Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Πανούκλα στο χωριό


 
                                                    ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ

          Ο κορωνοϊός θυμίζει τη συνέντευξη που μου έδωσε ο αείμνηστος Θεοχάρης (Κακάλς) Κοτσιβός (Μακασής) στην ταβέρνα «Βασίλα» Σκοτίνας. Η συζήτηση έγινε τον Αύγουστο του 1982. Πρόκειται για τον ιό της πανούκλας που «βάρεσε» το χωριό στις αρχές του εικοστού αιώνα.
          Πριν τον εφιάλτη της πανδημίας λέγανε: «δώστε τα χέρια». Μετά από αυτόν κραυγάζουν: «μακριά τα χέρια, «μακριά οι ασπασμοί, χ(Χ)αιρετισμοί», παππούδες. "Μένουμε σπίτι". Προσευχή «κατά μόνας» (*).
          Ο αφηγητής υπογραμμίζει το μακάβριο γεγονός του νεκρού συμπατριώτη, που, χωρίς να τον «μαλάξουν» (αγγίξουν), τον σύρανε με κλούτσες και ματσούκες και τον θάψανε σε χαντάκι του Κηψαρά.

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Όταν ήρθι η πανούκλα, το χωριό μας ήταν σε ρεντίνα (καραντίνα). Απομονωμένο. Ούτι θα' ρθούν απ' όξου, ούτι θα φύγν' όξου θκοί μας.
Τότι ικεί, ζ ντ Γαβρή γκαρυά, στου Σιλιό, ήταν μπαΐρ'. Τώρα έγινι λάι. Έφυγαν τα χώματα. Γένουνταν παζάρ'. Στου παζάρ' έρχουνταν, ως επί το πλείστον, Ραψανιώτις κι του χουργιό μας ικείνα τα χρόνια είχι όλου υφαντήρια. Τα βρήκαμι κι' μεις αυτά τα φκιαστά, τς αργαλειούς. Στο δικό μας του σπίτ' ζούσι ένας γερο Τραντάφλους. Αυτός ήταν κι αργοστασιάρχης, είχι υφαντήριο, αλλά ήταν κι έμπορος.
          Κίντζαν οι Ραψανιώτις κι κατασκήνουσαν ικεί να γέν' του παζάρ'. Αυτός ι έμπουρας δεν υπολόγιζι ν' αρρώστια. Έδινι νήματα, έπιρνι νήματα. Κι είχαν δούνι, λαβείν (ενώ απαγορεύονταν). Και σι' αυτόν, στου σπίτ' αυτό παρουσιάσκι η πανούκλα. Και δεν έμεινι κανένας απ' ν' οικουγένεια τ'. Είχι πιδιά παλικάργια. Κι δεν έμεινι κανένας.
          Όταν έμαθαν το χωριό ότι έγινι αυτό, απαγόριψαν αυτόν τουν άνθρουπου να του μπαν στου νικρουταφείου. Κι ούτι κανένας του μπλησίασι να του μπχιάσ' μι τα χέργια. Έφκιασαν κλούτσις, ξύλα, δηλαδή, μιγάλα, του γκάρφουσαν απ' τα ρούχα τ' κι απού τς σκάλις, μπαμ-μπουμ, μπαμ-μπουμ του γκατέβασαν κι του μπήγαν κι τουν έθαψαν πίσου στου λάκκου 'π' του Γκηψαρά.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ:  Όταν έπεσε πανούκλα, το χωριό αναγκάστηκε να τεθεί σε καραντίνα, απομονώθηκε. Απαγορεύτηκε να έρθουν ξένοι στο χωριό, αλλά και να φύγουν προς τα έξω δικοί μας.
Τότε εκεί, στην καρυδιά του Γαβρή, πέρα από το Σιλιό, ήταν μεγάλο άνοιγμα, μπαΐρι. Τώρα έγινε μαύρο, σκοτεινό. Καθάρισε το έδαφος. Εκεί, σε κείνη την αλάνα γινότανε παζάρι. Στο παζάρι ερχότανε, ως επί το πλείστον, Ραψανιώτες. Το χωριό μας εκείνη την εποχή διακρίνονταν για τα πολλά υφαντήρια. Τα προλάβαμε κι εμείς αυτά τα υφαντά με τους αργαλειούς. Στο δικό μας το σπίτι κατοικούσε κάποιος γερο Τριαντάφυλλος. Ήταν εργοστασιάρχης, διατηρούσε υφαντήριο, αλλά ήταν, συνάμα, και έμπορος. 
Ξεκίνησαν, λοιπόν, οι Ραψανιώτες, ήρθαν εκεί, κατασκήνωσαν και ετοίμασαν λαϊκή αγορά, παζάρι. Ο έμπορος αυτός δεν υπολόγιζε την αρρώστια. Πωλούσε νήματα, αγόραζε νήματα. Δημιουργήθηκε, δηλαδή, μια κατάσταση δούναι, λαβείν (ενώ απαγορεύονταν). Η αρρώστια, η πανούκλα αυτή, παρουσιάστηκε και στο δικό του το σπίτι με αποτέλεσμα δυσάρεστο· δεν έζησε κανένας από την οικογένειά του. Είχε παιδιά παλικάρια. Και δεν έζησε κανένας.
Μαθαίνοντας αυτό στο χωριό, απαγόρεψαν να θάψουν τον άνθρωπο αυτόν στο νεκροταφείο. Και κανένας δεν πλησίασε τον νεκρό, να του πιάσει λίγο, έστω, τα χέρια. Και τι σοφίστηκαν: ετοίμασαν κλούτσες, δηλαδή ξύλα μεγάλα. Τον καρφώνουν με τα ρούχα του πάνω στις κλούτσες αυτές. Επιχειρούν να τον κατεβάσουν από τις σκάλες με προσοχή, μπαμ-μπουμ, μπαμ-μπουμ. Τον οδηγούν πέρα από το χωριό και τον θάβουν πίσω από τον λάκκο του Κηψαρά. 
----------
* Ο Χριστός (Ματθ. 6,6) προτρέπει: «Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείόν σου, (ιδιαίτερο δωμάτιο) και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ (που είναι αόρατος και κρυμμένος). Και ο πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ αποδώσει σοι εν τω φανερώ» (και ο πατήρ σου που βλέπει εις τα κρυφά, θα σου αποδώσει την ανταμοιβήν σου εις τα φανερά).(Η μετάφραση του Π. Τρεμπέλα).
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ:

 
 Μπαΐρα Γαβρή: Βρίσκεται κοντά στο Κουρί. Είναι μεγάλη αλάνα που τη χρησιμοποιούσαν σαν λαϊκή αγορά έμποροι από τον Κάτω Όλυμπο (Ραψανιώτες κλπ). Ππουλούσαν, κυρίως, σκουτιά (κατά μια εκδοχή από δω η ονομασία "Σκοτίνα") υφάσματα κ.ά.     




Κηψαράς, βρίσκεται "στ' απακιφάλμα", στην κορυφή του χωριού. Παλιότερα υπήρχε δεξαμενή που, αποκλειστικά, χρησίμευε στην κατάδυση του Σταυρού κατά τη γιορτή των Θεοφανείων. Η ονομασία προφανώς από τον τρόπο που οι χριστιανοί έπεφταν στο νερό. Λες και κολυμπούσαν σαν τα ψάρια. Έμοιαζε η γούρνα με κήπο από ψάρια (κηψαράς). Ο Γιάννης του Λιόλια Δήμου θυμάται πως έψελνε εκεί το «εν Ιορδάνη…». 



 Ο Λάκκος Καλογριάς. Στα δεξιά μας φαίνονται τα "Μαγγούρια". Προς τα κάτω απλώνεται το δάσος του χωριού και στη μέση ο μπαξές του Γαβρή. Η φωτογραφία βγήκε από την τοποθεσία "Κάναλος".



                                  Απόσπασμα από χάρτη περιοχής Άνω Σκοτίνας
                                             Επιμέλεια: Λευτέρης Καλιαμπός




Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2020

ΤΕΧΝΗ: ιεροψάλτες Σκοτίνας





Ψάλτες που «έφυγαν»

          Διανύουμε την περίοδο του Τριωδίου (αρχίζει την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου και τελειώνει το Μέγα Σάββατο). Για τον ψάλτη αποτελεί «θεία τρέλα». Στους παλιούς ψάλτες του χωριού μου αφιερώνεται η παρούσα ανάρτηση με ευλάβεια και σεβασμό .

Διευκρίνιση 1η: στη λίστα τηρείται απόλυτη αλφαβητική σειρά.
Διευκρίνιση 2η: στους ιεροψάλτες περιλαμβάνονται και οι βοηθοί τους. Αυτοί είναι αξιέπαινοι και θεωρούνται απαραίτητοι στην εξυπηρέτηση του εκκλησιαστικού έργου.
Διευκρίνιση 3η. Το μουσικό κομμάτι "της μετανοίας..." είναι παρμένο από το βιβλίο "Όρθρος" του Χρύσανθου Θεοδοσόπουλου.

 
                                                     ΟΝΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ (σωζόμενες)


Α. Άνω Σκοτίνα-ενορία Κοίμησης της Θεοτόκου

1. Βλέτσης Αθανάσιος του Γεωργίου
2. Βλέτσης Βασίλειος του Αθανασίου
3. Δάμπλιας Αθανάσιος του Ιωάννου
4. Δήμος-Νικολός Λιόλιας (Γεώργιος)
5.  Καλιαμπός Απόστολος του Ιωάννου
6. Κοτσιβός Ιωάννης (*)
7. Μπιλιάγκας Γεώργιος του Ιωάννου
8. Μπιλιάγκας Ιωάννης του Γεωργίου
9. Μπουκουβάλας Ιωάννης (**)
10. Οικονόμου Αθανάσιος του παπά Λεωνίδα
11. Παπαζιώγας Βασίλειος του Αθανασίου
12. Παραμύθας Αναγνώστης-Αθανάσιος (***).
13. Σακελλάρης-Παπαχρήστος Θωμάς
14. Σκρέτας Πουτιός του Ιωάννου
15. Τράντας Νικόλαος του Χρήστου
----------
* Για τον Γιάννη Κοτσιβό η ψαλμωδία ήταν τρόπος ζωής. Ο Απόστολος Καλιαμπός, σε σχετική συνέντευξη (1980) τονίζει: "Ι μακαρίτς ι Γιάντζ ι Κουτσιβός ήταν ιεροψάλτης πρακτικός. Μάθινι απ'  τα τραγούδια. Ήταν βροντόφωνος. Είχαμι μια τρουχαλιά (σωρός από τρόχαλα) κι πήγινι κι ήλιγι το Ευαγγέλιο της Αγάπης. Του ’λιγι απέξου.  Νύχτα. "Και υπέρ του καταξιωθήναι ημάς της ακροάσεως του Αγίου Ευαγγελίου…Ούσης οψίας τη ημέρα εκείνη…" (Πρόκειται για ένα από τα έντεκα εωθινά ευαγγέλια που διαβάζονται εναλλάξ στον όρθρο των Κυριακών).
** 1910. Τελείται αρχιερατική Θεία Λειτουργία στην "Παναγία" (Άνω Σκοτίνα). Ο Αστέριος Μ. Γερομιχαλός (1897-1987) το 1980 μου εκμυστηρεύτηκε: "Του γκιρό που ήταν να πουν τουν Απόστουλου (την ώρα του Αποστολικού αναγνώσματος) ι δισπότς  (Παρθένιος Βαρδάκας (1867-1934) κοιτούσι προς τα πάν' κι ήλιγι "Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού". Ι μακαρίτς ι Νάσιους ι Καραμπίνας μουρμούρσι· "Αυτός συνδέιτι μι του Θιό τώρα". Ι αριστιρός ψάλτς Μπουκουβάλας γέλασι. Ι δισπότς είπι: "αυτός που γέλασι να βγει όξου". 
*** Ο Αθανάσιος Παραμύθας γνώριζε Βυζαντινή μουσική (η προσωνυμία "Αναγνώστης" οφείλεται στη χειροθεσία που του έγινε από τον επίσκοπο διαβάζοντας σχετική ευχή). Λαμπαδάριο (αριστερό ψάλτη) είχε τον Ιωάννη Μπουκουβάλα.




Βλέτσης Αθανάσιος του Γεωργίου (1889-1982). 

Δάσκαλος αυστηρός, δίκαιος, πειστικός.

          





Θωμάς Σακελλάρης του παπά Χρήστου (1905-1948). Στα 
αριστερά του έψελνε ο Απόστολος Καλιαμπός, ο οποίος 
στις 2.4.1982 μου αποκάλυψε: "ο Θωμάς με βοήθησε 
στην ψαλτική.  Απ αυτόν πήρα πατήματα και θάρρος". 


Νικόλαος Τράντας του Χρήστου (1911-1988)

Τον θυμάμαι: Έψελνε στο αριστερό αναλόγιο της "Παναγίας"  
(Άνω Σκοτίνα). Στεκόμουνα απέναντί του και τον άκουγα με προσοχή. 
Φωνή γλυκιά, απαλή, συρτή. 



Ιωάννης Δήμος-Νικολός του Λιόλια. Στις αρχές της 
δεκαετίας του '40 έψελνε και τραγουδούσε βοσκώντας 
τα γίδια στα βουνά του Κάτω Ολύμπου. Το 1946 
συναντηθήκαμε στην τοποθεσία "Χούχλο". Με φώναξε
και επιμόνως με παρότρυνε: "Γιάννη, άσε τα γίδια 
και πάνε να μάθεις γράμματα". Με εφοδίασε, μάλιστα,
με Σύνοψη, από όπου μάθαινα τα τροπάρια.


Β. Κάτω Σκοτίνα-ενορία Αγίου Γεωργίου

1. Βλέτσης Ελευθέριος του Αθανασίου
2. Δάμπλιας Νικόλαος του Θεοχάρη
3. Δήμος-Νικολός Δημήτριος του Λιόλια
4. Δήμος-Νικολός Ιωάννης του Λιόλια
5. Καλαμάρας Γεώργιος του Δημητρίου
6. Καλαμάρας Δημήτριος του Γεωργίου
7. Κοτσιβός Θεοχάρης του Αθανασίου
8. Κουμουρτζής Ιωάννης του Εμμανουήλ
9. Κουμουρτζής Μανόλης του Ιωάννη
10. Μπιλιάγκας Αθανάσιος του Γρηγορίου
11. Πινακάς Νικόλαος του Δημητρίου
12. Συντριβάνης Αθανάσιος του Διονυσίου


Ιωάννης Κουμουρτζής του Εμμανουήλ (1890-1970)

Ο αείμνηστος Ιωάννης Κουμουρτζής διακρίνονταν για το  
ήρεμο ύφος και βαθύ ήθος. Φρόντιζε η φωνή να είναι ήρεμη, χωρίς
"εκτινάξεις" (*).
----------
*   "η φωνή του ψάλτη  είναι ο αόρατος φίλος" (Π. Αναγνώστου, 
πρωτοψάλτης, τηλεοπτική εκπομπή 22.2.20).  






Δημήτριος Καλαμάρας του Γεωργίου (1928-1997). 

Η ένταση της φωνής του ήταν συνεχής. "Έβαζι ν' 
ικκλησιά", λέγανε οι Σκοτινιώτες. Δηλαδή το
ψάλσιμο του Καλαμάρα λάμπρυνε την Εκκλησία.

Έψελνε μέχρι το 1972. Έκτοτε αναλαμβάνει 
το ψαλτήρι ο γιος του  Γιώργος.




Κουμουρτζής Μανόλης του Ιωάννου(1928-1992). 

Θυμάμαι και συγκινούμαι. Πριν "αποχωρήσει" 
από τη ζωή, με κάλεσε να ψάλουμε μαζί στον Άγιο Αθανάσιο της 
Άνω Σκοτίνας. Έκτοτε ο ναός μανταλώθηκε και δεν ξανάνοιξε πια!
Το αυτό πράξαμε και για τον Αϊ-Λιά, που κι αυτός μένει "βουβός".






Γιώργος Καλαμάρας του Δημητρίου (1929-2019) Για 
αρκετό διάστημα εξυπηρέτησε τον Άγιο Γεώργιο και 
παρεκκλήσια του χωριού.
Όσες φορές πλησίαζα στο αναλόγιο, μου παραχωρούσε 
ελεύθερα το στασίδι. "Γιαννάκη -έτσι με αποκαλούσε- 
το στασίδι είναι δικό σου!".






Ελευθέριος Βλέτσης του Αθανασίου (1935-2020).
Με τον Λευτέρη συναντιόμασταν στο χωριό
όταν "έπεφταν" διακοπές. Λόγω της ιδιότητάς του 
(φιλόλογος) εκτελούσε καθαρά τους φθόγγους 
διαβάζοντας ευκρινώς τροπάρι και  συναξάρι.










Νικόλαος Δάμπλιας του Θεοχάρη (1944-2010).

Για τον κουμπάρο μου Νίκο υπογραμμίζω: 
Παράλληλα με τη δουλειά του εκπαιδευτικού, 
εξυπηρέτησε και το ιερό Αναλόγιο. Στη δεύτερη 
περίπτωση (ως συνταξιούχος) προσέφερε θετικό 
έργο στον Αϊ-Γιώργη Σκοτίνας.





Αθανάσιος Μπιλιάγκας του Γρηγορίου (1936-2016).

Συνεργάστηκε με τον Γιώργο Καλαμάρα. Στο τέλος της 
θείας Λειτουργίας στο εξωκκλήσι  του Άγίου Νικολάου
"ο Χαλάλιος". Μου είπε: 
      -"Γιάννη, ακούω ψάλτες από κασέτες"
      -"Θανάση, αυτό είναι το λιγότερο. Να ξέρεις ότι το 
Αναλόγιο είναι ο καλύτερος δάσκαλος".

 



Αθανάσιος Συντριβάνης του Διονυσίου (1938-2018). Με μεράκι
πλησίαζε τον ψάλτη. Στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής με 
ρωτάει: 
      -"Πως πιάνουν τον πρώτο ήχο"; 
      -"Θα σιγοτραγουδάς μέσα σου το δημοτικό τραγούδι: 
"Βασιλικέ μ' τριόκλουνι" (*).





---------- 
* Λίγο τραγούδι:
            "Βασιλικέ μ’ τριόκλουνι μι τα σαράντα φύλλα,
          πού’ σαν ιψές, πού ’σαν προυψές,

          κι αντιπρουψές, γιέ μ’,  του βράδυ;

          
          -Ιψές ήμαν στη μάνα μου, προυψές στην αδιρφή μου
          κι  απόψι θα ξινιτευτώ πολύ μακριά στα ξένα".
         ---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ:



Πανηγύρι της Ανάληψης ("Χριστός" στις Κότρες).

Στο ψαλτήρι (Αναλόγιο) ο Μανόλης Κουμουρτζής. 









Πανηγύρι της "Παναϊάς"-Γενέθλια της Παναγίας 8.9.2010.

Ο Λευτέρης Βλέτσης διαβάζει τον Εξάψαλμο. 







Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

ΑΓΑΠΗ: Τα «Στέφανα»




                                            "...δόξη και τιμή στεφάνωσον αυτούς"

Λέγανε οι παλαιοί ότι τα «Στέφανα» αποτελούν (κάποια) σιγουριά στο Γάμο. Πάντως, η Όλγα Καραμπίνινα, στη μεταξύ μας συζήτηση (18 Αυγούστου του ’94) μιλάει για την περιπέτεια που είχαν τα δικά της «Στέφανα».


Τάκης, ο γαμπρός


1. ΤΟ ΚΑΛΥΒΙ. Του ταχιά π’ του Λόγου πρώτ' φουρά πήγα στ' Μήτσ' γκαλύβα. Σταμ, στουμ,  ζ ντ' γριντιά ιγώ. (Την επομένη του «Λόγου» για πρώτη φορά πατούσα στην καλύβα του Μήτσιου. «Σταμ, στουμ,» πάνω στη γριντιά εγώ). ριντιά=μεγάλο και χοντρό δοκάρι που στηρίζει τη στέγη. αντί για πεζούλι βάζανε μεγάλη γριντιά για να ξαποσταίνει ο κόσμος).
 -Δηλαδή;
-Μι στουμπούσαν τα στιφάνια τς Ικκλησίας. Ήταν κουντό του καλύβ'. Είχαν κάδις στημένις κι μένα να μι τριουρνούν νύφ'. Στου χαϊάτ' μι τριουρνούσαν. (Με εμπόδιζαν τα στεφάνια από τα βαρέλια, που ήταν τοποθετημένα στις άκρες του καλυβιού, που χρησιμοποιήθηκε σαν εκκλησία. Και το καλύβι ήταν πολύ χαμηλό. Γύρω στο καλύβι υπήρχαν βαρέλια στημένα. Και εμένα να με περιφέρουν εκεί γύρω-γύρω, νύφη κανονική. Εκεί στο χαγιάτι με περιτριγύριζαν).      
-Δηλαδή, ο γάμος έγινε στο σπίτι;
-Ζ γκαλύβα, 'ρα, μι τα παχνιά. Μέρα μισμέρ'. Κι είχα κι καλόν κουμπάρουν. Του Μπουτιό του Τζιουμάν'. 'Πηριτούσι στας Σέρρας.  Καμιά φουρά, μι βγάζν ιδώια ζ Ντήμ' να χουρέψου. Ιτότι τήρσα του Ντάκ' κι λέου: «Βρε, απ' μπουλλή ντ ντγιαλιγή μπάτσα ντ γάτα». Τουν άντρα δε ντουν είδα άλλ' φουρά. (Ωρέ, στην καλύβα, όπου και τα παχνιά των ζώων. Μέρα μεσημέρι. Και είχα και κουμπάρο εξαίρετο. Τον Πουτιό τον Τσιομάνη. Υπηρετούσε ως στρατιωτικός στις Σέρρες. Κάποια ώρα με αναγκάζουν να βγω έξω στην αυλή των Δημαίων. Με πήραν να χορέψουμε εκεί. (Οι κάτοικοι της περιοχής "Βασίλα" χρησιμοποιούσαν το χώρο εκείνον σα χοροστάσι στις μεγάλες γιορτές). Σε κείνο το χορό βρήκα ευκαιρία να ρίξω μια ματιά στον Τάκη. Μόλις τον αντίκρυσα, είπα μέσα μου: «Μωρέ, από το πολύ το ψάξιμο την πάτησα τη γάτα. Έμεινα βουβή». Τον άντρα δεν τον είδα άλλη φορά).
-Δηλαδή στην παντριά τον πρωτοείδες;
-Δεν άντγιαζάμι, Γιάν'. Νε να μας ιδούν, νε να τς ιδούμι. Απ' τουν αργαλειό κι απ' ν' τζικρίκα κι απού του λανάρ'. Να ζμώντζ κι να πλέντζ. Που πού θα δεις, που πού θα σι δουν. 'Ολου του χουργιό μ' αράτσι. (Δεν αδειάζαμε (δεν ευκαιρούσαμε), Γιάννη. Ούτε να μας δουν, ούτε να τους δούμε. Πέρα από τον αργαλειό, το τσικρίκι και το λανάρι, δεν πήγαινα πουθενά. Να ζυμώνεις, να πλένεις. Που να πας για γνωριμίες, ποιος να 'ρθει να σε δει. Όλο το χωριό με ζητούσε).

2. ΧΟΡΟΣ. -Όταν κάνατε γάμο βγήκατε στο χορό;
-Βγήκαμι ιδώ ζ Ντήμ'. Αυτά ιδώ ήταν ούλα άφραγα. Γινόταν γενικός χορός. Ικεί, πώς παίρν' τ' νύφ' μπρουστά κι του γαμπρό πίσου, ι Τάκης δε μπάηνι του συρτό. Πιρπατούσι κι πατούσι. Ι πατέραζ μ’ σήκουνι μύτις στου χουρό. Άλλαζι πρόγραμμα. Χουρνούσι. Άναψι κι τς έμασι ούλ'. (Βεβαίως, βγήκαμε να χορέψουμε εδώ στο χοροστάσι των Δημαίων, στη Βασίλα. Στο χώρο αυτό γινότανε τρανός χορός. Ήρθε η στιγμή που η νύφη έπρεπε να σύρει τον  χορό ακολουθούμενη από τον γαμπρό. Το δυσάρεστο ήταν που ο Τάκης δεν ήξερε το συρτό. Απλώς περπατούσε και παραπατούσε. Ο πατέρας μου ήταν περήφανος στο χορό. Μπορούσε να κάνει αλλαγές στο χορό. Να φτάσει μέχρι χωρισμό. Θύμωσε και τα έβαλε με όλους).      
-Τι ώρα έγινε ο γάμος.
-Μέρα μισμέρ'. Μι άσπρου άλουγου μι κατέβασαν, Κι μπουρτουκαλιά τ' σκέπ', απ' λες, Γιάν'. (Μέρα μεσημέρι. Με άσπρο άλογο με κατέβασαν. Να με βλέπεις, Γιάννη, να φοράω τη σκέπη χρώματος πορτοκαλί).

3. ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ: 'Aσπρου άλουγου ι πατέραζ μ'. Βάνου του κιραμιδί του φουστάν'. Μι βάν' καβάλα κι κατιβαίνουμι στ' παππού τ' Μήτσ' γκαλύβα. Προυΐ ήταν. Η κόζμους σκώθκαν. Δεν άφσαν πλουκοί να πλαλούν. (Ετοιμάζει άσπρο άλογο ο πατέρας μου. Φοράω κι ένα φουστάνι κεραμιδί. Με ανεβάζουν πάνω στο άλογο και με οδηγούν κάτω, στην καλύβα του παππού Μήτσιου. Ήταν πρωί. Ο κόσμος είχε σηκωθεί. Όλοι τρέχανε για το γάμο. Πολλοί μέσα από τους φράχτες της γειτονιάς).
Σ' έβαναν, προυσκυνούσις τρεις φουρές κα μπόρτα στου σπίτ' τς μάνας κι τρεις κα τουν ήλιου κι ξικινούσι η νύφ' απ' του σπίτ'. Τραγδούσαν αυτό. (Σε βάνανε στη μέση, προσκυνούσες τρεις φορές. Πρώτα κοιτώντας προς την πόρτα του σπιτιού της μάνας και ύστερα τρεις φορές προς τον ήλιο. Έτσι ξεκινούσε η νύφη από το πατρικό σπίτι. Τη στιγμή εκείνη τραγουδούσαν αυτό το τραγούδι).
 
«Χόρτασις μάνα μ' ισύ κι η αυλή σου
θα μι θυμηθείς του καλουκαίρι»
   
  4. "Ι ΦΛΑΜΠΡΟΥΣ"  (ο Φλάμπουρος)

  
Το λάβαρο του Γάμου με τον σταυρό, πετσέτα και τρία φρούτα: Μήλο, Ρόιδο,  Πορτοκάλι. (Η φωτογραφία είναι παρμένη από το Google, "έθιμα του Γάμου Θράκης".

Ι φλάμπρους μπρουστά. 'Εφκιαναν ένα καλάμ'. 'Εμπηνι ένα μήλου απ' μια μπάντα. Ένα ρόιδου απ' ν' άλλ' μπάντα. Ένα πουρτουκάλ', σταυρό. Κι μια πιτσέτα μιγάλ' κι χαρτιά διάφορα, παρδαλά, κριμαζμένα στου φλάμπρου κι μπρουστά ένα πιδί είχι του φλάμπρου. 'Επριπι να πληρώσ' ι γαμπρός. Τα μπρατίμια, αυτό του πιδί να πάρ' του φλάμπρου. Κι τουν είχι οχτώ μέρις στου σπίτ'. Μπηγμένουν απόξου κι όποιους πιρνούσι ήλιγι: "Αυτού είνι νιόγαμπρα".(Το φλάμπουρο μπροστά. Ετοίμαζαν ένα καλάμι. Στη μια πλευρά βάζανε ένα μήλο, στην άλλη πλευρά ένα ρόδι. Στη μέση ένα πορτοκάλι και πάνω ο σταυρός. Τυλιγμένη στο φλάμπουρο μια μεγάλη πετσέτα, διάφορα χαρτιά, με διάφορα χρώματα. Το φλάμπουρο το κρατούσε ένα παιδί που προπορεύονταν. Εξυπακούεται ότι ο γαμπρός έπρεπε να είναι έτοιμος να πληρώσει το παιδί. Τα μπρατίμια θα κανόνιζαν ποιο θα είναι το παιδί για το φλάμπουρο. Το φλάμπουρο το κρατούσε ο γαμπρός στο σπίτι του για οκτώ μέρες. Τον στήριζε έξω στο μπαλκόνι του σπιτιού. Και ο κάθε περαστικός έλεγε: Εδώ υπάρχουν νιόγαμπρα).
 ----------
ΕΙΚΟΝΕΣ:

 

Ο Τάκης σέρνει το χορό της παρέας




 


Το σπίτι του ζεύγους Τάκη και Όλγας
στη "Βασίλα" Σκοτίνας






                                  Ο ιρέας ευλογεί τα Στέφανα των νεονύμφων