Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Ιερατείο: Καλλίνικος, πατριάρχης Αλεξανδρείας



        


         


 




          Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Καλλίνικος στα μέσα του 19ου αιώνα αφήνει στη γενέτειρά του Άνω Σκοτίνα δυο σημαντικά έργα, 1) την εκκλησία της Παναγίας που έχει πλούσια αρχαιολογική αξία και 2) το δημοτικό σχολείο, το οποίο -δυστυχώς- κατέρρευσε στη δεκαετία του 1980. Πλάι στο σχολείο έφτιαξε βρύση της οποίας το νερό μεταφέρθηκε από την πηγή «Βλαχάτη»*. Στο χώρο της βρύσης υπήρχε η ένδειξη «επίγραμμα εις την βρύσιν»**. Μεταφέρω το επίγραμμα, ως έχει, σημειώνοντας στη συνέχεια σχετική μετάφραση (βλέπε και ανάρτηση 8.12.13 της ιστοσελίδας μου):

«Πρόσιθι ύδωρ αγλαόν να πίης διαβαίνων
[Πλησίασε να πιείς δροσερό νερό, εσύ διαβάτη (που περνάς)]

 κι εγγύς ότ’ είμαι της Σχολής μη οιηθής τι ξένον.
[και μη παραξενευθείς ότι εγώ -η βρύση- βρίσκομαι δίπλα στη σχολή].

Ο ιδρυτής τοις πίνουσι το νάμα του σχολείου
[(διότι) αυτός που με κατασκεύασε (με έβαλε εδώ), ώστε αυτοί που μορφώνονται στο σχολείο],

Προσέθηκεν εις αναψυχήν και του εμού κτιρίου.
[(το έκανε) για να ανακουφίζονται (πίνοντας νερό από τη βρύση αυτή)].

Τίς, πόθε δ’ ο ανηλωκώς; Καλλίνικος την κλήσιν;
[(Λοιπόν) ποιος και από πού προέρχεται αυτός που δαπάνησε χρήματα (για το έργο αυτό); Ονομάζεται Καλλίνικος;]

Σκοτίνης γέννημα, αλλοδαπής το θρέμμα,
[Είναι γόνος, τέκνο της Σκοτίνας, που ανατράφηκε στα ξένα (σε άλλους τόπους)].

Περίδοξος καθ’ άπασαν την οικουμένην κτίσιν, [δοξάστηκε σε όλη την οικουμένη,]

Αλεξανδρείας δε φορών του Πατριάρχου στέμμα». αθώς φόρεσε το στέμμα του πατριάρχη Αλεξανδρείας.
----------
* Η ονομασία οφείλεται στους βλάχους μαστόρους οι οποίοι ανακάλυψαν την πηγή.
** «Το ευρεθέν αρχείον του πατριάρχου Αλεξανδρείας Καλλινίκου (1800-1889)» Ε. Κλεομβρότου, σελ. 23,

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ

1800. Γεννιέται στη Σκοτίνα.
1810. Μονάζει στην Ολυμπιώτισσα Ελασσόνας.
1830. Τοποθετείται ως Πρωτοσύγκελλος στη Μητρόπολη Σερρών.
1843. Εκλέγεται Μητροπολίτης Μυτιλήνης.
1853. Εκλέγεται Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
1856. Με δικά του έξοδα κτίζεται το σχολείο της Άνω Σκοτίνας.
1858. Εκλέγεται πατριάρχης Αλεξανδρείας.
1861. Παραιτείται από τον πατριαρχικό θρόνο (ασθένεια). Δραστηριοποιείται στη Μυτιλήνη.
1862. Με δαπάνες του ιδίου κτίζεται η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Σκοτίνα.
1889. Επέρχεται ο θάνατος.
----------
Σχεδιάγραμμα-επεξηγήσεις

  
Πλάτανος είναι η πλατεία του χωριού. Η ονομασία οφείλεται στον πελώριο υπέρ αιωνόβιο  πλάτανο.
1. η εκκλησία Κοίμηση της Θεοτόκου στα νότια της πλατείας.
2. η βρύση του πατριάρχη, η οποία ακουμπάει στον τοίχο του σχολείου. Εκεί υπήρχε το «επίγραμμα».
3. δρόμος προς Παρθένη.
4. δρόμοι προς Μοίρα, Βλαχάτη, Χασαπλιό.
5. σπίτια Καραλάτκα-Καραλή (Δημητρός, Μαρία Τράντα).
6. σπίτι Οικονομάτκου-Οικονόμου.
7. σπίτι Ντιλιγιαννάτκου (Καλαμάρας Γιαννούλης). (Εγώ θυμάμαι το σπίτι τς Αντρένινας. Η Ουρανία τ’ Αντριά-Καραλή ήταν σύζυγος του Θεοχάρη Καλαμάρα). Στα δεξιά της Αντρένινας ακουμπούσε το Πινακέικο σπίτι (Βασίλς Πινακάς). Το Πινακέικο ακουμπούσε στο Καλιαμπέικο (Γιαννούλς Καλιαμπός). Τα χώριζε μια στενή σούδα την οποία χρησιμοποιούσαμε ως κοινή τουαλετα!!!. Υπηρεσία καθαρισμού: σκρόφες-γουρούνες.  
8. καφενείο Παραμύθα.
9. δρόμος προς Μάρμαρο. 


                                Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου (δυτική πλευρά). 
                                Έργο του πατριάρχη Καλλίνικου (1862)


                                                 Ο Πλάτανος με την καμπάνα


                 Οι προσκυνητές κατακλύζουν την πλατεία στις μέρες του Πανηγυριού


                 Κάποτε στον τοίχο του σχολείου δέσποζε η βρύση του πατριάρχη. 
                 Σήμερα στο πεζούλι του Πλάτανου φαντάζει η βρύση του 
                 συλλόγου απανταχού Σκοτινιωτών "Καλλίνικος".

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

εθνική αντίσταση, Μίχος «τ’ Νικουλή»



Κατοχή:
          Ο Μίχος «τ’ Νικουλή», δηλαδή ο Μιχάλης Γερομιχαλός του Νικολάου έχει να μας διηγηθεί πολλά από το χώρο της Εθνικής Αντίστασης. Γεννήθηκε το 1921. Επομένως η «Κατοχή» τον βρίσκει πάνω στο Μάη της ζωής του. Εξαίρετος στο ήθος, ανήσυχος στη δράση. Μου τα λέει με λεπτομέρεια στη συνέντευξη που δόθηκε στο σπίτι του στη Σκοτίνα (τοποθεσία «Κοτσέκι») στις 23 Ιουλίου 1996.



Πήγα αντάρτς (αντάρτης) το ‘44. Υπήρχε εδώ στο χωριό μια οργάνωση. Και μας είπε "όσοι θέλουν μπορούν να πηγαίνουν". Θεώρησα καλό να καταταχτώ με τους αντάρτες.
-Γιατί προτίμησες το αντάρτικο;
-Κοίταξι, Γιάν’. Ένας λόγους είνι που ιδώ στου χουριό μας είχι 
μιρικοί επιτήδειοι. Αυτοί κλέβαν κατσίκια κι τυριά. Του κουπάδι μ’ υπέφιρι. Κι ιγώ πήρα τα μάτια μ’ κι έφυγα. Άλλους λόγους είνι να  πουλιμήσου τζ Γιρμανοί.  
-Ποιοι κλέβανε τα τυριά;
-Οι θκοι μας οι χουριανοί. Δε ντα κλέβαν. Τα ζητούσαν*.
-Και εσένα σε κακοφάνηκε. Μήπως θυμάσαι πότε έφυγες;
-Πώς δε θυμάμαι. Μπροστά τς  Αγίας Τριάδος ήταν. Το’  44. Πήγαμε στο Καταφί (Καταφύγιο Κοζάνης). Τζ Γιρμανοί  πουλιμούσα ιγώ (τους Γερμανούς πολεμούσα εγώ).
-Με τι μέσο πήγες στο Καταφί.
-Μι τα πόδια.
-Ποιον δρόμο ακολούθησες.
-Λιτόχωρο, τα ριζά, Βροντού, Μοσχοπόταμο, Μόρνα, Φτέρ’.
-Στο Καταφί ποιον βρήκατε.
-Είχι εκπαιδευτήριο. Εκπαιδεύουσαν ικεί. Παρουσιαστήκαμε στον καπιτάνιο μέσ’  στου χουργιό.
-Πού ξέρατε εσείς πού να παρουσιαστείτε.
-Είχαμι απού δώ, π’  ν’  ουργάνωση ένα χαρτί. Μας υποδέχτηκαν. Μας είπαν, όμως: "Παιδιά κοιτάξτι, μήπως μετανοιώσατε; Ιδώ, ξέρτι, σκουτώνουντι, κάνουν. . . " «Όχ’, δε μετανοιώσαμε». Κι έμεινα. Μας δώσαν όπλα.
-Είχε πολλούς εκεί στο Καταφί;
-Μ’ είχι πολλούς. Εκατό, εκατόν πενήντα νεοσύλλεκτοι. . . Χωριστά οι άλλ’. Ικεί καθίσαμι 10-15 μέρις. Εκπαιδευόμασταν το πρωί στα όπλα. Το χωριό ήταν καμμένο απ’  τζ Γιρμανοί.
-Μετά;
-Μετά κάναμι σαμποτάζια στους Γερμανούς. Κατεβαίναμε κι ανατινάζαμε τα τρένα. Ερχόμασταν ιδώ στις μπρες τς Παντλιμονίτκες. (στην τοποθεσία «Μουριές» του Αγίου Παντελεήμονα). Όλ’ τη νύχτα. . . το πρωί ξημέρουνάμι’  δω.  
-Πες καμιά περίπτωση.
-Ξεκινήσαμε απ’ το Καταφί. Απού κει στη Φτέρ’, που ‘ταν χαμπλά ο μύλος στη Μόρνα, απ’ κάτ’ τα πλατάνια μι όπλα φουρτουμέν’. Ιγώ, θυμάμι είχα ένα απ’  αυτά τα μιγάλα τα αντιαρματικά για τς  μηχανές στα τρένα. Πέντι σφαίρις έπιρναν μέσα.
-Πόση ώρα κάνατε να ’ρθείτε απ’ εκεί ως εδώ;
-Όλ’ τη νύχτα. Μέρα δε γκυκλοφορούσαμε, Γιάν’. Μέρα φοβούμασταν. Κάνα βράδ’ μέναμε και στο Λιτόχωρο, στον Αγιάν’. Λόχος ολόκληρος. Με τα πόδια. Μόνο ένας αξιωματικός -Ανδρεάδης λεγότανε- αυτός είχε ένα μουλάρ’. Περνούσαμε μέσα απ’ το Λιτόχωρο. Μια φορά κατεβήκαμε στην απαλνή τη Λεπτοκαρυά κι δω, στο μύλο τ’ Συντριβάν’ κι απ’ αυτού, αν δε μας έπιρνι η νύχτα, δηλ. δεν ξημέρωνε, βγαίναμε καμιά φορά και στον Παντελεήμονα. Κι αν δεν (ειδεμή, αλλιώς), χαμηλώναμε εδώ κάτου στου Μπαππού (τοποθεσία Παππούς), απού τούτ’ τη μπλευρά -του ύψωμα στου Κάστριου πού είνι; (στην επάνω πλευρά του Κάστρου) -απ’  του νέου χουριό απού πάνου.  Καθόμασταν ικεί, μέσ’ σ’ τς κουμαρές. Βαθιά χαραή. Είχαμι οπτικούς.
-Τι οπτικούς.  
          -Φακά. Το οποίον ήταν, ένας φακός επιπαραδείγματι, μόλις ξεκινούσες απ’  τη Μόρνα, ήταν ένας φακός στο ύψωμα. Έδουνι σήμα, πότι μπορείς να περά ’ις. Ότι δεν υπάρχ’  εχθρός κι ξέρου ’γω. Ι άλλους ι φακός ήταν στη Λεπτοκαρυά. Ο άλλος ήταν σ’ αυτό το μέρος, στο Μπαππού ’π’ σι λέω (ο άλλος φακός ήταν στον Παππού που σου λέω). Κι συνιννουϊούμασταν μ’ αυτά. Μι τους οπτικούς αφνούς. Και βαδίζαμε.
          -Θυμάσαι καμιά ανατίναξη;
          -Πως δε θυμάμι. Μια μαναχά; Να εδώ στις Μουριές. Εγώ ανατίναξα το τρένο. Εγώ ήμαν βάση πυρός. Εγώ ήμαν εδώ και συ απού ’σαν του μηχανικού πάηνις (πήγαινες) στη γραμμή. Κι σι φύλαγα εγώ. Σι φύλαγα μι του όπλο. Να μη σι χτυπήσουν οι Γερμανοί. Καμιά περίπολο. Πήγινι ένας στη γραμμή κι έβαζι του μηχάνημα. Του δυναμίτ’. Όπους είνι του ρουλόι αυτό, πάει κι το ’βαλι στη γραμμή. Μι ν’ ανατίναξη έπιρνι φουτιά του τρένου κι η γραμμή. Αλλού σίδηρα, αλλού. . .
-Πότε εκπυρσοκροτούσε.
-Όταν το πατούσε το τρένο. Καμιά φορά γίνονταν λάθη. Αντί, ας πούμε, να είναι τρένο να έχ’  πυρομαχικά μέσα, είχε πορτοκάλια.
-Εσύ σε τι περίπτωση έπεσες;
-Έπεσα σε πορτοκάλια, σε άλλο να είναι 2-3 Γερμανοί μαναχά. Μια φορά πχιάσαμε έναν Γερμανό. Όταν έπεσε το τρένο. Κι του μπήραμι αιχμάλωτον.
-Πόσον καιρό έκανες αντάρτης;
-Εννιά μήνες. Σαν οπλισμένος δηλαδή. Ήμασταν κι άλλ’  απ’  τ’  Σκοτίνα. Ήταν κι ι Στέργιους ι Μιρίκους κι ι Αλκιβιάδης ντ Γόλ’   (Πινακάς). Ήταν κι ι Γιώρς Οικονόμου.
Ένα τρένου δεν είχε ανθρώπους. Εμπορικό ήταν. Ήταν φορτωμένο πυρομαχικά. Πολύ φορτιό. Έχουν κουβαλήσ’  απού κει αφθουνία  φθονα, πολλά πράγματα).
-Τελικά πώς απολύθηκες;
-Τάχα για ξεκούραση, μας στείλαν στο Νιζιρό (Καλλιπεύκη). Σαν αποστολή, ας πούμι. Έμισκνάμι ικεί (μέναμε εκεί). Γίνουνταν ρίψεις απ’ τ’ αροπλάνα. Εγγλέζκα. Ρίχναν αντιπυρομαχικά, για τους αντάρτες. Ρούχα δεν είχαμι. . . Απού  ’κεί έκλιψα μια χλαίν’. Ντύθηκα, δηλαδή κι θα μι πιρνούσαν στρατοδικείο οι αντάρτες. Ιγώ διάλιξα κι ένα κουστούμ’  απ’  αυτά που ήταν σ’ τς  σκηνές κι ντύθηκα. Μ’ έκαναν αναφορά. Ιγώ τς είπα, ότι κρύουνα κι πήρα κι ντύθκα. Μι αθώουσαν. Του ‘45 τέλη Φεβρουαρίου απουλύθκα.
----------
* «Επιπλέον πρόβλημα ήταν η ανεπάρκεια των τροφίμων για τους άνδρες του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος). Ο Βλαντάς έγραψε κάτι πολύ χαρακτηριστικό: «Η πείνα των τμημάτων μας οδηγούσε σε απίστευτες αντιλαϊκές πράξεις. Μερικά παραδείγματα: έπαιρναν προβατίνες από χωριάτες. Τις ξεκοίλιαζαν, πετούσαν τα αρνάκια και τις έτρωγαν. Φορολόγησαν κοπάδια προβάτων παίρνοντας από τα τρία το ένα. Θεώρησαν εμπορεύματα τα βόδια των αγροτών, όταν ένας είχε πάνω από δυο! Έπαιρναν τα άλλα γιατί οι διαταγές τους έδιναν τέτοιο δικαίωμα. Έβαζαν γυναίκες να τους κουβαλούν τρόφιμα και άλλον εφοδιασμό με την πλάτη, νηστικές. Δεν τους έδιναν ούτε ένα ψίχουλο (…)»  (Καραμήτσος Δημήτριος, Ιστορία της νεότερης Ελλάδας» (τόμος Β’, 1942-1967).
 ----------
 ΕΙΚΟΝΕΣ

Νικόλαος Γερομιχαλός του Ιωάννου ο γνωστός ως "Νικουλής"


Το σπίτι του Μιχάλη στην Κάτω Σκοτίνα στην περιοχή "Κοτσέκι"
Εδώ δόθηκε η παρούσα συνέντευξη

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ιστορίες: Σχολικές ενθυμήσεις





Γερομιχαλός Μιχάλης του Νικολή (1921-1995)

Όμορφες, γλαφυρές ιστορίες. Μας τέρπουν όταν τις ακούμε. Κατάλληλος ο Μιχάλης στην τέχνη του λόγου. Κατάλληλος και ο ακαταμάχητος αείμνηστος δάσκαλος της Σκοτίνας. Ξακουστός με το όνομα Αθανάσιος Βλέτσης (1889-1982). Μισό αιώνα περίπου στο εκπαιδευτικό έργο. Όσοι τον έζησαν, ομολογούν ότι "τα γράμματα τα έμαθαν χάρις στο αυστηρό, συστηματικό, πειθαρχικό και ευσυνείδητο σύστημα του δάσκαλου". Η ιστορία που ακολουθεί εκφράζει την -ως είθισται στα μαθητικά δεδομένα- κωμική πλευρά του πράγματος. Η συνέντευξη έγινε στις 23 Ιουλίου του 1996 στο σπίτι του στο "Κοτσέκι".


-Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
-Σ' ν' απαλνή Σκοτίνα πήγα σχολειό ώς τη ντρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτ' απ' του Γκηψαρά. Πού 'ταν τα Μανέικα, πού 'ταν του Μήτρου του Ντήμου του σπίτ', του μαγαζί. Κουντά στ' Μακασή. Πιο πάνω απ' τ' Καρκαφίρ'. (Φοίτησα στο δημοτικό σχολείο στην Άνω Σκοτίνα. Πήγα μέχρι την τρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτω από τον Κηψαρά. Συγκεκριμένα εκεί που ήταν τα σπίτια των Μαναίων και το σπίτι του Μήτρου του Δήμου, όπου και το μαγαζί τους. Κοντά στο σπίτι του Κοτσιβού-Μακασή, λίγο ψηλότερα από το σπίτι του Καρκαφίρη).
-Σε έδειρε καμιά φορά ο δάσκαλος;
-Μ' τι δε μ' έδειρι! Μια φουρά χτυπήσαμι του Μίχου του Γκαραμπίνα μι του Γρηγόρ' του Μπλέτσιου-Πινακά. Πιδιά. . . μαλώσαμι, τουν χτυπήσαμι. 'Ηρθι η μανιά η Γκαραμπίνινα, η Χρίστινα, στου δάσκαλου, έκανι τα παράπουνα. (Βεβαίως με έδειρε. Ήταν δυνατόν να το αποφύγει κανείς; Μια φορά εγώ με τον Γρηγόρη Βλέτση χτυπήσαμε τον Μίχο-Καραμπίνα. Ε, παιδιά ήμασταν, μαλώναμε, παίζαμε. Τον χτυπήσαμε. Αμέσως έρχεται για παράπονα στο δάσκαλο η γιαγιά Καραμπίνινα, η Χρίστινα).  
-Πού τον χτυπήσατε, έξω από το σχολείo;
-'Εξω. Σ' ν' αυλή τ' παπά Λιουνίδα. Κι έκανι παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο.  'Οταν ήθιλι να μας απουλήσ' ο δάσκαλος, φουνάζ' πρώτα το Γρηγόρ' το Μπινακά: (Έξω. Στην αυλή του σπιτιού του παπά Λεωνίδα. Και έκανε παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο. Πριν σχολάσουμε από το σχολείο, ο δάσκαλος καλεί πρώτα το Γρηγόρη τον Πινακά):
-Πινακά, έβγα έξω.
-'Οχ', δε βγαίνου, λέ' ικείνους.
-Δε βγαίντζ';
Πααίν' του μπχιάν' απ' του σακκάκ', απ' γκουκούλα που 'χαμι -είχι χιόν' πουλύ όξου- του μπχιάν' απού κει, μια κι στου μπίνακα. Τουν ρίχν' καμπόσις, του μπαίρ',  του μπααίν' μέσ' στου γραφείου. Του γκλάει μέσ' στου γραφείου. 'Ερχιτι η σειρά η δικιά μ'. (Προχωράει ο δάσκαλος κατεπάνω του, του πιάνει το σακάκι, από την κουκούλα της κάπας, που λέμε, -έξω είχε πολύ χιόνι- τον γραπώνει, λοιπόν, από εκεί, τον σπρώχνει προς τα μπρος και πέφτει ο άλλος στον πίνακα.  Του ρίχνει αρκετές σφαλιάρες, τον σέρνει μέσα στο γραφείο. Τον κλείνει μέσα στο γραφείο. Έρχεται η δική μου η σειρά):
-Γιρουμιχαλέ, έβγα έξου!
Βγαίνου. Κι ΄γω τα ίδια. Απού του θρανίου που κάθουμαν, στου μπίνακα πάει του κιφάλ΄, ένα κι ένα. Μι πάει μέσα. Φουνάζ΄ του Γκαραμπίνα του Μίχου: (Βγαίνω. Επαναλαμβάνονται τα ίδια και σε μένα. Όπως καθόμουνα στο θρανίο, το κεφάλι μου έφτασε στον πίνακα. Αστραπιαία. Με τραβάει μέσα στο γραφείο. Φωνάζει, εντωμεταξύ, τον Μίχο Καραμπίνα):
-΄Εβγα Γιρουμιχαλέ (ο Καραμπίνας λέγεται Γερομιχαλός).
-Ι Μίχους σηκώθηκε.
Δε μας βάζ΄στου γραφείου μέσα σαν κρατητήριου, ούτι στου κατώι κάτου. Μας βάζ΄στ΄απαλνό του δουμάτιου. Χιουνιά έξου ένα ζνάρ΄. Ιμείς, τώρα, τι να κάνουμι! Συννουϊούμιστι κι οι τρεις να βγάλουμι τη μπόρτα. Ι Καραμπίνας, ι Γρηγόρς κι ΄γώ. Στυλώνουμέστι στη μπόρτα ικεί οι δυο κι την ξιρριζώνουμι τη μπόρτα. Ν ΄είχι δυο κλειδαριές απ΄όξου. Είχι κι τηλέγραφουν τηλιγμένουν (σύρματα απού ΄χαν τα τηλέφωνα). Αφού βγάλαμι τς ριζέδις απ΄μπόρτα, άνοιξι η πόρτα. Βγαίνουμι έξου. Να κατιβούμι κάτου, όμως, δε μπουρούμι ν΄ανοίξουμι ν΄άλλ΄μπόρτα. Απού μπαίναμι μέσα (εξωτερική). Κι απ΄του μπαλκόν΄ πατάμι απάν΄στου ταχυδρουμείου,  στου ντβάρ΄(το κουτί). Πατάμι ικεί κι πηδήσαμι στα χιόνια καταή κι οι τρεις. Ιγώ πάτσα στου ταχυδρουμείου.
Κι απού τότι ιγώ δε γξαναπάτσα σχουλείου. (Δε μας κρατάει στο γραφείο του σαν κρατητήριο, ούτε κάτω στο κατώι. Μας κλείνει στο επάνω δωμάτιο. Το χιόνι έξω είχε ύψος ένα ζουνάρι, δηλαδή μέχρι τη μέση μας. Εμείς τώρα πώς να φερθούμε! Συνεννοούμαστε και οι τρεις να χαλάσουμε την πόρτα. Ο Καραμπίνας, ο Γρηγόρης κι εγώ. Στυλωνόμαστε εκεί στην πόρτα οι δυο και την ξεριζώνουμε. Την είχε κλείσει απ' έξω με δυο κλειδαριές. Την είχε τυλιγμένη με καλώδια και σύρματα, τα οποία χρησιμοποιούσαν στα τηλέφωνα. Αφού βγάλαμε τους μεντεσέδες από την πόρτα, άνοιξε η πόρτα. Απελευθερωνόμαστε, πεταγόμαστε έξω. Δεν υπήρχε, όμως, δυνατότητα να κατεβούμε κάτω, γιατί δε μπορούσαμε να ανοίξουμε την πόρτα. Εννοώ την εξωτερική πόρτα. Σκαρφιζόμαστε κάτι άλλο· από το μπαλκόνι πατάμε πάνω στο γραμματοκιβώτιο, το οποίο ήταν κρεμασμένο στο εξωτερικό ντουβάρι. Πατάμε εκεί και πεταγόμαστε καταγής στα χιόνια. Εγώ, θυμάμαι, πως πάτησα στο ταχυδρομικό κουτί. Κατεβαίνουμε κάτω και οι τρεις μας.
Και από τη στιγμή εκείνη εγώ δεν ξαναπάτησα στο σχολείο).
 ---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                             
                                                       Βλέτσης Αθανάσιος, δάσκαλος

           Στο σχολείο αυτό (Άνω Σκοτίνα) έμαθαν γράμματα οι πατεράδες μας

                          Το σπιτικό του Μιχάλη στην Κάτω Σκοτίνα, όπου έγινε η συνέντευξη

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Εμφύλιος: Μανόλης Παπαγεωργίου «τς Κώτσινας»




                             Μανόλης Παπαγεωργίου του Κωνσταντίνου

 Στις 2.5.2003 ο αείμνηστος Γιάννης Στύλος του Διονύση (Τσιακμάκης) μου δίνει συνέντευξη για το θάνατο του Μανόλη Παπαγεωργίου του Κωνσταντίνου. Ο Μανόλης σκοτώθηκε στο Λιτόχωρο σε μάχη του 1949 (σχετικά βλέπε ιστοσελίδα kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com, ανάρτηση 3.10.15).

             ΑΦΗΓΗΣΗ: Γιάννης Στύλος-"Τσιακμάκης"

ΙΔΙΩΜΑ

Στη μάχ’ του ’49 σκουτώθκι ι Μανόλς. Του Μανόλ’ Παπαγεργίου -τς Κώτσινας- τουν έδουσαν βαθμό ιδώ στα ΤΕΑ*. Ήταν μια διμοιρία κι ούλου Σκουτνιώτις. Ι Μίχους ι Ντάμπλιας, ι Διουνύ ‘ις ι Τσιαπάρς, ι  Νάσιους ι Πουλυχρός, ιδώ ι Μπαντέκους ι Μανόλς. Όλ’ ήταν ικεί στου μαναστήρ’, απού δω μιριά. Ήταν μια μπαΐρα ικεί κι είχι δέντρα. Είχαν κι ‘κείνουν του Λιτουχουρίτ’ απού είχι αδιρφόν καπιτάνιου σ’ τς αντάρτις. Κι ικεί στου

μουναστήρ’ είχι ένα νιρό. Στου Μιτόχ’. Κι αυτοί τώρα, οι δικοί μας να πούμι,  πάηναν κάθι μέρα ικεί κι κοιμούνταν ξιγνιαζμέν’. ‘Π’ τα δέντρα που κάτ’. Στέλν του Λιτοχωρίτ’ να   πάρ’ νιρό. Απουνήριφτ’ ντιπ οι δικοί μας, κι «μπ’απ» ι αδιρφός τ’, απού λες, βλέπ’ τουν αδιρφό τ’:
          -Ε, αδιρφέ! Τι γίνιτι;
          -Καλά, λέ’ του πιδί.
          Αγκαλιάσκαν μι τουν αδιρφό τ’ ικεί.
          -Πόσ’ είν’ αυτού (πόσοι είναι εκεί);
          -Ιά, είνι μια διμοιρία.
          -Τι φκιάν τώρα;
          -Άλλ’ σιαδώ, άλλ’ σιακεί, κοιμούντι.
          -Ιντάξ’.
          Πχιάν απού παναθέ μιριά ένα φαλκάρ’** (μια ομάδα) αντάρτις. Βάν του πουλυβόλου. Παναθέ στου ύψουμα, που έγν μια κιραία, λίγου παραπάν. Κι πχιάν κι απού κάτ’, ζών κι απού κάτ’ κι χαμπλά ιδώια, πού είνι μια αζβησταριά. Ι Μανόλς αγκαύστους, (άπειρος) δεν είχι πααίν στρατιώτς ακόμα του πιδί. Πααίν απ’ του πάνου μέρους κι απού κάτου μιριά έπχιασαν ινέδρα οι αντάρτις. Ακριβώς χαμπλά, πού είνι ένα αμπέλ’, ικεί άμα στρίψ’ κι πας προς του Μιτόχ’, θα του δεις. Ικεί είνι μια αζβησταριά. Ικεί ήταν του σταυρουδρόμ’, απού έπριπι να κατιβούν του γκατήφουρου αυτοί, οι θκοί μας. Οι μάυδις. Τς πλακών απού ψηλά μι του πουλυβόλου, στα δέντρα, κάν του γατήφουρου. Υπουλόγιζαν να κατιβούν ικεί χαμπλά αυτοί (όλοι οι μάυδες.     Οι άλλ’, όμους, τα θκά μας παιδιά, ήταν αμπαρουμένα. Ι Μπαντέκους,*** ι Τσιαπάρς, ι Νάσιους ι Πουλυχρός. Είχαν τα όπλα σ’ τς πουρναρές στυλουμένα.
Μι του μπαμ, μπαμ, μπαμ που παν, απου λες, κοιτούν να βγάλν όπλα, τραβιούνταν τα όπλα; Αφού τα είχαν μέσα σ’ τς πουρναρές. Απαρατούν κι τα όπλα κι κόβν μέσ’ στα πουρνάρια του γκατήφουρου (οι μάυδες). Ι Μανόλς έφυγι σ’ τ’ σούδα σιακάτ. «Παπ», μπρουστά, σ’ τς αντάρτις. «Μπαμ, μπαμ», τουν ρίχν καταή. Τουν βγάζν κι τα ρούχα. Ήταν γυμνό του πιδί. Όταν πήγαν του βρήκαν γυμνό. Πότι να βγούν απού κατ’ τ’ άρματα, που δεν είχι κι δρόμου τότι, ένα στινούτσκου αυτό είχι (μονοπάτι) χαμπλά στου Λιτόχουρου ικεί. Του φέρν του πιδί, που λες, παλικάρ, λιβέντζ, πάει του χάσαμι.

ΚΟΙΝΗ

 Στη μάχη σκοτώθηκε ο Μανόλης. Αυτό έγινε το 1949. Τον Μανόλη Παπαγεωργίου -της Κώτσινας- δώσανε βαθμό εδώ στο χωριό, καθώς υπηρετούσε στα ΤΕΑ. Οι Σκοτινιώτες όλοι αποτελούσαν μια διμοιρία. Γνωστά πρόσωπα στη διμοιρία ήταν: Ο Μίχος ο Δάμπλιας, ο Διονύσης Τσιαπάρης, ο Νάσιος Πολυχρός, ο συγγενής μου Μανόλης Μάνος Μπαντέκος. Όλοι αυτοί υπηρετούσαν στο μοναστήρι, από την δώθε πλευρά. Ήταν εκεί ένα άπλωμα με πολλά δέντρα. Μαζί τους ήταν και ένας Λιτοχωρίτης, ο οποίος είχε αδερφό καπετάνιο έξω στο αντάρτικο. Εκεί στο μοναστήρι υπήρχε μια πηγή νερού. Στο Μετόχι. Τον πλησιάζουν αυτόν και του μιλάνε. Οι δικοί μας εννοώ: Πήγαιναν κάθε μέρα οι δικοί μας λεβέντες και κοιμούνταν ήσυχοι εκεί στο μοναστήρι. Κοιμούνταν κάτω από τα δέντρα.  Στέλνουν τον Λιτοχωρίτη να τους φέρει νερό. Απονήρευτοι εντελώς οι δικοί μας. Ξαφνικά ακούγεται ένα "μπαμ". Βλέπει ο Λιτοχωρίτης τον αδερφό του:
          -Ε, αδερφέ! Τι γίνεται;
          -Καλά, λέει το παιδί.
          Αγκαλιάστηκαν τα δυο αδέρφια.
          -Πόσοι βρίσκονται εκεί;
          -Ε, να, είμαστε μια διμοιρία.
          -Με τι απασχολούνται τώρα;
          -Ε, είναι σκόρπιοι. Άλλοι προς τα εδώ, άλλοι προς τα εκεί, κοιμούνται.
          -Εντάξει.
          Μια ομάδα από αντάρτες καταλαμβάνουν την επάνω πλευρά . Αρχίζουν να πυροβολούν. Ήταν οχυρωμένοι πάνω στο ύψωμα. Συγκεκριμένα λίγο παραπάνω,  στο σημείο που σήμερα υπάρχει μια κεραία. Καταλαμβάνουν και τα μέρη πιο κάτω, ζώνουν την περιοχή μέχρι εδώ χαμηλά, όπου βρίσκεται μια ασβεσταριά. Άπειρος ο Μανόλης, το παιδί δεν είχε υπηρετήσει στο στρατό. Προχωράει αμέριμνος προς τα πάνω, ενώ οι αντάρτες πιάσανε ενέδρα από κάτω. Ακριβώς χαμηλά, όπου υπάρχει ένα αμπέλι. Από εκεί, αν στρίψεις πηγαίνοντας στο Μετόχι, θα το αντικρύσεις το μέρος αυτό. Την ασβεσταριά. Συναντάς εκεί ένα σταυροδρόμι, από όπου οι δικοί μας έπρεπε να πάρουν την κατηφόρα. Δηλαδή οι Μάυδες. Τους πλακώνουν από πάνω με το πολυβόλο, στα δέντρα, οπότε αυτοί οι δικοί μας προσπαθούν να φύγουν προς την κατηφόρα. Υπολόγιζαν να κατεβούν εκεί χαμηλά όλοι οι Μάυδες. Οι άλλοι, όμως, οι δικοί μας τώρα, ήταν κάπου κρυμμένοι, αμπαρωμένοι. Ο Μανόλης Μάνος-Μπαντέκος , ο Τσιαπάρης,  ο Νάσιος Πολυχρός. Είχαν τα όπλα κρεμασμένα στα πουρνάρια. Με το "μπαμ", που λες, πρώτη τους δουλειά ήταν να ξεκρεμάσουν τα όπλα. Έβγαιναν, όμως, εύκολα τα όπλα από τα πουρνάρια; Εγκαταλείπουν και τα όπλα και χώνονται μέσα στα πουρνάρια συρόμενοι προς την κατηφόρα (οι Μάυδες). Ο Μανόλης Παπαγεωργίου φεύγει μέσα από μια σούδα προς τα κάτω. «Παπ», πέφτει σε ενέδρα των ανταρτών. «Μπαμ, μπαμ», τον ρίχνουν  καταγής. Του βγάζουν τα ρούχα. Γυμνό, πια, το παιδί.  Όταν, μετά,  πήγαν τον βρήκαν γυμνό. Πότε να 'ρθουν από κάτω τα άρματα! Δεν υπήρχε δρόμος τότε. Υπήρχε μόνο ένα στενό μονοπάτι στην κάτω περιοχή του Λιτοχώρου. Φέρνουν, που λες, το παιδί -παλικάρι παιδί- λεβέντη νεκρό. Πάει, χάσαμε το παιδί.
----------
*  «Για την αντιμετώπιση της έλλειψης δυνάμεων, αλλά και χρήσιμων πληροφοριών για τον ΕΣ (Ελληνικός Στρατός), αποφασίστηκε και οργανώθηκαν στα χωριά ομάδες ένοπλων δεξιόφρονων χωρικών με την ονομασία ΜΕΑ (Μονάδες Εθνικής Ασφάλειας) και ΜΑΥ (Μονάδες Άμυνας Υπαίθρου, ενώ αργότερα σχηματίστηκαν τα ΤΕΑ (Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης). Προοδευτικά πολλές από τις υπάρχουσες διοικήσεις εθνοφυλακής μετέπεσαν σε αντίστοιχους σχηματισμούς τακτικού στρατού» (Δ. Καραμήτσος, ιστορία της νεότερης Ελλάδας (τόμος Β, 1942-1967), σελίδα 201.
** φαλκάρ' (του), ένα μερίδιο, μια ομάδα, "ένα φαλκάρ' αντάρτις". Αλλού "κοπάδι από πρόβατα ή γίδια, που έχουν το ίδιο σημάδι" (Ελευθ. Ε. Λάλος, Κρανιά Ελασσόνας", 1985).
*** Μπαντέκο τον βγάλανε από το όνομα κάποιου αντάρτη. Ένας Λιτοχωρίτης «μάυς» -Οικονόμου- που είχε κάνει στα ανταρτικά, είχε κάποιον ταγματάρχη Μπαντέκο. Ήταν κοντός στο ανάστημα, όπως και ο Μανόλης Μάνος (1917-2002). Μόλις ο Οικονόμου είδε το Μανόλη, του είπε: «Σα του Μπαντέκου είσι,  αρά,  που είχαμι απάν στου βουνό. Τουν μνιά ‘ιζ καταπληκτικά».

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ-από μέρους της οικογένειας Γεωργάκη (στο αρχείο μου αναφέρονται άλλοι δυο παππούδες, Αντώνης και Γιάννης).

Πληροφορίες: Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης. Ο «Γιωργάκς-Τσιπόρης πήρε γυναίκα Σκοτινιώτισσα χήρα, Στύλινα. Από κει πήρε το όνομα «Στύλος».

Παιδιά του Γεωργάκη 
 

Α. Δημήτριος σύζυγος Χαϊμαδή Κοτσιβού. Παιδιά:


1. Γιώργος (1908-) σ. Κουνιώ Απ. Γκάρα  Παιδιά:
α. Δημήτρης, σ. Χαϊμαδή Απ. Τσιαπάρη                  
β. Απόστολος, σ. Τούλα Γρηγ. Χρισινόπουλου                   
γ. Σταυρούλα, σ. Μπόσκος από Σταυρό Χαλκιδικής           
δ. ΄Ολγα, σ. ξένος, από Κατερίνη                  
ε. Χαϊμαδή            
στ. Βούλα             
ζ. Αγαπούλα
2. Διονύσης, α. Μαρία Παπαζιώγα, β. Ουρανία Ι. Δήμου .Παιδιά:
                    α. Χαϊμαδή, (1936-), σ. Βασίλς Κουντουγιώρς
                    β. Γιάννης (1937-2014), σ. Τασούλα Απ. Δάμπλια.                      
γ. Γραμματή, (1941-), σ. Μήτσιος Γεργολάς                       
δ. Μαρία, (1944-), σ. Στέργιος τς Μήνας-Χριστινόπουλος.                     
ε. Καλούδα, από Κουντουργιώτισσα              
3. Μαρία, (1944-), σ. Στέργιος «τς Μήνας»-Χριστινόπουλος.                  
4. Βασίλης (1920-), σ. Χαρικλειώ (1924-) Απ. Συντριβάνη
                    α. Χαϊμαδή, σ. Απόστολος Στράνταρης, Κατερίνη                                  
β. Καλλιόπη, σ. Δημήτριος Αγοραστός-Τζήμης-, Αυστραλία
γ. Τούλα, σ. Αλέκος Ντούλας, Κουντουργιώτισσα                                  
δ. Τάκης, σ. τ’ Καζαμία από Λεπτοκαρυά      
5. Κατίνα, σ. Θεοχάρης Πινακάς-τελώνης                
6. Αντώνιος ελεύθερος (ϯ1978 γύρω στα 30).           
7. Χαϊμαδή σ. Νίκος Αθ. Μήτσιος

Β. Θωμάς, σ. Μαριγώ Μ. Συντριβάνη. Παιδιά:                            


1. Ελένη, σ. Πουτιός Καλαμάρας, ψάλτης      
2. Απόστολος, σ. ΄Ολγα Μήτρου Μπλέτσιου-Πινακά. Παιδιά:
α.  Μαρία (1935-), σ. Κώτσιος Αγγέλης-Πατούνας     
β. Κατίνα, σ. από Κατερίνη        
γ. Τούλα, σ. Βαϊνάς, Κουντουργιώτσα  
δ. Ελένη, σ. από Κουνουργιώτσα        
ε. Ρούλα, (1954-), σ. Διονύσης Γ. Γανωτής    
στ. Ελευθερία, σ. από Κατερίνη 
ζ. Θωμάς, (1934-2014), σ. από Κρανιά
η. Βαγγέλης, σ. Μαρία Αθ. Αγγέλη       
θ. Δημήτριος, (1942-), σ. από Γερμανία         
ι. Αθανάσιος, (1947-), σ. Τούλα Αθ. Μήτσιου 
ια. Γιάννης, (1950-) , σ. Μαλαματία  τ’ Θωμά Κοτσιβού («Ματζιαβίνος»)    
ιβ. Γιώργος,  σ. Ελενίτσα Αθ. Οικονόμου       
ιγ. Κατίνα, σ. από Κατερίνη ;
          3. Γιάννης (1916-), σ. Ελένη Ιω. Παπαζιώγα
                    α. Τασούλα, (1943-), σ. Αθανάσιος Λ. Συντριβάνης  
β. Θωμάς, (1941-), σ. Πατσιώ Θ. Κοτσιβού                       
γ. Θύμιος, (1947-), σ. Χαρίκλεια Διον. Καραμανόλα                     
δ. Χρίστος, (1951-), σ. ξένη                           
ε. Αθανάσιος, σ. Τασούλα Ηρ. Γεργολά
4. ΄Ολγα (1922-), σ. Γιώργος Γεργολάς          
5. Γεώργιος, σ. Κατίνα Αστ. Χρισινόπουλου             
6. Διονύσιος (1926-), σ. Πηνέλου Δ. Καρκαφίρη                 
7. Τρανταφλιά

Γ. Βασίλης (πατέρας τ’ Κουντουγιώρ’), σ.; Παιδιά:


1. Κουνιώ, σ. Γιώργος Μάνος.
2. Γεώργιος, σ. Ουρανία Ν. Μήτσιου. Παιδιά:
                    α. Βασίλης, (1926-), σ. Χαϊμαδή δ. Στύλου               
β. Νικόλας, (1937-), σ. Μαρία Αγγέλη-Πατούνα       
γ. Διονύσης, (1942-), σ. Γλυκερία Θ. Παπαζιώγα               
δ. Νάσιος, (1939-), σ. Τρανταφλιά ντ’ Γιώρ’ τ’ Τέλ’                             

Δ. Ιωάννης «Μπίκας», σ. Τρανταφλιά Γκόρη. Παιδιά:


1. Ανέτα (1913-), σ. Θεοχάρης Καλαμάρας-Καϊάκας                    
2. Γεώργιος, ελεύθερος, πέθανε τον ίδιο χρόνο με τον Γιώργο Βλέτση              
3. Θεοχάρης (1921-), σ. Μαρία τ’ Μήτρ’ Μπλέτσ’. Παιδιά:
                    α. Ιωάννης, ιερέας, σ. Μαρίκα Διον. Μήτσιου 
β. Αναστάσιος, ιερέας σ. ξ.  
γ. Τριανταφυλλιά, σ. Νικ. Τσιαπάρης                
δ. Κατίνα, σ. Μητσιούλας Χριστινόπουλος                        
ε. Ελευθερία, σ. από Λεπτοκαρυά                            
στ. Τούλα, σ. από Κατερίνη                           
4. Βάια (1929-), σ. Θωμάς Γερομιχαλός
                            

Ε. Μαριγώ, ελεύθερη, «ν’ έδουκαν ένα πιριβόλ’ κι του πήρι του δασαρχείου», «Μι του πιριβόλ  τ’ Απουστόλ’ Σκρέτα συνορευόμασταν» (Βασίλης Στύλος 1.3.2002).

ΕΙΚΟΝΕΣ

                                      Η σύζυγος του Γιάννη Τασούλα Δάμπλια

 

          Το μόνιμο κιόσκι στεγάζεται στο μέσο της απέραντης αυλής, που περιβάλλεται από πράσινο χαλί και πανύψηλες καστανιές. Βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το "Γιαλό" της Σκοτίνας.

                                    Το σπίτι-"νοικοκυριό" του Γιάννη και Τασούλας


                                  Ο απέραντος χώρος εξυπηρετεί τους παραθεριστές