Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Τραγούδι: ο Γάμος στη Σκοτίνα




Στη δεκαετία του 1980 παρακάλεσα συμπατριώτες μου (άντρες και γυναίκες) να με βοηθήσουν στη συλλογή ντόπιων τραγουδιών (γάμου, αγάπης, κλέφτικα, μοιρολόγια, ιστορικά κλπ). Η αυθόρμητη προθυμία τους ήταν συγκινητική. Τους ευγνωμονώ εγκάρδια. Μερικά από τα τραγούδια του Γάμου παρατίθενται παρακάτω, όπως ακριβώς τα άκουσα (βλέπε και βιβλίο μου «Λαϊκή παράδοση στον Κάτω Όλυμπο», τεύχος β και ανάρτηση ιστοσελίδας 17.12.14).



1. ΣΑΡΑΝΤΑΠΕΝΤΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ
            (αργό επιτραπέζιο)
           
            Σαρανταπέντι Κυριακές      
            κι ιξηνταδυό Διφτέρις
            δεν είδα την αγάπη μου      
            μια ώρα στουλιζμένη.

           Ιψές την είδα στου χουρό
            κι αντιπροψές στη βρύση
            κι μι του μάτι ν’ έκανα 
            κι μι τα χείλη τ’ λέου:

            - Μωρή νιραντζουμάγουλη
            κι γαϊτανοφρυδούσα,
            πότι θα έρθου μια βραδιά,
             ένα Σαββάτου βράδυ,
            να είν’  η μάνα σ’ σ’ ν’ ικκλησιά,
             ι πατέρας σ’ στο μπαρμπέρη,
            τα δυο ‘δερφάκια στο σκολειό,
            τα δυο τ’ αγαπημένα

2. ΣΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑ ΣΟΥ.ΚΥΡ ΓΑΜΠΡΕ
                           (ευχές στο γαμπρό)
            Στου κίνημά σου, κυρ γαμπρέ,
            στου ξιπρουβόδιμά σου,
            καλά να πας, καλά να’ ρθείς
            κι πίσου να γυρίσεις.

            Να φέρεις κόρη έμουρφη,
            ξανθή κι μαυρουμάτα.
            Ψιλή, λιγνή σα ντου διντρί,
            λιγνή σα ντου καλάμι.

            Να φέρ’ η μάνα τα στουλίδια,
            να στουλιστώ, ν’ αλλάξου.

            Γαμπρός θέλου να γίνου,
            νύφη θέλου να πάρου.

3. ΤΡΑΒΗΞΤ'  ΑΛΑΦΙΑ
                 (αργό επιτραπέζιο)

            Τραβήξτ'  αλάφια, τραβήξτι
            να φτάσουμι λιμέρι.
            Να φαν τα ‘λάφια’ μάραντα
            κι οι μούλις το τριφύλλι.

            Να πιεί ι νιός γλυκό κρασί,
            ρακί ματαβραζμένου.

            Να φά’ η κόρη μ’, να πχεί ι νιός
            να πχεί κι να θυμάτι.
            - Θυμούμι τη μανούλα μου,
            θυμούμι του μπατέρα,
            θυμούμι κι τ’ αδέρφια μου.
           
7. ΟΜΟΡΦΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ
                  (έπαινος στη γυναίκα)

            ΄Ομορφο μαργαριτάρι
            που πουλιέτι στο παζάρι,
            τ’ αγοράζουν λεβεντάδις,
            λεβεντάδις παλικάρια.
           
Κι όποιος έχ’ καλή γυναίκα,
            στη χαρά να μή μπααίνει.
            Τη χαρά την έχ’ στου σπίτι.



Σημείωση: Τα τραγούδια, χορευτικά και μη, ακούστηκαν  από την μικτή χορωδία του χωριού με την ευκαιρία της επίσκεψης της ΕΡΤ στη Σκοτίνα στις 28 Σεπτεμβρίου 1971 (Μακεδονικό Συγκρότημα του Μανόλη Παπαγεωργίου)..
----------


Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Κατοχή: οβίδα στο κορίτσι





                 «Βάρσι ι Σκαρλάτους» τη Γραμματή Συντριβάνη

               Οι Γερμανοί (στην Κατοχή) είχαν το πολυβολείο στο Σκαρλάτο της Λεπτοκαρυάς. Από το φυλάκιο του Σκαρλάτου βομβάρδιζαν την περιοχή της Σκοτίνας. Στόχευαν όπου έβλεπαν φως. Γκαζόλαμπες και δαδιά.  Το περιστατικό που ακολουθεί αναφέρεται στο θανατηφόρο ατύχημα της Γραμματής Συντριβάνη που κατοικούσε στον οικισμό «Σπίτια»* της Κάτω Σκοτίνας. Αφηγητές οι: Όλγα  Βαγγελάκινα και Θανάσης Γερομιχαλός.   

      
                                      Στα πρώτα σπίτια που φαίνονται υπήρχε (προπολεμικά)
                                      ο οικισμός "Σπίτια", όπου και το σπιτικό της Γραμματής
                                      Συντριβάνη. Στο βάθος το Κάστρο του Πλαταμώνα.


1.      Όλγα Βαγγελάκινα (1914-2009, συνέντευξη 25.8.1996)


         Στου Σκαρλάτου είχαν φυλάκιου οι Γιρμανοί. Ένα κουριτσάκ’ τς Νάσινας τς Συντριβάνινας -αδιρφή ντ Γκουτζιαμάν’- έφυγνι απού ‘δώ απ΄τη θκή μ’ τ’ συνφάδα κι πάηνι κα τ’ μάνα τ’. Συνφάδα μ’ ήταν η Πινέλου η Βαγγιλάκινα. Απού ‘κεί έφυγνι μι τ’ χειρόλαμπα στα χέρια. Α, όχ’, μι του δαδί έφυγνι.  Κι η Σπασία βγήκι όξου κι λέ’:
               -Ισύ, κουρίτσι μ’, πού πας;
               Μι του «πού πας», έκατσι του κουρίτσ’. Είδι ι Σκαρλάτους απ’ τ’ Λιφτουκαρυά κι σι λέει «αντάρτς είνι». Ήταν καραούλ’ ιδώ ψηλά. Σ’ τζ Γραμματής ‘Κουνόμινας του σπίτ’. Του σκότουσαν του κουρίτσ’, απ’ λες. Το ‘βγαλαν τα ‘ντιρα όξου. Ουβίδα ΄ήρθι ‘π’ του Σκαρλάτου. Του σκλί κάθουνταν ούλ’ νύχτα κι του φύλαγι. Καμιά βουλά έρχιτι ι Νάσιους ι Συντριβάντζ να φουνάζ’:
               -Πινιλόπ’, Πινιλόπ’!
               Τρουμαγμέν’ κι η Νάσινα: «Πινιλόπ’, μουρή Πινιλόπ’!» «Τι φουνά ‘ιζ μάνα»; «Που ‘νι η Γραμματή, μουρή; Είντην αυτού»;
               Σκώνουντι, τηρούν αυτές. Γλέπν του κουρίτσ’ σκουτουμένου. Τ’ άντιρα αφμένα καταή. Του κουρίτσ’ το ‘φαγι ι Σκαρλάτους. Θα ‘ταν κατά του ’42 Μαρτχιάτκα. [Οι Γερμανοί είχαν φυλάκιο στο Σκαρλάτο. Το κοριτσάκι της Νάσινας Συντριβάνινας -αδερφή του Γκουτζιαμάνη, δηλ. του Θεοχάρη Συντριβάνη- έφευγε απ’ εδώ, από τη δική μου συνυφάδα και πήγαινε προς τη μάνα του. Συνυφάδα ήταν η Πινελόπη του Βαγγελάκου. Από το μέρος εκείνο έφευγε κρατώντας τη χειρόλαμπα, ή μάλλον, δαδί στα χέρια. Και βγήκε έξω η Ασπασία, η μητέρα της και λέει:
               -Πού τέτοια ώρα κορίτσι μου; Πού πας;
               Με το «πού πας», κάθισε το κορίτσι. Είδαν φως οι Γερμανοί από το Σκαρλάτο της Λεπτοκαρυάς και σου λένε «αντάρτης είναι». Άλλωστε εδώ ήταν ψηλό καραούλι. Σκότωσαν το κορίτσι ακριβώς στο σπίτι της Γραμματής Οικονόμινας. Του έβγαλαν τα έντερα έξω. Το σημάδεψε οβίδα από το Σκαρλάτο. Εντωμεταξύ το σκυλί κάθονταν δίπλα του όλη τη νύχτα και το φύλαγε.
               Κάποτε καταφτάνει ο Νάσιος Συντριβάνης, πατέρας του κοριτσιού, φωνάζοντας:
               -Πινελόπη, Πινελόπη!
               -Ταραγμένη και η Νάσινα, φωνάζει: «Πινελόπη; Μωρή Πινελόπη»! «Τι φωνάζεις μάνα»;» Πού είναι η Γραμματή, μωρή; Είναι αυτή εκεί»;
               Σηκώνονται οι γυναίκες και τι να δουν! Βλέπουν το κορίτσι σκοτωμένο. Τα έντερα πεταμένα κάτω στο χώμα. Το κορίτσι το έφαγε ο Σκαρλάτος. Θα ήταν τότε Μάρτης του 1942].

2. Αθανάσιος Α. Γερομιχαλός (συνέντευξη 8.3.2003)

      Οι Γιρμανοί τότι είχαν ξικινήσ’, επειδή του πρώτου του ΕΛΑΣ άρχισι να κάν’ εμφάνιση. Πηγαίναν κάτ’ αυτού δίπλα σ’ ντ γαλαρία σ’ τς μπριές ιδώ σ’ τς Παντλιμουνίτκις κι ανατινάζαν. Έβαζαν δυναμίτις οι αντάρτις. Κι οι Γιρμανοί είχαν ένα κανόν’ που είνι η Λιφτουκαρυά τώρα, απού κείν μιριά κι ρίχναν μι του κανόν’. Όπ έγλιπαν φώς έρχναν. Του Γκουτζαμάν’ του γξέρς; Μια αδιρφή τ’ μικρή, ίσια μι Γκαλούδα,  Κι είχι τ’ λαμπούλα στου χέρ’ -Γραμματή το ‘λιγαν -. Έφυγι απού του σπίτ’ κι πάει σ’ ν’ αδιρφή τ’. Του φως όμους φινόταν. Πού είνι ντ μπαρμπα Γιάν’ τ’ Κουμουρτζή του σπίτ’, απού πίσου μιριά. Οι Γιρμανοί μι διόπτρις κι μι ειδικά όργανα π’ τη μέρα τα είχαν όλα επισημασμένα. Μι μπρώτ’ ουβίδα δε ντου πέτυχι, μι ντ δεύτιρη του σκότουσι του κουρίτσ’. Μι του φώς που είδι. Κουμμάτια έγινι. [Οι Γερμανοί άρχισαν να εμφανίζονται, καθώς αντελήφτηκαν το ξεκίνημα του πρώτου ΕΛΑΣ. Οπλίτες του ΕΛΑΣ κατέβαιναν από το βουνό και πλησίαζαν τις μουριές τις Παντελεημονίτικες και ανατίναζαν τη γαλαρία. Οι αντάρτες βάζανε δυναμίτη. Οι Γερμανοί, από την άλλη μεριά, είχαν στήσει ένα κανόνι στη θέση που βρίσκεται σήμερα η Λεπτοκαρυά (Σκαρλάτος). Από κει, πυροβολούσαν τα σημεία στα οποία υπήρχε φως. Για παράδειγμα έχουμε συγγενικό πρόσωπο του Θεοχάρη, που τον λέμε Γκουτζιαμάνη. Τον γνωρίζεις; (Ναι, τον βγάλανε έτσι επειδή κυκλοφορεί με μοτοσικλέτα και για το λόγο αυτό τον παρομοίαζαν με τον Γκουτζιαμάνη που σκότωσε τον Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη). Αυτός είχε μία αδερφή μικρή. Στην ίδια ηλικία με την Καλούδα τη γυναίκα μου. Όπως βάδιζε προς το σπίτι του Βαγγελάκου, κρατούσε στο χέρι τη μικρή λάμπα. Το κορίτσι αυτό ήταν η Γραμματή. Έφυ
γε από το σπίτι της και βάδιζε προς την αδερφή της. Το φως, όμως, ήταν στόχος για τους Γερμανούς. Ακριβώς στο σημείο που βρίσκεται το σπίτι του θείου μας Γιάννη Κουμουρτζή. Στην πίσω μεριά. Οι Γερμανοί με διόπτρες και με ειδικά όργανα είχαν επισημάνει από τη μέρα τα μέρη αυτά. Ρίξανε την πρώτη οβίδα, η οποία δεν πέτυχε το σκοπό. Η δεύτερη οβίδα σκοτώνει το κορίτσι. Σκότωσε το κορίτσι, εκεί που άναβε το φως. Έγινε κομμάτια το σώμα της].
----------
* προπολεμικά στα «Σπίτια» κατοικούσαν οι: Οικονομαίοι (αργότερα πουλήθηκαν στον Τράντα-Μπατζιόλα), Συντριβαναίοι, Κουμουρτζαίοι, Καλαμαράδες (Δεληγιάννηδες), Τσινιαναίοι (Τσοτσιμίχου). 

Σημείωση: Για το οικογενειακό δέντρο της Βαγγελάκινας βλέπε ανάρτηση 21.1.15.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

Οι γονείς της Γραμματής Αθανάσιος Συντριβάνης και η 
σύζυγός του Ελένη το γένος Αποστόλου Αγγέλη. 

Ο αδερφός της Γραμματής Θεοχάρης

 
Η σύζυγος του Θεοχάρη Πηνελόπη το γένος Θ. Καλαμάρα
 


Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Κατοχή: ΠΕΙΝΑ


 
Αφήγηση: Θανάσης Γερομιχαλός

               Η πείνα της Κατοχής θέρισε τον κόσμο εκείνον τον καιρό. Για τη Σκοτίνα ο Θανάσης Γερομιχαλός του Αποστόλου με γλαφυρό τρόπο  (καλοκαίρι του 2003) αφηγείται:

            -Με την «πείνα» υποφέρατε εσείς;
            Δεν υποφέραμι ιμείς, του σπιτικό μας, γιατί είχαμι κι καλαμπόκι’, είχαμι κι στάρ’, είχαμι πουλλά φασόλια, τα ουποία δώσαμι κι κόζμου. Δανεικά τα ‘δινι ι πατέραζ μ’. «Πάτι συναλλάξτι μι πατάτις, μι καλαμπόκ, ξέρου γω τι, για να μπουρέσουν να ζήσουν οι άνθρουποι». Άλλοι υπέφιραν πάρα πουλύ. Θυμάμι συγκεκριμένα:  [Εμείς, η οικογένειά μου, δεν υποφέραμε. Γιατί διαθέταμε και καλαμπόκι, είχαμε και σιτάρι, είχαμε και πολλά φασόλια. Από αυτά δίναμε και στον κόσμο. Ο πατέρας μου τα έδινε δανεικά. Μας έλεγε: «Πάτε, κάνετε συναλλαγή με πατάτες, με καλαμπόκι, ξέρω εγώ με τι, για να καταφέρουν να ζήσουν οι άνθρωποι». Μερικοί υπέφεραν πάρα πολύ. Θυμάμαι, συγκεκριμένα].

Πρώτ’ πιρίπτουση ένας μπάρμπας μ’. Αυτός ήταν κάπουτι υπάλληλους σ’ έναν δισπότ’ ζ Γκατιρίν’, στου Βαρδάκα. Είχι πάρ’ απου κει πιατέλις, πιάτα. Σ’ τ’ Σκουτίνα ποιος είχι πιάτα; Κάτ’ τσιανάκια είχαν κι αυτά τρύπχια ήταν. Τα ‘βανάμι μουλύβ’, μουλύβ’ απ’ τς τράτις. Το ‘ζουνάμι, ήταν τρύπχιου του πιάτου, τα εμαγέ. Ικείνου άμα του τσίγκριζις, χαλούσι. Μι του γκιρό τρυπούσι. Κι έλιουνάμι μουλύβ’ κι το ‘βαζάμι στου κουτάλ’, έλιουνι τ’ αυτό κι «τακ» ζ ντρύπα κι πήγινι του μσο του μουλύβ’ απού κάτ’ κι του μσο που πάν’, η τρύπα να μικρίν’, τιλείους να μη γέν’ στιγανό, αλλά, τέλους πάντουν. Ι πατέραζ μ’ έκανι χουράφ’ μπρουστά στου σπίτ’, ιδω κάτ’, κι θυμάμι ήρθι απέξου μιριά, είχι σ’ ένα μισάλ’ μέσα, αυτά, τς πιατέλις, τα πιάτα κι λέ: «Απουστόλ’ -γιατί τη γναίκα τ’ ν’ είχι πρώτ’ αξαδέρφ’ η πατέραζ μ’- λέ’: «ρε Απουστόλ’, δώσι μι τίπουτα, πάρτα αυτά». «Τι να τα κάνου, αρά, μπάρμπα. Πιάτα να πάρου; Έχουμι πουρεύουμι. Έλα να σι δώσου λίγου».
               Τουν έδουσι λίγου αλεύρ’, «πάρτου, φάτου, δε θέλου ούτι πιάτα ούτι τίπουτα. Πάνι, δώστα αλλού πουθινά. Δε θέλου νε πιάτα, νε τίπουτα, έλα να σι δώσου λίγου...». Ήταν φιλότιμους ι πατέραζ μ’. Κι τουν έδουσι, τέλους πάντουν, λίγου καλαμπούκ’, αλεύρ’, να φκιάσ’ κατσιαμάκ’, να βάλ’ μέσα στα τσουκνίδια. Καμιά κουταλιά τέτοια. Πείνα!

[Πρώτη περίπτωση με τον θείο μου. Αυτός κάποτε ήταν υπάλληλος σε κάποιον δεσπότη της Κατερίνης, στον Παρθένιο Βαρδάκα (1904-1933). Από τη Μητρόπολη είχε πάρει μερικές πιατέλες, μερικά πιάτα. Στη Σκοτίνα ήταν σπάνια τα πιάτα. Είχαν οι άνθρωποι κάτι τσίγκινα πιάτα που και αυτά ήταν τρύπια. Για να βουλώσουμε τις τρύπες, βάζαμε μολύβι. Μολύβι που χρησιμοποιούσαμε στις τράτες. Βάζαμε ζωνάρι στο τρύπιο πιάτο, το εμαγιέ. Το πιάτο εκείνο, αν το τσούγκριζες, έσπαζε. Με την πολυκαιρία τρυπούσε. Και λιώναμε μολύβι, το βάζαμε στο κουτάλι, το μολύβι έλιωνε και «τακ» το βάζαμε στην τρύπα του πιάτου με τρόπο τέτοιο, ώστε το μισό μολύβι να πάει από κάτω και το άλλο μισό από πάνω. Έτσι η τρύπα στένευε, ώσπου στο τέλος βούλωνε τελείως, δεν υπήρχε στεγανό, αλλά το θέμα τέλειωνε. Ο πατέρας μου όργωνε το χωράφι μπροστά στο σπίτι, εδώ στην κάτω Σκοτίνα και θυμάμαι τον θείο μου, ήρθε έξω από το σπίτι, κρατούσε ένα περιτύλιγμα -πετσέτα-, όπου μέσα είχε αυτά τα πιάτα, τις πιατέλες και λέει: «Ρε Αποστόλη, δώσε μου λίγο αλεύρι και πάρε αυτά τα πιάτα». «Τι να τα κάνω, καλέ μου θείε. Πιάτα να πάρω; Έχουμε άλλα. Μπορούμε να εξυπηρετηθούμε μ’ αυτά που έχουμε. Έλα να σου δώσω λίγο αλεύρι».
               Του έδωσε λίγο αλεύρι και χαρίζοντάς το είπε: «Πάρ’ το, φά ‘το. Δε θέλω ούτε πιάτα, ούτε τίποτα. Πήγαινε αλλού και δώσε αλλού τα πιάτα. «Δε θέλω ούτε πιάτα, ούτε τίποτα. Έλα να σου δώσω λίγο αλεύρι». Ήταν φιλότιμος ο πατέρας μου. Του δίνει, τέλος πάντων λίγο καλαμπόκι, λίγο αλεύρι για να φκιάξει λίγο κατσαμάκι ή να βάλει αλεύρι μέσα στα λαχανικά, τα τσουκνίδια. Δηλαδή να χρησιμοποιήσει καμιά κουταλιά, τόσο μικρή κουταλιά. Πείνα!].

Δεύτιρη πιρίπτουση οι Γραμματζμέν’: Η πιθιεά μ’, Απουστόλινα Συντριβάνινα, είχι μύλουν. Ένας πατριώτς -συχουρέθκι κι αυτός φέτου- είχι πει να πουλήσ’ του σπίτ’. Είχαν πείνα. Κι πάει ι πιθιρά μ’ στου μύλου. Τότι, αν θυμάσι, όλ’ οι δημόσιοι υπάλληλοι, τς  είχι δώσ’ του δικαίουμα του δικαστήριου να παν να κάν έλιγχου κι βάσει απ’ αυτό του αξάι που έπιρνι ι νοικουκύρς, να παίρν κι αυτοί ένα μέρους απ’ αυτό. Κάθουνταν όλ’ μέρα στου μύλου. Ι καθηγητής πάει στου μύλου. Ικεί η πιθιρά μ’ έφκιανι κατσιαμάκ’, «χαπ» ι καθηγητής «ωρέ Λένου, η πιθιρά μ’ έρχνι κι λίγου λάδ’». Κι η πιθιρά μ’ έπιρνι μι του πριόν’, έπιρνι λίγου απού μέσα του μπόθου, -πόθους ξέρς τι είνι, αφού είχις μύλου.  Κι έπιρνι μι του πριόν’ κι ένα μικρό κτατούσι τ’ σακούλα. Πιδί δέκα, έντικα χρουνών, σαν ιμένα κι τουν έβανι μέσα στου μαντήλ’, ζ μπιτσέτα να του πάρ’ να του φκιάζν κουρκούτ’. Ό, τ’ έπιρνι του πριόν’. Ήταν φαρδύ, το ‘κανι έτσ’ μέσα στου μπόθου κι τς το ‘ρχνι μέσα σ’ αυτό.
            Οι άλλ’ καθηγηταί δε μπάτσι κανένας. Φάγκι ένας, είχι πάει μια φουρά. Πάει ι Μίχους, δε γξέρου αν ήταν κι η Καλούδα μαζί, τουν κυνήγσαν μι τς πέτρις κι δε ξαναήρθι. Άλλ’ είχαν πιριφάνεια, δε μπήγιναν, ούτι στου Λιουνίδα ούτι σι αυτό.

Δεύτερη περίπτωση, οι γραμματιζούμενοι. Η πεθερά μου Λένου Συντριβάνη του Αποστόλου διέθεται νερόμυλο. Κάποιος συμπατριώτης -  συχωρέθηκε κι αυτός φέτος (2003)- είχε αποφασίσει να πουλήσει το σπίτι. Υπέφεραν πολύ από την πείνα, τι να σου πω! Και πήγε η πεθερά μου στο μύλο (να ρυθμίσει κάπως τα πράγματα). Τότε, αν θυμάσαι, όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, είχαν το δικαίωμα από τα δικαστήρια να πηγαίνουν, να κάνουν έλεγχο στους μύλους και βάσει του δικαιώματος που έπαιρνε ο νοικοκύρης, να παίρνουν και αυτοί ένα μέρος απ΄ αυτό. Αυτοί καθόντουσαν όλη μέρα στο μύλο. Ο καθηγητής πήγε στο μύλο. Η πεθερά μου ετοίμαζε κατσαμάκι και ο καθηγητής «χαπ». «Ωρέ Λένου, η πεθερά μου έριχνε λίγο λάδι». Έπαιρνε με το πριόνι και του έδινε να φάει (ο καθηγητής). Από τον πόθο, αμπάρι του μύλου -ξέρεις τι είναι πόθος, μια και είχες μύλο (προπολεμικά είχαμε κι εμείς μύλο στην Άνω Σκοτίνα). Με το πριόνι έπαιρνε και αλεύρι και το παιδί κρατούσε τη σακούλα με το αλεύρι. Ο μικρός ήταν ίσα με μένα, μικρό παιδί, δέκα με έντεκα χρόνια. Άλλοτε άνοιγε το μαντήλι  -πετσέτα-, τύλιγε εκεί το αλεύρι, το πήγαινε στο σπίτι του για να το κάνουν κουρκούτη. Όσο έπαιρνε το πριόνι. Αυτό ήταν φαρδύ, το περιέστρεφε μέσα στον πόθο και προσπαθούσε να ρίξει το αλεύρι πάνω στη λεπίδα του πριονιού.
       Οι άλλοι είχαν εξαφανιστεί. Μια φορά μόνο αποφάσισε να πάει κάποιος, αλλά ο Μίχος της Μυλωνούς, αδερφός της Καλούδας (συζύγου μου) τον κυνήγησε με τις πέτρες. Μερικούς τους διέκρινε περιφάνεια. Κανένας δεν πήγαινε ούτε στο μύλο του Λεωνίδα Συντριβάνη, ούτε σ’ αυτόν το μύλο του Αποστόλη Συντριβάνη.
----------
Προσωπική εμπειρία
1. Στην Κατοχή πολύς κόσμος στη Σκοτίνα δεν είχε σιτάρι, ούτε καλαμπόκι. Τότε στην Άνω Σκοτίνα λειτουργούσαν τρεις νερόμυλοι. Γερομιχαλού Χρήστου (απάνω γειτονιά), Λιόλια Καρκαφίρη (στο Χασαπλιό) και Αποστόλου Καλιαμπού (κάτω γειτονιά). Θυμάμαι, ερχότανε στο μύλο μας οικογένειες κι αλέθανε κάστανα (παπαδούλες-ψημένα κάστανα), γιατί δεν είχαν καλαμπόκι. Εγώ, 6-7 χρονών παιδί αντάλλασσα μια χούφτα καλαμπόκι (δικό μας) με μια χούφτα αλεύρι από παπαδούλες (του πελάτη). Ήταν νόστιμες οι παπαδούλες!
2. Σχεδόν κάθε πρωί πήγαινα και καθόμουνα στο ντουβάρι του Καλιαμπέικου (σπίτι Καλιαμπού), ώσπου να με δει η ξαδέρφη μου Μαργαρίτα (Πουτιού δάμπλια θυγατέρα). Οι γονείς της διέθεταν καλαμπόκι. Μόλις με αντίκριζε, κατέβαινε κάτω στην αυλή και μου έδινε μια φέτα «φυλλουρίδα» ψωμί. Εγώ την έσφιγγα στο στήθος μου και τροχάδην πήγαινα για να φάνε και τα άλλα αδερφάκια.
3. Άλλες φορές ερχότανε στο σπίτι μου η Κατίνα, θυγατέρα του αγροφύλακα Θεοχάρη Ζιώγα-Ντουραλή. Μου έδινε καθάριο ψωμί (από σιτάρι) κι εγώ της έδινα «καλαμπκίσιου» (καλαμποκίσιο).
4. Ακόμα τριγυρίζει στο νου η θλιβερή εικόνα με το θάνατο μιας γειτόνισσας. Ήταν χειμώνας βαρύς. Η κακομοίρα ξυπόλητη πήγαινε στη βρύση «Μουζάς» για νερό. Ακολουθούσε το γνωστό δρόμο Μπιλιάγκα, Παπαζιώγα, Καλιαμπού, Πινακά, Μουζά. Ψωμί δεν είχε και η πείνα την οδήγησε στο θάνατο. Θεόσχωρέστην!
5. Πληροφορήθηκε ο θείος μου Βαγγέλης Γερομιχαλός (Κάτω Σκοτίνα) και σύζυγός του Όλγα Καλιαμπού ότι έγώ ζούσα τρώγοντας οξόφυλλα και «λιγκότσια» (Άνω Σκοτίνα). Με κάλεσαν στο σπίτι τους για να με προστατέψουν από την πείνα. Οι γονείς μου στην Άνω Σκοτίνα, εγώ στην Κάτω. Παρέα με τον ξάδερφο το Γιώργο βοσκούσαμε τ’ αρνιά και τρώγαμε παπάρα (γάλα με ψωμί). Αυτοί είχαν πρόβατα, καλαμπόκι, ψωμί. Μου κάνανε μεγάλο καλό. Ενέργεια άκρως συγκινητική, ανθρώπινη.
6. Και κάτι το θετικό: το χειμώνα «στούσα τς παΐδις» (έστηνα τις παγίδες) στον ελεώνα του Καλιαμπού κι έπιανα πολλά κοτσύφια. Θυμάμαι πως, μέχρι να ετοιμάσω τη μια παγίδα, άλλο κοτσύφι πιάνονταν στην άλλη. Αρκετοί συμπατριώτες γέμιζαν καλάθια με κοτσύφια και τα πούλαγαν στο Λιτόχωρο.         
----------
ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ: λιγκότσια (τα), ανοιξιάτικα αγριολούλουδα. Συνηθίζουν στη Σκοτίνα να τα φέρνουν στην εκκλησιά κατά τη γιορτή της Σταυροπροσκύνησης (ιερά λουλούδια). Τρώγονται και έχουν καλή γεύση.
πόθος: κάσα που χύνεται το αλεύρι ύστερα από το άλεσμα στο νερόμυλο,
τσιανάκι: πιατέλα, τουρκ. canak, «τσανάκα=μεγάλος πήλινος κεσές, στρογγυλός με υψωμένα πλαϊνά τοιχώματα: γιαούρτι σε τσανάκα» (λεξικό Μπαμπινιώτη).



Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Κατοχή: Σαμποτάζ στον Χελοπόταμο










 
Αφήγηση: Τσινιάνης (Πασιάς*) Ιωάννης (1925-)

Σε συνέντευξη που δόθηκε στις 12 Αυγούστου του 2004 ο μπάρμπα Γιάννης Τσινιάνης του Γεωργίου αναφέρεται στους χρόνους τα Εθνικής Αντίστασης και στη συμμετοχή του σε μάχες εναντίον των Γερμανών. Εν προκειμένω θυμάται το σαμποτάζ που έγινε σε φυλάκιο στην τοποθεσία «Χελοπόταμος» Λιτοχώρου:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Χτύπσαμι μέσα στου Χιλουπόταμου. Στου φυλάκιου.
            -Πού είναι ο Χελοπόταμος**.
            -Στου Λιτόχουρου. Ικεί στου Σταθμό, παραπέρα. Είχαμι ...ικεί πέρα για να σπάσουμι στου φυλάκιου.
            -Εσύ πού ήσουνα.
            -Στ' ανταρτικά. Ιγώ δεν ήξιρα του μέρους. Είχα κάτ' Λιτουχουρνούς ικεί πέρα, πιρνούμι απού κάτ' τη γραμμή. Βρήκα κι κάτ' κυδώνια στου μέρους ικεί, έφαγα κι κυδώνια. Νύχτα ήταν. Πάμι σ' ένα μέρους ικεί πέρα, να πιράσουμι άλλ' μια γκιφυρούλα κι να πάμι στου σκουπό που φύλαγι. Κι είχαν συρματουπλέγματα, αυτό του νησάκ'. Καβάλα τα συρματουπλέγματα ικεί, βγαίνουμι στου κεντρικό, ικεί ήταν σκουπός, φυλάκιου. Αλλά πάν στου δρόμου ήταν πουλλοί αντάρτις. Κι άκουγαν αυτοί είχαν το βλέμμα προς τα 'κεί του σκοπό. Φσούσι κι όλα λίγου. Βγαίνουμι ίσια, ίσια σ' ν' άκρια. Μόλις τουν γλέπου, Γιάν'..
            -Τι είδες;
            -Το σκοπό.
            -Των Γερμανών;
            -Ναι.
            -Τι καιρός ήταν;
            -Τώρα τουν Αύγουστο.
            -Ποιο έτος;
            -Το '44. Λοιπόν, μόλις τον βλέπω εκεί πέρα, -καλά ιτότι είχα 19-20 χρονών- μι μια σάλτα, που λες, τουν γράπουσα.
            -Με τα χέρια;
            -Μι τα χέρια. Τουν γραπώνω ικεί πέρα, κατάλαβι ι άλλους ι σκουπός απού κείν' μπάντα ντ γέφυρα. Αναστατώθκαν. Μόλις τουν έπιασα, τουν έδουσα τουν άλλουν, ύστιρα, του μπήρι κι έφυγι. Φτάν' του τάγκς. Πού να κρυφτείς τώρα μι του τάγκς. Γυρνώ πίσου. Δεν ήξιρα κι του μέρους, Γιάν', του τάγκς ικεί πέρα, προυβουλέας, κι άμα δε γξέρς του μέρους, κυκλουφουρούσι του τάγκς. Απού 'κεί αμπδώ σι μια μπάρα μέσα, απού δω απού κει, απού δω απού κει, πού να μιλήσου. Οι άλλ' είχαν φύγ'. Έμεινα 'γω.
            Ε, καμιά φουρά ξιμπέρδιψα. Βάν' κι του Μαυρουνέρ'. Στου Μαυρουνέρ' πέρα είχαν του επάκτιου, χτυπούσι. Χτυπούσι. Αφού έδουσαν σήμα αυτοί ύστιρα. Χτυπούσι. Ουβίδις.
            Πού χτυπούσε;
            -Χτυπούσι μέσα σι μας, στα Βαρκά, χτυπούσι δώθι, κείθι, γιατί έδουσι σήμα ικείνους, ότι...
            Απού δώ, που κει, καμιά βουλά ξιμπέρδιψα, αλλού έπιφταν ουβίδις...οι άλλ' έφυγαν, πάν απάν ζ Γκουντουργιώτσα. Μι κατάλαβι ένας Γιρμανός όι. Τς λέει ικεί απάν αυτός...Άρξα 'γω να πάνου, ώς να ξιμπιρδέψου, η ώρα δέκα πήγα απάν'. Ε, ήξιραν ορισμέν' γιρμανικά. Αυτός απού μ' έπιασι, λέ':
            -Δεν είντους.
            Κατάλαβι, ας ήταν κι νύχτα, όι! Κατάλαβι. Λοιπόν, καμιά φουρά, πήγα ικεί πέρα. Άλλ' ήλιγαν, ότι "αυτός στα χέρια δεν πιάνιτι, εκτός αν τον χτύπσαν". Για μένα. "Στα χέρια δεν πιάνιτι αυτός". Κουρασμένους, ταλιπουρημένους όλ' νύχτα πήγα απάν' ζ Γκουντουργιώτσα. Ικεί σ' τς άλλ', στου τάγμα. Πήγα καμιά βουλά ικεί απάν', μ' είδι αυτός...
            -Ποιος ήταν επικεφαλής τότε, θυμάσαι κανέναν;
            -Ε, δε θυμάμι, ήταν κι ι Φωτεινός. Ήταν κι άλλ', ο Ιωσηφίδης...Αυτός, όπως είχα μάθ', ήταν υπολοχαγός στο στρατό, στον εθνικό στρατό κι ύστιρα ήταν διοικητής σι μας. Ήταν φουβιρό να τουν καταλάβς. Ήταν ένας, δηλαδή, δεν ξανασταύρουσα τέτοιουν άντρα. Δηλαδή είχι ένα μουστάκ' κουντό μαύρου, στριμένου. Κι νέους, αρά, 30 χρουνών άνθρουπους μπουρεί να ήταν.
            Είχαμι κι μια διμοιρία Ιταλούς. Γιατί όσ' έφυγναν απ' τζ Γιρμανοί έρχουνταν σι μας, στ' ανταρτικά. Κι αυτοί μεταχειρίζουνταν αυτά τα βαριά τα πολυβόλα. Κι πάηναν κάτ' για του τάγκς. Κι αμπήτσα μέσ' στου νιρό ιγώ. Δεν ήξιρα κιόλα, απού πού να βγω. Νύχτα. Κι μ' άφσαν μόνο.

ΚΟΙΝΗ:          Να σου πω, Γιάννη, το σαμποτάζ που κάναμε στον Χελοπόταμο, στο φυλάκιο των Γερμανών.
            -Πού είναι ο Χελοπόταμος.
            -Στο Λιτόχωρο. Εκεί στο Σταθμό Λιτοχώρου, λίγο παραπέρα. Είχαμε προγραμματίσει να σπάσουμε μέχρι εκεί πέρα, στο φυλάκιο.
            -Εσύ πού ήσουνα.
            -Στα ανταρτικά. Προσωπικά εγώ δε γνώριζα την περιοχή. Στην παρέα μου είχα μερικούς Λιτοχωρίτες και μαζί προχωρούσαμε το δρόμο κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή. Βρήκα και έφαγα κάτι κυδώνια. Ήταν νύχτα. Πιάνουμε μια τοποθεσία εκεί πέρα, επιχειρούμε να περάσουμε ένα μικρό γεφύρι με σκοπό να φτάσουμε στο σκοπό που φύλαγε το φυλάκιο. Ήταν ένας περιορισμένος χώρος με συρματοπλέγματα. Καβαλάμε εμείς τα συρματοπλέγματα, προσπερνάμε προς τον κεντρικό δρόμο, αντικρύζουμε εκεί το σκοπό, το φυλάκιο. Αλλά πάνω στο δρόμο υπήρχαν πολλοί αντάρτες. Οι αντάρτες φαίνεται πως πήραν είδηση την παρουσία μας. Ο σκοπός κοιτούσε σε άλλη κατεύθυνση. Φύσαγε επίσης λίγο. Προχωράμε ίσια, ίσια, άκρη, άκρη. Μόλις τον βλέπω, Γιάννη...
            -Τι είδες;
            -Το σκοπό.
            -Των Γερμανών;
            -Ναι.
            -Τι καιρός ήταν;
            -Σαν τώρα, Αύγουστος.
            -Ποιο έτος;
            -Το '44. Λοιπόν, μόλις τον βλέπω εκεί πέρα, -καλά τότε ήμουνα νέος 19-20 χρονών- κάνω ένα σάλτο, που λες, τον γραπώνω. 
            -Με τα χέρια;
            -Με τα χέρια. Τον γραπώνω εκεί πέρα, ο άλλος σκοπός πήρε είδηση. Αυτός που φύλαγε στην άλλη άκρη της γέφυρας.  Αναστατώθηκαν. Πιάνοντάς τον εγώ καλά, τον παραδίνω στον άλλο της συντροφιάς μου. Ο συνάδερφός μου, ύστερα τον παρέλαβε και φύγανε. Εντωμεταξύ, καταφτάνουν τα ταγκς. Πού να κρυφτείς τώρα, που τα ταγκς βρίσκονται μπροστά σου! Αναγκάζομαι να επιστρέψω πίσω. Δε γνώριζα και την περιοχή, Γιάννη. Το ταγκ μπροστά μου με τον προβολέα να μας θαμπώνει. Και δυσκολεύεσαι πολύ, όταν είναι άγνωστος ο τόπος. Το ταγκ κυκλοφορούσε. Παίρνω απόφαση να ριχτώ μέσα σε μια μπάρα με μπόλικο νερό. Καταβάλλω κάθε προσπάθεια να βγω από τα νερά, σε ποιον να φωνάξω; Οι άλλοι είχαν απομακρυνθεί. Έμεινα μόνος και έρημος.
            Ε, καμιά φορά ξεμπέρδεψα. Οι Γερμανοί αρχίζουν να πυροβολούν και από το Μαυρονέρι. Πέρα στο Μαυρονέρι είχαν τα επάκτια. Από εκεί έριχνε οβίδες. Βαρούσε συνεχώς. Αυτό έγινε, όταν οι σκοποί δώσανε πληροφορίες για την παρουσία μας. Πέφτανε οβίδες σωρηδόν.
            Πού χτυπούσε;
            -Το επάκτιο χτυπούσε εμάς. Μέσα στο Βαρικό. Χτυπούσε προς τη μια πλευρά, χτυπούσε προς την άλλη. Γιατί εκείνος ο σκοπός έδωσε κανονικό σήμα ότι εμείς...
            Καταβάλλοντας όλες μου τις προσπάθειες να ξεμπερδέψω από τα βαλτώδη εδάφη, κάποια ώρα τα κατάφερα. Παραπέρα πέφτανε οβίδες. Οι άλλοι συνάδερφοί μου φύγανε. Προχώρησαν προς τα πάνω, την Κονταριώτισσα. Αμάν! Ένας Γερμανός με πήρε είδηση. Ειδοποιεί το γεγονός αυτό εκεί πάνω. Εγώ αργοπόρησα να φτάσω στην Κονταριώτισσα. Μέχρι να ξεμπερδευτώ η ώρα πήγε πάνω από τις δέκα.  Ε, μερικοί ξέρανε γερμανικά. Αυτός που με συνέλαβε, λέει:
            -Δεν είναι αυτός, αποκλείεται.
            Το κατάλαβε αυτός κι ας ήταν νύχτα. Το κατάλαβε. Λοιπόν, καμιά φορά, πήγα εκεί πέρα. Άλλοι λέγανε, ότι "αυτός στα χέρια δεν πιάνεται, εκτός κι αν τον χτύπησαν". Εννοούσαν εμένα. "Στα χέρια δεν πιάνεται αυτός". Κουρασμένος, ταλαιπωρημένος εγώ, όλη νύχτα έτρεχα για να 'ρθώ στην Κονταριώτισσα. Πήγα να ανταμώσω τους άλλους της παρέας. Στο τάγμα. Έφτασα, λοιπόν, κάποτε εκεί επάνω με είδε αυτός, ο αρχηγός.
            -Ποιος ήταν επικεφαλής τότε, θυμάσαι κανέναν;
            -Ε, δε θυμάμαι, ήταν κι ο Φωτεινός. Ήταν κι άλλοι, όπως ο  Ιωσηφίδης...Αυτός, όπως είχα πληροφορηθεί, ήταν υπολοχαγός στο στρατό, στον εθνικό στρατό και ύστερα ήταν διοικητής σε μας. Συναντούσε πολύ δυσκολία να τον καταλάβεις. Ήταν ένας μυστήριος άντρας. Δε συνάντησα τέτοιον άντρα στη ζωή μου. Συγκεκριμένα είχε ένα μουστάκι κοντό μαύρο, στριμμένο. Και νέος. Μωρέ 30 χρονών άνθρωπος μπορεί να ήταν.
            Μαζί μας είχαμε και μια διμοιρία ιταλών. Διότι όσοι φεύγανε από τα γερμανικά στρατεύματα προσκολλούσαν σε μας, στα ανταρτικά. Κι αυτοί μεταχειρίζονταν αυτά τα βαριά τα πολυβόλα. επωμίστηκαν το έργο να πυροβολούν τα ταγκς. Και πήδησα μέσα στο νερό εγώ. Χωρίς να γνωρίζω κιόλα την περιοχή. Από πού να βγω; Οι άλλοι φύγανε και με αφήσανε μοναχό. 
---------
* Πώς βγάλανε τον Γιάννη Τσινιάνη «Πασιά» θα μας τα πει ο ίδιος: Ήμασταν οι αντάρτις (Εθνική Αντισταση) στο Λόφο κι ένα βράδ' έτρουγάμι ριβύθια. Μιλάμι για του '44. Μ' έφιραν από ‘να τάγμα. Κι ήμαν απού δώ πέρα, απ' τ' μέσ' κι απάν γυμνός. Μ' ήφιραν ένα του γιρότιρου τάγμα. Ιγώ έτρουγα ριβύθια κι μι λέ' ένας "Σήκου ρε πασιά να παλέψ'. Σήκου"
-Σταματάτι, αρά, να φάου.
-Σήκου, σήκου.
Μόλις σκώνουμι απάν', ένας, γιρό πιδί, καθώς ήταν γκόλιου κι του πχιάνου απού δώ πέρα του μπράτσου, μπήκαν τα δάχλα μέσα, του γκάνου μια καταή ικεί πέρα, του μπάτσα, τουν λέου:
-Θες ξανά; Άντι φέγα, να μη σι πιτάξου ικεία κάτ', να σι πάρου 'π' του πουδάρ'...
Απού τότι μ' έβγαλαν "πασιά". Λιτουχουρνοί "σήκου πασιάκα μ'".

[Υπηρετούσαμε στο ανταρτικό κατά την περίοδο της εθνικής Αντίστασης με έδρα το Λόφο Πιερίας. Το βράδυ τρώγαμε ρεβίθια. Μιλάμε για το 1944 έτος. Με βάλανε σε ένα ορισμένο τάγμα. Και έτυχε να είμαι μισόγυμνος. Με βάλανε σε ένα από τα καλύτερα τάγματα. Τη στιγμή που έτρωγα τα ρεβίθια με πλησιάζει κάποιος και μου λέει: "Σήκω, επάνω, ωρέ πασιά, να παλέψεις. Σήκω".
-Σταμάτα, πρώτα να φάω και μετά παλεύουμε.
-Σήκω, σήκω τώρα.
Δε χάνω καιρό. Σηκώνομαι επάνω. Ο αντίπαλός μου ήταν δυνατός, γυμνός, καλό παλικάρι. Τον πιάνω από εδώ πέρα, από το μπράτσο, που τα δάχτυλά μου χώθηκαν στο σώμα του. Τον πιάνω καλά, τον ρίχνω καταγής εκεί πέρα, τον πατάω με τα πόδια μου. Στη συνέχεια του λέω:
-Θες ξανά; Άντε φύγε από εδώ για να μη σε πετάξω εκεί πέρα. Φύγε να μη σε αρπάξω από τα ποδάρια σου.
Από τη στιγμή εκείνη μου δώσανε την επωνυμία "πασιάς". Από την περιοχή Λιτοχώρου ήταν αυτός που είπε τη φράση "σήκω πασιάκα μου"].
----------
** Ο Χελοπόταμος πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα στη Γρίτσα και Σταθμό Λιτοχώρου. Στο έργο του Σωτήρη Μασταγκά «Χρονικά Λιτοχώρου», (τόμος όγδοος, σελίδα 43) σημειώνεται: «…ένα χιλιόμετρο μόνον έχει επιστρωθή μεταξύ Χελοπόταμου και Βαρικού».

 ΕΙΚΟΝΕΣ


                                           Το αντρόγυνο Γιάννη και Θεοδώρας Τσινιάνη

                                             Ο κ. Ιωάννης Τσινιάνης-πασιάς παραλαμβάνει
                                             το μετάλειο επαίνου από τη διεύθυνση Ελληνικής
                                            Χωροφυλακής. Το βραβείο δόθηκε για τα
                                            ανδραγαθήματα στην Ελληνική Αντίσταση