Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ιστορίες: Σχολικές ενθυμήσεις





Γερομιχαλός Μιχάλης του Νικολή (1921-1995)

Όμορφες, γλαφυρές ιστορίες. Μας τέρπουν όταν τις ακούμε. Κατάλληλος ο Μιχάλης στην τέχνη του λόγου. Κατάλληλος και ο ακαταμάχητος αείμνηστος δάσκαλος της Σκοτίνας. Ξακουστός με το όνομα Αθανάσιος Βλέτσης (1889-1982). Μισό αιώνα περίπου στο εκπαιδευτικό έργο. Όσοι τον έζησαν, ομολογούν ότι "τα γράμματα τα έμαθαν χάρις στο αυστηρό, συστηματικό, πειθαρχικό και ευσυνείδητο σύστημα του δάσκαλου". Η ιστορία που ακολουθεί εκφράζει την -ως είθισται στα μαθητικά δεδομένα- κωμική πλευρά του πράγματος. Η συνέντευξη έγινε στις 23 Ιουλίου του 1996 στο σπίτι του στο "Κοτσέκι".


-Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
-Σ' ν' απαλνή Σκοτίνα πήγα σχολειό ώς τη ντρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτ' απ' του Γκηψαρά. Πού 'ταν τα Μανέικα, πού 'ταν του Μήτρου του Ντήμου του σπίτ', του μαγαζί. Κουντά στ' Μακασή. Πιο πάνω απ' τ' Καρκαφίρ'. (Φοίτησα στο δημοτικό σχολείο στην Άνω Σκοτίνα. Πήγα μέχρι την τρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτω από τον Κηψαρά. Συγκεκριμένα εκεί που ήταν τα σπίτια των Μαναίων και το σπίτι του Μήτρου του Δήμου, όπου και το μαγαζί τους. Κοντά στο σπίτι του Κοτσιβού-Μακασή, λίγο ψηλότερα από το σπίτι του Καρκαφίρη).
-Σε έδειρε καμιά φορά ο δάσκαλος;
-Μ' τι δε μ' έδειρι! Μια φουρά χτυπήσαμι του Μίχου του Γκαραμπίνα μι του Γρηγόρ' του Μπλέτσιου-Πινακά. Πιδιά. . . μαλώσαμι, τουν χτυπήσαμι. 'Ηρθι η μανιά η Γκαραμπίνινα, η Χρίστινα, στου δάσκαλου, έκανι τα παράπουνα. (Βεβαίως με έδειρε. Ήταν δυνατόν να το αποφύγει κανείς; Μια φορά εγώ με τον Γρηγόρη Βλέτση χτυπήσαμε τον Μίχο-Καραμπίνα. Ε, παιδιά ήμασταν, μαλώναμε, παίζαμε. Τον χτυπήσαμε. Αμέσως έρχεται για παράπονα στο δάσκαλο η γιαγιά Καραμπίνινα, η Χρίστινα).  
-Πού τον χτυπήσατε, έξω από το σχολείo;
-'Εξω. Σ' ν' αυλή τ' παπά Λιουνίδα. Κι έκανι παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο.  'Οταν ήθιλι να μας απουλήσ' ο δάσκαλος, φουνάζ' πρώτα το Γρηγόρ' το Μπινακά: (Έξω. Στην αυλή του σπιτιού του παπά Λεωνίδα. Και έκανε παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο. Πριν σχολάσουμε από το σχολείο, ο δάσκαλος καλεί πρώτα το Γρηγόρη τον Πινακά):
-Πινακά, έβγα έξω.
-'Οχ', δε βγαίνου, λέ' ικείνους.
-Δε βγαίντζ';
Πααίν' του μπχιάν' απ' του σακκάκ', απ' γκουκούλα που 'χαμι -είχι χιόν' πουλύ όξου- του μπχιάν' απού κει, μια κι στου μπίνακα. Τουν ρίχν' καμπόσις, του μπαίρ',  του μπααίν' μέσ' στου γραφείου. Του γκλάει μέσ' στου γραφείου. 'Ερχιτι η σειρά η δικιά μ'. (Προχωράει ο δάσκαλος κατεπάνω του, του πιάνει το σακάκι, από την κουκούλα της κάπας, που λέμε, -έξω είχε πολύ χιόνι- τον γραπώνει, λοιπόν, από εκεί, τον σπρώχνει προς τα μπρος και πέφτει ο άλλος στον πίνακα.  Του ρίχνει αρκετές σφαλιάρες, τον σέρνει μέσα στο γραφείο. Τον κλείνει μέσα στο γραφείο. Έρχεται η δική μου η σειρά):
-Γιρουμιχαλέ, έβγα έξου!
Βγαίνου. Κι ΄γω τα ίδια. Απού του θρανίου που κάθουμαν, στου μπίνακα πάει του κιφάλ΄, ένα κι ένα. Μι πάει μέσα. Φουνάζ΄ του Γκαραμπίνα του Μίχου: (Βγαίνω. Επαναλαμβάνονται τα ίδια και σε μένα. Όπως καθόμουνα στο θρανίο, το κεφάλι μου έφτασε στον πίνακα. Αστραπιαία. Με τραβάει μέσα στο γραφείο. Φωνάζει, εντωμεταξύ, τον Μίχο Καραμπίνα):
-΄Εβγα Γιρουμιχαλέ (ο Καραμπίνας λέγεται Γερομιχαλός).
-Ι Μίχους σηκώθηκε.
Δε μας βάζ΄στου γραφείου μέσα σαν κρατητήριου, ούτι στου κατώι κάτου. Μας βάζ΄στ΄απαλνό του δουμάτιου. Χιουνιά έξου ένα ζνάρ΄. Ιμείς, τώρα, τι να κάνουμι! Συννουϊούμιστι κι οι τρεις να βγάλουμι τη μπόρτα. Ι Καραμπίνας, ι Γρηγόρς κι ΄γώ. Στυλώνουμέστι στη μπόρτα ικεί οι δυο κι την ξιρριζώνουμι τη μπόρτα. Ν ΄είχι δυο κλειδαριές απ΄όξου. Είχι κι τηλέγραφουν τηλιγμένουν (σύρματα απού ΄χαν τα τηλέφωνα). Αφού βγάλαμι τς ριζέδις απ΄μπόρτα, άνοιξι η πόρτα. Βγαίνουμι έξου. Να κατιβούμι κάτου, όμως, δε μπουρούμι ν΄ανοίξουμι ν΄άλλ΄μπόρτα. Απού μπαίναμι μέσα (εξωτερική). Κι απ΄του μπαλκόν΄ πατάμι απάν΄στου ταχυδρουμείου,  στου ντβάρ΄(το κουτί). Πατάμι ικεί κι πηδήσαμι στα χιόνια καταή κι οι τρεις. Ιγώ πάτσα στου ταχυδρουμείου.
Κι απού τότι ιγώ δε γξαναπάτσα σχουλείου. (Δε μας κρατάει στο γραφείο του σαν κρατητήριο, ούτε κάτω στο κατώι. Μας κλείνει στο επάνω δωμάτιο. Το χιόνι έξω είχε ύψος ένα ζουνάρι, δηλαδή μέχρι τη μέση μας. Εμείς τώρα πώς να φερθούμε! Συνεννοούμαστε και οι τρεις να χαλάσουμε την πόρτα. Ο Καραμπίνας, ο Γρηγόρης κι εγώ. Στυλωνόμαστε εκεί στην πόρτα οι δυο και την ξεριζώνουμε. Την είχε κλείσει απ' έξω με δυο κλειδαριές. Την είχε τυλιγμένη με καλώδια και σύρματα, τα οποία χρησιμοποιούσαν στα τηλέφωνα. Αφού βγάλαμε τους μεντεσέδες από την πόρτα, άνοιξε η πόρτα. Απελευθερωνόμαστε, πεταγόμαστε έξω. Δεν υπήρχε, όμως, δυνατότητα να κατεβούμε κάτω, γιατί δε μπορούσαμε να ανοίξουμε την πόρτα. Εννοώ την εξωτερική πόρτα. Σκαρφιζόμαστε κάτι άλλο· από το μπαλκόνι πατάμε πάνω στο γραμματοκιβώτιο, το οποίο ήταν κρεμασμένο στο εξωτερικό ντουβάρι. Πατάμε εκεί και πεταγόμαστε καταγής στα χιόνια. Εγώ, θυμάμαι, πως πάτησα στο ταχυδρομικό κουτί. Κατεβαίνουμε κάτω και οι τρεις μας.
Και από τη στιγμή εκείνη εγώ δεν ξαναπάτησα στο σχολείο).
 ---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                             
                                                       Βλέτσης Αθανάσιος, δάσκαλος

           Στο σχολείο αυτό (Άνω Σκοτίνα) έμαθαν γράμματα οι πατεράδες μας

                          Το σπιτικό του Μιχάλη στην Κάτω Σκοτίνα, όπου έγινε η συνέντευξη