρυσές κλωστές μπρος στο λαιμό. Τις κολλούσαν με κερί. Βάζανε δυο μπροστά και τρεις πίσω, στην πλάτη. Είχανε, ακόμα, μικρή αλυσίδα. Τα κορίτσια, που χτένιζαν τη νύφη, εκμεταλλεύονταν την περίπτωση και παίρνανε λίγες ξαλφές. Οι θείοι της νύφης βάζανε τα χέρια μέσα στο κρασί και εύχονταν ό, τι το καλύτερο.
----------
* Μπατζιόλινα, σύζυγος του Αποστόλη Τράντα με παρατσούκλι «Ματζιόλας». Ο
Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης λέει: «Ίσως από το μπάτζιου. Ο πατέρας του
Αποστόλη, καθώς λένε, είχε πολλές αγελάδες και κατασκεύαζε "μπάτζιουν". «Ι
παππούς ι Τράντας ήρθι απ’ την Τριαντρία. Φαίνιτι, ιδώ που ήρθαν, τουν
έβαλαν σι τυρουκουμείου (μπατζιό) κι έβγαζαν ούρδα, βούτυρο» (συνέντευξη 1980).



Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

ιστορίες: Όλγα Κοτσιβού-Καρκαφίρη





Απαγωγή της Λιόλινας

          Τον καιρό εκείνο στη Σκοτίνα, όπως και σε κάθε άλλη περιοχή, γινότανε συχνές απαγωγές κοριτσιών. Μια απ’ αυτές αναφέρεται στη Λιόλινα Καρκαφίρινα. Η Όλγα Κοτσιβού-Καρκαφίρη θυμάται:
         
ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ «Ι Λιόλιας έκλιψι τ’ Λιόλινα. Ήταν πιντάμουρφη. Ν' έκλιψι γιατί είχι 'ρθεί ένας απ' ν' Αμιρική. Κι προυτιμιέτι ι άλλους, όταν είνι κάτι. Ι Αμιρικάνους στουλιζμένους. Χάλιβι να μπάρ' τ' Λιόλινα. Ήταν καλή. Ουρανία ντ Δημητρού τ' Αγγέλ'. Ήταν αρραβουνιαζμέν' κι τουν χουρνούσι. Πάει στα ξύλα κι μπήρι απ' τα ξύλα. Στ' αρμάν'. Στη βρύσ' τζ Ντόρους. 'Εκαμαν 15 μέρις όξου. Σιαπάν' στα μπαΐρια, σ' τς καστανιές. Ζ ντ Γιαννιό τς καστανιές. Ιά, ικεί μπάει. Στ' αρμάν'. Ήταν μία μπιστιριά ικεί μέσα. Ζ ντ Γιαννιού του μπαΐρ'. Αυτό είντου, να απ' τ' λάκκα Νταμούκα σιαμέσα. Του πιριβόλ' του πούλσαν τα μψίδια ντ Γιαννιού. Είντα στου Μπυργιτό. Απ' τ' αδέρφια τζ γιαγιάς. Είντζ πουλύ καλά. Ένας παντρέφκι κι έκαμι δυο πιδιά κι ένα κουρίτσ'. Ι Πυργιτός μσό χουργιό ήταν Γιαννιώτκου».

ΚΟΙΝΗ Ο Λιόλιας (Γιώργος) Καρκαφίρης, έκλεψε την Ουρανία. Την έκλεψε γιατί προέκυψε το εξής γεγονός: Είχε έρθει κάποιος από την Αμερική και, όπως ξέρουμε, προτιμάται ο άλλος, όταν βρίσκεται σε επιφάνεια. (Υπολογίζεται από την κοινωνία). Καλοντυμένος αυτός (ο Αμερικάνος), έβαλε στόχο να πάρει την Ουρανία, τη Λιόλινα. Ήταν περήφανη, όμορφη η Ουρανία. Θυγατέρα του Δημητρού Αγγέλη. Ενώ ήταν αρραβωνιασμένη με τον Λιόλια, αποφάσισε να τον χωρίσει. Και ο Λιόλιας δε χάνει καιρό. Την παρακολουθεί συνεχώς. Όταν αυτή πήγε για ξύλα στο δάσος, από πίσω και ο Λιόλιας. Τη βρήκε στη βρύση της Ντόρους, την έκλεψε και μείνανε έξω στο δάσος δεκαπέντε μέρες. Πάνω στα βουνά και στα μπαΐρια, στις καστανιές. Στις καστανιές του Γιαννιού*. Εκεί, λοιπόν, την πήγε. Μέσα στο δάσος. Υπήρχε εκεί μια σπηλιά. Στην τοποθεσία "το μπαΐρι του Γιαννιού". Το μπαΐρι αυτό βρίσκεται πέρα από τη λάκκα Νταμούκα (τοπωνύμιο κοντά στον Κηψαρά). Το περιβόλι το πούλησαν τα ανίψια του Γιαννιού, τα οποία κατοικούν στον Πυργετό. Ανίψια από τα αδέρφια της γιαγιάς. Βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση. Ένας σπ' αυτούς παντρεύτηκε και απέκτησε δύο αγόρια και ένα κορίτσι. Οι μισοί, σχεδόν, κάτοικοι του Πυργετού ανήκουν στην κλήρα του
----------
* «Ι παππούς ι Γιαννιός είχι κασταναριό. Ι παππούς ι Γιαννιός τς μανιάς μ' ι πατέρας. Τς μανιάς τς Μακασού. Τουν ήλιγαν Γιάνν'. Η μάνα τ' τουν είχι έναν κι τουν χόριβι απ' τ' χαρά τ':
                     
  Γιαννιό μ, Γιαννιό μ, Γιαννιό μ'

κι απόμεινι Γιαννιός, παρατσούκλι».



  

Στο βάθος αριστερά διακρίνονται 
τα Μαγγούρια ,στο μέσο η Παναγία 
 (Άνω Σκοτίνα, αριστερότερα από τα 
Μαγγούρια είναι ο "Γιαννιός".
 
ΚΑΡΚΑΦΙΡΑΙΟΙ

Α. Αθανάσιος Καρκαφίρης, σύζυγος α) Μαρία Κοτσιβού, β) Καλλιόπα Κουμουρτζή

Παιδιά από Μαρία:
1. Δημήτριος, σ. Ζαχαρία Γ. Γερομιχαλού
2. Μανόλης, σ. Κατίνα Θ. Πινακά
3. Πηνελόπη, σ. Δημήτριος Δ. Πινακάς
4. Δέσποινα, σ. Δημ. Χριστινόπουλος
5. Ελευθερία, σ. Δημ. Διον. Πλεξίδας

Παιδιά από Καλλιόπα:
1. Ανδρονίκη, σ. Απ. Κοκράνης
2. Φωτεινή, σ. Διον. Μήτσιος
3. Βασιλική, σ. στο Λιτόχωρο 

Β. Θεοχάρης Καρκαφίρης

Παιδιά:
1. Αθανάσιος, σ. Φώτω Δάμπλια, αδερφή του Ηρακλή                           
          Παιδιά:
          α. Τασιούλου, σ. Απόστολος Παπαζιώγας
          β. Πουτιός (1907), σ. Καλή Ν. Γερομιχαλού (1913)
                    Παιδιά: Θανάσης, Γιάννης, Μαρία, Νίκος, Φωτεινή, Μανόλης.
          γ. Ελένη, σ. Γιώργος Μανόλας ζ’ Μπούρλια
          δ. Θεοχάρης, σ. Αφροδίτη Οικονόμου τ’ παπά Λεωνίδα
                    Παιδιά: Φωτεινή, Μαρία, Τούλα, Τασία.
          ε. Ηρακλής, σ. Στέλλα από Κατερίνη
                    Παιδιά: Τάκης, Αθανάσιος, Γιάννης.
          στ. Μαριγούλα, σ. ανύπαντρη, πέθανε μικρή.  
2. Νικόλαος, σ. Καλλιόπα, αδερφή του Μανόλη Δάμπλια
          Παιδιά: α. Βασίλης σ. ΄Ολγα Μακασού τ’ Νάσ’ τ’ Κουτσιβού
                              Παιδιά: Καλλιόπα, Νίκος (1938-2013), σ. Βαγγελιώ Τσινιάνη
                    β. Λιόλιας, σ. Ουρανία Αγγέλη-«δασκάλα»
                              Παιδιά: -Καλλιόπα (1923-2003), σ. Θωμάς Αθ. Καλιαμπός
-Κατερίνα, (1926-), σ. Μανόλης Οικονόμου «τζ’ Γραμματής»
-Νικόλας, (1928-2013), σ. Πολυξένη Λ. Συντριβάνη
-Λευκοθέα, (1932-2014), σ. Νίκος Κοκράνης
-Μαγδαληνή, σ. από Πλαταμώνα
                    γ. Θεοχάρης (1909-+), σ.;
                    δ. Ασπασία
                    ε. Ζαχαρίας                     
3. Κατερίνα                
4. Μπουζιώ

Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

τραγούδι: "διντρουλάκι μου"


                                               Νυφιάτκα-γαμπριάτκα

       
          Η Όλγα Καρκαφίρινα (1907-1997), η γνωστή στη Σκοτίνα Βασίλινα Καρκαφίρινα (το γένος Κοτσιβού) μου δίνει συνέντευξη στις 5.3.1982. Την επισκέφτηκα στο σπίτι της στη Χαριλάου-Θεσσαλονίκη. Εκείνο το βράδυ μάγεψε όλη τη συντροφιά. Φυσική η φωνή της. Απαλό το μέλος. Ύφος γλυκό και σταθερός ο τόνος. Να χαίρεσαι να ακούς. Τραγούδησε τραγούδια νυφιάτικα-γαμπριάτικα. Τραγουδούσε και εξηγούσε:

1. πλευρά της νύφης

Όταν η νύφη "κινάει να φύγει" λέει στη μάνα της:

Χόρτασι μάνα μ' ισύ κι αυλή σου,
να μι θυμηθείς του καλουκαίρι
για ζιστό ψουμί, για κρυό νιρό.

          Τελειώνοντας το τραγούδι, η νύφη "προσκυνάει", δηλ. σκύβει με πολύ σεβασμό, "φιλάει" το χέρι της μάνας της. Η μάνα την αγκαλιάζει φιλώντας την στο πρόσωπο. Τα δάκρυα, ποτάμι. Μαζί "λιγώνονται" όλοι οι "ακαλιασμένοι".

2. πλευρά του γαμπρού:

Το συναίσθημα -οπωσδήποτε- διαφορετικό από εκείνο της μάνας της νύφης. Εδώ η μάνα του γαμπρού παρουσιάζεται σα "ρήγισσα" καμαρωτή ολότελα, που το καμάρι της παντρεύεται, μπαίνει σε μια καινούργια φάση της ζωής.
          Η θεια Βασίλινα στη συνέχεια το γυρίζει στο χορευτικό:

Δέντρου διντρουλάκι μου
δέντρου είχα στην αυλή μου
δεν του ξέρου τι λουγιό 'ταν.

Πράσινα ήταν τα φύλλα
κι γαλάζια τα κλουνάρια.
Κόρη κάθιτι στουν ίσκιου
κι κιντάει χρυσό μαντήλι.
  
Κέντα κόρη μ΄του μαντήλι
κι κανέναν μη ντου δώσεις.
Μόν' ιμένα να του δώσεις,
μόν' ιμένα του λιβέντη.
----------


Κοτσιβαίοι

Ι. ΚΟΤΣΙΒΟΣ Αθανάσιος, σύζυγος Γραμματή, κορίτσι τς μανιάς Μακασού
παιδιά:
Α. Όλγα, σύζυγος Βασίλης Καρκαφίρης
Β. Μαρία, σ. Απόστολος Τράντας-Μπατζιόλας
Γ. Ουρανία, σ. Δ. Νικολός
Δ. Κακάλης-Θεοχάρης (1904), σ. α) Ουρανία Μήτρου Πινακά
          β) Ουρανία Ι. Γερομιχαλού-Τσιαπάρη
          παιδιά:  1. Αθανάσιος, σ. Αθηνά Αντ. Χριστινόπουλου                           
2. Χαράλαμπος, σ. από Λάρισα          
3. Κατίνα, σ. Νάσιος Ι. Στύλος                      
4. Κώτσιος,
         
Ε. Θωμάς (1915-1998;), σ. Φωτεινή Ν. Δάμπλια
          Παιδιά: 1. Νάσιος (1949-)
                    2. Νικόλαος (1944-)         
                        3. Λάκης

ΙΙ. ΚΟΤΣΙΒΟΣ

Α. Στέργιος, σ. Καλλιόπα Απ. Γανωτή-Κουντουλέμινα
          Παιδιά:
          1. Όλγα (1926), σ. Θωμάς Χριστινόπουλος-Τσιάνος
          2. Πινέλου (1910), σ. Μίχος Θ. Γερομιχαλός
          3. Θωμάς, σ. Μαριγούλα Αστ. Γεργολά
          4. Παρασκεώ, σ. Κώστας, σ. Κώστας Καλαμάρας-Ντιλιγιάννης

Β. Γιάννης-Ταρίτας,  σ. Μάνινα (Σταματούλα;)
          Παιδιά:
1. Στέργιος (1919-2000;)
            Παιδιά: α) Γιάννης, β) Τάκης, σ. Χρυσούλα Πινακά, γ)….δ)….ε) Καλλιόπα, σ. Διον. Γεργολάς

ΙΙΙ. ΚΟΤΣΙΒΟΣ                                                                         
Α. Ιωάννης-Καρακούσης, σ. Ζαχαρία από Πούρλια
           
            παιδιά: 1. Γραμματή, σ. Δ. Απ. Μαρνέλας
                    2. Καλούδα, σ. Διον. Καραμανόλας
                    3. Αθηνά, σ. Γ. Μηλιόπουλος από Ελαφίνα
                    4. πέθανε


Β.  Αντριάς, δεν άφησε παιδιά

ΙV. ΚΟΤΣΙΒΟΣ


Α. Θωμάς, σ. Λιλιώ (Μαρία;)
          Παιδιά:
         
1. Νικόλαος, σ. Όλγα Αθ. Καλαμάρα
          Παιδιά: α. Αθανάσιος, σ. Βάια Κακάλη  Στύλου (Μπίκα)
2. Βασίλης, σ. Βάια χήρα Χρηγορίου Γερομιχαλού
3. Όλγα, σ. Ν. Τζιόλης (Παραμύθας)
4. Καλλιόπα, σ. Θωμάς Σακελλάρης