Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ: Αθανάσιος Δ. Δάμπλιας



                                            Αθανάσιος Δ. Δάμπλιας 
                                                    (1935-9.9.19)  

Την άνοιξη του 1947 ο Θανάσης Διονυσίου Δάμπλιας  βοσκούσε τα γίδια στην πλαγιά «Κόκκινοι Φούρνοι», απέναντι από τις «Κουρουμπλιές». Αποκόπτονται οι βράχοι και σέρνουν τον Θανάση ως το βυθό της χαράδρας. Ευτυχώς σκάλωσε σε ένα δέντρο (ζινιλιά). Εμείς, οι μικροί τσοπάνηδες, φωνάζουμε τον Γιάννη «τ’ Λιόλια». Αυτός βρισκότανε με τα γίδια στο
βράχο του «Ιάν’». Στα γρήγορα έρχεται κάτω, πλησιάζει τη ρεματιά, ακούει βογκητά. Ο Θανάσης ζωντανός πάνω στο δέντρο. Αιμόφυρτο τον τραβάει προς το μπαΐρι, ανάβει φωτιά για να πυρωθεί (ζεσταθεί) ο Θανάσης. Για το θέμα αυτό έχω δυο πληροφορίες.

Α. Γιάννης Νικολός. Σε ειδικό τετράδιο ο Γιάννης σημειώνει:

«Ο Θανάσης κρεμάστηκε σε μια ζινιλιά. Φωνάζω εγώ ως μεγαλύτερος που ήμουν: «τρέξτε, παιδιά, σκοτώθηκε ο Θανάσης». Κανείς δεν πήγαινε γιατί οι πέτρες έπεφταν σωρηδόν. «Ικεί, νε νιρό, νε τίπουτα. Οι τζιουμπανοί κατιβαίν' τα σκαλιά απού πάν' απ' Ντουργιανή, όπου είχαν τα μαντριά οι Γαζιωταί. Ήταν κι ι πρόιδρους ικεί. Βουσκούσι ντ Γαζέτα τα γίδια (γύρω στα 1946-47). Απού κείνου του σκαλί κατιβαίντζ κάτ' σ' τς Φούρν'. Είνι ξιχειμαδιό για του χειμώνα. Σκάντζ απ' τζέστα. Μοιάζ’  σα φούρνους». (Εκεί ούτε νερό υπήρχε, ούτε τίποτα. Οι τσοπάνηδες  κατηφορίζουν τα σκαλιά πάνω από τη Δουργιανή, όπου είχανε τα μαντριά οι Γαζιωταίοι από την Καλυπεύκη. Ήτανε και ο πρόεδρος εκεί που βοσκούσε τα γίδια του Γαζέτα (1946-47). (Πρέπει να αναφέρεται στον Δημήτρη Πλεξίδα). Από το σκαλί εκείνο βρίσκεις διέξοδο για τους Φούρνους (τοποθεσία απόκρημνη), κατάλληλο ξεχειμαδιό. Σκάζεις από την πολλή ζέστη. Το τοπίο μοιάζει με Φούρνους).
Εγώ, εφόσον είδα ότι ο Θανάσης κινδυνεύει, δεν φοβήθηκα, έτρεξα και οι πέτρες έπεφταν πλην όμως ο Παντοδύναμος δεν άφησε. Με προστάτεψε, τον πήρα στον ώμο, τον ξεκρέμασα από το κλαδί, γεμάτος αίματα, δεν μιλούσε στην αρχή, μετά τον κατέβασα στο μπαΐρι. Ο δε Ιωάννης Καλιαμπός έτρεξε στο χωριό και έφερε τους γονείς του».*
----------
* Κι εγώ θυμάμαι πως έτρεξα στο χωριό (Κάτω Σκοτίνα) και είπα στη θεια Μαριγούλα (μητέρα του Θανάση): «Θεια Μαριγούλα, μια γίδα είναι άρρωστη, έλα μαζί μου να πάμε στο βουνό». Η Μαριγούλα, βέβαια, υποψιάστηκε πως κάτι συμβαίνει με το παιδί της. Με ακολούθησε, φτάνουμε μέχρι το επίμαχο σημείο. Το ‘ριξε στα κλάματα και «γκαϊγκούσ’» (φορτωμένη) κατεβάζει τον τραυματισμένο Θανάση στο σπίτι τους.    

Β. Συνέντευξη με Θανάση. Στην ίδια περιοχή ο Θανάσης έπαθε μεγαλύτερη ζημιά μετά τον επαναπατρισμό, το 1950. Ο ίδιος τον Μάρτιο του 2012 μου εκμυστηρεύτηκε:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Ήμαν δεκαπέντε χρονών. Βοσκούσα κι ξένα γίδια. Διακόσια κεφάλια. Τα χτύπσα στο λάκκο π’ τα Κριβάτια. Πατάου στου βριάχου, Γιάν’, κόπκι ι βριάχους κι μι παίρ’ αυτό του χέρ’, απλές, κι πήρι κι του κιφάλ’ λίγου, αλλά δε μι πήρι καλά. Θα μι το ‘κουβι.
       -Ο βράχος από πού ήρθε;
          -Μαναχός τ’, Κι αφού μι το ‘σπασι του χέρ’ αυτό, πέφτου μπρούμπτα καταή κι μι βάν τ’ άλλου του χέρ’. Ιτότι πιρνούσαν οι πόστις. Θα ήταν έντικα η ώρα. Μέχρι τς τέσσιρις η ώρα ήμαν ικεί. Μιλάνιασα ούλους. Φώναζα, φώναζα να μι ακούσ’ κανένας. Πήγα να βγάλου του σουϊά  να κόψου του χέρ’. Αλλά λέου: «Κι να του κόψου του χέρ’, δε ζω». Καμιά φουρά ακούου τα γίδια τα Μητσιάτκα. Ι Πουτιός τ’ Νάσ’ τ’ Μήτσ’ πιδί.
Ήρθι ι Πουτιός, φώναξι κι του Γιάν’ τ’ Ντήμ’. Έβαλαν φουρτουτήρις, σκώθκι λίγου ι βριάχους, τράβξα του χέρ’. Ήμαν ζαλζμένους, μ’ έρχουνταν να κάνου μιτό.
       -Πήγες στο γιατρό;
          Πήγα στου μπαππού αυτόν, τον Καϊάκα. Ι Νάσιους ι Καϊάκας έφκιανι χέρια. Κι αυτός ι παππούς ήταν τιχνίτς καλός, έφκιανι κλάπις μι σανίδια. Αυτός μι τα ‘φκιασι, μι κλάπις.

ΚΟΙΝΗ: Ήμουνα στα δεκαπέντε μου χρόνια. Βοσκούσα και ξένα γίδια. Διακόσια κεφάλια. Τα καθοδήγησα να πάνε προς το λάκκο «Κρεβάτια».  Πατάω στο βράχο, Γιάννη, κόπηκε ο βράχος και μου παίρνει το χέρι και λίγο το κεφάλι. Παρά λίγο να μου το έκοβε.
       -Ο βράχος από πού ήρθε;
          Μοναχός του. Και αφού μου έσπασε το ένα χέρι πέφτω μπρούμυτα καταγής και με πλάκωσε το άλλο χέρι. Τότε συνέπεσε στον κάμπο να περνάει το τρένο (πόστα). Θα ήταν η ώρα έντεκα. Και ήμουνα εκεί εγκλωβισμένος μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα. Μελάνιασα ολόκληρος. Φώναζα, φώναζα να με ακούσει κανένας. Επιχείρησα να βγάλω το σουγιά και να κόψω το χέρι. Αλλά σκέφτηκα «και το χέρι να κόψω, αποκλείεται να ζήσω». Κάποια στιγμή ακούω τα κουδούνια από τα γίδια του Μήτσιου. Τσομπάνος ήτανε ο Ποτιός-Δημητρός, παιδί του Θανάση Μήτσιου.
Ήρθε ο Ποτιός, φώναξε και τον Γιάννη Δήμο-Νικολό. Βάλανε φορτωτήρες (δηλαδή διχαλωτό ξύλινο στήριγμα που στηρίζει το φορτωμένο ζώο). Σηκώθηκε λίγο ο βράχος, τράβηξα το χέρι. Ζαλίστηκα και είχα τάση για εμετό).
       -Πήγες στο γιατρό;
       Πήγα στον παππού Καϊάκα. Ο Νάσιος Καϊάκας θεράπευε χέρια. Ήταν άριστος τεχνίτης, ‘Έφτιαχνε κλάπες με σανίδια. Αυτός μερίμνησε και για μένα. Μου πέρασε κλάπα (δεμένα σανίδια).

  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΕΝΤΡΟ του Θανάση Δάμπλια (μερικώς).
Παιδιά του παππού Νικόλα Δάμπλια:
   1. Μιχαήλ, 1911-1991, σύζυγος Πηνέλου ντ Γιαννούλ’ Ντήμ’ (του Ιω.Δήμου).  
   2. Διονύσης, σύζυγος Μαριγούλα Παπαγεωργίου     
   3. Θεοχάρης, σ. Χρυσούλα Xρ. Τράντα
   5. Φώτω, σ. Θωμάς Κοτσιβός  
   6. Ουρανία  σ. Γιώργος Πολυχρός
   7. Κουνιώ,  σ. Αθανάσιος Στύλος-Ματσιούλας
   8. Τριανταφυλλιά, Λιτόχωρο
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ:
                                                  Χρυσούλα Μητσιάνη, σύζυγος του Θανάση, 
                                                     
                                              Γονείς του Θανάση Διονύσης Δάμπλιας 
                                                   και Μαριγούλα Παπαγεωργίου
                                     Το σπιτικό του Θανάση, στη συνοικία "Βασίλα"
                                       Η περίφημη τοποθεσία "Κόκκινοι Φούρνοι"
                                          ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ φωτοτυπίας από το τετράδιο
                                          -σημειώσεις- του Γιάννη "τ' Λιόλια" Νικολού

Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: Όλγα Βαγγελάκινα



Περιπέτεια που δεν ξεχνιέται

          Η Όλγα Κοκράνη, σύζυγος του Βαγγέλη Βαγγελάκου (1914-2009) μου δίνει συνέντευξη στις 25 Αυγούστου 1996 για μια προσωπική περιπέτεια στα χρόνια του Εμφυλίου. Η συζήτηση γίνεται στο σπίτι του Ποτιού Καρκαφίρη (1907-2003), που βρίσκεται στην τοποθεσία «Κλήμα» στην Κάτω Σκοτίνα.

1. ΛΙΤΟΧΩΡΟ. Κάπουτι μι τ’ ανταρτικά  πήγα στου Λιτόχουρου. Έμασα απουστουλιάτκα μήλα να πά’ να πα τα πλήσου να φέρου τα κουρίτσια μ’ του λάδ’, ζάχαρη, του ένα να φάν’ Πήρα ξένου γαϊδούρ’. Φόρτουσα τα μήλα. Στου Λιτόχουρου μας πιρικύκλουσι του στρατό. (Κάποτε, στην περίοδο των ανταρτών ταξίδεψα για Λιτόχωρο. Μάζεψα μήλα αποστολιάτικα και πήγα να τα πουλήσω για να φέρω στα κορίτσια μου τα απαραίτητα τρόφιμα, λάδι, ζάχαρη, το ένα, το άλλο για να φάνε. Στο Λιτόχωρο ήρθα με ξένο γαϊδούρι. Έρχεται ο στρατός και μας περικυκλώνει):
-Τι χαμπάργια ’π’ τ’ Σκουτίνα (τι νέα από τη Σκοτίνα);
-Καλά.
-Τηρήστι, λέ. Άμα μάθουμι ότι πήραν άτουμα κι δε μας λέτι, άλλ’ φουρά που θα ’ρθείτι θα σας πατήσουμι μι τα πουδάργια. «Προσέξτε, μας λέει ο υπεύθυνος. Σε περίπτωση που έρθουν στα αφτιά μας, ότι οι αντάρτες συλλάβανε άτομα και μας το κρύβετε, την επόμενη φορά που θα ξανάρθετε, θα σας κάνουμε λιώμα καταγής».

2. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΚΡΑΝΗΣ. Σι λίγου γλέπουμι τουν Απουστόλ’ του Γκουκράν’, του πανταλόν’ ξισκιζμένου ώς ιδώια σιαπάν’. Κι λέου: «Η Αντρουνίκ’ έστειλι τουν Απουστόλ’ μι του πανταλόν’ ξισκιζμένου! ε λίγα λεπτά βλέπουμε τον Αποστόλη τον Κοκράνη. Με το παντελόνι του όλο κουρέλι, σχισμένο μέχρις εδώ πάνω. Και λέω μέσα μου: «Πως το έπαθε αυτό η Αντρονίκη -τη γνωρίζεις την Αντρονίκη- να στείλει τον άντρα της τον Αποστόλη στα ξένα με σχισμένο παντελόνι!»).
Έρχιτι ι Απουστόλς, μι λέ’: «Όλγα, να σι πω ένα μυστικό».
-Τι Απουστόλ’;
-Θα πας στου χουργιό κι θα πεις ν’ Αντρουνίκ’  να πάρ’ του γαϊδούρ’ κι να σκουθεί να ’ρθεί στου Λιτόχουρου. Ιγώ έφυγα ’π’ τς αντάρτις, Όλγα. Τήρα τι πανταλόν’! τσι κι έτσι. Θα πας στο χωριό και θα πεις στην Αντρονίκη, τη γυναίκα μου, να πάρει το γαϊδούρι και να σηκωθεί να έρθει γρήγορα στο Λιτόχωρο. Εγώ δραπέτευσα από τους αντάρτες, Όλγα. Κοίταξε τι παντελόνι έχω).
-Καλά, θα πάνου να πα μπώ. (Καλά, θα πάω να της το πω).
Έφυγάμι. Τα πούλσαμι τα μήλα. ρθε η ώρα, φύγαμε από το Λιτόχωρο. Τα πουλήσαμε όλα τα μήλα).

3. ΑΓΩΝΙΑ. Φέγουμι. Μόλις ήρθαμι στου Καραγάτσ’ απ’ τουν Αγιώρ’ (μόλις φτάσαμε στο μεγάλο δέντρο καραγάτσι, που δεσπόζει μπροστά στον Αϊ-Γιώργη) γλέπουμι τ’ Φουτεινή, ντ Βσίλ’ τς Τσιόμ’ του κουρίτσ’. Λέ’:
-Αχ, πού είστι, μουρή! Σας αραδάει ι αντάρτς ι Κακαλόπουλους όξου. (Σας ψάχνει ο Κακαλόπουλος έξω στην πλατεία-Κοτσέκι).
Λέ’ η καημέν’ η πιθιρά μ’ -θέσχουρέστην-:
-Ε, Όλγα, να μη βρίσκουνταν τα μήλα αυτά! (Αμάν, βρε Όλγα! Που ήταν η ώρα και μπλέξαμε με τα μήλα αυτά!).
Ιγώ είχα ντ Βασιλεία. Ήθιλι να φάει βζί. (Εγώ κρατούσα στην αγκαλιά τη νεογέννητη Βασιλεία. Σαν μωρό, ζητούσε να βυζάξει).
Έκατσα στου παράθυρου, πήρα του κουρίτσ’ κι του βύζανα. Μι φουνάζ’  ι Βασίλς ι Τσιόμς. (Με φωνάζει ο βασίλης Γερομιχαλός-Τσιόμης):
-Ε, Όλγα, ε, Όλγα!
-Ουρίστι, λέου.
-Έλα ιδώ, σι θέλν όξου. (Έλα εδώ. Σε ζητάνε να βγεις έξω στην πλατεία).
-Α, καλά, λέου. Θα βζάξου του κουρίτσ’ κι θα ’ρθώ.
‘Ως να βγώ όξου, παρουσιάσκι του Ρίμινι του στρατό. (Μέχρι να ετοιμαστώ εμφανίστηκε ο στρατός του Ρίμινι). Ι Κακαλόπουλος πού να πααίν’. Πάει κι κρύφκι στ’ μανιά ν’ Τζιόμινα (κρύφτηκε στο σπίτι της γιαγιάς Γρηγόρινας-Τσιόμη). Σ’ ντχιά ντ’ Γρηγόρινα. Κι του στρατό έφυγι. (Και ο στρατός έφυγε).

4. ΦΡΙΚΗ:

ΙΔΙΩΜΑ: Ιμείς ιτότι δεν είχαμι γκαμπινέδις να πάμι, Όπ’ πάηναμι. Ικεί που πήγα σ’ ν’ ακρίτσα, ζ μπιθιρά μ’ μέσ’ στα δέντρα, πήγα να κάνου του νιρό μ’, ακούου "κραπ, κραπ" μέσ’ στου λάκκου. Ι Κακαλόπουλος.
-«Άκου να σι πώ», μι λέ’. «Μη μιλάς. Αν βγάλς κουβέντα ότι φέγου απού δω, θα σι βγάλου λουρίδις τα πόδια ώς ιδώ σιαπάν’».
-Μπά! Ιγώ δε λέου, δε λέου.
Τα Βαγγιλακούλια ικείνου του βράδ’ πήραν όπλα.  Ι Μήτσιους κι ι Μίχους.
-Τρέξτι, λέ’, τώρα πέρασι ι Κακαλόπουλος σιαπάν’.
Μι λίγις μέρις ύστρα, έμαθι ι στρατός πως είχι η μανιά Γρηγόρινα του Γκακαλόπουλο. Κι έφαγι ξύλου η μανιά η Τσιόμινα!

ΚΟΙΝΗ: Εμείς εκείνη την εποχή δεν είχαμε αποχωρητήρια για την ανάγκη μας, όπως έχουμε τώρα. Πηγαίναμε όπου τύχαινε. Μια στιγμή, αφού ξάκρισα για κατούρημα, ανάμεσα στα δέντρα της πεθεράς μου, ακούω ένα θόρυβο: «κραπ, κραπ», μέσα στο λάκκο. Μπροστά μου ο Κακαλόπουλος.
-«Άκου να σου πω, μου λέει. Βούλωσέ το. Αν βγάλεις κουβέντα ότι φεύγω από ‘δω, αν το μάθω ότι με παίρνουν από κοντά, θα σε σφάξω και θα βγάλω το σώμα σου λωρίδες. Από τα πόδια μέχρι την κορυφή».
          -Αποκλείεται. Δε λέω τίποτα εγώ. Απολύτως τίποτα.
          Τα παιδιά του Βαγγελάκου Μήτσιος και Μίχος εκείνη τη βραδιά οπλίστηκαν.
-Τρέξτε. Μη χασομεράτε. Μόλις πέρασε ο Κακαλόπουλος και τράβηξε προς τα πάνω.
Ύστερα από λίγες μέρες τα πληροφορήθηκε η στρατιωτική διοίκηση, πως η γιαγιά Γρηγόρινα-Γερομιχαλού φιλοξένησε τον Κακαλόπουλο. Αυτό της κόστισε.  Έφαγε πολύ ξύλο.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 


                                     Απόστολος Κοκράνης και η σύζυγος 
                                     Ανδρονίκη Αθ. Καρκαφίρη-Τσιούρβα


                          Η βρύση στην τοποθεσία "Κλήμα" (Κάτω Σκοτίνα) 
                          στη γειτονιά του Ποτιού Καρκαφίρη-Τσιαούση. 
                          Η βρύση είναι έργο του συλλόγου των απανταχού 
                                                Σκοτινιωτών "ο Καλλίνικος"

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ: «Δοντάγρια»





                    Μίχος Πολυχρός-Μητσιάνης και η σύζυγος Μαρία Πλεξίδα. 
                       Ο Μίχος ειδικός στη "δοντάγρια", η Μαρία από τις καλές 
                       μαμές του χωριού.
                       
          Στη Σκοτίνα παλιότερα, όσες φορές πονούσε σε κάποιον το δόντι, τραβούσε κατευθείαν στη συνοικία «Βασίλα». Εκεί κατοικούσε ο Μίχος Πολυχρός, ο οποίος εξυπηρετούσε όλον τον κόσμο της Σκοτίνας. Ήταν άριστος δεξιοτέχνης, γρήγορος στη «γιατρειά». Σ’ όποιον πονούσε το δόντι, το τραβούσε και το ‘βγαζε με την τανάλια. Την τανάλια αυτή τη λέγανε «δοντάγρια» (*).
    Στο προσωπικό μου αρχείο διατηρώ στοιχεία από δυο συνεντεύξεις, σχετικές με το θέμα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΡΩΤΗ: Δημητρός Παπαγεωργίου, Καλοκαίρι 1995.

          Διασκεδάζοντας την περίπτωση ο Δημητρός Θ. Παπαγεωργίου (1921-2011) και με το χαρακτηριστικό του χιούμορ αναπτύσσει γλαφυρά τη «δοντάγρια» που ήταν  ξακουστή στον κόσμο τη Σκοτίνας (και όχι μόνο):

Η ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΑ: -Στα παλιά τα χρόνια υπήρχε οδοντίατρος στο χωριό;

-Ουδοντίατρους; Πθινά ‘ρα! Μ’ τι ουδουντίατρους! (Πού οδοντίατρος. Αστειεύεστε ωρέ; Πουθενά οδοντίατρος). Κι άμα είχι κανένας καμιά ρίζα, πάηνι στου μπαππού του Μπουλυχρό κι το ’βγαζι μι τζιμπίδα. (Αν κάποιος πονούσε από καμιά ρίζα δοντιού, πήγαινε στον παππού τον Πολυχρό και έβγαζε το δόντι με την τανάλια). Του κρατούσι μι ν’ ντανάλια κι...(Κράταγε το δόντι με την τανάλια και προχώραγε στο έργο). Πήγα ιγώ να βγάλου δόντ’ στου μπαππού του Μπουλυχρό. Μι πουνούσι πουλύ κι μόλις μ’ έχουσι καταή, γλέπου ν’ τζιμπίδα. (Μόλις με ξάπλωσε για να βγάλει το δόντι, βλέπω από πάνω μου την τανάλια).
          -Μι πέρασι, λέου, φέγου.
          -Βρε αμάν, θα σι πουνέσ’ λίγου.
          -Φέγου, λέου, δε γξέρς.
          Κόβου σιαπέρα. Δε γξαναπάτσα.
          Άλλις φουρές αλάθουνι. (Μερικές φορές έκανε και λάθη). Δυο νεαρούς τς’  έβγαλι του καλό δόντ’. Τουν έναν αντί να βγάλ’ του σάπιου, έβγαλι του καλό. Τουν άλλουν έβγαλι του διπλανό απ’ του σάπιου. Έβγαζι δυο-τρία κι άφνι του χαλαζμένου. Αρά, τσιμπίδα κι «κραπ». Τσάκουνι γιρά  του γιρό…κι όξου. Τρεις μέρις αίμα σουλνάρα. Μι του ζιουγκάρ’ (πηγούνι)  μαζί. Ξέρς, άμα σι πχιάσ’ η τσιμπίδα μι του ζιουγκάρ!! Σι ξιπάτουσι. Ξιπαστράβουνις ντιπ. (Ξέρεις, αν η τσιμπίδα  πιάσει το δόντι  μαζί με το πηγούνι, αλίμονό σου! Με το τράβηγμα τα ‘βγαζε όλα. Σε ξεπάτωνε. Το στόμα σου γινόταν στραβό πέρα για πέρα). Ι παππούς ι Πουλυχρός δε μπουρούσι να φκιάσ’ ούτι ένα κουφίν’ τηρ μέρα  ούλ’. Δυο πάηναν, τρεις έρχουνταν.εν ευκαιρούσε ο άνθρωπος να κάνει καμιά άλλη δουλειά. Κι αυτά τα κοφίνια για το μελίσσι τα παραμέλησε. Για τα δόντια δυο πήγαιναν, τρεις έρχονταν).

Δήμητρα (Καλιαμπού):  Πληρώνατε κιόλας; Πόσο πληρώνατε;
          -Ντιπ, αρά. ΄Αγιοι Ανάργυροι. Ντιπ παράδις. Σε ’δουνι κι από ’να τσιγάρου να καπνί’ ις, για να φέγ΄ι πόνους. Αυτόν είχαμι γιατρόν.
          -Άμα σε πονούσε το κεφάλι;
          -Καλή χρουνιά!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Γιώργος Πολυχρός, 12 Σεπτέμβρη1998.

          Συνήθως το παιδί ακολουθεί την τέχνη του πατέρα. Έτσι κι ο Γιώργος Πολυχρός του Μιχάλη (1915-2001) κληρονόμησε την τέχνη του γονιού. Αυτό φανερώνει η σχετική συζήτηση που κάναμε στο σπίτι του στη «Βασίλα» Σκοτίνας.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ: -Κάποτε μου έλεγες για κάποια δοντάγρια. Τι είναι αυτή;

-Είνι μια ντανάλια που πχιάν’ του δόντ’. Ιγώ το ’χου αρτιρμένου για να πχιάν’ καλά, γιατί ήταν κουντή. Του αρτίρσα στου χαλκιά. Να πχιάν’ καλά του δόντ’. ρόκειται για μια τανάλια-πένσα, την οποία χρησιμοποιούσαμε να πιάνουμε το δόντι. Εγώ κάνω χρήση αυτής της τανάλιας. Φρόντισα να περισσεύει λίγο, να είναι ελεύθερη, να πιάνει με κάποια ευχέρεια το δόντι. Το έκανα αυτό, γιατί είναι λίγο κοντή και δυσκολεύει στο κράτημα. Την πήγα στο σιδερά, ο οποίος της έδωσε λίγο μήκος. Έτσι πιάνει καλύτερα το δόντι).
          -Έβγαλες κανένα δόντι;
Ουρανία (σύζυγος): Ούλ’ τ’ Σκουτίνα (όλη τη Σκοτίνα).
Γιώργος: Κι του θκο μ’ του ίδιου το ‘βγαλα. (Και το δικό μου δόντι το έβγαλα κατά τον ίδιο τρόπο).
Ουρανία: Τα θκα μ’ ούλα. Νε πόνια, νε τίπουτα, Γιάν’. (Και όλα τα δικά μου χωρίς κανένα πόνο, Γιάννη).
Γιώργος: Για να μη πουνούν βάζου λίγου αλάτ’. (Για να μην πονάνε, βάζω λίγο αλάτι).
----------
* Στο ελληνικό λεξικό ο Γιώργος Μπαμπινιώτης σημειώνει: οδοντάγρα (η)=οδοντιατρικό εργαλείο σε σχήμα λαβίδας, το οποίο χρησιμεύει στην εξαγωγή δοντιών.
Σημείωση: μετά την εξαγωγή του δοντιού, το κρατούσαμε στο χέρι και με τρόπο μυσταγωγικό το πετούσαμε στα κεραμίδια του σπιτιού. Η στάση μας ήταν τέτοια, ώστε να βλέπουμε την ανατολή και το χέρι να πετάει το δόντι προς τα όπισθεν. Τη στιγμή εκείνη φωνάζαμε: «να το κρανοκόκαλο κι δόμ’ του σιδηρένιου». Δηλαδή πάρε το άχρηστο ήδη δόντι, που μοιάζει σαν το κουκούτσι του κράνου και αντάλλαξέ το με ένα καλό, γερό σαν το σίδηρο. Στη δικιά μου περίπτωση αυτό συνέβη στο σπίτι της γιαγιάς μου Όλγας, συζύγου Γιαννούλη Δάμπλια. Το σπίτι βρισκότανε λίγο πριν τη Βλαχάτη στο δρόμο από Πλατεία προς Μοίρα (Άνω Σκοτίνα στον καιρό της Πείνας).

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

ΕΘΙΜΑ: «Κύριε ελέησον»



Παναγία η Οδηγήτρια

          Προπολεμικά, η πιο θεαματική θρησκευτική εκδήλωση στο πανηγύρι της Άνω Σκοτίνας, ήταν  η υποδοχή της Παναγίας από τους πιστούς. Η υποδοχή γινότανε «στου ντρανό του μπλάτανου» (στον Τρανό Πλάτανο), που βρίσκεται στην ανηφόρα (διακλάδωση δρόμων Μοίρα-Καρόπλα). Η Εικόνα μεταφερότανε από τη μονή των Κανάλων του Ολύμπου από πρόσωπα που διακρίνονταν για την ευλάβεια και ευσέβεια (*). Μετά τον τελευταίο σταθμό, τα Καρόπλα, οι συνοδοί φέρνανε την Εικόνα και την τοποθετούσαν στη μεγάλη πέτρα, που βρίσκεται ακριβώς στο πλατάνι, όπου και η ονομασία της τοποθεσίας «Τρανός Πλάτανος» βδ της Άνω Σκοτίνας.
          Το έθιμο άλλαξε από τις αρχές του αιώνα που διανύουμε. Σήμερα, δηλαδή, οι χριστιανοί την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου υποδέχονται την Παναγία στην «Παναϊά» της Κάτω Σκοτίνας (φυσικό μπαλκόνι του χωριού). Αμέσως ανηφορίζουν πεζοί τα παλιά δρομάκια (7-8 χιλιόμετρα) για να καταλήξουν στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου (Άνω Σκοτίνα), όπου τελείται ο Μέγας Εσπερινός.

Η τελετή της υποδοχής στα παλιά χρόνια διακρίνονταν από τα ακόλουθα στοιχεία:

1. ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΛΑΟΥ: Κατά το δειλινό της παραμονής χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, δηλωτικό, πως η Παναγία περιμένει τον κόσμο στον «Τρανό Πλάτανο». Όλοι οι δρόμοι συγκλίνουν «ζ Μπαρθέν’»  (στην Παρθένη) και πιο συγκεκριμένα «ζ γκαρυά τς Στάθους» (στην καρυδιά της Στάθως). Τελικά όλοι συγκεντρώνονται στο χώρο του ανηφορικού δρόμου, όπου η εικόνα της Παναγίας.

2. ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Ειδικό πρόσωπο μεταβαίνει στο Μοναστήρι των Κανάλων. Από εκεί παραλαμβάνει την Εικόνα της Παναγίας (συνοδός ή συνοδοί). Το απόγευμα της παραμονής της Παναγίας πρέπει να βρίσκεται στον «Τρανό Πλάτανο» της Άνω Σκοτίνας. Ο συνοδός ασπάζεται το χέρι του παπά, του παραδίνει την Εικόνα κι ευθύς γίνεται η λιτάνευση με το χαρακτηριστικό τοπικό «Κύριε ελέησον».

3. ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ: Παίρνουν όλοι τις θέσεις.  παπάδες, ψαλτάδες, εξαπτέρυγα, μανουάλια, θυμιατό, λαμπάδες και ο κόσμος με τη σειρά. Η Παναγία μπροστά. Κάνει ο παπάς δέηση, δίνει το σύνθημα και η τελετή κορυφώνεται με το «Κύριε ελέησον». Ψάλλουν κατά τον παραδοσιακό τοπικό τρόπο, κατανυκτικά, σεμνά, ρυθμικά και μονοφωνικά. Πρώτα οι άντρες, ύστερα οι μικροί. Το ψάλσιμο ακούγεται περίπου σαν το στιλ που ακολουθεί:



4. ΧΑΙΡΕΤΗΜΑ: Με το «Κύριε ελέησον» η πομπή καταλήγει «στου Μπλάτανου» (στον Πλάτανο), δηλαδή στην πλατεία της Άνω Σκοτίνας, όπου και ο αυλόγυρος του ναού. Εκεί γίνεται ειδική δέηση. Οι προσκυνητές χαιρετούν -ασπάζονται-  την Παναγία. Οι ψάλτες ψάλλουν το τροπάριο «εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας».

5. «ΓΥΡΙΣΜΑ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ: Για το καλό του κάθε σπιτιού η Παναγία «γυρίζει»  από οικογένεια σε οικογένεια. Η προτεραιότητα, ο χρόνος, η σειρά, ο τρόπος, όλα ρυθμίζονται  από την επιτροπή του ναού. Ο χρόνος της παραμονής της Παναγίας σε κάθε οικογένεια επηρεάζεται από τον αριθμό των οικογενειών. Στα «Νιάμερα», πάντως, η εικόνα «φεύγει» και επανέρχεται στο μοναστήρι των Κανάλων. Στη συνέχεια πρέπει να φιλοξενηθεί  από το Πανηγύρι της Καρυάς Ελασσόνας.

6. ΠΑΝΑΓΙΑ η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ: Οι ειδικοί (ιερωμένοι και μη) γνωρίζουν ότι η εικόνα της Παναγίας παραδόθηκε από τους προγόνους στους μεταγενεστέρους με την επωνυμία «Παναγία η Οδηγήτρια».
----------
* Το καλοκαίρι του 1986 σε σχετική συζήτηση ο Δημητρός Θ. Παπαγεωργίου υπογραμμίζει: «Μπαναγία, ως επιτοπλείστον, ν’ έφιρνι ι παππούς ι Νικόλας ι Ντάμπλιας. ΄Ηταν ζβέλτους αυτός. Ν’ έφιρνι απ’ τα Κανάλια. Δε βαργιούνταν καθόλου. Ξικινούσι απ’ του βράδ’. Πάηνι ικεί στου μουναστήρ’. Ν’ έπιρναν τα σπίτια ούλα. Στα Νιάμιρα πάηνι ζ Γκαρυά». (Την Παναγία, συνήθως, την έφερνε ο παππούς Νικόλας Δάμπλιας. Αυτός ήταν δραστήριος. Την έφερνε από την μονή των Κανάλων. Επιθυμούσε και το έκανε. Ξεκινούσε από την Άνω Σκοτίνα αποβραδίς. Πήγαινε στο μοναστήρι. Φιλοξενούνταν από όλες οι οικογένειες. Προθεσμία ήταν τα Εννιάμερα, γιατί έπρεπε την ίδια μέρα να πάει στο πανηγύρι της Καρυάς).   
----------
Σημείωση: Η Μαριάννα Κορομηλά, όταν ήρθε στη Σκοτίνα με την ΕΡΤ πρέπει να έμεινε έκθαμβη μόλις αντίκρυσε τον επιβλητικό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου.  Για την Παναγία τονίζει: «...Το πιο όμορφο κομμάτι, είναι το εικόνισμα της Παναγίας…».
---------- 
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ "ΠΑΝΑΓΙΑΣ"

 Α. Προπολεμικά:


 
Β. Μεταπολεμικά: 


ΕΙΚΟΝΕΣ


Από φωτογραφία της Εικόνας της Παναγίας


Από τα "Μεγαλυνάρια" του Παρακλητικού Κανόνα

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ: κουκούλια


                                          Η ονομασία «Μπουντίνος»

          Στη Σκοτίνα Πιερίας η επεξεργασία του μεταξοσκώληκα φέρει το όνομα «μπουντίνος». Αγνοώ την προέλευση του όρου. Πάντως από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι τη λειτουργία των κουκουλιών, τον «μπουντίνο». Στην Κάτω Σκοτίνα όλοι οι χώροι του εσωτερικού του σπιτιού ήταν γεμάτοι από μεταξοσκώληκες που κατέληγαν σε όμορφα πολύχρωμα κουκούλια.  Ο κάμπος του χωριού στα παλιά χρόνια ήταν κατάφυτος από  «μπρες» (μουριές), γιατί τα φύλλα της μουριάς ήταν η καλύτερη τροφή του μεταξοσκώληκα. 
Η Ουρανία Δάμπλια (1923-2014), σύζυγος του Γεωργίου Πολυχρού, για τα κουκούλια δίνει λεπτομερή περιγραφή. Μου έδωσε και σχετική συνέντευξη στις 12 Αυγούστου 1998:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Κάτσι να σι πώ ιγώ, Γιάν’. Δεν είχαμι πού να βάλουμι του μπουντίνου κι τουν έβαλάμι στου σπίτι σας. Στου Γκαλιαμπάτκου.

Αγόραζάμι έναν σπόρουν απ’ του Παντιλέμηνου, όπους είνι του χάντρου, αν ξέρς. Στου σακκούλ’.  Η μάνα μ’ ΄Επιρνι του σπόρου κι τουν άνοιγι. Τουν έβανι ιδώια στου γκόρφου, τουν ζέστανι. Μια βδουμάδα μέσα στου γκόρφου. Στου βζί ιδώια. ΄Υστιρα άνοιγι. ΄Εβγαζι σκληκούλ’ ‘που μέσα. Μόλις άνοιγι  έβανάμι σι ταψιά, σι κόσκινα, φύλλα ‘που μπριά κι το ’βανάμι αυτό του σέ’ καταή κι γιόμζι αυτό σκλήκ. Πώς λέν “μπουντίνους”.
Το ’πιρνάμι ικείνου του φύλλου, τα ’πλουνάμι στου κριβάτ’, στα κόσκινα, στα ταψιά. Να του τρων  ένα κι ένα ούλου του φύλλου ικείνου. Κι άνοιγι ως αγκίδα ούλους, απ’ λες, γιόμζαμι του σπίτ’. Τέτχιου σκλήκ’. Κι έφκιανι κουκούλ’ κι κλειούνταν μέσα. Κι έτριβάμι μι του μαχαίρ’ τα φύλλα κι να του τρών’ ώς να τρίψουμι, πώς λεν “μπουντίνους πέρασι”. ΄Υστιρα μιγάλουνι, μιγάλουνι. Κι ύστιρα έκουβάμι σπάρτσα (σπάρτα), κλαδιά. Κι έφκιαναν κουκούλια  κι τα μαδούσαν να φκιάζν μαλλί.
          -Σε πόσο χρονικό διάστημα γίνονταν όλα αυτά.
         -Τα ’βανάμι απ’ του Πάσχα κι τα μάζουνάμι κα τουν Ιούλιου μήνα. Τα ’βανάμι στου τσιουβάλ’ κι τα ’πιρνι έμπουρας απ’ του Παντιλέμηνου.

ΚΟΙΝΗ: Γιάννη, πρόσεξε αυτά που θα σου πω. Δεν είχαμε χώρο για τον «μπουντίνο» και τον φυλάγαμε στο σπίτι σας, στο Καλιαμπέικο.
Για να επεξεργαστούμε έναν μεταξοσκώληκα αγοράζαμε σπόρο. Χοντρό σπόρο σαν τα χάντρα, αν έχεις υπόψη. Μας το πωλούσαν μέσα στο σακούλι.  Έπαιρνε η μάνα μου τον σπόρο και τον άνοιγε. Τον έβαζε εδώ μέσα στον κόρφο για να ζεσταθεί. Εδώ ακριβώς στο βυζί. Έπειτα άνοιγε ο σπόρος. Έβγαζε μικρό σκουλήκι από μέσα. Την ώρα που άνοιγε, τον βάζαμε σε ταψιά, σε κόσκινα που μέσα υπήρχαν φύλλα μουριάς. Αυτό το πράμα το τοποθετούσαμε κάτω και γέμιζε ο περιβάλλων χώρος από σκουλήκια. Αυτό το πράμα το λένε "μπουντίνο".
Παίρναμε στη συνέχεια εκείνα τα φύλλα, τα απλώναμε σε κόσκινα πάνω στο κρεβάτι, σε ταψιά. Να το τρώνε στα γρήγορα όλο το φύλλο. Και άνοιγαν τα σκουλήκια όλα μέχρι τέλους, που λες, γέμιζε όλο το σπίτι. Τόσο μεγάλο σκουλήκι. Γινότανε το κουκούλι και κλεινότανε μέσα. Τρίβαμε με το μαχαίρι τα φύλλα και αυτά τα σκουλήκια να τρώνε ό, τι εμείς τρίβαμε. Από τα τριψίματα αυτά ο τόπος αλλοιώνονταν σε σημείο που λέγανε: «πέρασε μπουντίνος». Ύστερα μεγάλωνε, μεγάλωνε. Μετά μαζεύαμε σπάρτα κλαδιά. Έτσι ετοιμάζαμε τα κουκούλια, από τα οποία τραβούσανε το μαλλί.
          -Σε πόσο χρονικό διάστημα γίνονταν όλα αυτά.
        -Να υπολογίσεις, τα βάζαμε το Πάσχα και τα μαζεύαμε γύρω στον Ιούλιο μήνα. Τοποθετούσαμε τα κουκούλια στο τσουβάλι. Ερχότανε, μετά, ο έμπορος από τον Παντελεήμονα και τα αγόραζε.
----------
Σημείωση: Η Χρυσούλα Μήτσιου-Καλιαμπού σε σχετική συνέντευξη (Ιούλιος 1982) προσθέτει:
ΙΔΙΩΜΑ: «Φύλαγάμι μπουντίνουν. Φύλαγι κι η μάνα σ', φύλαγα κι' γω. Μπουντίνουν φύλαξα κι μι Γκαλούδα, ν' Αντώνινα Γκαϊάκινα. Έπιρνάμι από 'να κτί  κι του άνοιγάμι. Πάηναμι κι έκουφτάμι ζινιλιές, έκουφτάμι μτζούνις κι
τα 'βανάμι παναθέ κι ύστιρα έπλικαν τα κουκούλια. Φουρτουμένις μι τ' μάνα σ' απού σιακάτ' έφιρνάμι μπρες. Κοιμούμασταν μι τα σκλήκια. Δε μας έτρουγαν. Πάηναμι κι τα μάλαζάμι, τα τίτχιουνάμι. Ανέβηναν αυτά σ' τσ' τοίχ'. Αυτούϊα να γλέπς αραδαριά. Να χαίρισι. Τέτοια κουκούλια! Αντίς λουής χρώματα. Όταν το κουκούλι τέλειωνι, του σκουλήκ’  ψουφούσι μέσα. Έπλιγι, έπλιγι κι ψουφούσι.
Τυραγνιούμασταν πουλύ.

ΚΟΙΝΗ: Φροντίσαμε να είμαστε πανέτοιμοι στην επεξεργασία κουκουλιών. Επιφυλακή η μάνα σου, επιφυλακή κι εγώ. Φύλαγα και με την Καλούδα, την Αντώνινα Καϊάκινα. Αγοράζαμε από ένα κουτί. Το ανοίγαμε. Πηγαίναμε στο δάσος και κόβαμε θάμνους, όπως ζινιλιές, μουτζούνες. Τα τοποθετούσαμε πλάι στα σκουλήκια και αυτά πλέκανε τα κουκούλια. Κατεβαίναμε κάτω στον κάμπο, και, φορτωμένες με τη μάνα σου, κουβαλούσαμε κλωνάρια από μουριές. Κοιμόμασταν μαζί με τα σκουλήκια, αλλά δεν μας πείραζαν. Πλησιάζαμε τα χαϊδεύαμε, τα χαιρόμασταν. Να βλέπεις αυτά να σκαρφαλώνουν στους τοίχους. Όλα στους τοίχους με την αράδα. Τα απολαμβάναμε. Ωραία κουκούλια, λογής, λογής χρώματα. Όταν το σκουλήκι τέλειωνε τη δουλειά, ψοφούσε μέσα στο κουκούλι. Έπλεε, έπλεε, και ψοφούσε.
          Είχαμε τυράγνια.    
----------
Στο χωριό λένε: α) «έχου μπουντίνουν απλουμένουν», (δηλ. δεν ευκαιρώ), ή «φύλαγα μπουντίνουν», β) «να ξιράσ' μιτάξ' ι μπουντίνους, να του τραβήξουμι για να κάνουμι κουκ'λάρ' και προικάτ' κα μιταξουτά σιντόνια»
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ



                                 Η γειτονιά της Ουρανίας Δάμπλια-Πολυχρού. 
                                   Ένα τμήμα της περιοχής "Βασίλα".
                         Στο βάθος δεξιά διακρίνεται η κορυφή της Δουργιανής


                            

                     Το σπίτι του Γιώργου και Ουρανίας Πολυχρού. 
                     Η φωτογραφία είναι βγαλμένη από ττο σπίτι 
                     (μπαλκόνι) του Γιώργου Μητσιάνη.


                                 Σπίτια Πολυχρών. Η φωτογραφία πάρθηκε 
                                      από την αυλή Αθανασίου Πολυχρού.