Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

εκκλησίες: Αγιάννης






            Εκκλησσάκι πανέμορφο, κτισμένο πάνω στην κορυφή «Μνημόρια» * στα ΒΔ της Κάτω Σκοτίνας. Τα θεμέλια τέθηκαν το 1997. Ένας χώρος μαρμαροστρωμένος με δύο εισόδους: η μια για τον κυρίως ναό και η άλλη για το ιερό βήμα. Και οι δυο είσοδοι βλέπουν προς νότον. Αποτελεί εξολοκλήρου έργο του συμπατριώτη μας αιδεσιμολογιωτάτου ιερέα κ. Γεωργίου Μπιλιάγκα, πρ. προϊσταμένου του Μητροπολιτικού ναού Θείας Αναλήψεως Κατερίνης (1964-2010)..
            Ο ναός είναι αφιερωμένος στον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή ** και Πρόδρομο. Θεία λειτουργία τελείται οσάκις εορτάζει ο άγιος. Πανηγυρίζει δε την κυριώνυμη μέρα της Γέννησης του Προδρόμου (24 Ιουνίου) ***

----------
*  Μνημόργια (τα), τοπων. βδ. της Κάτω Σκοτίνας, ανεβαίνοντας από Βασίλα προς Χριστό.  Η ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι εκεί βρέθηκαν μνήματα (λατ. memorium). Υπήρχε οικισμός, οι κάτοικοι του οποίου ήρθαν στα μαχαίρια με τους κατοίκους του άλλου οικισμού "Αγ. Παρασκευή" (βλ. Ιω. Καλιαμπού, η ΣΚΟΤΙΝΑ, Κώδικας 2007). Άλλη εκδοχή: τα μνήματα αυτά ήταν τα όρια των χωριών «Κότρις» και «Αγ. Παρασκευή» (μνήματα-όρια), αλ. λιμόρια=μνήματα (Χρονικά Χαλκιδικής).
** Γιος του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ. Χαρακτηριστικά του βίου του: η ασκητική ζωή στην έρημο της Ιουδαίας (το ρούχο από τρίχες καμήλας, η  ζώνη δερμάτινη, η τροφή ακρίδες και μέλι άγριο). Η διδασκαλία του επικεντρώνεται στη φράση: «μετανοείτε· ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών». Την αδικία την ήλεγχε αυστηρά.
*** Η γιορτή καθιερώθηκε τον 5ο αιώνα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του ως εξής: α) 23 Σεπτεμβρίου-σύλληψη, β) 24 Ιουνίου-γέννηση, γ) 7 Ιανουαρίου-σύναξη, δ) 29 Αυγούστου-αποτομή κεφαλής, ε) 24 φεβρουαρίου-α΄ και β΄ εύρεση τιμίας κεφαλής, στ) 25 Μαϊου-γ΄ εύρεση αυτής.

ΕΙΚΟΝΕΣ



                                                            Ο π. Γεώργιος ιερουργεί

Το μνήμα των γονέων στο εξωκλήσι (ανατολικά


                                                      Η Εκκλησία από τη δυτική πλευρά

                                   

Επιγραφή στην είσοδο της αίθουσας
Μετά τη Θεία Λειτουργία οι πιστοί προσκυνητές επισκέπτονται την αίθουσα και, με την ευκαιρία του «καφέ» δίνουν «γνώρα» -ανταμώνουν και χαίρονται.

Μέρος του αυλόγυρου του ναού. Μπροστά μας απλώνονται τα απέραντα αρμάνια της Σκοτίνας


ΞΕΝΟΙ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΕΣ  


α) Δημήτρης Καρκαφίρης του παπά Μιχάλη (αριστερά), ο οποίος με το ήπιο ψάλσιμο λάμπρυνε τη γιορτή, β) Χαράλαμπος, γ) Αθηνά Παπαζιώγα του Αποστόλου, σύζυγος του Χαράλαμπου (ζουν στην Αυστραλία)..


 


                                           Κλεάνθης Δ. Ζιώγας(1944-2013), σύζυγος
                                           Τούλα Διον. Τσιαπάρη. (Αυστραλία).
                                           Η φωτογραφία αφιερώνεται στη μνήμη του Κλεάνθη. 


                                                  Θεοχάρης Δ. Ζιώγας (Αυστραλία)


                       Από αριστερά: Γιάννης Δάμπλιας, Απόστολος Τσινιάνης, Παναγιώτης Οικονόμου


ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΞΗ



Ιωάννης Πάππας (αριστερά) και η συντροφιά του από Κατερίνη. Θυμίζω ότι ο κ. Πάππας στα χρόνια του Εμφυλίου ήταν δάσκαλός μου στο δημοτικό σχολείο Περίστασης Πιερίας.  Τον βλέπω ύστερα από 65 χρόνια (να η έκπληξη!). Άλλοι δάσκαλοι που υπηρετούσαν εκεί: ο Φώτης Μέλιος και η Κατίνα Κουζώνη με διευθυντή τον Κώστα Μοσχίδη *.
----------
* Για τον αείμνηστο δάσκαλο Κώστα Μοσχίδη διατηρώ τις καλύτερες αναμνήσεις. Υπογραμμίζω μερικά στιγμιότυπα: α) Μου ανέθεσε να μεταφέρω καθημερινά από τον φούρνο Σεϊτανίδη της Κατερίνης (διαδρομή 6 χλμ. πάνε-έλα) τα σταφιδόψωμα για το συσσίτιο του σχολείου. Αμοιβή μια χούφτα σταφίδες. β) Με όρισε να επιβλέπω το σχολείο και να κλείνω τα παράθυρα. Υπόψη ότι η οικογένειά μου σαν ανταρτόπληκτη έμεινε στο σπίτι του Θανάση Κουτσοπέα (απέναντι από το σχολείο). γ) Τοποθέτησε τη μητέρα μου στη θέση της μαγείρισσας, να ετοιμάζει το πρωινό των μαθητών (στο καζάνι γάλα -σκόνη). Αμοιβή: μια κατσαρόλα γάλα για το σπίτι. δ) Παρότρυνε τον πατέρα μου να με στείλει στο Γυμνάσιο: «Πάτερ Απόστολε, ο Γιάννης τα «παίρνει» τα γράμματα. Να πάει στο Γυμνάσιο. -«Ι Γιάντζ τα παίρ´ τα γράμματα, μα ιγώ τουν θέλου για δλεια». -«Πάτερ Απόστολε, και τα γράμματα είναι δουλειά».
            Θεός σχωρέστον!


Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

ξενιτιά: «Αρουπλάνου» (το αεροπλάνο)



     

«αχ! μαγκούφκα * ξενιτιά, τ’ αλαργινά τα ξένα».

                
                                                 
                                                            "Ι Δημητρός μι ν' Αριστούλα"

  «Ι Δημητρός τς Αριστούλας» ** (έτσι τον ξέρουν στο χωριό), προθυμοποιήθηκε  να μου δώσει την παρακάτω συνέντευξη (Αύγουστος του 1993). Στην αρχή μου εκμυστηρεύτηκε τον βαθύ πόθο να πάει στο γάμο του γιου του που ζει στην Αμερική. «Δε μπουρούσα, κουμπάρε, ι γιος μ’ να παντρεύιτι κι γω να τριουρνώ ζ ντ «Βασίλα», δε ντου θιλι η ψυχή μ’. Είπα: θα πάρου τ’ αρουπλάνου κι θα φουρτρήξου για του Νιού Τζέρσι».
            Η συζήτηση γίνεται στην αυλή του στη «Βασίλα» της Σκοτίνας ενώπιον πολυμελούς συντροφιάς.. Η κουβέντα φουντώνει, όταν το χιούμορ του Δημητρού κορυφώνεται. Τότε τα γέλια σε κάνουν να σπαρταράς:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Ανέφκα στ’ αρουπλάνου του ’81, πότι γίγκαν οι εκλουγές για να βγει ι Παπαντρέου. Ανιβαίνου ‘π’ ν’ Αθήνα, που λες, -σ’ ν’ Αθήνα μέσα- κοιτώ μια φουρά πίσου, απού δω μέχρι τ’ Σουφίας του χουράφ’ ζ ντ Γρηγόρ’ τ’ Μητού κι απού δω σιαπέρα ώς ντ Μπέρ’. Λαός. Τριάδις, 700 άτουμα. Ανέφκα ψ’λά, έκατσα. ΄Εκατσα ψ’λά κι κοιτώ μπρουστά μ’. Μια Σκουτίνα μέσα.
            -Πού θα πάμι, ‘ρα! Πού θα σκουθεί αυτό του σέι! Πού να φουρτρήξ’ αυτό!
           Κι όμους, σκώθκι στουν αέρα. Υπουλουγίζου 700 άτουμα. Απού δυο βαλίτσις, 1400 βαλίτσις. Τι αϊρούχου πχιουτό φέρν μέσα κι τι φαΐ κι τι κακό! Πώς φούρτρηξι του πλί αυτό σιαπάν αυτού! Βγαίν’ ένα κουρίτσ’ όξου κι φουνάζ’: «Αυτού ‘που κάτ’ είνι του σουσίβιου, μι λέ’. Άμα θα δεις κάτ’ αυτού, κάτ’ απ’ του κάθισμα, είνι του σουσίβιου». Είχι του αλιξίπτουτου, που λες. «Αυτόια θα κάμιτι, ικείνου θα κάμιτι. Τιλιφταία αυτόια του σκνί θα τραβήξ’ κι  θα μπεις μέσα».
          Βρε, ι καημένους! Τι έπαθα! Πού ν’ αμπδήσου τώρα! Απ’ του μπαλκόν’ δε μπουρείς ν’ αμπδή’ ις. Πού ν’ αμπδή’ ις! Που πού; Απού ‘κει;
          -Κι θα τσακώ’ ις αυτόια του σκνί κι θ’ αμπδή’ ις καταή. Θ’ ανοίξ’ αυτό. Μη φουβάστι ντιπ.
        Πού να πλαλάς μέσ’ στουν ουκιανό! Φώναξι πρώτα: «Πέντι ώρις θα είμιστι μέσ’ στουν ουκιανό».
       Μπήκαμι στουν ουκιανό, Πέντι ώρις διασχίζαμι τουν ουκιανό. Ιτότι τα ’λιγι αυτά. «Αμάν! Τα ψάργια έχν τα στόματα ανοιχτά. Απού μια χαψιά ούλ’. Ι καημένους! Μόν’ να φτάσου ζουντανός!  Πώς θα γέν’;».
       ΄Εφτασα ικεί. Μόλις ζήγουσι ι κιρός να φύγου, που λες, μ’ έπχιασι ένα πανικό: «Τώρα, λέου, να βρίσκουμαν απού στιργιά κι ας έκαμα τρεις μήνις να πάου μι του πουδάρ’. Να μην ανιβώ ψηλά.
       Στου γυρισμό μ’  έπχιασι πανικός. Ικεί ένας Κρητικός είχι ένα καφινιδάκ’ κι πάηναν ικεί κι έπιζαν “τριανταένα”. Πάηνα να πιρνώ ν’ ώρα. Στ’ αρουπλάνου, τώρα μέσα, ούλου ταμπρούμπτα. Δε γκοίταζα πουθινά. Να μη μπουρώ να κοιμθώ. Να μη γκλάει μάτ’. Κι ήμαν ν’ άκρια ‘π’ του παραθύρ’. Κοιτώ μια φουρά του φτιρό, άνοιξι. ΄Εκαμι του φτιρό “γκρακ” έτσιάια. Τι σχέδιου το ’χν! Ούλου καλώδιου μέσα. Τι κρατχιούμιστι! Πού ήρθαμι, ρε γαμώ τ’!
          Μόλις γύρσα σ’ ν’ Αθήνα, ταμπρούμπτα καταή. Χιρέτσα του ντόπου, όπους κάν’ ι πάπας. ΄Οπους κάν’ ι πάπας. Να φλήσου του χώμα ιδώ. Ούτι ξαναφέγου απού ‘δώ.

ΚΟΙΝΗ: Για πρώτη φορά ανέβηκα σε αεροπλάνο. Τον Αύγουστο του 1981. Τότε πού έγιναν  πολιτικές εκλογές που κέρδισε ο Αντρέας Παπανδρέου. Ανεβαίνω, λοιπόν στο αεροπλάνο από το αεροδρόμιο της Αθήνας. Πετούσαμε πάνω από την πόλη. Ρίχνω μια ματιά πίσω, τι βλέπω! Ο χώρος του αεροσκάφους απέραντος. Έπιανε, σα να λέμε, από εδώ που βρισκόμαστε, μέχρι της Σοφίας του Γιαννούλη του Δάμπλια το χωράφι. Δηλαδή της νύφης του Γρηγόρη του Μητού. Και μπροστά μας απλωνόταν ώς τη Μπέρη (τοποθεσία προς τα νότια της «Βασίλας»). Λαός, τακτοποιημένος σε καθίσματα  με τρεις σειρές. Θα ΄ταν 700 άτομα. Κι  εγώ ανεβαίνοντας επάνω τακτοποιήθηκα στο κάθισμα. Κάθομαι εκεί ψηλά και κοιτάζω μπροστά μου! Μέσα μια ολόκληρη Σκοτίνα.
             -Αμάν! Για πού πάμε; Πώς θα σηκωθεί  αυτό το μεγαθήριο; Πώς θα πετάξει;
          Και όμως. Σηκώθηκε στον αέρα. Υπολογίζω 700 άτομα. Βάλε και λογάριασε, από δύο βαλίτσες το κάθε άτομο, έχουμε 1400 βαλίτσες. Και τι μας σερβίρουν! Αεριούχα ποτά, τι φαγητά, να φρίττεις. Πώς σηκώθηκε αυτό το πουλί πάνω στους αιθέρες. Βγαίνει  έξω από την καμπίνα ένα κορίτσι και φωνάζει: «Όπως κάθεσαι, ακριβώς από κάτω σου, βρίσκεται το σωσίβιο. Αν προσέξεις καλά, κάτω από σένα, κάτω από το κάθισμα, θα δεις το σωσίβιο». Πράγματι, ήταν το αλεξίπτωτο, που λες. «Αυτό που σας λέω θα κάμετε, εκείνο θα κάμετε. Στο τέλος αυτό το σκοινί που βλέπεις, θα το τραβήξεις και θα μπεις μέσα».
          Βρε, αμάν! Τι έπαθα ο καημένος. Τι  έπαθα! Πώς να πηδήξω τώρα! Από το μπαλκόνι φοβάσαι να πηδήσεις, πόσο μάλλον από ‘δω. Από ποιο μέρος να επιχειρήσεις. Από ‘κει;
            -Και θα πιάσεις αυτό εδώ το σκοινί και θα πηδήξεις κάτω. Καθώς θα πέφτεις, θα ανοίξει  αυτό. Μη φοβάσαι καθόλου.
       Πού να πλανιέσαι μέσα στον ωκεανό! Στην αρχή φώναξε: «Πέντε ώρες θα ταξιδεύουμε μέσα στον ωκεανό».
        Μπήκαμε στον ωκεανό. Πέντε ώρες διασχίζαμε τον ωκεανό. Ακριβώς πάνω στον ωκεανό μας τα ’λεγε αυτά το κορίτσι αυτό. «Αμάν! Σκέφτομαι, τα ψάρια έχουν τα στόματα ανοιχτά. Έτοιμα να μας κατασπαράξουν όλους. Μια μπουκιά τον καθένα μας. Αμάν ο κακόμοιρος! Αχ, πώς θα γίνει; Μόνο να φτάσω ζωντανός!».
         Έ, κάποτε έφτασα εκεί, στην Αμερική. Μόλις πλησίασε ο χρόνος για να επιστρέψω, που λες,  μου έπιασε ένας πανικός. «Τώρα, λέω, θα ’ταν ωραία να πατούσα σε στεριά. Θα προτιμούσα να επιστρέψω με τα πόδια κι ας έκανα τρεις μήνες. Μόνο και μόνο να μην ανεβώ πάνω στο αεροπλάνο».
      Στην επιστροφή, λοιπόν, μ’ έπιασε πανικός. Ευτυχώς  που εκεί, στην Αμερική, ένας Κρητικός είχε ένα καφενεδάκι. Πήγαιναν εκεί οι άνθρωποι και παίζανε χαρτιά “τριανταμία”. Πήγαινα κι εγώ εκεί να περάσει η ώρα. Μέσα στο αεροπλάνο, τώρα, συνέχεια ήμουνα σκυφτός, μπρούμυτα. Δεν κοίταζα πουθενά. Να μη  με πιάνει ο ύπνος. Να μη κλείνει μάτι. Και καθόμουνα στην άκρη, προς το παράθυρο. Παρατηρώ από περιέργεια το φτερό. Άνοιξε. Έκανε έτσι, “γκρακ”. Πώς τα ’χουν φτιαγμένα! Μέσα το αεροπλάνο γεμάτο καλώδια. Κι αν κρατιόμαστε, τι μ’ αυτό; «Ρε γαμώ το, τι ‘ταν αυτό που μας βρήκε;»
       Τη στιγμή που επέστρεψα στην Αθήνα, μπρούμυτα πέφτω καταγής. Φίλησα το χώμα. Έβαλα μετάνοια, όπως συμβαίνει με τον  πάπα. Όπως ακριβώς κάνει ο πάπας, που τον βλέπουμε στην τηλεόραση να ταξιδεύει σε διάφορα μέρη του κόσμου και να χαιρετάει τη γη. Έτσι κι εγώ θέλησα να φιλήσω τη γη εδώ και να υποσχεθώ, πως δε θα ξαναφύγω από ‘δω.
----------
* μαγκούφκου (του), ίσως από το μοναστηριακό κτήμα, τουρκ. βακούφ', έρημο, χωρίς ιδιοκτήτη, το καταραμένο, "μαγκούφκα ξινιτιά", αλλού μαγκούφα=η καταραμένη, "αχ αυτή η έρμ', αυτή η μαγκούφα ξινιτιά που μας παίρ' τα πιδιά".

** Κάποτε ο Μητροπολίτης Κίτρους κ. Αγαθόνικος ζήτησε στο τηλέφωνο τον π. Γεώργιο Μπιλιάγκα: «παρακαλώ ποιος είναι στο τηλέφωνο;» -«ι Δημητρός τ’ Παπαγιώρ’» -«Εγώ ζητάω τον π. Γεώργιο Μπιλιάγκα». «Κι γω είμι ι Δημητρός τς Αριστούλας». (Η Αριστούλα είναι αδερφή του παπά Γιώργη). Κι όλα πήγαν καλά.
----------
Σημείωση: Μερικά θέματα που σχετίζονται με το πρόσωπο του Δημητρίου Παπαγεωργίου και της συζύγου του Αριστούλας Μπιλιάγκα αναφέρονται στην ιστοσελίδα: με τίτλο: «Κώστας Παπαγεωργίου, από Σκοτίνα στο Νιζέρσι». Εκεί τονίζονται τα παρακάτω στοιχεία:

1. οικογενειακή κατάσταση: κατάγεται από πολυμελή οικογένεια: Γονείς: Δημητρός (1921-2011), Αριστούλα Ιω. Μπιλιάγκα (1923-2013). Παιδιά: Θεοχάρης, Βαγγελούδα, Γιάννης, Μανόλης, Κώστας, Γιώργος. Ο παππούς του Δημητρού λεγότανε Μανόλης Τζαβέλας ή Τζιαβέτας (προέλευση Βούρπα επαρχίας Ελασσόνας). Έγινε παπάς με κύριο όνομα Γεώργιος και επώνυμο Παπαγεωργίου. Παππούς της Αριστούλας ήταν ο Μπιλιάγκας Γεώργιος. 
2. παιδιά των δυο οικογενειών: του Μανόλη Τζιαβέτα: Βασιλάκης, Κακάλης, Κώτσιος, Αγλαΐτσα, Μαριγώ. Παιδιά του Γιώργου Μπιλιάγκα: Ιωάννης, Γρηγόρης, Καλούδα, Πηλινιώ, Βαγγελιώ, Μαρία). Αδέρφια της Αριστούλας: Γεώργιος, Χαϊμαδή, Αλεξάνδρα, Γραμματή. Γονείς του Δημητρού: Θεοχάρης (Κακάλς)-Γραμματή Νικολού. Γονείς της Αριστούλας: π. Ιωάννης Μπιλιάγκας ((1897-1973)) και πρεσβυτέρα Αναστασία Μπιλιάγκα-Κουμουρτζή (1898-1987) 
3. ονομασία του οικισμού «Βασίλα», προς δυσμάς της Κάτω Σκοτίνας. Το μέρος αυτό -μεγάλο κτήμα- ανήκε στη μανιά Τσιτσίλου, (κόρη του παπά Γιάννη) "απόκαμνι τα μπαμπλούκια σ' ν Ικκλησιά" (που προετοίμαζε τα πρόσφορα για τη Θ. Λειτουργία). Το όνομά της ήταν Βασίλου (Τσιτσίλου). Η περιοχή πιάνει από το αναβρικό "τ 'Παπά-Γιάν'" μέχρι "τα Γανουτάτκα, Καλιαμπάτκα, Μητσιάτκα". Ο παπα Γιάννης είχε 6 κορίτσια: Γραμματή, Ξάνα, Φώτεινή, Βασιλική, Καλλιόπα και μια στον Παντελεήμονα. 
ΕΙΚΟΝΕΣ:

 
                                          Νιού Τζέρσι: Κώστας και Νάνσυ παντρεύονται 


                         Οι γονείς του Δημητρού: "Κακάλς" (Θεοχάρης) και Γραμματή Νικολού


                                          Τα εγγόνια του Δημητρού καβάλα στο άλογό του


                                           Το σπίτι του Δημητρού στη "Βασίλα" Σκοτίνας

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

έθιμα: Ο ανήφορος της Παναγίας

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΣΚΟΤΙΝΑΣ

            Προπολεμικά, στο πανηγύρι του Δεκαπεντεύγουστου στην Άνω Σκοτίνα  υπήρχε το έθιμο η εικόνα της Παναγίας να μεταφέρεται από το μοναστήρι των Κανάλων στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, που ήταν και ενορία του χωριού. Τότε οι πιστοί υποδέχονταν την Παναγία στον Τρανό τον Πλάτανο, που βρίσκεται προς τον δρόμο της Καλλιπεύκης. Εδώ και μια δεκαετία περίπου, το έθιμο έχει αναβιώσει στο νέο χωριό, την Κάτω Σκοτίνα με την ακόλουθη μορφή:
            Το απόγευμα στις 14 Αυγούστου η Εικόνα μεταφέρεται με ειδικό μεταφορικό μέσο από τον ενοριακό ναό του Αγίου Γεωργίου της Κάτω Σκοτίνας στο καραούλι (εξωκλήσι) της Παναγίας που βρίσκεται στην κορυφή του χωριού. Εκεί περιμένουν οι προσκυνητές. Όσοι από αυτούς αδυνατούν να ακολουθήσουν την ανηφορική πορεία, ασπάζονται, χαιρετούν την Παναγία και αποχωρούν. Σε όλο τον ανήφορο, αυτοί που μετέχουν στην ανάβαση,  ένας-ένας κρατάνε στην πλάτη την Εικόνα με την καθοδήγηση αρμοδίου προσώπου. Οι ενδιάμεσοι σταθμοί είναι αρκετοί, όπως Ίσιωμα, Λάκκο Τσιόκας, Σταυρός, «Τσιμ του Γκιφύρ’», Δυο Καστανιές, Μάρμαρος. Σε μερικά σημεία γίνεται από τον ιερέα «Δέηση» και οι πιστοί ψάλλουν το παραδοσιακό «Κύριε ελέησον».
Εντωμεταξύ, όσοι από τους παρευρισκόμενους στον «Πλάτανο» (πλατεία) της Άνω Σκοτίνας επιθυμούν να υποδεχθούν την Εικόνα, κατηφορίζουν  προς την τοποθεσία «Εικονοστάσι» του «Μάρμαρου». Εκεί γίνεται λαμπρή υποδοχή της Παναγίας. Οι καμπάνες αρχίζουν να βαράνε προμηνύοντας  την έναρξη του Μεγάλου εσπερινού.

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ: 1. Δυο Καστανιές, τοπωνύμιο πριν μπούμε στο χωριό της Άνω Σκοτίνας ανεβαίνοντας από την Κάτω. Η ονομασία ίσως να οφείλεται στις δυο καστανιές που υπάρχουν στο δρόμο η μια απέναντι στην άλλη. 
2. Ίσιωμα, τοπων. ανάμεσα στην ακατνή κι απαλνή Σκοτίνα, ακριβώς πάνω από την τοποθεσία "Λάκκα γίδα". Πιθανές εκδοχές προέλευσης της ονομασίας: α) στο σημείο εκείνο ο δρόμος είναι φαρδύς και σχηματίζει πλάτωμα, ίσιωμα, μπαϊρί, β) είναι το μέσο της διαδρομής (ίσο) Κάτω και Άνω Σκοτίνας, γ) κατά τον Διονύση Στύλο (Τσιακμάκης) "επειδής ικείνα τα χρόνια έβγιναν πειρατές κι φουβούνταν ι κόζμους, έπριπι οι ανθρώπ' απού δούλιβαν σιακάτ' στα χουράφια να ξανανιβούν στου απαλνό του χουργιό. Κι έκαμαν αυτό του ίσιουμα να ξαπουσταίν'. Γυναίκις επί του πλείστον. Έκαμαν προυσουπική εργασία. Μι τα τσαπιά φκιάσαν ένα ίσιου μέρους, σαν πλατειούλα. Κι έβαλαν λίγα ξύλα,  σαν καρέκλις, να κάθουντι. Να ξαπουσταίν' ικεί κι να πιριμένουν κι άλλους απού κάτ'. Συγκιντρώνουνταν ούλ' μαζί. Γι’ αυτό κι του ονόμασαν "ίσιουμα". Τόπος περίοπτος. Και φαίνεται όλος ο κάμπος. Αν καμιά φορά έρχονταν Τούρκοι από τη Λεπτοκαρυά ή από τον Παντελεήμονα, τους έβλεπαν από το "'Ισιουμα".

3. Λάκκα Γίδα, τοπων. προς δ. της Κάτω Σκοτίνας.  Ο Μιχάλης Γ. Ζιώγας υποστηρίζει (συνέντευξη 1999) ότι η ονομασία οφείλεται σε κάποιον από τον Γιδά Βεροίας που ήρθε και κατοίκησε στο χώρο αυτό.
4. Λακκουτσιόκας, χείμαρος κοντά στον Αϊ-Λιά. Στον παχύ ήσκιο που σχηματίζουν τα πανύψηλα πλατάνια, ξαποσταίνουμε, καθώς ανεβαίνουμε "απ' ν' ακατνή σ' ν' απαλνή Σκοτινα".
5. Μάρμαρος, τοπων. βα. Άνω Σκοτίνας. Πρόκειται για το λάκκο πριν μπούμε στο χωριό καθώς ανεβαίνουμε από την Κάτω Σκοτινα, "απού σιακάτ", που λένε. . Όταν ο Μάρμαρος πλημμυρίζει και τα νερά αγριεύουν, τα πράγματα είναι επικίνδυνα. Απόδειξη; Το 1946 παρασύρθηκε από τα νερά του ο μακαρίτης Θεοχάρης Γαβρής και βρήκε οικτρό θάνατο. Το επόμενο, θαρρώ, έτος σύρθηκε ως τα Καμίνια α[‘ο τα νερά του Μάρμαρου η "γουμάρα ντ Μπιλιάγκα" (η γαϊδούρα του Μπιλιάγκα).
6. Σταυρός, τοπων. ανατ. της Άνω Σκοτίνας ανεβαίνοντας τον Λάκκο Τσιόκα. Υπάρχει εκεί ξύλινος σταυρός στο πεύκο και ο καθένας, κατά τη διαδρομή από κάτω προς άνω Σκοτίνα, μόλις φτάσει εκεί, κάνει το σταυρό του με αναστεναγμό αναπνέοντας, συνάμα, νέο αέρα. Πέρα, στην απέναντι ράχη, φαίνεται το πλάτωμα « Πρίπουρας», κάτω στο ποτάμι η τοποθεσία «Καμίνια». "Μας βάρσι ι ήλιους στου Σταυρό" (στην ανατολή του ήλου βρεθήκαμε στο Σταυρό). Φράση συνήθης, όταν η ανατολή μας προλαβαίνει στο "Σταυρό, όταν ανεβαίνουμε από την Κάτω στην Άνω Σκοτίνα. 
7. «Τσίμ'του γκιφύρ', τοπων. ανάμεσα στο "Σταυρό" και "Δυο καστανιές", ανατολικά της απαλνής Σκοτίνας. Εκεί, κατά την παράδοση. Βγάζανε μαντέμι. 
----------
ΕΙΚΟΝΕΣ


 





Οι προσκυνητές συγκεντρώνονται στην "Παναϊά"
και ετοιμάζονται για το ανηφορικό ξεκίνημα.




        

         



      Το πανηγύρι στον "Πλάτανο" 2010.












"Συν γυναιξί και τέκνοις" γίνεται προσπάθεια
να επιτευχθεί ο σκοπός της ανάβασης. Προέχει
η ευλάβεια πρός την Παναγία την "Οδηγήτριαν".






ΕΙΚΟΝΕΣ 2014

                                                 Εν αναμονή του ερχομού της Εικόνας

                                     Το ξεκίνημα της "Παναγίας" από την τοποθεσία "Παναϊά" 

                                          Η πορεία ανηφορίζει την πλαγιά "Τσίμ του Γκιφύρ"

                                             Ξένοι προσκυνητές δοκιμάζουν την ανηφόρα

                                                Ο Γιώργος Γερομιχαλός ("τζ Βαγγέλινας")
                                                ανηφορίζει την πλαγιά "Δυο Καστανιές"

                       Οι γεροντότεροι προσκυνητές αναπαύονται στο πεζούλι του "Πλάτανου"
                       (διακρίνονται από αριστερά: Ζιώγας Ι., Φατέκας Δ.,Κουκουσάς Δ., Τράντας Θ.,
                       Κουκουσάς Γρ.).

                                                     Προετοιμασίες του Πανηγυριού


                                        Ο Θόδωρος Δ. Στύλος καμαρώνει στον "Πλάτανο",
                                         ικανοποιημένος από τον τερματισμό της πορείας. .

                                                  Γρηγόρης Πλεξίδας με την παρέα του