Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Αγάπη: περίεργο συνοικέσιο



(1885-1987)
                            

                  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΩΛΥΜΑ

 Αρακλού. Με το όνομα αυτό είναι ξακουστή  στη Σκοτίνα του Κάτω Ολύμπου η θεια ‘Ρρακλήνινα. Πρόκειται για την Τριανταφυλλιά θυγατέρα του Μιχαήλ Συντριβάνη και σύζυγο του Ηρακλή Δάμπλια. Το περιστατικό που ακολουθεί φανερώνει πως ένα συμβάν σημάδεψε έντονα τον αρραβώνα και την ερωτική της ζωή. Θυμάται το περίεργο συνοικέσιο, που τη βασάνιζε βαθιά, μέχρι να βρεθεί η άκρη της αλήθειας. Στα γεράματά της λαχταρούσε να μ’ ανταμώσει για να μου εκμυστηρευτεί το γεγονός. Αυθόρμητα το πράττει και το εξιστορεί την 1η Ιουνίου 1985:  

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Ιγώ ήμαν αρραβουνιαζμέν' στου Λιόλια τουν Αγγέλ'. Μι' αρραβώνιασαν ικεί. 'Ανθρουπους καλός, χρυσός, βάρινι κι κλαρίνο. Αλλά βρέθκαμι κουμπαργιά. Ι πατέρας τ' Λιόλια είχι τ' μάνα μ' βαβτζμέν'.
          Είπι κι  Δισπότς: «Δε γένιτι. 'Ο, τ' θέλτι καμίτι, αλλά δε γένιτι».
'Ήταν ι Δισπότς απ' Γκατιρίν', ι Βαρδάκας. Φέρν έναν παπάν απ' του Παντιλέμηνου. 'Εκανι κι τουν πνευματικόν ι παπάς ικείνους. Ι παππούς ι Αγγέλς, ι μπαμπάς τ' ζούσι ακόμα. Ι Τάσιος η Αγγέλς. Κι λέ' ι ένας ι αδιρφός τ':
-Παππού, πατέρα. . .
Ήταν κατάκοιτος ι πατέρας τ' Λιόλια.
-Παππού, ντ' Ντασιούλα ντ Γιώρ' ντ Γιρμπχαλού πχιός ν' είχι βαβτζμέν';
Σκέβιτι, σκέβιτι ι παππούς:
-Ντ' Ντασιούλα ν' έχου ιγώ βαβτζμέν'. Ν' έχου ζ μπουδιά μ' κρατμέν'.
Ρουτχιούντα ι ένας τουν άλλου, ρουτούν του σόι, δε γένουνταν. Κι μεις ακόμα δεν ήθιλάμι.
Τα 'χι 400 ι παππούς. Φέρν του μπαπά να τουν εξουμουλουγήσ'.
-'Ενα συγκέσιου, παππού, που έχιτι, του θυμάσι;
-Ποιο συγκέσιου; 
-Να, μια αρραβώνα στου πιδί σ', αλλά τ' μάνα τ’ ντ Ντασούλα, μι φαίνιτι, ν' έχς βαβτζμέν'.
Συλλουϊέτι. . .
Ιξέτασι ι παπάς (παπά Θανάσης) κι χάλασι ι αρραβώνας. Δε γένουνταν, δε γένουνταν. Γένουμάσταν αδέρφια.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Ήμουνα αρραβωνιασμένη στο Λιόλια τον Αγγέλη. Εκεί με αρραβώνιασαν. Άνθρωπος καλός ο Λιόλιας. Χρυσός, έπαιζε και κλαρίνο. Στην πορεία του αρραβώνα βρεθήκαμε να είμαστε κουμπαριά. Συγκεκριμένα ο πατέρας του Λιόλια είχε βαφτίσει τη μάνα μου.
Είπε ο δεσπότης. «Δεν επιτρέπεται. Ό, τι θέλετε κάμετε, αλλά από την εκκλησία δεν επιτρέπεται».
Δεσπότης ήταν ο Παρθένιος Βαρδάκας., από την Κατερίνη. Για να πληροφορηθούν καλύτερα, καλούν στο σπίτι ένα παπά από τον Παντελεήμονα. Ο παπάς εκείνος ήταν και πνευματικός. Έρχεται ο παπάς. Ο παππούς, ο πατέρας του Λιόλια, ο Τάσος ο Αγγέλης, ζούσε ακόμα. Παίρνει το λόγο ένας αδερφός του και λέει στον πατέρα:
-Παππού, πατέρα. . .
Του είπε "παππού" γιατί ήταν κατάκοιτος.
-Παππού, να σου κάνουμε μια ερώτηση: Την Τασούλα του Γιώργου Γερομιχαλού ποιος την έχει βαφτισμένη;
Ο παππούς κάθεται και σκέφτεται. Ύστερα μιλάει:
-Την Τασούλα την έχω βαφτισμένη εγώ. Στη δικιά μου ποδιά την έχω βαστηγμένη.
Ρωτώντας ο ένας τον άλλο, ρωτώντας και τους συγγενείς, είδαν πως δεν επιτρέπεται ο γάμος. Αλλά και οι ίδιοι εμείς δε θέλαμε τέτοιο μπερδεμένο γάμο. 
Τα είχε τετρακόσια ο παππούς. Για καλύτερη απόδειξη φέρουν και τον παπά να τον εξομολογήσει. Ο εξομολόγος απευθυνόμενος στον παππού:
-Παππού, έχετε στο σόι σας ένα συνοικέσιο. Το θυμάσαι;
-Ποιο συνοικέσιο; Λέει ο παππούς.
-Να, πρόκειται για ένα αρραβώνα του παιδιού σου. Αλλά διαπιστώνουμε ένα κώλυμα: τη μάνα του παιδιού, την Τασούλα, την έχεις εσύ βαφτισμένη.
-Σκέφτεται ο παππούς.
Ο σεβάσμιος παπάς του χωριού (ήτανε ο παπά Θανάσης) έβγαλε το συμπέρασμα να χαλάσει ο αρραβώνας. Δεν επιτρέπονταν. Υπήρχε κώλυμα. Αν πραγματοποιούνταν το Μυστήριο, εμείς οι νεόνυμφοι θα λεγόμασταν αδέρφια.


Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

ΚΑΤΟΧΗ: Λιτόχωρο


«Μαλάρια, μαλάρια. Γκουτ-γκουτ»

  
        Καλοκαίρι του 1982 στο Λιτόχωρο. Η Βαγγελιώ, σύζυγος του μπάρμπα Κώτσιου Ντούλκα προθυμοποιείται να μου παραχωρήσει συνέντευξη για ένα επεισόδιο, σχετικό με την εισβολή των Γερμανών στο Λιτόχωρο (17 Γενάρη 1944).
        Η αφήγηση της Βαγγελιώς παρατίθεται όπως ακούστηκε:

Ήρθαν Γιρμανοί στου Λιτόχωρου. Ιγώ ήμαν μέσ’ στου σπίτ’. Ήταν μικρό κι ένα χαϊάτ’ μι σίδηρα στα παραθύρια. Ιγώ τηρούσα ‘π’ του παραθύρ’. Να τρέμου σαν του ψάρ’. Τέλος πάντων, πλάιασάμι να κοιμθούμι (πλαγιάσαμε για ύπνο). Αυτοί να χτυπούν μπόρτα μι κλουτσιές (να βαράνε την πόρτα με κλωτσιές). Ένας άναβι του σπαρματσέτου κι άναβι στου παραθύρ’ κηριά.
Έρχουντι, μπαίν’ μέσα κι μι παίρν’. Δυο Γιρμανοί ψηλοί, ψηλοί. Ιμένα μ’ έπιασι φόβους. Μικρό κουρίτσ’ ήμαν, 15 χρόνια είχα τότι. Μας παίρν’ κι μας παν στου στρατόπιδου. Μ’ αφήν’ μέσ’ στου δρόμου. Μ’ άφσαν ικεί για να παν να μαζέψν κι άλλ’ (να συλλάβουν κι άλλους). Πααίν πέρα στου μπαΐρ’, τς Φήνινας του μπαΐρ’. ΄Υστιρα πάηναν...τς Βάρινας. Γλέπου ιγώ να φέγ’ ένας Γιρμανός. Τρυπών σ’ ένα σπίτ’. Φέγ’ κι άλλους, τρυπών’ σ’ άλλου σπίτ’. Ιγώ τότι, όπους στέκουμαν μέσ’ στ’ μέσ’ απ’ του δρόμου, είπα:
          -Τι στέκουμι ιγώ ιδώ; Δεν κόβου πέρα να φύγου;
          Κι κόβου κάτ’ κι πααίνου σι μια γειτόνσα, ζ Γκυπαρσού. Είχι κι αυτή φαμπλιά, κουρίτσια κι πιδιά. Μι μια φιλινάδα μ’ μαζί πάμι ικεί κι ντ βρίσκου μέσα. Αυτή τς είχι βάλ’ να φάν’. Παπάρα μι τραχανά. Μέσα είχι κι λίγου τυρί. Έτρουγι όλ’ η φαμπλιά. Τα πρώιβι (ετοίμαζε το πρωινό). Πάνου ιγώ λαχταρζμέν’ (πάω κι εγώ λαχταρισμένη):
          -Τι μωρ’, τι έπαθις;
          -Αχ! Μ’ έπιασαν οι Γιρμανοί κι τς έφυγα.
          -Πού τς έφυγις;
          -Να! Πήγαν μέσα στ’ μανιά ντ Ντραγάτινα να πάρν’ άλλ’ κι ιγώ κουντουστάθκα λίγου κι είπα: «Δε μπάνου λίγου στ’ θεια  Κυπαρίσινα να τρυπώσου»;
          Ούλ’ μαζί έκατσάμι γύρου στου σουφρά κι έτρουγάμι. Εντωμεταξύ είχι κι ένα πιδί 17 χρονών, Αντρουκλής Θέρλιας. Τουν είπι η μανιά:    
-Άϊ, να σι βάλου ισένα ικεί ζντ γουνιά (άντε, εσύ να στέκεσαι σε κείνη τη γωνία).
          Τουν έβαλι ζ ντ γουνιά. Τουν έριξι ένα μαντήλ’ στου κιφάλ’, έβαλι κι μια εικόνα στου παραθύρ’ ότι τάχα είνι άρρουστους. Άμα δουν ότι είνι άρρουστου του πιδί δε θα του πάρν οι Γιρμανοί (του κόλπου). Τουν σκέπασι κι μι μια προυκόβα (τον σκέπασε με μια χοντρή βελέντζα).
          Καμιά φουρά έρχουντι οι Γιρμανοί μέσα. Αυτοί που μι πήραν ιμένα (αυτοί που συλλάβανε εμένα).
          Ήμασταν όλ’ γύρου ζ ντ μπαρστιά αθόμασταν όλοι γύρω στο τζάκι). Έτρουγάμι. Μι λέ’ η μανιά:
          -Σκύψι αυτούια κι τρώι (σκύψε και τρώγε).
      Εντωμεταξύ, η μανιά αυτήν πουνηριά. Η άντρας τς ήταν τζιουμπάνους. Είχι πρόβατα. Σ’ ν’ άκρια τζ γραμμές (του τρένου) μάζουνι τα περιοδικά που πιτούσαν οι Γιρμανοί, έκουβι τς φυτουγραφίις κι τς πήγινι σπίτ’. Έβγαζι τ’ άλλου, τ’ ακουλνούσι (κόλλαγε τη φωτογραφία). Αυτό το ‘καμι μόλις ήρθαν οι Γιρμανοί για να μη μπειράξν (Και ο λόγος γνωστός: για να μην  ενοχλήσουν).
Μόλις μπαίν’ οι Γιρμανοί μέσ’ στου σπίτ’, μας γλέπν έτρουγάμι. Του πιδί ξαπλουμένου καταή.
          Η μανιά τς λέει: «Μαλάρια, μαλάρια» (άρρωστος).
          -Α! γκουτ, γκουτ, γκουτ.
          Αυτοί είδαν τς φουτουγραφίις γύρου-γύρου, χάρκαν κι σκώθκαν κι έφυγαν.
          Ιγώ έτρουγα τραχανά. Ούτι μι γνώρσαν, ούτι μι ξέρν (Ούτε με γνώρισαν, ούτε πρόκειται να με γνωρίσουν).
----------
Σημείωση: Ο άντρας της Βαγγελιώς Κώστας Ντούλκας θυμάται την περίπτωση του 1943 και υπογραμμίζει: Φτάν δυο αεροπλάνα γιρμανικά κι ‘γώ είχα 23 χρονών. Αυτή η δλειά έγινι του ‘43, το Πάσχα. Ικείν την μέρα σκάβαμι ένα αμπέλ’ στου Μπιτή του καραούλ’. Του λεν “στους αγίους Αποστόλους”. Βλέπω να έρχουντι δυο αεροπλάνα απ’ τη Λεφτοκαργιά, ββ....βββ... Πιρνάν από μπροστά μας, πηγαίν προς το Μιτόχ’ την Σκάλα του αγίου Διονυσίου. Βρουντούν καμπόσις μπόμπις “μπαμ...” Βομβαρδίζουν την ικκλησιά, στου Μιτόχι. ΄Αρχιψι ο κόσμος να φέγ’ έξου κάτω στα ρέματα κα τα βουνά (προς τα βουνά), άρπαζαν ο κόσμος κάνα ψωμί, κάνα στρώμα. 
          Τέλος πάντων, καμιά φορά έρχουντι κάτ’ (μερικοί) αντάρτις  ‘κεί πέρα, μι λεν: «Κώστα, δε μπας να δεις στο χωριό αν ήρθαν οι Γιρμανοί».
          -Λέου, ισείς έχιτι όπλα, ιμένα στέλτι; Δε μπάω. Φουβάμι.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

ΘΑΛΑΣΣΑ: Θανάσης Ν. Καλαμάρας


                                                Θανάσης Ν. Καλαμάρας  
 
Θάλασσα «λεβεντοπνίχτρα»

          Όταν η θάλασσα αγριέψει, ακολουθούν δεινά. Και τον Θανάση Καλαμάρα τον «έφαγε» ο πνιγμός στα νερά του Πηνειού. Η συνέντευξη του Θεοχάρη Συντριβάνη-Γκουτζιαμάνη (*) είναι κατατοπιστική. Χαρακτηριστική και ως γλώσσα της θάλασσας.

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: -Να μου πεις, Θεοχάρη, για τον θάνατο του Θανάση Καλαμάρα (Καϊάκα).

-Μι του Θανάσ’ ήμασταν μαζί, παρέα. Μαζί βάζαμι δίχτυα. Ιγώ ήμαν 35 χρονών, ι Θανά‘ης 30. Τα δίχτυα τα ‘χαμι κάτ’ στου γκάβου, στου πουτάμ’. Πήγαμι στου πουτάμ’, στου Μπηνειό. Κάναμι απού δώ περίπου μια ώρα. Μια βάρκα. Σκώνουμι δίχτυα, ψάρια πουλλά. Λυθρίνια, τσιπούρις, χταπόδια, κολοί. Αυτό το ‘παθάμι ιμείς στις 22.3.71, ώρα 2.30 μ.μ.
          -Σε ποιο σημείο φτάσατε.
-Κάβος, Παλιμάνα. Ο Κάβος τς Παλιμάνας, που λέμι. Φάτσα, μέσ‘ στον Πηνειό. Του πουτάμ’ κατέβαζι. Τα δίχτυα τα σηκώσαμι καλά. Βλέπου, Γιάν’, άλλ’ θάλασσα ύστιρα. Τη φέρ’ απ’ του πέλαγους. Μια του πιάν’ απού δω, μια του πιάν απού κει.  
          -Άι, μη φουβάσι, μι λέ’.
          -Θανάσ’, θα πάθουμι...θα πνιγούμι. Πρόσιξι.
          -Όχ, μι λέ’, τράβα.
          -Αφού «τράβα», τράβα κι ιγώ, φτάνουμι καμιά 300 μέτρα. Γυρίζ’ κι μου λέει: «Θιοχάρ’, γύρνα πίσου». «Δε σ’ είπα, Θανάσ’, δε μπουρούμι να γκαβατζάρουμι του γκάβου»!
          Μι του γύρισμα, Γιάν’, πίσου, ήθιλι να μας μπατάρ’, να μας φέρ’ καπάκ’ ικεί μέσα. Φεύγουν τα δίχτυα, τα παίρου ιγώ, τα τραβάου. Μι του κύμα που έκανι τα πάει μουνόπατα, που λεν. «Μπρε..., πάμι μέσ’ στου πουτάμ’».
          -Θανάσ’, δε μπουρούμι να μπούμι. Έχ’ κατιβασιά. Θα πνιχτούμι.
          -Μη φουβάσι, μου λέ’.
          -Θανάσ’ δε μπάνου. Στα Σκλήθρα. Ικεί είχι μπουνάτσα. Όχ’ μέσα, λέου. Δε σιακούου. Θα πνιχτούμι. Ισύ ξέρς μπάνιου, ιγώ δε γξέρου.
          Μπουνάτσα απού κάτου. Στου Γκάβου να χαλάει ο κόσμος. Κατέβαζι η θάλασσα. Ήταν μια κόντρα. 
          -Σήκουσι ν’ άγκυρα, μι λε’.
-Το καΐκι ήταν με μηχανή;
-Μι μηχανή. Τραβάμι, τραβάμι, τραβάμι, τραβάμι. Φτάνουμι. Φτάνουμι να φέρουμι ντ μπούκα ίσια μέσα στου πουτάμ’. Του πουτάμ’ όντας κατιβάζ’ κάν’ κόντρα τ’ θάλασσα, αντιμάμιλου (αντιμάμαλο). Η θάλασσα απού κάτ’, σηκών’. Μι του γύρισμα, βλέπου μια μάνητα. Κύμα, κύμα. Μου λέ’: «Κράτα του τιμόν’».
          Λοιπόν, Γιάννη, μι του «κράτα», μας φέρ’ μια, γυρουβουλιά: η πρύμν’ γύρσι στη μπλώρ’ κι η πλώρ’ γύρσι προς του πέλαγους. Ένα καπάκ’. Ιγώ τώρα ήμαν απού κάτ’ απ’ του καΐκ’. Καπάκ’. Η καρίνα επάνω. Πώς κάνου καμιά φουρά κι βγαίνου. Κοιτώ του Θανάσ’ επάνω στο καΐκ’, στη γκαρίνα: «Έλα ‘δώ, μι λέ’, μη φουβάσι». «Τι «έλα δώ», αρά, πνίγουμέστι. Πιάσι μι, Θανάσ’».
Δε μι πρόλαβι να μι πιάσ’. Ήρθι ένα άλλου κύμα κι μι πιτάει πιο έξου, προς το ποτάμι. Λέου τιλείουσάμι. Κάνου για να φύγου έξου, δε μ’ άφνι του νιρό. Ευτυχώς ήταν γλυκό του νιρό. Άμα ήταν αρμυρό, δε γλίτουνα. Καμια φουρά μι παίρ’ ένα κύμα κι μι πααίν’ προς τα έξου. Ζύγουσα καμια 15 μέτρα.  Λέω «πώς θα βγώ τώρα έξου». Κοιτάου του μάγουλου (το μέρος προς το κύμα έξω το λεν μάγουλο). Πιτάου του χέρ’, «χραπ», πιάνουμι απ’ τουν άμμου.    
Βγαίνου έξου, βλέπου του Θανάσ’ νικρό!
          Ω! Θανάσ’, Ρε Θανάσ’!...
Τουν χτύπσι μέσα. Τουν χτύπσι κύμα κι τουν χτύπσι ‘δω, στου μέτουπου. Χτύπσι απάν στου καΐκ’.
Βγαίνου, καμιά φουρά ικεί στ’ Νυχτιρέμ, όλου λάσπ’ μέχρι δω, γιατί του πουτάμι βγήκι έξου μέχρι τα χουράφια. Μι γλέπουν ικεί ψαράδις: «Τι έγινι, αρά»; «Άσι τι έγινι, πνίγιτι άνθρουπους. Τιλείουσι ι Θανά‘ης. Η θάλασσα του μπάει στου πέλαγους. Τουν βρήκαν στου Κόκκινου νιρό.

ΚΟΙΝΗ: Με τον Θανάση κάναμε συντροφιά. Μαζί ρίχναμε δίκτυα. Ηλικία, στα 35 χρόνια εγώ, στα 30 ο Θανάσης. Τα δίκτυα τα είχαμε πέρα στον κάβο, στον Πηνειό (22.3.1971). Κάναμε μια ώρα περίπου για να φτάσουμε στο ποτάμι, τον Πηνειό. Είχαμε μια βάρκα. Σηκώνουμε τα δίκτυα, μεγάλη η ψαριά. Πιάσαμε λυθρίνια, τσιπούρες, χταπόδια, κολιούς.
-Σε ποιο σημείο φτάσατε.

         -Στον Κάβο, που τον λένε Παλιμάνα. Φάτσα στον Πηνειό. Το ποτάμι κατέβαζε πολύ νερό. Τα δίκτυα τα σηκώσαμε πετυχημένα. Γιάννη μου, τι να σου πω! Παρατηρώ μια άλλη θάλασσα. Θάλασσα φουρτουνιασμένη μέσα στο πέλαγος. Τα κύματα σηκώνονται πότε από δω, πότε από κει.
          -Πέσαμε μέσα στη φουρτούνα. Του λέω: «κοίταξε που πέσαμε». Του λέω: Θανάση, θα πάθουμε κακό, πρόσεξε, θα πνιγούμε.
          -Όχι, μου λέει. Τράβα και μη φοβάσαι.
          Τον άκουσα. Με το «τράβα, τράβα» κοντεύουμε τα 300 μέτρα από τη στεριά. Ξαφνιά γυρίζει και μου λέει: «Θεοχάρη, γύρισε πίσω». «Δε σου τα ‘λεγα Θανάση, πως δε μπορούμε να ξεπεράσουμε τον κάβο»!
          Με την επιστροφή μας, Γιάννη, κόντεψε η βάρκα να αναποδογυριστεί και να μας φέρει καπάκι μέσα στην αγριεμένη θάλασσα. Τραβιούνται τα δίκτυα, τα συμμαζεύω εγώ, τα τραβάω. Με το κύμα που σηκώθηκε, πάει μονόπατα, που λεν. Αλίμονο! τραβάμε για το ποτάμι βαθιά.
-Θανάση, δε μπορούμε να μπούμε, έχει κατεβασιά, θα πνιγούμε.
          -«Μη φοβάσαι», μου λέει.
          -Θανάση, εγώ δεν πάω. Στα Σκλήθρα έχει μπουνάτσα. Όχι μέσα, δεν σε εμπιστεύομαι. Θα πνιγούμε. Εσύ ξέρεις να κολυμπάς, εγώ δεν ξέρω.
          Μπουνάτσα από κάτω. Στον κάβο να χαλάει ο κόσμος. Αγρίευε η θάλασσα. Ήταν κόντρα.
          -«Σήκωσε την άγκυρα» μου λέει.
          -Το καΐκι ήταν με μηχανή;
          -Με μηχανή. Προχωράμε, τραβάμε, τραβάμε, φτάνουμε. Προσπαθούμε να σιάξουμε τη μπούκα μέσα στο ποτάμι. Το ποτάμι, όταν κατεβάζει, κάνει κόντρα με τη θάλασσα, σχηματίζει το φαινόμενο «αντιμάμαλο». Η θάλασσα από κάτω. Αγριεύει. Με το γύρισμα παρατηρώ μια μάνητα, κύμα πελώριο. Μου λέει ο Θανάσης: «Κράτα το τιμόνι».
          Το κρατάω καλά. Το ένα μου πόδι χώνεται μέσα στο καβούρι, την τρύπα.
          Λοιπόν Γιάννη, με το «κράτα», μας φέρνει μια γυροβολιά: η πρύμνη να γυρίζει προς την πλώρη και η πλώρη προς το πέλαγος. Γίναμε ένα καπάκι. Εγώ, τώρα, βρέθηκα κάτω από το καΐκι. Καπάκι. Η καρίνα επάνω. Παλεύω με το κύμα, τα καταφέρνω, βγαίνω. Βλέπω τον Θανάση πάνω στο καΐκι, στην καρίνα. Μου λέει: «έλα κοντά μου, μη φοβάσαι». «Τι «έλα εδώ», του λέω. Και μου λες «μη φοβάσαι». «Βρε, πνιγόμαστε. Θανάση, πιάσε με».
          Δεν πρόλαβε να με πιάσει. Έρχεται κατεπάνω μου ένα άλλο κύμα, με σέρνει έξω προς το ποτάμι. Σκέφτομαι «πάει, τελειώσαμε». Προσπαθώ να συρθώ προς τα έξω, με εμπόδιζε το νερό. Ευτυχώς που το νερό ήτανε γλυκό. Αν ήταν αρμυρό δε γλίτωνα. Κάποια στιγμή με παίρνει ένα κύμα και με τραβάει προς τα έξω. Ζύγωσα στη στεριά γύρω στα 15 μέτρα. Αναλογίζομαι «πως θα φτάσω έξω». Προσέχω το μάγουλο (μάγουλο λένε το κύμα που χτυπάει στη στεριά). Απλώνω το χέρι, «χραπ», ακουμπάω την άμμο.
          Βγαίνω έξω, τι να δω! Βλέπω τον Θανάση νεκρό.
          -«Ω Θανάση! Βρε Θανάση»!
          Τον χτύπησε μέσα στη θάλασσα. Τον βάρεσε κύμα στο μέτωπο. Χτύπησε πάνω στο καΐκι. Κάποια στιγμή βγαίνω πέρα στη Νυχτερέμη (χωριό στις εκβολές του Πηνειού). Το έδαφος γεμάτο από λάσπη. Γιατί το ποτάμι πλημμύρισε μέχρι τα χωράφια. Εκεί με βλέπουν ψαράδες: «Τι έπαθες, ωρέ»! « Μη ρωτάτε τι έγινε, πνίγηκε άνθρωπος». Τελείωσε ο Θανάσης. Η θάλασσα τον έσπρωξε στο πέλαγος. Τον βρήκανε στο Κόκκινο Νερό.
------------
* Γκοτζιαμάνης είναι το παρατσούκλι του Θεοχάρη-Κακάλη Συντριβάνη. Οι Σκοτινιώτες του απέδωσαν το παρατσούκλι, επειδή χρησιμοποιούσε μοτοσακό, σαν αυτό του Γκοτζιαμάνη, γνωστού τρομοκράτη στη Θεσσαλονίκη (φόνος Γρηγόρη Λαμπράκη).
----------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: α) η συνέντευξη έγινε στο σπίτι του Θεοχάρη στην Παραλία Σκοτίνας στις 19 Αυγούστου του 2002. Στη συζήτηση συμμετείχε και η γυναίκα του Πηνελόπη Καλαμάρα του Θωμά (πιστή Πηνελόπη) η οποία είναι πρώτη ξαδέρφη του θύματος.  
β) λατρευτή σύζυγος του αείμνηστου Θανάση ήταν η Ελένη Καλιαμπού του Θωμά.
γ) η επωνυμία «Καϊάκας», από την ενασχόληση με καΐκια.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 Θεοχάρης Συντριβάνης, γνωστός ως "Γκουτζιαμάνης".
 Αφηγητής της παρούσας ανάρτησης. Πάλεψε με τα κύματα στα νερά του "ινατωμένου" Θερμαΐκού και Πηνειού. Παρών στον πνιγμό του θύματος.

 


Πηνελόπη Καλαμάρα, σύζυγος του Θεοχάρη Συντριβάνη, πρώτη ξεδέρφη του θύματος. Κάτοικος Παραλίας Σκοτίνας, στον οικισμό "Ψαράδες".







Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

ΛΗΣΤΕΣ: βάλανε στο μάτι την Όλγα





Αφήγηση: Όλγα Καλιαμπού-Γερομιχαλού

Ο λήσταρχος Μήτρος Τζιατζιάς (δεκαετία 1920) έβαλε στο μάτι την Όλγα, θυγατέρα του τσέλιγκα Γιάννη Καλιαμπού. Πρωτύτερα (Μάρτης 1916) είχε συλλάβει ως όμηρο τον αδερφό της Απόστολο (βλέπε ανάρτηση 12.1.14). Η Όλγα (1906-1983) είναι γνωστή ως Όλγα Καλιαμπίνινα ή Βαγγέλινα (σύζυγος του Βαγγέλη Γερομιχαλού). Λεπτομέρειες αναπτύσσει η ίδια στη συνέντευξη του1980.

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Μια βουλά, αδουκιούμι, ι πατέραζ μ' (παππούς

Καλιαμπός) κάθουνταν ζ ντ γριντά στου Μπλάτανου. Γλέπ' τουν αγρουφύλακα, του Νικόλα του Τζιαπάρ'. Τουν λέει:
          -Ω Νικόλα.
          -Όι.
          -Έλα να σι πω. Ταχιά θα κατιβεί η μάκου μι του πιδί κι μι του κουρίτσ' να τρυγήζν τ αμπέλ'.
-Α, θα κατιβώ, μπάρμπα Γιαννούλ', θα κατιβώ
          Του ταχιά, σκώνουμέστι, παίρνουμι τς κάσις κι του γουμάρ'. Πάμι στ' απαλνό τ' αμπέλ' σ' τς Κότρις. Τρυγούμι ένα φουρτιό. Γιμόζουμι τς κάσις. Ξαφνικά να η μάνα μι του Διουνύσ'.  Μι λέει: «Μπίτσις; Άι να φύγουμι να πάμι στ' ακατνό».
          Έφυγάμι κι πήγαμι ζ Γκαρούτα, στ' ακατνό τ' αμπέλ'. Απού μακριά γλέπουμι να έρχιτι ι Τόλιους ι Κουκράντζ μι ν' Αναστασιά. Βγαίνουντα η Αναστασιά, να απού πέρα κάτ' ανθρώπ':
"Κλέφτις, κλέφτις!" λέει η Αναστασιά. "Για τ' ιμάς ήρθαν".
          Πααίν' ι Τόλιους, μπχιάν' απ' του χέρ' αυτήν. Σα να ν' ήλιγι "μη γκρέντζ μουρή, δεν ήρθαν για τ' ιμάς. Ήρθαν για του κουρίτσ' τζ Γιαννούλινας".
Αρχίντζι     να Φουνάζ' ι Τόλιους, ι άντρας τς Αναστασιάς: "Ω Βασιλάκ', ω Βασιλάκ', ω Νάσιου:" Φώναζι όποιου όνουμα τουν έρχουνταν στου στόμα. Σιού να ακούζν οι κλέφτις.
Βγαίν δυο μέσ' 'π' τ' αρμάνια: «Πχιοί είστι ισείς;»
          -Ιμείς είμιστι ι Απουστόλς ι Κουκράντζ κι ι Απουστόλς ι Αγγέλς.
          Ι Κουκράντζ λέ' ν' Αναστασιά: «Έλα 'κει παρέκει, Αναστασιά. Σι θέλ' ι καπιτάνιους.
          -Πχιός καπιτάνους! λέ' η Αναστασιά. Έτριμι. Απού τότι είνι φρυγμέν'.
          -Ι Τσιαπάρς, ι αγρουφύλακας. Σκέφκι: «Να φουνάξουμι ντ Γιαννούλινα»:  «Ω Γιαννούλινα. Να πάρς τώρα του κουρίτσ', κι να βγεις στου Χουριό. Κατέφκαν κλέφτις μι του Τζιατζιά κι βγήκαν σ' ν' Αναστασιά».
          -Α!, είπι ύστιρα ι Κακάλς ι Κουκράντζ: Γιαννούλινα, ήρθαν για τ' ισένα. Για του θκο σ' του κουρίτσ'».
          -Θα μι κόψν του δειλνό, είπι η μάνα μ'.
          Οι κλέφτις φύλαγαν στ' απαλνό τ' αμπέλ'. Η μάνα μ' φουβισμέν', φρυγμέν', μι λέει: «Κουρίτσι μ', τι να κάνουμι τώρα; Να κάνουμι κατά δω σιακάτ, θα πχιάζν του Διουνύσ'. Να κάνουμι καλύτιρα σιαπάν'. Πιρπάτα, πιρπάτα».
          Αυτή η καημέν' κόπκι απ' του φόβου. Πλαλούμι, πλαλούμι, φτάνουμι στου Ίσιουμα. Βρίσκουμι ικεί του Θουμά του Μάνου. Παραπάν' στα Κουκκινόια ανταμώνουμέστι μι του Διουνύσ'. Κατέβινι αυτός μι του γουμάρ' πάλι για να φουρτώσ' τα σταφύλια. Τουν λέ' η μάνα:
          -Γύρνα, καλό μ', του γουμάρ' σιαπάν'. Κλέφτις βάρσαν σιακάτ'.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ KOINH. Θυμάμαι, πως κάποτε ο πατέρας μου Γιάννης Καλιαμπός καθότανε στη γριντιά (πάγκο), στην πλατεία της Άνω Σκοτίνας. Βλέπει τον αγροφύλακα Νικόλα Τσιαπάρη και τον φωνάζει:
          -Ω Νικόλα.
          -Ορίστε.
          -Έλα να σου πω· έχουμε προγραμματίσει, αύριο να κατεβεί η γυναίκα μου μαζί με το γιο και θυγατέρα στην Κάτω Σκοτίνα, για να τρυγήσουν το αμπέλι.
          -Ε, τότε θα κατεβώ κι εγώ. Μείνε ήσυχος μπάρμπα Γιαννούλη. Θα κατεβώ.
          Την επομένη παίρνουμε την απόφαση, συμμαζεύουμε τις κάσες, τις φορτώνουμε στο γαϊδούρι. Ξεκινάμε, φτάνουμε στις Κότρες στο αμπέλι της επάνω μεριάς. Τρυγάμε ένα φορτίο σταφύλια. Γεμίζουμε τις κάσες. Ξαφνικά βλέπω τη μάνα να βγαίνει με το Διονύση, το μικρότερο αδερφό. Μου λέει η μάνα:
          -Τέλειωσες; Άντε να φύγουμε από δω, να πάμε στο παρακάτω χωράφι. 
          Φύγαμε από κει, πήγαμε στην Καρούτα στο κάτω αμπέλι. Βλέπουμε να έρχονται από μακριά ο Τόλιος Κοκράνης με την Αναστασιά. Καθώς η Αναστασιά ανηφόριζε το μέρος, να από πέρα μερικοί άνθρωποι:. 
"Κλέφτες, κλέφτες!" λέει η Αναστασιά. "Ήρθαν για μας".
          Τρέχει ο Τόλιος, την προστατεύει πιάνοντάς την από το χέρι. Σαν να της έλεγε: "Μωρή, μη μιλάς, δεν ήρθαν για μας. Ήρθαν για το κορίτσι της Γιαννούλινας". 
Έβαλε τις φωνές  ο Τόλιος, ο άντρας της Αναστασιάς: "Ω Βασιλάκη, ω Βασιλάκη, ω Θανάση". Φώναζε όποιο όνομα του ερχότανε στο μυαλό. Αρκεί να άκουγαν οι κλέφτες.
Ξετρυπώνουν  δυο κλέφτες μέσα από τα κλαδιά: «Ποιοι είστε εσείς»;
-Εμείς είμαστε ο Αποστόλης ο Κοκράνης και ο Αποστόλης ο Αγγέλης.
          Ο Κοκράνης λέει στην Αναστασιά:
          -Πέρασε, Αναστασιά, στην άκρη. Σε θέλει ο καπετάνιος. 
              -Ποιος  καπιτάνους! λέγει' η Αναστασιά. Έτρεμε. Από τότε εξακολουθεί να είναι φρυγμένη.
          Ο Τσιαπάρης ο αγροφύλακας σκέφτηκε: «Να φωνάξουμε τη Γιαννούλινα: «Ω Γιαννούλινα. Να πάρεις το κορίτσι και να βγεις στην Άνω Σκοτίνα. Κατέβηκαν κλέφτες με αρχηγό τον Τζιατζιά και παρουσιάστηκαν στην Αναστασιά.
          -Α! -είπε ύστερα ο Θεοχάρης Κοκράνης: Γιαννούλινα, ήρθαν για σένα, για τη θυγατέρα σου».
          -Μήπως θα μου κόψουνε το δειλινό μου; Τη διάθεσή μου; Δεν τους υπολογίζω.
          Οι κλέφτες φυλάγανε στο επάνω αμπέλι. Η μάνα μου κατατρομαγμένη μου λέει: «Κορίτσι μου, τι θα κάνουμε τώρα; Να προχωρήσουμε προς τα κάτω θα συλλάβουν το Διονύση. Καλύτερα να προχωρήσουμε προς τα πάνω. Λοιπόν, βάδισε, περπάτησε. 
          Αυτή η καημένη κόπηκε από το φόβο. Τρέχουμε, τρέχουμε φτάνουμε στην τοποθεσία «Ίσιωμα». Συναντούμε εκεί τον Θωμά τον Μάνο. Πιο πάνω, στα «Κοκκινόια» συναντούμε τον Διονύση. Αυτός για δεύτερη φορά κατέβαινε με το γαϊδούρι για να φορτώσει τα σταφύλια. Του λέει η μάνα:
          -Παιδί μου, κάνε πίσω με το γαϊδούρι, προς τον ανήφορο. Στο κάτω χωριό παρουσιάστηκαν κλέφτες.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 
 Βαγγέλης Γερομιχαλός του Αθανασίου, (1900-1988),
σύζυγος της Όλγας.










Ο "Πλάτανος" με το καμπαναριό της Παναγίας στην 
Άνω Σκοτίνα. Στο πλάι βρισκότανε η "γριντιά" όπου
αναπαύονταν οι ηλικιωμένοι του χωριού επί τουρκοκρατίας. Εκεί ο παππούς Γιάννης Καλιαμπός συνάντησε τον αγροφύλακα Τσιαπάρη.





Ο "Πλάτανος" σε μέρες πανηγυριού.












Τότε (δεκαετία του 1920) η γριντιά ακουμπούσε στο ντουβάρι του νάρθηκα.


Σήμερα (πανηγύρι 2018) η γριντιά έγινε πεζούλι (πλάι στην "Παναγία"). Πίσω υψώνεται το πλατάνι της βρύσης "Μουζά".







 

Στο κάτω της φωτογραφίας και δεξιά της εκκλησίας του "Χριστού" διακρίνονται τα αμπέλια, όπου οι ληστές "βάλανε στο μάτι" την Όλγα. 
Στο βάθος η κορυφή της Δουργιανής.








Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

τουρκοκρατία: υποδοχή του δεσπότη


 
«Κύριε, επίσκεψε την άμπελον ταύτην»

Επί τουρκοκρατίας (γύρω στο 1910)  ο αείμνηστος μητροπολίτης Κίτρους Παρθένιος Βαρδάκας (1867-1934) επισκέπτεται την Άνω Σκοτίνα του Κάτω Ολύμπου. Ο μακαρίτης Στέργιος Μ. Γερομιχαλός (1897-1987) -γνωστός στο χωριό ως «ι Στέργιους τς Λένους»- θυμάται την υποδοχή που ο κόσμος επεφύλαξε στον δεσπότη. Η συνέντευξη που μου δόθηκε το καλοκαίρι του1984 είναι κατατοπιστική.

 

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: «Ήταν Τουρκία. Ιτότι που ήρθι ι δισπότς ι Βαρδάκας στου χουριό, μας έμασι ι δάσκαλους ι Δημήτριους Τουμαράς κι μας κατέβασι στου Μάρμαρου. Πιρίμινάμι. Ήρθι. Ήταν καβάλα στου άλουγό τ', του ιππικού άλουγου. Μόλις ήρθι, αρχίντζαμι ιμείς κι ψάλαμι του "πουλυχρόνιου". Αυτός απού καβάλα χιριτούσι κι μας ευλουγούσι. Ύστιρα βγήκι στου χουριό (Άνω Σκοτίνα). Κατέλυσι στου σπίτ' τς Τσιτσίλους. Κάθισι δυο, τρεις μέρις κι ήρθι Κυριακή. Μπρουστά ιππουκόμους μι ντ βαλίτσα. Μέσα ζ ντ βαλίτσα είχι τ' στουλή. Κατέφκι στου νάρθηκα κι ντύθκι καλά. Πιρνάει μέσα κι κάμ' του σταυρό μπρουστά ζ Μπαναγία. Κι ταίριασι να είνι η ώρα που ψάλν "ανοίξω το στόμα μου".
Ικεί να ήσαν ν' ακού'ις: ι παππούς ι Παραμύθας ήταν μουσικός. Ι δάσκαλους ι Μπλέτσιους είπι άλλου τρουπάριου κι ι δισπότς έσκουξι του τρουπάριου "ουκ ελάτρευσαν". Ωραία τα τρουπάρια. Διξιός ψάλτς ήταν ι αναγνώστς ι Παραμύθας Αθανάσιους, πατέρας απού του Γιάν' του Μπαραμύθα. Αριστιρός ήταν ι Γιάντζ ι Μπουκουβάλας. Του γκιρό που ήταν να πουν τουν Απόστουλου, είπι ι δισπότς "Κύριε, Κύριε, επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την άμπελον ταύτην". Κοιτούσι προς τα πάν'. Ι μακαρίτς ι Νάσιους ι Καραμπίνας μουρμούρσι· "αυτός συνδέιτι μι του Θιό τώρα". Ν' ώρα που ξηγούσι του Εαυγγέλιου, ι αριστιρός ψάλτς γέλασι. Τουν άκουσι αυτός, αλλά δε ντουν είδι.  Συνέχισι του λόγου ύστιρα.
     Παπάς ήταν ι μακαρίτς ι παπά-Θανά'ης Οικονόμους κι ι παπά Χρή στους Σακιλλάρης. Ιμείς, τα πιδιά του σχολείου, κανουναρχούσαμι. Τραβούσαμι ίσουν. Ήμαν ιγώ, ι παπά Γιάντζ (τότε λαϊκός) Μπιλιάγκας), ι δάσκαλους ι Μπλέτσιους, ι μακαρίτς Θανά'ης ι Γκαλιαμπός. Σ' ν' αριστιρή μπάντα ήταν άλλα πιδιά. Ικεί που μιλούσι, βάρσι δόγματα για τα βακούφκα:
     -Όποιους ζαπώσ' βακούφκα χουράφια ή μπαξέδια, ιγώ πρώτους θα πάου να βγάλου του πρώτου του παλούκ'.
     Του 'πι, μα δε ντο 'κανι...»

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Ήταν περίοδος τουρκοκρατίας. Την εποχή που μας επισκέφτηκε στην Άνω Σκοτίνα ο δεσπότης Παρθένιος Βαρδάκας, ο δάσκαλός μας Δημήτριος Τομαράς μας συγκέντρωσε και μας κατέβασε στο κάτω μέρος του χωριού, στην τοποθεσία "Μάρμαρος". Εκεί περιμέναμε κόσμος και παιδιά ώσπου να 'ρθεί. Κάποτε ήρθε καβάλα στο άλογό του. Μα τι άλογο: Του ιππικού. Μόλις έφτασε, εμείς αρχίσαμε να ψάλουμε το "πολυχρόνιο". Εκείνος πάνω από το άλογο χαιρετούσε και μας ευλογούσε. Μετά ανηφόρησε προς το χωριό, την Άνω Σκοτίνα και κατέλυσε στο σπίτι της Τσιτσίλως (*). Κάθισε δυο-τρεις μέρες, ώσπου ξημέρωσε η Κυριακή. Μπροστά ο ιπποκόμος που κρατούσε τη βαλίτσα. Μέσα στη βαλίτσα είχε την αρχιερατική στολή. Κατεβαίνει ο δεσπότης μπροστά στο νάρθηκα και ντύνεται καλά. Περνάει μέσα στο ναό και κάμει το σημείο του σταυρού μπροστά στον ειδικό χώρο της Παναγίας. Και ταίριασε, στην ώρα που ψάλλεται η καταβασία "ανοίξω το στόμα μου" (συνήθως ψάλλονται από τον αρχιερέα).
Εκεί να ήσουνα να ακούσεις! Ο παππούς ο Παραμύθας ήξερε μουσικά. Ο δάσκαλος ο Βλέτσης έψαλε άλλο τροπάριο και στη συνέχεια ο δεσπότης έψαλε δυνατά την καταβασία "ουκ ελάτρευσαν". Πολύ καλά τροπάρια. Δεξιός ψάλτης ήταν ο αναγνώστης Παραμύθας Αθανάσιος, πατέρας του Γιάννη Παραμύθα. Αριστερός ο Γιάννης Μπουκουβάλας. Τη στιγμή που κόντευε να πουν τον "Απόστολο", ο δεσπότης έλεγε το "Κύριε, Κύριε επίβλεψον εξ ουρανού και ίδε και επίσκεψε την άμπελον ταύτην" και έριχνε το βλέμμα του προς τα πάνω. Τότε ο μακαρίτης Νάσιος Καραμπίνας ψιθύρισε· "τώρα ο δεσπότης επικοινωνεί με τον Θεό". Την ώρα που ο 

δεσπότης εξηγούσε το Ευαγγέλιο, ο αριστερός ψάλτης γέλασε. Ο δεσπότης άκουσε το γέλιο, αλλά δεν έδωσε σημασία. Συνέχισε το κήρυγμα.
     Εφημέριοι ιερείς υπηρετούσαν οι: αείμνηστος παπά Θανάσης Οικονόμου και ο παπά Χρήστος Σακελλάρης. Εμείς, οι μαθητές του σχολείου κανοναρχούσαμε, κρατούσαμε ίσο. Ήμουνα εγώ, ο παπά Γιάννης Μπιλιάγκας (λαϊκός τότε), ο δάσκαλος Βλέτσης, ο μακαρίτης Αθανάσιος Καλιαμπός. Στο αριστερό αναλόγιο ήταν άλλα παιδιά. Στη διάρκεια του κηρύγματος έκαμε υπαινιγμό για τα βακούφικα: 
     Όποιος επιχειρήσει να καταπατήσει εκκλησιαστικά κτήματα ή μπαξέδες, πρώτος εγώ θα τρέξω για να βγάλω το πρώτο παλούκι.
     Το είπε, αλλά δεν το έπραξε.
----------
* Παρατσούκλι της Βασιλικής, θυγατέρας του παπά Γιάννη Παπαγεωργίου, πρώην Τσιαβέτα. Από Βασιλική έγινε Βασίλου-Τσιτσίλου. Ήταν αυτή "απόκαμνι τα μπαμπλούκια" (πρόσφορα). Σ’ αυτήν οφείλει το όνομα η συνοικία Βασίλα στην Κάτω Σκοτίνα. Ο παπά Γιάννης είχε 6 κορίτσια: Γραμματή, Ξάνα, Φωτεινή, Βασιλική, Καλλιόπα και μια στον Παντελεήμονα.
---------- 
Σημείωση 1. Στο βιβλίο του περιγραφή επισκοπικής περιφερείας Κίτρους επί τουρκοκρατίας, (σελ. 49) ο δεσπότης για τους κατοίκους της Σκοτίνας  υποστηρίζει: «πλείστοι εξ αυτών εξεπατρίσθησαν εν τη ξένη αναδειχθέντες εν τοις γράμμασι, τη βιοτεχνία και τω κερδώω Ερμή. Εν συνόλω όμως είναι φιλόπονοι, εργατικοί, φιλοπάτριδες, φιλόστοργοι οικογενειάρχαι και ευλαβείς και φιλόθρησκοι συντηρούντες τρεις ιερείς συμπατριώτες αυτών, ων ο εις εν παρηκμακυία ηλικία προ ολίγου κατέφυγεν εις την πατρίδα αυτού εκ της περιφερείας Ελασσώνος ορμηθείς. Είναι δ’ ούτοι ο παπά Αθανάσιος Πικακίδης οικονόμος, ο παπά Χρίστος Γκανάκης σακελλάριος, και ο παπά Αθανάσιος Ζιώγας».
Σημείωση 2. Μεταφέρω όπως έρχονται στη μνήμη μου όσα τόνισε ένας ομιλητής στην ενθρόνιση του νέου Μητροπολίτη Γεωργίου (29.03.2014) τονίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά των προκατόχων του: «ο νέος ιεράρχης της Πιερίας να μιμηθεί τους προκατόχους του: α) στην επανάσταση τους Νικόλαο Λούση και Παρθένιο Βαρδάκα, β) στη σοφία τους Κωνσταντίνο Κοϊδάκη και Βαρνάβα Τζορτζάτο και γ) στην πραότητα τον Αγαθόνικο Φατούρο.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ


Δημήτριος Τομαράς, δάσκαλος του Στέργιου Γερομιχαλού στην Άνω Σκοτίνα επί τουρκοκρατίας. Είναι γνωστός ως εφημέριος του Χορτιάτη και θύμα της γερμανικής Κατοχής. "Εκάη εντός κλιβάνου μετά των δυο θυγατέρων του Αγγελικής και Ειρήνης την 2 Σεπτεμβρίου 1944...Ο ιερεύς ούτος εθανατώθη την ιδίαν ημέραν, καθ' ην κατεσφάγησαν εν Χορτιάτη 250 κάτοικοι του χωρίου. Οι πλείστοι τούτων εκάησαν εντός κλιβάνων..." (Κ. Α. Βοβολίνη η εκκλησία εις τον αγώνα της ελευθερίας 1453-1953, σελίδα 285).