Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Τραγούδι: Να τσάκιζα το μαστραπά



Στα Στυλάτκα

Στην Άνω Σκοτίνα («απαλνή) υπάρχει γειτονιά που λέγεται «Στυλάτκα» ή «Αυλή τς Στύλινας». Προπολεμικά εκεί «έβαζε» (βούιζε) ο τόπος από παιχνίδια, τραγούδια, χορούς. Το όνομα το πήρε από τους Στυλαίους. Ο Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης υποστηρίζει: Ο «Γιωργάκς-Τσιπόρης πήρε γυναίκα Σκοτινιώτισσα χήρα, Στύλινα. Άλλαξε το όνομα και έγινε από «Τσιπόρης «Στύλος». Τα σύνορα ήταν: «απού κάτ’ Στέργιος Μ. Γιρμπχαλός, Μήτρος Γερομιχαλός, απού πάν’ Κουτσιβάτκου, απού ‘δώ τ’ Κουντουγιώρ’». 
Τα «Στυλάτκα» απέκτησαν σημασία, γιατί εκεί στήνονταν τρανός χορός κατά τις επίσημες γιορτές και προπαντός στην περίοδο του Πάσχα. Τα πιο γνωστά τραγούδια που ακούγονταν είναι «τα Πασχαλιόγιουρτα» κι «ι Κουσταντίνους ι μικρός» (βλέπε αναρτήσεις της παρούσας ιστοσελίδας:  26.3.14 και 19.4.15 αντίστοιχα). Το τραγούδι που ακολουθεί είναι γνωστό στον Κάτω Όλυμπο (και όχι μόνο). Σε κάθε εκδήλωση στην Αυλή της Στύλινας το «έπιανε»(το άρχιζε) η Καλή Δάμπλια-Καλιαμπού, μητέρα του γράφοντος. Καταγράφεται όπως η ίδια το τραγουδούσε. 

 Στη φωτογραφία η Καλή 
Δάμπλια-Καλιαμπού





ΝΑ ΤΣΑΚΙΖΑ ΤΟ ΜΑΣΤΡΑΠΑ

Να ‘χα ένα μή, ρόιδο μου,
να ‘χα ένα μήλο να ‘ριχνα (2)
στο πέ, μανάν μ’,
στο πέρα παραθύρι.

Να τσάκιζα, ρόιδο μου,
να τσάκιζα το μαστραπά (2)
πο ‘χει, μάνα μ’, πο ‘χει το μόσχο μέσα.

Το μόσχο το, ρόιδο μου,
το μόσχο το γαρύφαλλο (2)
και το μακεδονήσι.



Και μέσα η κό, ρόιδο μου,
και μέσα η κόρη κάθεται,
κεντάει χρυσό μαντήλι.

Το μαντηλά, κόρη μου,
το μαντηλάκι που κεντάς,
το μαντηλάκι που κεντάς,
σε μέ, καλέ, σε μένα να το  στείλεις.

Να μην το στείλεις μ’ άλλονε,
παρά με την αγάπη.

          Ο Ηρακλής Δάμπλιας ο μικρότερός της αδερφός, με ενθουσιώδη αυθορμητισμό προσθέτει (το έτος 2001):

Κέντα του κόρη μ’ κέντα του
κέντα του κόρη μ’ κέντα του,
κέντα του κόρη μ’ κέντα του
κι άλλουν μανά μ’
κι άλλουν να  μη ντου δώσεις.
----------
Ανάμνηση: Δεν το κρύβω ότι το συγγενικό περιβάλλον με επηρέασε στο να αγαπήσω κι εγώ το τραγούδι της μάνας. Θυμάμαι παραδείγματος χάριν: α) σε κάθε της κίνηση (μπαξές, σπίτι, βρύση) ψιθύριζε τραγουδιστά «να τσάκιζα, ρόιδο μου, να τσάκιζα το μαστραπά» και άλλους τοπικούς σκοπούς, β) ο πατέρας της Γιαννούλης, με δεξιοτεχνία έπαιζε το βιολί και συνόδευε το τραγούδι της Καλής, γ) άλλο άκουσμα στο ίδιο τραγούδι έχω από το θειο μου Ηρακλή Δάμπλια. Αυτός κάθε πρωί στα χρόνια του Εμφυλίου βοσκούσε τα μανάρια (πρόβατα) στο καραούλι «Μπαρμπούσ’» κοντά στη βρύση «Βλαχάτη». Εκεί έπαιζε τη φλογέρα σαγηνεύοντας τους κατοίκους του χωριού (Άνω Σκοτίνα). Από 'κεί φέρνανε  νερό οι οικογένειες της γειτονιάς του Γιαννούλη Δάμπλια. (Η ονομασία οφείλεται στους βλάχους μαστόρους, οι οποίοι ανακάλυψαν την πηγή. Αυτοί έφτιαχναν κάρβουνα και έμεναν στο χωριό. Οι χωριανοί αργότερα έφεραν το νερό στην πλατεία ("Πλάτανο"), βλέπε ανάρτηση 2.10.14)

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ-πλησιέστεροι συγγενείς του Γιαννούλη Δάμπλια

ΔΑΜΠΛΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ-Σκάθαρης (+16.9.1914), σύζυγος Χρυσούλα Γιργουλά- Μπασιάλα (Χρυσάνα). Σιδηρουργός-κυνηγός. Γιος: Γιαννούλς* (27.9.1887-1950), σύζυγος. Όλγα Γερομιχαλού. Παιδιά:

1. Βασίλης (1906-), σύζυγος Πινέλω Μπουκουβάλα. Παιδιά 6      
2. Καλή ((26.1.1909-25.11.1980), σ. παπά Απόστ. Καλιαμπός (1904-1995). Παιδιά: 9
3. Θωμάς, σ. Μαρία από Χράνη. Παιδιά: 5             
4. Απόστολος (+1937)               
5. Θανάσης (1911-1936)     
6. Χρυσούλα (1914- ), σ. Αθ. Αγγέλης. Παιδιά 5              
7. Γιώργος, σ. Στάμω Αστ. Γερομιχαλού. Παιδιά 4         
8. Σοφία, σ. Λεωνίδας Σκρέτας (υιοθετήθηκε από Μητό-Καλαμάρα Γρηγόρη.    Παιδιά 2
9. Μαριγούλα, Σκοτώθηκε στον εμφύλιο (1048) από νάρκη 
10. Ηρακλής (1929-2013), σ. Αθηνά Κρεμέτη-Κατερίνη. Παιδιά 3
----------
* Σκάθαρης, παρατσούκλι του Γιαννούλη Δάμπλια. Προσωπικά πιστεύω ότι προέρχεται από το αγκαθωτό ψάρι σκαθάρι. Ο παππούς μου συνήθιζε να τρώγει ψάρια. Τη μέρα των Βαΐων του 1950 στην Κάτω Σκοτίνα επέστρεψε από την Εκκλησία κρατώντας στα χέρια ψάρια. Μόλις μπήκε στο σπίτι εξέπνευσε. Ο Απόστολος Δάμπλιας του Ηρακλή για το «σκάθαρης» υποστηρίζει ότι «μόνο ο Γιαννούλς Ντάμπλιας τα κατάφερνε να προμηθεύεται καθάριο ψωμί» (σιταρένιο).




                                                         





 








ΕΙΚΟΝΕΣ-συγγενείς της Καλής


                          Οι δυο αδερφές Καλή και Σοφία (στη μέση). Αριστερά η Σοφία, 
                          δεξιά η Καλή). Προφανώς στην ταβέρνα του Ηρακλή Δάμπλια 
                                      (Κατερίνη, αρχές δεκαετίας του 1970)



Ο παπά Απόστολος Καλιαμπός με την παπαδιά Καλή. Η φωτογραφία είναι βγαλμένη το καλοκαίρι του 1971 στο καράβι "Καφαλληνία" (Πάτρα-Σάμη). Προορισμός το Αργοστόλι για να δουν το γιο τους που υπηρετούσε ως Γραμματέας στη Μητρόπολη Καφαλληνίας. Έπρεπε να δουν και τον Δεσπότη αοίδιμοΠροκόπιο (Μενούτη). 




                Οι γονείς της Καλής Ιωάννης Δάμλιας και Όλγα το γένος Γερομιχαλού.
  

                                    Γιώργος Ιωάννου Δάμπλιας, αδερφός της Καλής



Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Κατοχή: Γιώργος Οικονόμου του παπά Λεωνίδα


Εθνική Αντίσταση-Γερμανοί στη Σκοτίνα
                 
          Άνοιξη του 1941. Οι Γερμανοί ανέβαιναν από Σκοτίνα προς Νιζιρό
(Καλλιπεύκη). Η πλατεία, όμως, της Άνω Σκοτίνας τους κράτησε για πολύ. Ο πελώριος πλάτανος, πλάι στην εκκλησία της Παναγίας, σκορπούσε πλούσια δροσιά. Η θέα που απολαμβάνεις από κείνο το τοπίο δε σ' αφήνει να το εγκαταλείψεις. Τούτη τη φορά οι άντρες και τα γυναικόπαιδα της Σκοτίνας ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Ο πρόεδρος της Κοινότητας τους καθησύχαζε με τα λόγια:
"Έχουμι υπόσχεση από τους Γερμανούς πως δε θα μας πειράξουν. Την προηγούμενη φορά απομακρυνθήκαμε από τα σπίτια μας. Κρυφτήκαμε στ' αρμάνια. Άλλοι πέρα στα Ιλάτχια, άλλοι στα Τρία Ναβρικά, άλλοι ζ ντ Μπαρμπούσ' Μπιστιριά, άλλοι στα Μαγκούρια κι άλλοι αλλού. Τώρα μη μπάτι (μην πάτε) πουθινά. Κάτστι (καθίστε)  ήσυχα στα σπίτια. Μόνο, με το μούργκζμα (σούρουπο), να κατεβάζιτι τς λάμπις, να τραβάτι τζ μπιρντέδις κι να πιτρώνιστι μέσα" (να χαμηλώνετε το φώς, να κλείνετε τις κουρτίνες και να κλειδώνεστε μέσα).

          Για τις μαύρες εκείνες μέρες ο αείμνηστος Γιώργος Οικονόμου (1921-2003), ο οποίος πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον των Γαρμανών (και στην περίφημη μάχη του Κούκου), μου δίνει συνέντευξη τον Αύγουστο του 1998. Κύριο θέμα η παρουσία των Γερμανών στην Άνω Σκοτίνα.

"Είχα τα πρόβατα, ζ Ντούμπα (στην Τούμπα). Μόλις ήρθαν οι Γιρμανοί τα βάλαμι πίσου στου ρέμα. Ζ ντ Μπαρμπούσ' Μπιστιριά. Τα βουσκούσαμι ψηλουμένα στα Γαβριά κι στου Καλιαμπάτκου του μαντρί. Μια μέρα -άνοιξη ήταν- ήρθα στου χουριό να πάρου ψουμί (με τη γενική έννοια του φαγητού). Καθώς πέρασα τα Καρόπλα, στου Ντρανό του Μπλάτανου έπισα μέσ' στ' φάλαγγα. Ήταν Γιρμανοί που ανέβηναν κα του Νιζιρό. Προυχώρησα. Ήρθα ζ μπλατέα. Ικεί ήταν μαζιμέν' καμιά δικαριά θκοι μας. Ένας Γιρμανός ήθιλι αβγά κι έκανι σχέδια να καταλάβν οι θκοι μας τι γυρεύ' αυτός. Δίπλα τ' ήταν ι πατέραζ μ' κι ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, πρόεδρος του χωριού. Ένας λέει: «Αβγά θέλ' ι Γιρμανός». «Πού να τουν βρούμι αβγά» λέ' ι πρόεδρος. Κι βλέπ' ιμένα:
-Πάνι ιδώ, Γιώρ', κι φέρτουν αβγά.
-Τι λες, μωρέ; Πού ξέρου ιγώ ποιος έχ' αβγά;
Ιγώ κάτι τουν είπα αυτόν του Γιρμανό. Τουν έβρισα κιόλα. Αυτός, όμως, μ' αυτό που τουν είπα, κατάλαβι που δεν ήθιλα να πάου να τουν φέρου αβγά. "Γκαπ", μι δίν' μια μπουνιά, δυο, κι κάνου πίσου δυο τρία μέτρα. Κόντιψα να πέσου. Η κόζμους μαζεύκι ικεί κι φώναζι:
-Πήγινι, ρε, πήγινι να βρεις αβγά! Πήγινι να τουν φέρς αβγά.
-Αρά, που να τα βρω τ' αβγά ιγώ;
-Πήγινι σι κανένα σπίτ'.

Εκείνη τη στιγμή ο Γιώργος πολλά έβαλε στο νου του. Σκέφτηκε να τους αφήσει όλους εκεί στον "Πλάτανο" και να το κόψει προς τα κάτω, να "κουρδουκλιστεί κα τ' Μουζά", να μπει μέσα στα πλατανούλια και να βγει "σ' τς καρές τ' Χασιώτ'" κι ύστερα να χαθεί στο προσήλιο που οδηγεί κάτω στη "Μτσιάρα". Υπολόγισε, όμως, τον πατέρα του. Ποια τύχη περίμενε τον παπά Λεωνίδα! Αναλογίστηκε τον Πουτιό το Δάμπλια, που ήταν και πρόεδρος της Κοινότητας. Λογάριασε τους άλλους άντρες που παρευρίσκονταν εκεί στην πλατέα, ανάμεσα στους Γερμανούς. Εξάλλου είδε και τους χωριανούς που επέμεναν για τα αβγά των Γερμανών. Όμως σοφίστηκε κάτι άλλο:

          "Κάνου στου Γιρμανό νόημα· "πάμι κατά δω". Τραβώ κα του σπίτ' του Συντριβανάτκου που είνι παναθέ απ' τα Καραλάτκα. Απού 'κει γυρίζουμι κα του Ντιμοπλάτκου. Ήταν πουλύς κόζμους ψηλά. Όπως προχωρούσαμι κατά πέρα, αυτός -ο Γερμανός- μ' απαράτσι ιμένα κι πήγι ζ μπόρτα (στην πόρτα) κάτου κι αρχίτζι να χτυπάει "ντουκ, ντουκ, ντουκ".
          Απού παν του σπίτ' τουν είδαν ι κόζμους κι φουβήθκαν κι για να μη φαίνουντι τραβήθκαν μέσ' απού τα παράθυρα. Αυτός ξαναχτυπάει, χτυπάει δυνατά. Είχι σκουπό να σπάσ' τη μπόρτα. "Ντουκ, ντουκ., ντουκ". Αλλά πού να σπάσ' η πόρτα! Είχι στυλώματα. Όχι κλωτσιές, αλλά κι κανόν' να έριχνις, δε θα ντ γκριμούσι. Τέτοια πόρτα. Χτύπσι ι Γιρμανός κι άλλις φουρές. Χτυπούσι, χτυπούσι. Αφού είδι τα ζόρια, που δεν ανοίγ' η πόρτα, γύρσι κατά κάτ'.
          Ιγώ γυρίζου μια γουνία κι πάω προς το Τσιορβάτκο το σπίτ' (το σπίτι του Τσιούρβα-Καρκαφίρη). Απού 'κεί τον παρακολουθώ τι κάν'. Αυτός δε μι πήρι χαμπάρ' ιμένα 'πό 'φυγα, γιατί χτυπούσι μπόρτα. Τώρα τον γλέπω ιγώ να κρατάει στα χέρια του πιστόλ' κι να πααίν' σιαπέρα. Φτάν' στη βρύσ', στο Χασαπλιό. Ικείν' ν' ώρα η Καλούδα τ' Αγγέλ' έπιρνι νιρό. Πλησιάζ' ι Γιρμανός κι απού τα νεύρα τ' γκάν' "ούουουου...". Τρόμαξι η γναίκα. Αλλά ευτυχώς ν' άφσι κι πήρι νιρό. Δε μπείραξι (δεν την πείραξε). Ιγώ απού μακριά τα ήγλιπα όλα, τα παρακολουθούσα. Κοιτούσα πού θα πααίν' ι Γιρμανός.
          Ανέφκι στα Παπαχριστάθκα (στη γειτονιά του Παπαχρήστου). Κι ικεί τα ίδια. Πόρτις, αμπάρις. Αρχίτζι τς φουνές:
          Ούουουου.
          Κανένας τζιάπ'.
          Ούουουου, ντουκ, ντουκ, ντουκ.
          Κανένας δε ντουν ανοίγ'. Πού να σπάσν οι πόρτις!
          Θυμουμένους κάν' προς τα κάτ'. Πααίν' προς τα Γκριμουράτκα (γειτονιά του Γκριμούρα). Βρήκι κάτι κουκόρια, κάτι κότις. Ρίχν μι του πιστόλ'. Ιμένα μ' έχασι κι δεν ήξιρι τι να φκιάσ'. Σκότουσι κουκόρια ένα κιαμέτ' (πάρα πολλά).
          Κρύβουμι ιγώ μέσα στου σπίτι μ'. Φουβόμουν να βγω όξου ύστιρα. Πιρίμινα ώσπου να φύγν οι Γιρμανοί. Αυτοί, όμως, έστσαν (έστησαν) τα πολυβόλα* ικεί στου σπίτι μ'. Ικείνους μι κυνηγούσι, αλλά πού να μι βρει! Ήθιλι να μι τφικίσ' (τουφεκίσει) ικεί στου Μπλάτανου. Γι' αυτό ιγώ, μόλις βράδιασι, πήρα ψουμί κι έφυγα κρυφά. Έφυγα για τα πρόβατα".
----------
* Προσωπική εμπειρία: Ήμουνα 6 χρονών παιδί. Θυμάμαι τους Γερμανούς που στήσανε τα πολυβόλα στην αυλή του Καλιαμπέικου και πυροβολούσαν τις απέναντι ράχες. Ρίξανε στο παχνί (στο χαϊάτι) καραμέλες  κι εμείς (Μαργαρίτα, Μαριγούλα, Βαγγελούδα, Ελένη κι εγώ) τρώγαμε άφοβα.

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ
Ιλάτχια (τα), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα κοντά στο Παλιούρ' και 'Ιταμο.
κατιβάζου τς λάμπις, χαμηλώνω το φως από τις γκαζόλαμπες, κατεβάζω λίγο το φιτίλι.
κιαμέτ', πολύ, πολλά, "έφαγι ξύλου ένα κιαμέτ'". λ. τουρκική που σημαίνει τη συντέλεια, το χαλασμό, τον όλεθρο. 
Μαγκούρια (τα), τοπων. στην Άνω Σκοτινα, στη ράχη με τα έλατα. "Ικεί είνι ούλου ουστριά, φαίνουντι ικεί τα σταυρουτά τα τρόχαλα" (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης). Για την προέλευση της ονομασίας λένε, πως τα Μαγκούρια έχουν πολύ πυξάρι. Τα πυξάρια τα υλοτομούσαν, τα κατέβαζαν στην Κάτω Σκοτινα και τα 'φκιαναν κλίτσες, μαγκούρες.
Μπαρμπούσ' Μπιστιριά (η), μεγάλη σπηλιά προς τα βόρεια της Άνω Σκοτίνας, κάτω από τις "Πλάκες"). Εκεί έκρυβε τα γίδια ο παππούς Ιω. Καλιαμπός για να μην πληρώνει φόρο στους τούρκους. 
μούργκζμα (του), βράδιασμα (βλ. και μούρκια), "μι του μούργκζμα ήφιρι τα γίδια".
Μ'τσιάρα (η), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα. Πλαγιά απότομη που καταλήγει στην πηγή "Ζγκούρα". "Είνι μουτσιαλκά, βγαίν' νιρά απού πουλλές φλέβις", μάλλον από το μουτσάρα=υγρότοπος (Θαν. Παπαθανασόπουλος (γλωσσάρι Ρούμελης), αλλού μτσιάρα (η)=δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, που φτάνει μέχρι την πολτοποίηση (Γ. Τσαμπούρης-Κ. Βούδρια (Κολινδρός). 
Ντιμόπλινα (η), παρατσούκλι που αποδίδεται στη μανιά Ντιμόπλινα, κοντά στο Χασαπλιό. Η γειτονιά πήρε το όνομα "Ντιμουπλάτ'κα". 
πέτρουμα (του), ξύλο ασφάλειας πόρτας, ρ. πετρώνου=ασφαλίζω, κλειδώνω την πόρτα,  "πιτρουθείτι μέσα στα σπίτια σας" (Γ. Οικονόμου) στην Κατοχή.
Τρία Ναβρικά, τοπων. βδ του χωριού (τρία αναυρικά, πηγές).

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΑΙΩΝ (πλησιέστεροι συγγενείς)

Γενάρχης Οικονόμου Αθανάσιος (Πινακάς-Πινακίδης -σύζυγος Ελένη Σκρέτα). Για το όνομα "Πινακάς" έχω πληροφορίες από ιερωμένους της Σκοτίνας όπως και από τον πρωτοπρεσβύτερο ιερέα Γεώργιο Μπιλιάγκα. Αυτός ισχυρίζεται ότι το όνομα "Οικονόμου" δόθηκε από τότε που ο αείμνηστος Μητροπολίτης Κίτρους Παρθένιος Βαρδάκας έδωσε στον  παπά Θανάση Πινακά το οφίκιο του Οικονόμου.
Απόγονοι:
Α. Δημήτριος-Πουτιός, σ. Γραμματή Εμ. Δάμπλια.
          1. Σοφία, σύζυγος Θωμάς Δήμος-Νικολός
2. Νάσιος, σύζυγος Μαριγούλα Γαβρή
3. Μανόλης, σύζυγος Κατερίνα Λιόλια Καρακαφίρη
Β. Λεωνίδας, ιερέας στην άνω Σκοτίνα (1880-1947), σ. Μαρία Αναστάση Γκριμούρα.
          1. Τάσιος, σκοτώθηκε στον πόλεμο της Αλβανίας, σ. Καλούδα Λιόλια Αγγέλη.
          2. Διονύσης, σ. Πηνελόπη τ’ Πουτιού Τράντα.
          3. Γιώργος, σ. Ελένη Ευαγγέλου Γερομιχαλού.
          4. Αφροδίτη, σ. Θεοχάρης Αθ. Καρκαφίρης.
          5. Δημητράκης, σ. Πηνελόπη Λιόλια Γκάρα.
          6. Ελένη, σ. Μιχάλης Βλέτσης, ιερέας.
          7. Θανάσης, ιερέας στον Κολινδρό, σ. Ειρήνη Τσιούτσιου από Καταφυγιώτικα.
          8. Παναγιώτης, σ. Σοφία Απ. Γανωτή.
Γ. Γεώργιος, σ. Λένου Ντιμόπλινα, Ποτιού Πλεξίδα.
          1. Μήτσιος, σ. Πηνελόπη Συντριβάνη.
          2. Αμαλία, σ. Γιώργος Γεργολάς.
          3. Νάσιος, Κατίνα Γ. Γερομιχαλού-Τσιόμ’.
          4. Αθηνά, σ. Καλαμάρας Ιωάννης
          5. Λευτέρης, σ. Ευανθία από Καρυά Ελασσόνας.
          6. Νικόλαος, σ. Ουρανία Δ. Βλέτση-«Βαρνάβα»
Δ. Φώτω, σ. Βασίλειος Θεοχ. Συντριβάνης.
Ε. Καλλιόπα, σ. Θωμάς Μιχ. Κοκράνης.
ΣΤ. Ουρανία, σ. Απόστολος Μαρνέλας του Δημητρού.
Ζ. Αγλαϊώ, σ. Μήτσιος Ντουραλής-Ζιώγας του Γεωργίου (σκοτώθηκε Από νάρκα).
Η. Γραμματή (1902-1997), σ. Νικόλαος Ζιώγας.
Θ. Πατρούδα, σ. Αστέριος Χρυσικός του Κώτσιου.

ΕΙΚΟΝΕΣ


                              Παπά Λεωνίδας Οικονόμου  εφημέριος(1932-1947) 
                              στην Άνω Σκοτίνα και Μαρία πρεσβυτέρα 
                              το γένος Αναστασίου Γκριμούρα.                                                                


                                       Ελένη σύζυγος του Γιώργου Οικονόμου, 
                                                το γένος Ε. Γερομιχαλού 

                                                                           (1900--1998)
                                Οι γονείς της Ελένης: άνω, Βαγγέλης Γερομιχαλός,
                                κάτω, Όλγα Γερομιχαλού το γένος Ιω. Καλιαμπού



             Παρέα του Γιώργου σε ένα από τα καφενεία (Παραμύθα, Καραλή 
              ή Βασιλάκη Παπαγεωργίου) πλάι στον ιστορικό Πλάτανο. 
        Κατά τον σχολιασμό του Τάσου Οικονόμου (τον ευχαριστώ εγκάρδια)
        η φωτογραφία πρέπει να τραβήχτηκε γύρω στο 1952 και τα πρόσωπα που 
       διακρίνονται είναι: Δημητράκης Οικονόμου, άγνωστος, Σκρέτας, Διονύσης 
       Οικονόμου (όρθιος), Γιώργος Οικονόμου και Γαβρής Γεώργιος.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Κατοχή: Γεώργιος Δ. Μιχαηλίδης


 
Στις 8 Νοεμβρίου 2011 ο Γιώργος Μιχαηλίδης (1919-2015) μου δίνει συνέντευξη στο σπίτι του στη Θέρμη Θεσσαλονίκης. Όσα ακολουθούν αναφέρονται, κυρίως, στη στρατιωτική του σταδιοδρομία και ψαλτική τέχνη. 


1938 (18 Οκτωβρίου). Κατατάσσομαι στο Κέντρο Σέδες. Υπηρετώ  ως σμηνίτης για τρία χρόνια. Ειδικότητα οπλοπολυβολητής. Για 5 μήνες μου στείλανε στη Χαλκίδα στο 3ο σύνταγμα πεζικού. Η γέφυρα ήταν ανοιχτή και ο λοχαγός Βαρούτσος Αθανάσιος: «Μιχαηλίδη, γιατί δεν κάθεσαι προσοχή; 4 μέρες κράτηση». Μετά μου λέει: «Μιχαηλίδη, αν κάνεις καλή σκοποβολή, θα στη  χαρίσω». Και βγήκα 2ος εγώ και μου χάρισαν την ποινή.
 Από τη γέφυρα δεν περνούσε αυτοκίνητο. Πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχουν τέτοια νερά, όπως είναι η γέφυρα, από δω θάλασσα, από δω θάλασσα. Τελικά αρρώστησα από τα λαιμά και με πήγαν στο νοσοκομείο. Ο γιατρός μου είπε: «Τι δουλειά κάνεις»; «Γεωργός είμαι και ψάλτης». «Α, τότε σε χρειάζονται, δε θα τις βγάλεις τις αμυγδαλιές, βοηθάνε πάρα πολύ στη φωνή». Τέλειωσαν οι πέντε μήνες και μας έφεραν πίσω πάλι, εδώ στην Αεροπορία, στο Σέδες. Ήμασταν τρία σμήνη καταδιώξεως. Εγώ ήμουνα στη 19η Μοίρα, βζιτέλ, αεροπλάνα.

1940. Μετά 15 μέρες από τη μέρα που απολύθηκα, στις 15 Αυγούστου (1940)   το βράδυ έρχεται ο χωροφύλακας στο παλιό το σπίτι: «Το πρωί θα πας να παρουσιαστείς στην Αεροπορία. Αυτό κι αυτό κι αυτό. Έχουμε επιστράτευση». Πήγα εκεί, παρουσιάστηκα. Την ίδια βδομάδα μας σηκώνουν ξαφνικά, μας πήγαν στο πολιτικό αεροδρόμιο, στη Μίκρα. Στήσανε εκεί σκηνές, οπλοπολυβόλα, όλα έτοιμα, εν ώρα ετοιμασίας. Είχαμε και έναν από την Επανωμή. Αυτός ήταν σκοπός, εμείς κοιμόμασταν. Εκεί είχε πολλά βάτα και κουνιούνταν σαν άνθρωποι. Νόμιζε αυτός ότι περπατάει κάποιος. Και σκωθήκαμε απάν και πήγαμε εκεί με φωτοβολίδες για φως.
Μας έστειλαν πάλι στην Καβάλα, στο σμήνος μας.
-Πώς πήγατε εκεί;
-Με το τρένο. Κηρύχτηκε ο πόλεμος 28 Οκτωβρίου 1940. Και ερχόμαστε στη Θεσσαλονίκη. Μας πήγαν κατευθείαν στο Γιδά. Ύστερα μας παν στο αεροδρόμιο ανάμεσα Βέροια και Νάουσα. Και μετά χτυπήσαμε διάλυση.

1941. Οι Ιταλοί μπήκαν μέσα, Οι Γερμανοί μπήκαν μέσα. Κάναμε οπισθοχώρηση προς την Παλιά Ελλάδα.
-Με το τρένο;
-Όχι, με τα παλιφορτηγά αυτά. Οι Γερμανοί έρχονταν συνέχεια. Περάσαμε τη Λάρισα, φτάσαμε στη Λειβαδιά. Ήταν Μ. Εβδομάδα κι έψαλα εκεί πέρα. Κι είχα ένα βιβλίο που μάθαινα. Τελικά φτάσαμε στο Τατόι. Οι Γερμανοί ήρθαν και βομβάρδισαν το Τατόι. Και πώς μας ξεχώριζαν, από τις στολές, δεν ξέρω. Τους Έλληνες δε βομβάρδιζαν, βομβάρδιζαν τους Εγγλέζους. Ήμασταν στα χαρακώματα. Πέρασε το Πάσχα μαύρα κι άραχνα. Παραμονή τ’ Αγιουργιού μας λέν: «Άντε δρόμο τώρα, πάτε ο καθένας στα σπίτια σας, όπου θέλετε πάτε». 

Αθήνα. Πάμε για την Αθήνα με τα πόδια. Τώρα πού να πάμε! Ο καθένας πήγαινε στον προορισμό του. Άλλος για Αθήνα, άλλος για Πελοπόννησο, άλλος για Θεσσαλονίκη. Ο καθένας φρόντιζε πού να χωθεί για να γλιτώσει, γιατί την επαύριο θα ερχόταν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Και όπως μπήκαν. Εντωμεταξύ πήραμε τους σάκους και πήγαμε στο ξενοδοχείο για να μείνουμε εκεί πέρα. Κι εκεί που γυρνούσαμε και ψάχναμε, βγαίνει μια γυναίκα στο παράθυρο: «τι είναι  παλικάρια, τι θέλετε, παιδιά»; Ήμασταν με τη στολή: «Αυτό κι αυτό κι αυτό μας συμβαίνει». Λεφτά δεν είχαμε. «Αφήσαμε τους σάκους μας στο ξενοδοχείο για να δούμε τι θα γίνει. Να κρυφτούμε, γιατί αύριο έρχονται οι Γερμανοί». Εμείς είχαμε ένα φόβο να μη μας πάρουν αιχμαλώτους και μας βάλουν σε υπηρεσίες, δουλειές γερμανικές. Και μας λέει: «πού έχετε τα πράγματα»; «Αυτό κι αυτό». «Πάτε, φέρτε τα πράγματα αμέσως».
Πάμε, φέρνουμε τους σάκους. Ήταν ένα σπιτάκι μικρό και πάνω ήταν ένα δωμάτιο άδειο, σοφίτα. Ήταν δυο. Νύφη και κουνιάδα. Η νύφη ήταν από τον Πειραιά. Η άλλη έμενε στην Αθήνα γιατί η Αθήνα δε βομβαρδίζονταν. Το σπίτι της αλληνής το βομβάρδισαν στον Πειραιά. Μας κράτησαν εκεί πέρα. Το πρωί βγήκαμε να δούμε, απ’ έξω περνούσαν μοτοσικλέτες.
-Σε ποιο σημείο;
-Οδός Πειραιώς. Και πήγαν κατευθείαν στην Ακρόπολη. Αυτούς βλέπαμε. Κρυφτήκαμε.
-Εσύ ήσουνα με τον Μπουλιώνη;
-Χρήστος Μπουλιώνης. Και μας πήρε μια μέρα εμάς αυτή η γυναίκα που ήταν από τον Πειραιά, μας πήγε και μας έδειξε το σπίτι της βομβαρδισμένο. Φεύγοντας, όμως είχε ένα μεγάλο καράβι για την Κρήτη. Γεμάτο κόσμο. «Ν’ ανεβούμε;» «Ν’ ανεβήτε». Μας λέει η κοπέλα «μην ανεβαίνετε, βρε παιδιά, επικίνδυνο είναι». Εγώ ανέβηκα 2-3 σκαλιά και γύρισα πίσω. Λέει ο Μπουλιώνης: «Εγώ θα πάω». Γύρισα εγώ με τη γυναίκα και πήγαμε με τον Ηλεκτρικό να φτάσουμε στην Ομόνοια. Μετά ήρθε κι αυτός, μας πρόλαβε. Ήρθαμε στην Ομόνοια, ήρθαν τα στούκας πάλι, βομβαρδισμοί στον Πειραιά, σ’ αυτό το καράβι που έφυγε. Αλίμονο αν μέναμε εκεί. 

Επιστροφή. Μαθαίνουμε ότι ήταν ένα τρένο, απ’ αυτά τα φορτηγά, που κουβαλούσαν μουλάρια. Φώναζαν: «Ποιος είναι από Θεσσαλονίκη, ποιος από Πειραιά, ποιος από Πελοπόννησο». Εκεί που περπατούσαμε ψάχναμε να δούμε ποιο είναι το τρένο για τη Θήβα, γιατί μέχρι τη Θήβα πήγαινε. Οι γέφυρες ήταν χαλασμένες. Από απέναντι ακούω φωνές: «Γιώργο, Γιώργο, Γιώργο». Ήταν ο αδερφός μου, ο γαμπρός μου κι ένας γείτονας από δω πέρα. Πήγαμε, αγκαλιαστήκαμε.
-Αυτοί οι τρεις πού ήταν;
-Απάν στο τρένο: «ελάτε απάνω να μας πάει στη Θήβα».
-Αυτοί τι γύρευαν εκεί πέρα;
-Αυτοί, με την οπισθοχώρηση, γύριζαν από την Αλβανία και έψαχναν και αυτοί. Μέχρι την Αθήνα έφτασαν. Τρέχουμε να προλάβουμε. Παίρνουμε το σάκο. Η γυναίκα μας έλεγε: «Μη φεύγετε, κ. Γιώργο, εγώ θα σα βάλω και σε δουλειά, θα σας βάλω στο σπίτι». Ναι, αλλά εγώ ο πατέρας μου ήταν μόνος εδώ, πώς θα μείνω; Πώς θα με χάσουν; Έφυγα, δεν άκουσα.

Θήβα. Ανεβήκαμε στο φορτηγό τρένο, που βάζουν τα μουλάρια. Μέχρι τη Θήβα δεν έχει γέφυρες. Μας κατέβασαν εκεί. Από κει με τα πόδια. Ρωτούσαμε πού είναι για να κόβουμε δρόμο από τα μονοπάτια. Να μην πηγαίνουμε άσφαλτο, άσφαλτο. Μετά τη Θήβα περπατούσαμε την άκρη του δρόμου. Όπου είχε βουναλάκια, κάτι για να μπορούμε τα βράδια να κοιμηθούμε.
-Τελικά εσύ τι παρέα είχες;
-Αδερφό, γαμπρό Δημήτριο Αμουζίδη, Μπουλιώνη και Δημήτριο Παρλαπάνη, πέντε άτομα. Αφού φτάσαμε στη Θήβα, δεν είχαμε ψωμί. Πήγαμε σ’ ένα χωριό για ψωμί. Βρήκαμε μια γυναίκα να ξεφουρνίζει το ψωμί. Την παρακάλεσα: «Αυτό κι αυτό κι αυτό». «Από πού είστε», μας λέει. «Απ’ τη Θεσσαλονίκη». «Ρε, φύγετε από δω πέρα, εσείς μας προδώσατε». Μας έδιωξε. Εμείς προδώσαμε, γιατί είμαστε από τη Μακεδονία. Φύγαμε, πάμε παραπέρα, βρίσκουμε ένα άλλο χωριουδάκι, μικρό, πολύ μικρό, όπως είναι το Τριάδι για το Χορτιάτη, γεμάτο δέντρα. Σκωθήκαμε το πρωί, ξεκινήσαμε τον κατήφορο τώρα. Ίσια ο δρόμος για τη Λαμία. Φτάσαμε στη Λαμία όλ’ μαζί. Στη Λαμία να κόσμος. Στρατιώτες, άλλοι πήγαιναν, άλλοι έρχονταν. Μείναμε σε σχολεία, εκκλησίες δυο, τρία βράδια.

Θεσσαλία.  Ένα τρένο πάει για Λάρισα. Είχε πολλά βουνά, πολλά τούνελ. Με τρένο γεμάτο μέχρι απάνω. Γιάννη μου, ήταν απελπισία. Όταν φτάναμε στα τούνελ τα μεγάλα, ήταν ανήφορος, σταματούσε το τρένο. Με νερό ήταν, γαζολίνα το λεν, να φουσκώσει ο ατμός. Καπνούρα. Κι αυτοί απού ‘ταν απάνω στην ταράτσα του τρένου φώναζαν: «Αμάν σώστε μας». Θα πνίγονταν απ’ την καπνούρα. Λοιπόν, πέρασαν όλα τα βουνά, άρχισε ο κατήφορος. Φτάσαμε στα Φάρσαλα. Με τα πόδια πάλι φτάσαμε στη Λάρισα. Οι γέφυρες ανατιναγμένες. Φτάσαμε εκεί που είναι το εργοστάσιο ζάχαρης. Ξαπλώσαμε πάνω στη γραμμή του τρένου πέντε άτομα. Ήταν κι άλλοι εκεί πέρα και βγάλανε τα άρβυλα και, όταν σηκώθηκαν, δε βρήκαν άρβυλα να βάλουν. Τα κλέψανε. Μετά το εργοστάσιο φτάνουμε σ’ ένα χωριό, Μακρυχώρι. Εκεί πήγαμε να ψάξουμε ψωμί. Μαζί οι πέντε ψάχναμε ψωμί.
-Λεφτά;
-Τι λεφτά, τα πουλούσαμε ότ’ είχαμε στο σάκο, μόνο και μόνο να πάρουμε ψωμί. Δε βρήκαμε ψωμί, ψίχουλα, που λεν. Πέντε άτομα τι να φαν. Εντωμεταξύ, στενοχωρέθηκαν οι άλλ’, ο αδερφός μου, ξέρω γω τι, σηκώθηκαν να φύγουν. Για να φύγουν, όμως, ήταν ο Πηνειός. Πώς θα τον περνούσαν. Φτάσαμε στον Πηνειό, εκεί ήταν ένας που είχε βάρκα, του μπάρμπα Γιάννη. Τέτοιες ώρες μας περνούσε. Και μετά πήραμε το μονοπάτι για να βγούμε πέρα στον Όλυμπο. Πρωτύτερα μας βρίσκει ένας και μας λέει: «Πού πάτε, βρε παιδιά, ελάτε μαζί μου». Εκεί ήταν ένα χωριό Γόνους.
-Τι ώρα;
-Μόλις αρχίνησε να νυχτών’ και μας έβαλε σ’ ένα καφενείο Μεγάλο καφενείο, άδειο. Σόμπα μεγάλη, μούσκεμα ήμασταν. Βγήκαμε και πήραμε πουρνάρια για τη σόμπα και μας κυνήγησαν. Ο άνθρωπος μας έβαλε στη σόμπα. Στεγνώσαμε, ξημερωθήκαμε εκεί πέρα. Ένας φύλαγε για να μη μας κλέψουν. Το πρωί τον κατήφορο. Φτάνουμε στον κάμπο. Απ’ το μονοπάτι αυτό ανέβηκαν οι Γερμανοί. Στο Μακροχώρι ήταν συγκέντρωση των Εγγλέζων και τους βομβάρδισαν από κει πάνω. Τους πρόδωσε ένας Έλληνας. Αυτόν τον Έλληνα τον καθάρισαν. «Εσύ, λέ’, δε λυπήθηκες τους Έλληνες, θα λυπηθείς εμάς; Θα μας προδώσεις κι εμάς». Έφαγε το κεφάλι του.

Μακεδονία. Φτάσαμε στη Λεπτοκαρυά. Εκεί έβρεχε. Εκεί ήταν ένας αξιωματικός. Μόλις τον είδε ο γαμπρός μου είπε: «Αυτός ο αξιωματικός ήταν στη Αλβανία κι εγώ τους εξυπηρετούσα με καφέδες». Μας πήραν μέσα, μας στέγνωσαν τα ρούχα. Κοιμηθήκαμε λίγο. Εκεί είχε αχυρώνα. Από κει παίρνουμε το δρόμο με τα πόδια.
Μόλις φτάσαμε στην Κατερίνη, ήξερα εγώ ότι εκεί ο Καμπουρίδης ήταν εκεί. Η μάνα του κι ο πατέρας μου ήταν αδέρφια. Μόλις φτάσαμε στην Κατερίνη πάω και το βρίσκω το σπίτι. Βρίσκω την εξαδέρφη, έβαζε ένα ταψί ψωμί, ταψί για το σπίτι. «Βρε Γιώργο», …αξύριστος εγώ. «Αυτό κι αυτό κι αυτό συμβαίνει». Οι άλλοι μείνανε σ’ ένα εστιατόριο. Μας δώσανε ψωμί και πήραμε τα πόδια να φύγουμε. Φτάσαμε στο Αιγίνιο. Δεν πήγαμε μέσα στο χωριό. Βρήκαμε μια αχυρώνα, ξαπλώσαμε. Γιόμσαν ψείρα όλοι. Στην αχυρώνα μείναμε ένα βράδυ. Το πρωί πήραμε το δρόμο για Θεσσαλονίκη.
-Φαγητό;
-Το ψωμί που είχαμε από την Κατερίνη. Από κει φύγαμε και πήγαμε στη Χαλάστρα. Εκεί μείναμε ένα βράδυ Μας πήραν εκεί στο σχολείο, μας δώσανε κάτι ψιλά πράματα. Μας είπαν «θα πάτε στον Αξιό, ένα πιο στενό μέρος. Είναι ένας παππούς, έχει μια βάρκα και εξυπηρετεί τον κόσμο, τους περνάει». Πήγαμε τον βρήκαμε, μας πέρασε από κει μεριά. Δε θυμάμαι τι τον δώσαμε.
Με τα πόδια φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Μόλις είδαμε πως δε μας πειράζει κανένας, χώθκαμε μέσ’ στη Θεσσαλονίκη. Γιατί η γυναίκα που κοιμηθήκαμε τη βραδιά στον Πειραιά είχε μια θεία της εδώ. Ο άντρας της πίσω από το Μεντιτερανέ είχε εστιατόριο. Κι όταν έμαθε ότι θα πάμε για Θεσσαλονίκη μου έδωσε μια επιστολή να πάμε να πούμε τον άντρα της ότι είναι καλά η γυναίκα κλπ. Πήγαμε, τον βρήκαμε. Λέει: «Θα πεινάτε»! «Αν πεινάμε, λε’»!
-Φάγατε;
-Δυο, δυο μερίδες. Ο άλλος έφαγε τρεις μερίδες. Δωρεάν. Αφού φάγαμε, πάλι με τα πόδια, από το Μεντιτερανέ πήραμε το δρόμο της Γεωργικής σχολής και φτάσαμε στο χωριό.
----------
Στη μνήμη του αείμνηστου Γιώργου Μιχαηλίδη αφιερώνω τις παρακάτω σκέψεις: Στα τελευταία χρόνια της ζωής του «κλείστηκε» στο σπίτι κι εγώ του έκανα συντροφιά. Μου έσφιγγε 

το χέρι κι επίμονα έλεγε: «Γιάννη, κάτσε κι άλλο, σε έχω στο αίμα μου». Προφανώς υπαινίσσονταν την αιμοδοσία στο νοσοκομείο, όταν το 1984 ήταν άρρωστος στο ΑΧΕΠΑ. Μας συνέδεαν, βέβαια, και μερικά κοινά σημεία (συμπτώσεις): υπηρετήσαμε στην ίδια μονάδα 113 Σέδες και είχαμε το ίδιο μεράκι, την ψαλτική τέχνη. 
Στο κρεβάτι αυτός, πλάι εγώ, ψάλαμε και λέγαμε παλιές ιστορίες. Σ’ αυτό βοήθησε και το άριστο οικογενειακό κλίμα. Σύζυγος Ζαχαρούλα. Παιδιά α) Νίτσα-Μαγδαληνή (σύζυγος Κώστας Ζαμπελάκης) και β) Δημήτρης (σύζυγος Κούλα-Κυριακούλα Βασιλειάδου).

ΕΙΚΟΝΕΣ

              Οι γονείς του Γιώργου Δημήτρης και Μαγδαληνή 


                                 Γιώργος και Ζαχαρούλα στα νιάτα τους


                    Ο Γιώργος ιεροψάλτης στον Άγιο Νικόλαο Θέρμης


                    Ο Άγιος Νικόλαος Θέρμης, όπου έψελνε ο Γιώργος



     Το σπίτι της οικογένειας Μιχαηλίδη στην οδό Παν. Τσαλδάρη στη Θέρμη. Σ' αυτό το σπίτι (ισόγειο) τα λέγαμε με τον Γιώργο. Τον χειμώνα στο δωμάτιο κάτω που βλέπει προς την αυλή. Το καλοκαίρι έξω στην αυλή, όπου ο ήσκιος της κληματαριάς μας δρόσιζε ικανοποιητικά.

ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ



Ενθυμίσεις: 1. μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980 ο Γιώργος έψελνε στον Άγιο Νικόλαο με προϊστάμενο τον αείμνηστο αρχιμανδρίτη Πορφύριο Ορφανό. Τότε εγώ έψελνα στον Άγιο Παύλο Καλαμαριάς ενώ η ενορία μου ήταν ο Άγιος Νικόλαος Θέρμης. Με τον π. Πορφύριο είχα στενές σχέσεις. Αρκεί να αναφέρω ότι με καλούσε στο Ιερό Βήμα με τα λόγια: "Γιαννάκη, να σε βλέπω στο Ιερό Βήμα γιατί είσαι παπαδοπαίδι". 2. για την ανέγερση του ναού ο π. Πορφύριος ήταν πρωτοπόρος σε σταυροφορίες εράνων. Ο ίδιος σε κάθε του βήμα κρατούσε το μπλόκ αποδείξεων και σε κάθε περαστικό έλεγε: "ο Αϊ Νικόλας ζητάει την προσφορά σου". 3. τα απογεύματα με καλούσε στο ταπεινό σπιτάκι του για να ψάλουμε χερουβικά του Καραμάνη (ήταν η αδυναμία του). 4. σε κάθε μεγάλη γιορτή έβγαινε στην Ωραία Πύλη με την ενθουσιώδη κραυγή: "ελάτε όλοι να μεταλάβετε, σας συγχωρώ όλους". 5. ήταν αυθόρμητος στο λόγο. Για έναν ξένο εκκλησιαζόμενο φαινότανε άγριος. Έπρεπε να τον ζήσεις για να καταλάβεις την αθώα παιδική του καρδιά. 6. ο Γιώργος δεν ήταν μόνο δεξιός ψάλτης, ήταν και το "δεξί" χέρι του π. Πορφυρίου. Το αυτοκίνητο του Γιώργου ήταν το μέσο σε κάθε ανάγκη του ναού.


 Στα αριστερά μας ο παλιός ιερός ναός του Αγίου Νικολάου. Την άνοιξη του 1957 υπηρετούσα στην 113 ΠΜΕ (Πτέρυγα Μικτής Εκπαιδεύσες) στο Σέδες (σήμερα ΠΜ-πτέρυγα μάχης) , όπου πριν 20 χρόνια περίπου υπηρετούσε ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Μαζί μου υπηρετούσε ένας σμηνίτης από τον Πειραιά, ο οποίος ήταν γνώστης της βυζαντινής μουσικής (θυμάμαι ακόμα τη θέση "τω πατάξαντι Αίγυπτον." (ψαλμός 135). Μ' αυτόν τον συνάδελφο τη Μεγάλη Σαρακοστή ανεβαίναμε στο αναλόγιο του Μιχαηλίδη και συμψάλαμε. Ποιός περίμενε πως μετά από 30 χρόνα θα γινόμασταν φίλοι και συνάδελφοι.


Ο Γιώργος συνταξιοδοτείται και αποχαιρετά το εκκλησίασμα. Στη μέση ο π. Πορφύριος, στα δεξιά του ο Μιχαηλίδης και στα αριστερά ο Σπύρος Πεταλίδης (λαμπαδάριος).



 Στη βάση αυτή υπηρετήσαμε οι δυο μας, ο Γιώργος το 1938, εγώ το 1957.

                               

                                  Σμηνίτης Γιώργος Μιχαηλίδης (1938)


                                    Σμηνίτης Γιάννης Καλιαμπός (1957)


Η πύλη της αεροπορικής βάσης Σέδες. Θυμάμαι μια "τρέλα" μου: Από το Βαρδάρη μέχρι την πύλη ήρθα πεζός (άνοιξη του '57). Δεν πρόλαβα το λεωφορείο της συγκοινωνίας. Παραβίασα την άδεια εξόδου κατά μια ώρα. Ο  σκοπός της πύλης ταράχτηκε. Ευτυχώς που μου χάρισε την ποινή!

                                
Στα δεξιά ο δρόμος προς τη Μονάδα, στο βάθος ο κορυφή του Χορτιάτη με τα ραντάρ. Εκεί υπηρετούσα το 1958. Να αναφέρω άλλη μια "τρέλα": η διοίκηση (1η μοίρα ΚΕΠ-Μοίρα Κέντρου Ελέγχου και Προειδοποίησης) αρνιώταν να μου δώσει το απολυτήριο στρατού, διότι στη στολή δεν υπήρχε η ένδειξη βαθμοφόρου (υποσμηνίας). Στα γρήγορα με τα πόδια πιάνω τον κατήφορο, κατεβαίνω στο Ασβεστοχώρι, βγάζω φωτογραφία με το γαλόνι και πήρα ο απολυτήριο!