Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

ξενιτιά: η ξενιτιά έχ'; βάσανα, έχει πολλά φαρμάκια




                                             Από τα βαπόρια στο Μπρονξ


Τον Δημήτρη στη Σκοτίνα τον λέμε Πουτιό *, στην Αμερική Τζίμη. Στη δεκαετία του 1970 ο Πουτιός Μήτσιος (του Γεωργίου και της Μαργαρίτας) ξενιτεύεται στην Αμερική. Εκεί παλεύει, αγωνίζεται να στρώσει τη ζωή του. Τελικά τα καταφέρνει, τακτοποιείται, δημιουργεί οικογένεια, εργάζεται. Όσοι τον γνωρίζουν πιστεύουν ότι τον διακρίνει το προοδευτικό και επιχειρηματικό πνεύμα, πράξεις αλληλεγγύης, αγάπης και αθόρυβης κοινωνικής προσφοράς. Το κορμί στα ξένα, η ψυχή στο χωριό. Τον Ιούλιο του 2003 βρίσκεται με άδεια στη γενέτειρά του Σκοτίνα και ευχαρίστως μου παραχωρεί τη συνέντευξη που ακολουθεί.


Ο Δημήτρης αφηγείται:

Υπηρέτησα στα Τρίκαλα. Μόλις απολύθηκα σε τριάντα μέρες έφυγα στα καράβια.
-Και πότε έφυγες για την Αμερική;
         -Το '72.  Τέλη του '72.
         -Ποιος σε κάλεσε.
 

       -Τα βαπόρια.
         -Καταρχήν, γιατί έφυγες από δω.
         -Έφυγα γιατί εδώ βάναμι καπνά. Καπνά βάναμι. Δεν είχι τίποτα.
         -Ποιον βρήκες στην Αμερική.
         -Ήταν ο Γιάννης ο Πολυχρός, Αποστόλης και η παρέα του. Βρήκα εκεί τον Τάκη του Μανόλη Δάμπλια. 
        -Πληροφορήθηκα ότι εσείς εκεί στην Αμερική πήρατε πρωτοβουλία, ενδιαφερθήκατε για το εξωκκλήσι «Χριστός» του χωριού μας, στις Κότρες **. Ποιοι βοήθησαν στο έργο αυτό;
-Ας μην αναφερθούμε σε ονόματα. Λίγο πολύ, όλοι βοήθησαν. Λίγο πολύ όλοι δώσαν. Άλλος έδωσε δέκα δολλάρια, άλλος είκοσι. Οι ξέν' βοήθησαν πολύ. Άλλους τους έβαλα υποχρεωτικά, (μανάβηδες, χασάπηδες, ψαράδες). Αυτοί έρχονται κάθε βδομάδα, φέρν πράγματα στο μαγαζί. Τς'  λέου "θα σας κρατήσω όλους από πέντι δολλάρια, άλλ' ιξήντα, άλλ' ουγδόντα για τ' ν' ικκλησία".
         -Καταλαβαίνανε αυτοί ότι γίνεται ένα έργο κοινωνικό;
         -Τους είπα εγώ. Τώρα, απού κει κι πέρα…
         -Δε διαμαρτύρονταν; Δεν έλεγαν "γιατί μας κρατάς τα λεφτά".
         -Όχι, μόνο ένας, νομίζω, ότι έκανε διαμαρτυρία. Οι άλλ', μπα, "για πινήντα δολλάρια σι λέν'".
         -Πότε έγινε αυτό;
         -Νομίζω το '93.
         -Εσύ, τώρα που επισκέφτηκες το "Χριστό" τι αταξίες βρήκες;
         -Τα στασίδια είναι σπασμένα και οι καρέκλες είναι παλιές. Έξω καλά είνι. Τη βρύση την έχουν, τα τραπέζια τα βάλαν. Οι χωριανοί συμπατριώτες πρέπει να φροντίζουν να είναι όλα καθαρά. Να μη γεμίζουν βατσινιές. Γύρω-γύρω πάντα να είναι καθαρό το μέρος.
         -Τζίμη μου,πες μου πώς τα κατάφερες να ξεπεράσεις τόσα εμπόδια, να προκόψεις με τόσο λαμπρή σταδιοδρομία εκεί στην απόμακρη ξενιτιά.
         -Να σου πω: Φαντάζομαι να ξέρεις τη Ζλιάνα ***.
         -Ναι, ο γνωστός χείμαρρος.
Ε, λοιπόν: Όσα τρόχαλα έχ’ η Ζλιάνα, τόσα πιάτα έπλυνα στην Αμερική.
----------
*  Το πώς έγινε το «Δημήτριος» «Πουτιός» μου είναι άγνωστο. Υποθέτω πως κάποιο πρόσωπο με το όνομα Δημήτρης σε παλιότερους καιρούς, να ψέλλισε από φυσική αδυναμία αντί Δημητρός Πουτιός και αυτό, έκτοτε, επικρατεί.
** Κότρες (οι), τοπων. βδ της Κάτω Σκοτίνας, όπου σώζεται και η εκκλησιά "Χριστός" με τις αξιόλογες αγιογραφίες του 17ου αιώνα. Η παράδοση λέει, πως υπήρχε χωριό "Κότρες". Τα σωζόμενα παλιοντούβαρα μαρτυρούν του λόγου το ασφαλές. Κότρις (ες), ίσως από το κόντρις (ες) = εμπόδια, πέτρες που συναντάει το υνί κατά το όργωμα (;).
*** Λεπτομέρειες για τον χείμαρρο Ζλιάνα βλέπε βιβλίο μου, η Σκοτίνα, κώδικας, Θεσσαλονίκη 2007, που παραπέμπει στην αξιόλογη συστηματική εργασία του Π. Αναγνωστόπουλου. Τον Αναγνωστόπουλος ευτύχησα να τον έχω καθηγητή (γυμνάσιο Κατερίνης, δεκαετία 1950)): Ο συγγραφέας υπογραμμίζει: “Ο ποταμός σήμερον ονομάζεται Ζυλιάνα και  Ζλ(ι)άνα κατά την συνήθη έκπτωσιν του φθόγγου ι ή υ παρά τα υγρά ή ένρινα. Η Ζυλιάνα φωνητικώς φαίνεται ότι προήλθεν από την αρχικήν ονομασίαν του ποταμού με τας εξής πιθανότατα αλλοιώσεις: Συς = Ζυς = Ζυσιάνα με προσθήκην  της μεγενθυτικής καταλήξεως (ι)άνα = Ζυλιάνα = Ζλ(ι)άνα. Ο ποταμός εκβάλλει εις τον Θερμαϊκόν παρά τον σταθμόν διοδίων Λεπτοκαρυάς  της δημοσίας οδού Αθηνών - Θ/νίκης. Ο Συς σχηματίζεται εκ πηγαίων υδάτων του Ολύμπου επί της Ν.Α κοιλάδος του σημερινού χωρίου Καρυές (σσ: Καρυά) υψομ. 900 μ. Η κοίτη του Συός διέρχεται εντός δασώδους χαράδρας και καθ’ όσον κατέρχεται προς τον Θερμαϊκόν στενεύει ακόμη περισσότερον και καθίσταται βαθυτάτη. Εντός αυτής διαβιούν και σήμερον αγριόχοιροι, εκ των οποίων ασφαλώς έλαβε και το όνομα ο ποταμός (συς ο, η κάπρος, αγριόχοιρος. Τα ύδατα του Συός, κατά την έξοδόν των εις την πεδιάδα, καταδύονται κατά το θέρος εις την λίαν αμμώδη εκ του χρόνου κοίτην. Παλαιότερον όμως κατέρρεον μέχρι της εκβολής. ΄Ως χείμαρρος ήδη, και μάλιστα κατά την πτώσιν ραγδαίας βροχής και την τήξιν χιόνων, συμπαρασύρει λίθους και δένδρα και ρέει μετά θορύβου ορμητικώτατος και ενίοτε εκχειλίζει και κατακλύζει μεγάλην έκτασιν των κτημάτων της Σκοτίνης” (Π. Αναγνωστόπουλος, η αρχαία ολυμπική Πιερία 1971).

Σχόλιο 1ο. συγγένεια του Πουτιού: Παππούς από πατέρα Πουτιός Μήτσιος ((σύζυγος Αγλαΐτσα Τζιαβέτα-Παπαγεωργίου). Παππούς από μητέρα: Πουτιός Δάμπλιας (σύζυγος Κουνιώ Καλιαμπού). Παιδιά Πουτιού Μήτσιου: Αθανάσιος, Γιώργος, Γραμματή, Όλγα. Παιδιά Πουτιού Δάμπλια: Μανόλης, Παρασκευώ, Μαργαρίτα, Μαριγούλα.
Σχόλιο 2ο. Στη Σκοτίνα το κύριο όνομα «Δημήτριος» αποκτά διάφορα παρώνυμα, όπως: α) Δημητρός (Δημητρός τ’ Παπαγιώρ’, Δημητρός τ’ Καραλή, Δημητρός ι Μαρνέλας, Δημητρός τ’ Αγγέλ’ κλπ), β) «Πουτιός» (Πουτιός ι Ντάμπλιας, Πουτιός ι Καρκαφίρς, Πουτιός ι Σκρέτας, Πουτιός ι Τρεύλας, Πουτιός Καλαμάρας, Πουτιός ι Μητός, Πουτιός η Τράντας τς Μαρίας κλπ), γ) Μήτρος (ι Μήτρους ι Ντήμους, ι Μήτρους τς Μήτρινας κλπ), δ) Μήτσιους, (ι Μήτσιος ι Πλιξίδας, η Μήτσιους Τσιούρβας, ι Μήτσιους τ’ Κουνόμ’, ι Μήτσιους ι Τσιουμάντζ κλπ).

 
   Τζίμης και Χριστίνα στο γάμο της κόρης τους
    Μαργαρίτας. Δεξιά η ξαδέρφη του Τζίμη
    Μαρία Καλιαμπού.

 
                   μέλη οικογένειας Δ. Μήτσιου


 
τα νιόγαμπρα μετά τη Στέψη


μπάρμπεκιου στην αυλή του Τζίμη

η βρύση στο "Χριστό" στις Κότρες (Σκοτίνα)

 

ο γορίλας στον ζωολογικό κήπο του Μπρονξ
    (φωτογραφία 2008)
στον ζωολογικό κήπο του Μπρονξ (2008)


Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

ξενιτιά: «τα έρημα τα ξένα... δε ντα ‘χω μαθημένα».




       

Από Σκοτίνα στο Νιου Τζέρσεϊ

        Ο Κώστας Παπαγεωργίου του Δημητρού, κάτοικος στο Νιου Τζέρσεϊ, φέρνει στο νου όλες τις σκηνές των παιδικών του χρόνων και της εφηβικής του ζωής. Από τα πρώτα χρόνια θυμάται τον τρόπο ζωής στο χωριό και ιδιαίτερα τον οικογενειακό του περίγυρο*. Το καλοκαίρι του 1993 βρέθηκε με άδεια στη γενέτειρά του Σκοτίνα. Εγώ βρήκα καιρό -εκεί, στην αυλή του μπάρμπα Δημητρού στη «Βασίλα **- να του αποσπάσω μερικές σκέψεις:

                         




  Κώστας Δ. Παπαγεωργίου


                                                                      ο Κώστας αφηγείται

1. Στα κατσίκια

Απού δω έφυγα κούτσκους. Αυτοί δε μ' αφήνανε. Ο παππούς ο παπά Γιάντζ *** έπεισι του μπαμπά να μ' αφήσουν.
        -Δήμητρα, σύζυγος Ιω. Καλιαμπού: Κώστα, μήπως ήσουνα λίγο επαναστάτης;
-Επαναστάτης δεν ήμουνα, αλλά οι συνθήκες ήταν δύσκολες. Είχα πάρ' 20 κατσίκια κι όλα ήταν στείρα. Κι έπριπι να φύγω. Ήθελα να γίνω τζομπάνος. Ήταν το όνειρό μ'. Πήγα κι στου Γυμνάσιο κι έφυγα απ' το Λιτόχωρο με 


τα πόδια. Μιτά το Πάσχα γύριζα σ' τς  αυλές κι πήραμι 20 κατσίκες. Γύρζα κάθε μέρα μι του Διουνύσ' του Ντράντα ****. Μι πήρι ικείνους κι μ' έβαλι και σύστημα, να βοσκάω τα γίδια όλα. Μ' είχι βάλ' καναδυο φορές τη βδομάδα. Μ' είχι μέσ' στα παρτάλια. . . ήταν τεχνίτης αυτός. Μάστορας στη δουλειά τ' .
-Μετά απελπίστηκα.
-Πόσον καιρό έκατσες στα κατσίκια;
-Τα κράτησα. . . καναδυό χρόνια…
---------- 

* κατάγεται από πολυμελή οικογένεια: Γονείς: Δημητρός (1921-2011), Αριστούλα Ιω. Μπιλιάγκα (1923-2013). Παιδιά: Θεοχάρης, Βαγγελούδα, Γιάννης, Μανόλης, Κώστας, Γιώργος. Ο παππούς του Δημητρού λεγότανε Μανόλης Τζαβέλας ή Τζιαβέτας (προέλευση Βούρπα επαρχίας Ελασσόνας). Έγινε παπάς με κύριο όνομα Γεώργιος και επώνυμο Παπαγεωργίου. 
----------
Σημείωση. Παιδιά του Μανόλη Τζιαβέτα: Βασιλάκης, Κακάλης, Κώτσιος, Αγλαΐτσα, Μαριγώ. Παιδιά του Γιώργου Μπιλιάγκα: Ιωάννης, Γρηγόρης, Καλούδα, Πηλινιώ, Βαγγελιώ, Μαρία). Αδέρφια της Αριστούλας: Γεώργιος, Χαϊμαδή, Αλεξάνδρα, Γραμματή.
Γονείς του Δημητρού: Θεοχάρης (Κακάλς)-Γραμματή Νικολού. Γονείς της Αριστούλας: Ιωάννης (παπάς) και πρεσβυτέρα Αναστασία Μπιλιάγκα-Κουμουρτζή (1898-1987)
** Βασίλα (η), συνοικία προς δ. της Κάτω Σκοτινας. Το μέρος αυτό -μεγάλο κτήμα- ανήκε στη μανιά Τσιτσίλου, (κόρη του παπά Γιάννη) "απόκαμνι τα μπαμπλούκια σ' ν Ικκλησιά" (που προετοίμαζε τα πρόσφορα για τη Θ. Λειτουργία). Το όνομά της ήταν Βασίλου (Τσιτσίλου). Η περιοχή πιάνει από το αναβρικό "τ 'Παπά-Γιάν'" μέχρι "τα Γανουτάτκα, Καλιαμπάτκα, Μητσιάτκα". Ο παπά Γιάννης είχε 6 κορίτσια: Γραμματή, Ξάνα, Φωτεινή, Βασιλική, Καλλιόπα και μια στον Παντελεήμονα.
*** πρόκειται για τον παπά Γιάννη Μπιλιάγκα (1897-1973), εφημέριο του Αγίου Γεωργίου Σκοτίνας από το 1938 μέχρι το θάνατό του.
**** ο Διονύσης Τράντας του Χρήστου ήταν «μερακλής» γιδοβοσκός, ξακουστός στον Κάτω Όλυμπο. 
---------- 


Σημείωση: μπαμπλούκι ή μπαμπλούκια είναι τα πρόσφορa, λειτουργιές σε μικρό μέγεθος 
που προσφέρουν οι χριστιανοί για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Μπαμπλούκια ήταν 
και τα λεγόμενα καλιστήργια. Παλιότερα έστελναν ένα παιδί στα σπίτια να καλέσει συγγενείς και 
φίλους στο γάμο με ειδικά ψωμάκια, τα λεγόμενα μπαμπλούκια ή μπαμπούκια. Του παιδιού αυτού 
 έπρεπε να ζουν και οι δυο γονείς.

2. Καράβια 

-Μετά τι έγινε;
-Ε, μετά. Έπριπι να βγάλουμι απόφαση τι θα κάνουμι. Ε, παρασυρθήκαμε. Μι καναδυό Σκουτινιώτις πήγαμι στα καράβια.
-Στα καράβια δε φοβόσουνα;
-Δε μας έφτανε μέχρι εκεί, να φοβηθούμι. Ούτε μπάνιο ξέραμε, τίποτε. Πηγαίναμε όλοι έτσ', σα γκαβά.
-Δήμητρα: Σα γκαβά ή άγνοια των κινδύνων.
-Αριστούλα (μάνα του Κώστα): Ιά, πάει για να βγει έξου (να βγει στο εξωτερικό).
Δήμητρα: Και μετά στην Αμερική;
-Πήγαμε στην Αμερική. Κάναμε ένα ταξίδ'. Δε μου άρεσε. Δε μου άρεσε καθόλου. Πήγαμε στα Φιλαδέλφεια και βγήκαμε έξω. Πολυκοσμία. Μαυρίλα πολύ. Πράματα που δεν τα είχαμε δει. Φόβια. Μας φοβέριζαν οι μιγάλ' ναυτικοί. Πιο παλιοί. Νησιώτες αυτοί. Λέγαν: "Είναι φόβια έξω" (διακινδυνεύεις να βγεις έξω στη στεριά) . Ήταν επαγγελματίες ναυτικοί. Και δε βγήκα. Ένας φίλος μου, που πήγαμε μαζί, ο Αποστόλς, είχε φύγ'. Δεν έμεινε αυτός. Τελικά γύρισε πίσω κι ο Πουτιός, ο Τζίμης (γιος του Μανόλη Δάμπλια και της Σοφίας). Τελείωσε στρατιώτς αυτός. Κι μι λέει:
-Πάμι στα καράβια.
-Ε, πάμε.
Με παρέσυρε κι αυτός. Κι λέ': «Να πάρουμε απόφαση, μαζί να βγούμε έξω». Και πήραμε άλλο καράβ' και κάναμε ταξίδ' κάνα χρόνο. Πήγαμε αρκετά μακριά *.
----------
* ο Κώστας έφυγε από τη Σκοτίνα το 1970 ταξιδεύοντας στο «άγνωστο». 


3. Χιούστον
                                           
 Πήγαμε στο Χιούστο. Και τόσο μας έφτανε, δε γξέραμε ούτε γεωγραφία, ούτε τίποτα. Στο Χιούστο του Τέξας και ζητάμε ταξί. Φαντάσου πόσο έξυπνοι ήμασταν να πάμε απ' το Χιούστον στη Νέα Υόρκη. Κι μας λέει ο ταξιτζής: "Δε γίνεται. Τι να σας κάνω!".
Πολύ μακριά. Δε μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Τηλεφώνησα σ' έναν έλληνα, σ'  ένα εστιατόριο και μου λέει:
-Πού θέλετε να πάτε.
-Στη Νέα Υόρκη.
Δε γίνεται, ξεχάστε το. Πολύ μακριά.
Πρώτα-πρώτα δεν είχαμε χρήματα. Λέγαμε "κάποιος θα τα πληρώσ' εκεί, στη Ν. Υ.. Ο Γιάννης ο Πολυχρός" *. Έτσι σκεφτόμασταν εμείς. Ο ταξιτζής ήθελε τα λεφτά τ'.
----------
* συγχωριανός και γείτονας στο χωριό. Το πατρικό του είναι στη «Βασίλα». Γονείς: Διονύσης (1913-1997) και Δημητρούλα (Βλέτση). Αδέρφια: Θανάσης, Νικόλας, Απόστολος, Μιχάλης, Μαρία).

4. Περιπλάνηση

Μετά τ' αφήσαμε. Γυρίσαμε στο καράβ'. Ταξιδέψαμε αρκετά. Μετά πήγαμε στο Κλίβελαντ στο Οχάιο. Είναι κάπου 11 ώρες με το λεωφορείο.
-Δημητρός: Από τη Ν. Υ.
-Κι λέω στο αφεντικό μου στο λουστρόμο, γιατί δούλευα έξω μπογιατζής. Του λέω "έτσι κι έτσι, θέλω να φύγουμε". Και με βοήθησε αυτός. Είχε κάμ' στην Αμερική για λίγο και ξαναγύρισε πάλι στην Ελλάδα και μας βοήθησε. Μας πήρε και τους δυο. Άδειους, μόνο με τα ρούχα μας. Γιατί το ιμιγκρέσιο βάζ' ανθρώπους στις σκάλες, παρακολουθούν. Μας έκοψε τα εισιτήρια ο ίδιος και μας οδήγησε: "Μόλις φτάσετε στο τέρμα, θα κατεβείτε και θα πιάστε ένα ταξιτζή να δώστε τη σύσταση".
Και δε μας πήγαινε κανένας εκεί που θέλαμε να πάμε. Στον προορισμό μας. Ήταν πολύ φόβια. Το Μπρόγξ είναι μια από τις χειρότερες περιοχές. Συνοικία. Δεν πήγαινε κανένας. Τελικά είχαμε και μια άλλ' σύσταση, του Δημήτρη του Μανόλη Δάμπλια. Ήταν στο Ιντζέρσι. Του δείξαμε σ' έναν άλλο ταξιτζή τη σύσταση κι λέει: "Ικεί σας πάω". Μας πήρε 30 δολλάρια και μας πήγε εκεί. Ήταν 7 η ώρα πρωί και ο Ηρακλής δούλευε εκεί στο ίδιο μαγαζί (γιος του Νικόλα τ' Πολυχρού). Αυτός μας είδε χαμένους εκεί. Και οι δυο ξάγρυπνοι. Όλ' τη νύχτα δε γκοιμηθήκαμε. Γιατί κάναμε ότι κοιμόμασταν. Γιατί κάθε πολιτεία που παίρναμε το λεωφορείο, ήταν 11 ώρες ταξίδ'. Μιλούσε το λεωφορείο *, μιλάει στάσεις και πάντα που μιλούσε, νομίζαμε μιλάγανε για μας. Κάναμε ότι κοιμόμασταν εμείς, μήπως και μας πιάσουν και μας στείλουν πίσω πάλι. Χαμός! Πώς δε μπάθαμε καρδιακή προσβολή!
-Δήμητρα: Μεγάλη περιπέτεια.
-Ξένα μέργια, τι πιριμέντζ. (Δε γξέρς τι λεν στου χουριό;

“ την ξενιτιά, την αρφανιά,
την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσερα τα ζύγισαν,
βαρύτερα είν’ τα ξένα
   -----------
* με τη φράση "μιλούσε το λεωφορείο" εννοεί ότι γίνονταν αναγγελία στάσεων από μικροφώνου.  

5. Νιου Τζέρσεϊ

-Τελικά πού εγκατασταθήκατε;
Τελικά ικεί στο Ιντζέρσι δεν υπήρχε δουλειά και ο Δημ. Δάμπλιας μας οδήγησε και πάλι στο Μπρόγξ, στη ζούγκλα πάλι, εκεί που δεν μας πήγαινε ο ταξιτζής. Είχε πιο πολλά εστιατόρια εκεί. Και μας πήγαν σ' ένα εστιατόριο. Μας βάλαν σε μια λούμπα (λακκούβα). Δούλευα βράδ'. Μας έδουνι 1 δολλάριο την ώρα. Δούλευα 70 ώρες, 70 δολλάρια. Δηλαδή τίποτα. Σκεφτόμασταν μετά. . . Μας παρασύραν οι πιό παλιοί εκεί. "Κάντε λίγο υπομονή. Να μάθετε πιο πολύ". Αυτοί παίρναν πιο πολλά λεφτά. Δουλεύαν στην κουζίνα.  Εμείς κοιτάγαμε. Δε θέλαν να σε βοηθήσουν να μάθεις. Ό,τ' αρπάξ' μι του μάτ'. Κι απ' τη λούμπα να κοιτάς τι κάνουνε, τι βάζουνε, ν' ακούς να βγάζουνε τα τρόφιμα για να μπεις μπροστά και συ. Αν θες κάτι παραπάνω. Αλλά η εκμετάλλευση * ήταν μεγάλ'. Και . . . δε μπόρεσα ν' αντέξω. Σε 3 μήνες τηλεφώνησα το Τζίμ το Δάμπλια και του λέω:
-Κάτι πρέπει να γίν'. Ή θα πάω πίσω, ή θα' ρθεις να με πάρεις πίσω.
Ήρθε ένα βράδ' εκείνος και με πήρε με το αυτοκίνητο. Μόνο μένα. Απ' την πίσω την πόρτα. Ούτε πληρώθκα, ούτε τίποτα. Κι μ' έφιρι στο Ιντζέρσι πάλι. Κι έμεινα μαζί του. Μέναμε σ' ένα δωμάτιο μαζί. Επί αρκετό καιρό μέχρι που άνοιξε μια θέσ' εκεί στο ίδιο μαγαζί και ήμουνα εκεί βοηθός. Πέντ', έξ χρόνια.
Ταλαιπωρία. Και όλοι συνήθως κάνουν το ίδιο πράμα. Ο Τζίμης έκατσι' κει σ'  ένα μαγαζί, αρκετά χρόνια. Όλα τα χρόνια.
-Δήμητρα: Παρόλ' αυτά εκεί εσύ, επιμονή.
-Επιμονή!
Μετά ήρθε η ηλικία στρατού και μας έφαγε κι αυτή η αγωνία **. Να πάμε να υπηρετήσουμε, σκεφτόμασταν κι άλλα 2 χρόνια στρατό. Και οι άλλοι, οι πιο παλιοί, εκεί σε παρασύρουν. Και που θα πας, θα χάσεις άλλα 2 χρόνια. Κι να σι πω,  όσοι το χάσανε, το μετανοιώσαν. Ήταν λάθος. Κλειστήκαν για 20 χρόνια πίσου. Δε μπορούσι να 'ρθει κανένας. Ακόμα είναι παιδιά εκεί και δε μπορούν να 'ρθουν. Ντ  μπάρμπα Γόλα εδώ (ντ' Γρηγόρ'). δεν έτ' χι να του πετύχ' όταν ήταν ελεύθερο, να το πληρώσ'. Και τώρα δε δίν' παραμονή. Αλλάζ' ο νόμος κάθε μέρα. Και το παιδί ι Αποστόλς τ' Πολυχρού δεν το πέτχι. Κι ι Αντώντζ ***.
-Δήμητρα: Δηλαδή τώρα πόσα χρόνια λείπεις;
Το ' 72 βγήκα εκεί. Από δω έφυγα το '70.
----------
* η «εκμετάλλευση» στα ξένα σε αποκαρδιώνει. Σκέφτεσαι αυτό που λεν στο χωριό «η Αμερική είνι για μερικοί», για λίγους. Ρωτήστε τους ομογενείς «εν τη ξένη» να μάθετε το νόημα της υπομονής.
** σε ξένο χώρο η αγωνία για τις στρατιωτικές σου υποχρεώσεις σου γίνεται ανυπόφορος βραχνάς. Όσοι αποφεύγουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, πληρώνουν για πολύ χρόνο την αποκαθήλωσή τους σε «ξένο τόπο κι απομακρινό». Απεναντίας όσοι τακτοποιούν τις στρατιωτικές υποχρεώσεις στην Ελλάδα, απαλλάσονται από την αγωνία της μετακίνησης απ΄τη μια χώρα στην άλλη (βλέπε Πουτιό "τς Μαργαρίτας"-Δημήτριο Μήτσιο του Γεωργίου και της Μαργαρίτας).
*** ο Αντώνης ήταν γιος των Διονύση Νικολού και Ουρανίας Κοτσιβού -Μακασή- (αδέρφια: Πελαγία, Γιάννης, Θανάσης, Γραμματούλα, Αθανασία)



2008 στο Νιου Τζέρσεϊ. Διακρίνονται από αριστερά: α) Δήμητρα
και σύζυγος Γιάννης Καλιαμπός, β) οικογένεια Παπαγεωργίου:
Δήμητρα, κόρη, Νάνσυ και Κώστας, γονείς, Γιάννης, γιος.
Μάης μήνας και το τραπέζι στρώθηκε.

                                                 Μάης 2008 στο Μπρόνξ Αμερικής. Διακρίνονται
                                                 από αριστερά: Γάννης Καλιαμπός, Δημ. Μήτσιος,
                                                 Κώστας Παπαγεωργίου.

οι οικογένειες Καλιαμπού και Παπαγεωργίου στο 
γάμο Κρίστιαν και Μαργαρίτας στο Μπρονξ (8.6.2008)


*** ο
------




         

Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

ξενιτιά: ο Καραμανόλας στον Ωκεανό


            
ξενιτιά: ο Καραμανόλας στον Ωκεανό


Διονύσης Καραμανόλας
1973 στη Ν. Κορέα 

Πάλη με τα κύματα

Στη δεκαετία του 1960 η ανεργία βρίσκεται στο αποκορύφωμα. Έχουμε σοβαρό πρόβλημα εργασίας. Περισσότερο η ύπαιθρος βρίσκει καταφυγή σωτηρίας τα ξένα. Ο κόσμος αναζητεί ξένους τόπους σωτηρίας. Φουντώνει η μετανάστευση. Όλοι τραβάνε στην ξενιτιά. Ανοίγουν οι πόρτες σε στεριές και πέλαγα. Κυρίως Αυστραλία, Αμερική, Ευρώπη, Αφρική. Οι νέοι προτιμούν τα καράβια.
     Ο Διονύσης Καραμανόλας (1934-) από τη Σκοτίνα Πιερίας δοκίμασε κατ’ επανάληψη την περιπέτεια του ναυαγού στον Ατλαντικό. Πάλεψε με τα κύματα όλη τη νύχτα. (1972). Η φουρτούνα αγρίεψε κι ο χειμώνας βαρύς. Τελικά βγαίνει ζωντανός στη στεριά. Αυτός με ηρεμία αρχινάει την αφήγηση. Εγώ τον ακούω με δέος και προσοχή. Η κουβέντα μας γίνεται στην ταβέρνα «Βασίλα» της Σκοτίνας το καλοκαίρι του 2012.

Περιπέτεια πρώτη

Να σι πω, Γιάνν’, ν’ ιστουρία μ’, περιπέτεια στη θάλασσα. Έχω ναυαγήσ’ δυο φορές. Μια φορά στο Πέτ της Αγγλίας. Πηγαίναμε από Ιταλία ελαφρόπετρα και τη νύχτα που ταξιδεύαμε κοιμόμασταν. Είχε θάλασσα. Κι όπως είναι το κρεβάτ’ με σανίδια τόσο ψηλά. Εγώ έπεσα κάτ’ απ’ το κρεβάτ’ απ’ το μπιτς που ΄κανε (θόρυβος κυμάτων). Και ξύπνησα και πετάχτηκα και πήρα από κάτ’ το στρώμα που είχα, το σωσίβιο και πήγα απάν στη γέφυρα να δω τι γίνεται. Ήταν απάν ο καπετάνιος, ο γραμματικός. Του λέω: «Τι κάνετε εδώ’; «Τι να κάνουμε, λουστρόμε». «Καλά, γιατί δε χτυπάτε συναγερμό  να ξυπνήσ’ ο κόσμος»; «Δεν είναι ώρα ακόμα», λέει ο καπετάνιος. «Δεν είναι ώρα; Εγώ έπεσα απ’ το κρεβάτ’ κάτ». «Ελα δεξιά, έλα αριστερά» έλεγε ο καπετάνιος το γραμματικό. Ήταν στο τιμόνι αυτός. Το καράβ’ πήγαινε μια μέσα, λίγο έβγαινε, μια μέσα λίγο έβγαινε. Εμείς είχαμε ελαφρόπετρα φορτωμέν’. Λοιπόν, ανοίγ΄το μπροστινό τ’ αμπάρ’ -είχε πολύ θάλασσα- παίρ’ νιρό κι πάει καρφωτό, μι τη μούρ’ κάτ’. «Γραμματικέ, λέει ο καπετάνιος, έβγα, έλα γρήγορα, φεύγουμε». Τα σωσίβια, πετιόμαστε στη θάλασσα. Οι άλλ’ κοιμούνται. Χτυπάει το sos αυτός, χτυπάει συναγερμό, ο μαρκόνι που δίν’ τα σήματα, ξύπνησε ο άνθρωπος, αμέσως έδωσε το sos. Αλλά δεν έζησε αυτός. Δεν πρόλαβε ν’ ανοίξ’ ούτε πόρτα, τίποτα. Και σε τρία λεπτά μέσα το καράβ’ ξαφανίστηκε. Πήγε στο βυθό. Όλ’ πνίγηκαν. Όσ’ κοιμόταν πνιγήκανε. Εμείς οι τρεις σωθήκαμε και πώς σωθήκαμε. Χαθήκαμε, πάλεψάμε, έφυγάμι από κείν’ τη ρουφήχτρα ικείν’ την ώρα, άλλος εδώ, άλλος εκεί, χαθήκαμε. Νύχτα ήταν. Πού πήγε ο ένας, πού πήγε ο άλλος. Εγώ ήμαν ξεγραμμένος, είχα πει ότι δε ζω τώρα, δεν υπάρχ’ ζωή. Το Γεννάρ’, δεκατρείς Ιανουαρίου (1972) ήμαν μέσα στη θάλασσα. Πάλευα με τα κύματα. Το κύμα μια μ’ ανέβαζε απάν στον Όλυμπο, μια μι κατέβαζι κάτ’ στ’ Λιφτουκαρυά.* Καμιά φορά ξημέρωσε. Ήταν η ώρα μια περίπου που ναυαγήσαμε. Η ώρα εφτά το πρωΐ χτύπησε ο ήλιος ο κόκκινος. Έβλεπα πάνω, κάτω, κοιτούσα να δω κάνα καράβ’, τίποτα. Κάποτε είδα ένα γκαζάτικο.
     -Δηλαδή, πόσες ώρες πάλευες με τα κύματα;
     -Εξ ώρες, από τις μια που ναυαγήσαμε μέχρι τις επτά το πρωί.
     -Και ποιος σας πήρε μυρωδιά;
     -Το πρωί βλέπω ένα καράβ’ σαν από δω ως τη Λεπτοκαρυά. Λέω: «Αν πήρε σήμα αυτό κι έρχεται να με σώσ’». Όταν έβγαινα πάνω κνούσα το χέρ. Αυτοί κοιτούσαν με τα κιάλια, μπανίσαν, να πούμε, βλέπω κατευθείαν έρχιτι. Αφού ήρθε, ρίχν’ μια σκάλα, ξυλόσκαλα. Κατιβαίν’ ένα παλικάρ’, μ’ αρπάζ’ απ’ του χέρ’, τάκα, τάκα μ’ ανιβάζ’ απάν’. Εγώ νόμιζα ήμαν δυο τόν’. Όλο το σώμα είχι μουμουλιάσ’ (πρήστηκα, φούσκωσε το δέρμα), δε μπορούσα να περπατήσω. Όταν ανέβηκα απάν’ μούδιασα απ’ το κρύο πού ‘ταν. Γιννάρς μήνας, Μι πήραν απάν’, αρχίτζαν να μι κάν εντριβές μι ουΐσκι, μ’ αυτά, οι Εγγλέζ’. Μι συνήφιραν λίγου μι τς ιντριβές ως να φτάσουμι σ’ ν’ Αγγλία, στου νουσουκουμείου. Έκατσα τριάντα μέρις στου νουσουκουμείου. Μιτά από τριάντα μέρις μι στέλνουν στην Αθήνα, πάω στο δικαστήριο να βγάλω αποζημίωση. Όλα τα είχα χάσ’ τα πράματά μου - σ’ όποια χώρα πήγινα επιρνα κι σουβινίργια για τα πιδιά- σιντόνια, χαμπάρια από την Αμερική κι απού παντού κι τα ‘χασα όλα. Τριάντα χιλιάδις αποζημίωση .
---------
* ο Διονύσης χρησιμοποιεί εικόνες του τόπου του. Ιδιαίτερα τον Όλυμπο τον έχουν «ψωμοτήρι» στη Σκοτίνα: «πιδί μ’ να τρανέψ’, να γίντζ σα ντουν Έλυμπου» λεν οι μάνες στο παιδί ή «γαμπρός ψηλός σα ντου Έλυμπου».όταν περηφανεύονται για το γαμπρό.

Περιπέτεια δεύτερη

     Κι ακόμα μια φορά κόπκι το καράβ’ στα δυο, στη μέσ’, στις Αζόρες, κάτω στην Αμερική. Εκεί τραβάει κι, άμα σου τύχ’ στην ώρα, εξαφανίζεσαι.
     -Κόπηκε απότωμα;
     -Πάτσι απάνω σι βριάχου κι ζύιασι (ζύγιασε) του καράβ’ κι έτσ’ κόπκι. Μας πέταξι καταή, ένας απού δω, ένας απού κει, μας πέταξι στην ξηρά όξου, στα βράχια κι εκεί γλίτουσάμι τέσσερις. Μας πέταξι το κύμα, η θάλασσα. Το καράβ’ ακυβέρνητο, δυο κομμάτια. Κι απού κει ύστιρα είπα «δεν ξαναπάω στη θάλασσα».

Σημείωση: Ο Διονύσης το είπε, αλλά δεν το ‘καμε. Δεν άντεξε στην ανεργία της εποχής. Ήταν δραστήριος, έτρεξε εδώ, έτρεξε εκεί, πουθενά δουλειές. Χαρακτηριστικά είναι τα λεγόμενά του: «Έκατσα, έκατσα κάμποσον καιρό κι είπα, γ… τη μάνα, «κι εδώ δουλειές», δούλιψα, δούλιψα εδώ, εκεί, δεν έβγινι τίποτα, πουθινά. Ξαναπήγα, ζητούσα δουλειά. Βρήκα ένα καράβ’ ξανά, πήγινι Αμερική. Φέγου, πάω σ’ ν’ Αμερική. Έμεινα εκεί δυο χρόνια, λαθραία. Κι τουν Θόδωρο (Καλιαμπό) εγώ τον πήρα στο σπίτ’, το Γκάρα το Μιχάλ’. Αυτοί, τς είχα σπίτ’ ούλ. Ένα Μαρνέλα, τον θκο μ΄ το γιο στη Ν. Υ. *
-----------
* τους παραπάνω συμπατριώτες φιλοξένησε στο μικρό του διαμέρισμα. Αυτοί πήγαν στ Νέα Υόρκη αργότερα.