Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

ιστορία: ΣΚΟΤΙΝΑ-γενικά





1. ΘΕΣΗ

α. «Απαλνή, Ακατνή»-διάκριση. Η Σκοτίνα πιάνει την περιοχή του ΝΑ τμήματος του Κάτω Ολύμπου. Γειτονεύει με τα χωριά Λεπτοκαρυά, Καλλιπεύκη, άγιο Παντελεήμονα, Πλαταμώνα.  Στην τοποθεσία “Κατή” έχουμε το “τριεθνές”. Δηλαδή το σημείο, όπου ακουμπούν τα σύνορα τριών περιοχών: Σκοτίνας, Καλλιπεύκης και Κρανιάς. «Του Παντλιμουνίτκου δεν έφτανι ώς τ’ Κατή. Σταματούσι στου Γρουνουκέφαλου» (η περιοχή του αγ. Παντελεήμονα δεν έφτανε μέχρι την τοποθεσία “Κατή”. Σταματούσε στη θέση “ Γρουνοκέφαλο”  (Γ.  Λ. Οικονόμου).


 

Έχουμε Άνω (απαλνή) και Κάτω (ακατνή) Σκοτίνα. Παλιότερα το καθαυτό χωριό ήταν  η “απαλνή” Σκοτίνα. Στην Κάτω Σκοτίνα κατέβαινε ο κόσμος και συμμάζευε τα γεννήματα μέσα σε καλύβες. Για το λόγο αυτό η “ακατνή” πήρε το όνομα “Καλύβια Σκοτίνας”. Κατά το φθινόπωρο κουβαλούσαν τη σοδιά “σιαπάν” *. Επειδή δε η ταλαιπωρία ολοένα και μεγάλωνε, αναγκάστηκαν οι άνθρωποι να μετατρέψουν τις καλύβες σε σπίτια και, σιγά-σιγά, να φτιάξουν Εκκλησία και σχολείο. Έτσι εξηγείται το γεγονός, που η Κάτω Σκοτίνα είναι πάρα πολύ αραιοκατοικημένη (βλ. “η λαρωμένη Σκοτίνα” στο βιβλίο μου «η Σκοτίνα» 2007).
Κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, η παντός είδους σοδιά των κατοίκων του χωριού, πριν μετακομιστεί (συμμαζευτεί) στις καλύβες, συγκεντρώνονταν -αναγκαστικά- σε μια κεντρική αποθήκη, “κουτσέκ’” του τσιφλικά. Εκεί, μπροστά στους “τζιλέμπδις” (Τούρκους εφόρους) οι κάτοικοι άφηναν (εναπέθεταν) τα προϊόντα τους. Τα ταίριαζαν όλα σε “σουρούλια-σουρούλια” (σε σωρούς) τα φασόλια, τα σιτάρια, τα καλαμπόκια, τα ρεβύθια, τα κουκιά (κ’κιά), βρύζα κ. ά. Απ’ εδώ πήρε την ονομασία η πλατεία της Κάτω Σκοτίνας “Κουτσέκ’” (κοτσέκι).
Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο η κοινότητα μεταφέρεται από την Άνω στην Κάτω Σκοτίνα**. Δημοτικό σχολείο και ενοριακός ναός***  υπήρχαν και πριν τη σύσταση Κοινοτικού συμβουλίου.****
----------
* ο όρος “σιαπάν” είναι συνώνυμος με τον όρο “απαλνή”. Καθώς και ο όρος “σιακάτ” με την “ακατνή”. Όταν λέγανε λ.χ. “ι πατέρα ζ μ’ είνι σιακάτ”, εννοούσαν “ο πατέρας μου είναι στην Κάτω Σκοτίνα”. ΄Η, πάλι , με τη φράση “κα τα μούρκια ανέφκα σιαπάν”, δηλώνουμε, πως “κατά το σούρουπο ανέβηκα στην Άνω Σκοτίνα”.
** τελευταίος πρόεδρος στην Άνω Σκοτίνα φέρεται ο Δημήτριος Τσιομάνης (1937-38) Ο Τσιομάνης Δημήτριος κατάγονταν από την Καρυά Ελασσόνας. Έρχεται στη Σκοτίνα και εργάζεται ως κρεοπώλης. Παντρεύεται τη χήρα Τριανταφυλλιά, η οποία είχε δοθεί ως ψυχοπαίδι στον Ιωάννη Τράντα. Αποκτούν την Όλγα, σύζυγο του Θωμά Συντριβάνη. Η Τριανταφυλλιά (καταγωγή από Παντελεήμονα) είχε πρώτο άντρα τον Θωμά Δάμπλια από τον οποίο απέκτησαν τον Δημήτριο-Πουτιό Δάμπλια ή Τράντα. Για να κληρονομήσει τα κτήματα του Τράντα, διατηρεί το όνομα Τράντας.
*** ανεξάρτητα με το θέμα της Κοινότητας, ενορίες υπήρχαν δύο. Της Κοίμησης της Θεοτόκου (επάνω) και του Αγίου Γεωργίου (κάτω). Πρώτος εφημέριος της Κάτω είναι ο παπά Μιχάλης Τσιαπάρης, προκάτοχος του παπά Γιάννη Μπιλιάγκα (χειροτονία 1938), πεθερού του παπά Γιάννη Σκρέτα. Τελευταίος εφημέριος στην Άνω Σκοτίνα φέρεται ο παπά Λεωνίδας Οικονόμου (+1946).
**** η έδρα της κοινότητας μεταφέρεται από την Άνω στην Κάτω Σκοτίνα το έτος 1938 από διοικούσα επιτροπή, που την αποτελούν οι  α) Νικόλαος Ζιώγας (πρόεδρος), β) Νικόλαος Δάμπλιας, γ) Δημήτριος Μήτσιος και δ) Αθανάσιος Πλεξίδας.

β. Εμφύλιος. Στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου (1946-1949) η Σκοτίνα (Άνω και Κάτω) αδειάζει για να δοκιμάσει τους καρπούς της ξενιτιάς και τη μοίρα του ανταρτόπληκτου. Μετά τον επαναπατρισμό η Άνω Σκοτίνα εγκαταλείφθηκε εντελώς. Στη δεκαετία του 1980 εκεί ψηλά δε βλέπεις, παρά ετοιμόρροπα σπίτια, ερείπια και ερημιά. Και μια οικογένεια.  του μπαρμπα Νικόλα του Τράντα. Ό,τι χρειάζεται για να συντροφεύει την Παναγιά.

γ. Σήμερα. Στους τελευταίους καιρούς οι “καβαλαραίοι”* της “μηχανής” πάνε να σπάσουν ετούτη την ερημιά. Με τη διαφορά, πως ο “Πλάτανος”** λιγώθηκε στο θρήνο. Όχι για τη μαγάρα που θα ξεράσει ολόγυρα η ακόρεστη μανία της “εισβολής”. Αυτή θέρετρο έψαχνε. Ο “Πλάτανος” θα κλάψει για του τρανού χορού το χαμό και το θάψιμο της “Ουργιάνας”.***
----------
* αυτοί που κυκλοφορούν με ι.χ. αυτοκίνητα..
** ο μεγάλος πλάτανος της κεντρικής πλατείας της Άνω Σκοτίνας. Κατεπέκταση η ομώνυμη πλατεία.
*** παιχνίδι των νέων της Σκοτίνας, πού παίζεται γύρω από τον πλάτανο (βλ. κείμενο “Ουργιάνα” στο βιβλίο Ιω. Καλιαμπού «η Σκοτίνα» 2007).

2. ΟΝΟΜΑΣΙΑ

εκδοχή α. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι την πρώτη θέση στις ασχολίες των κατοίκων κατέχει η επεξεργασία σκουτιών. Τα σκουτιά (μάλλινα υφάσματα) τα πουλούσαν στην αγορά για να εξασφαλίσουν ένα μέρος “πόρου ζωής”. Από τα υλικά του ζώου (skot) καταςκεύαζαν τα υφάςματα. Για το σκοπό αυτό η κάθε οικογένεια διατηρούσε αργαλειό. Την άποψη αυτή ασπάζεται και ο αείμνηστος Παρθένιος Βαρδάκας, Μητροπολίτης Κίτρους, υπογραμμίζοντας: “το χωρίον ωνομάσθη Σκοτίνα εκ της κατεργασίας μαλλίνων υφασμάτων (σκουτιών) εις παλαιότερα νεροτριβεία”. Εξάλλου ο Δημήτριος Χατζόπουλος στην εφημερίδα "Ελεύθερος Άνθρωπος", 7.8.1932, υπογραμμίζει: Και το ευμορφότατον χωρίον του Κάτω Ολύμπου Σκουτίνα, ένα από τα δασωδέστερα ορεινά χωριά της Ελλάδος, οφείλει το όνομά του εις παρομοίαν υφαντουργίαν "σκουτιών" (οπα, σ. 298).
εκδοχή β. Ο  Π. Αναγνωστόπουλος, γυμνασιάρχης (και καθηγητής μου στο γυμνάσιο Κατερίνης), δανείζεται την άποψη από τον Σκοτίνα Δία και σημειώνει: “Άνω και κάτω Σκοτίνα προς διάκρισιν. Η άνω παλαιότερον εγκαταλειφθέν χωρίον εις υψ. 730 μ. εκλήθη κατά την παράδοσιν Σκοτίνα εκ της ομωνύμου τοποθεσίας του, διότι συχνά εκ της πυκνής ομίχλης και των νεφών καλύπτεται υπό σκότους...”.
εκδοχή γ. Στα σλαβικά η λέξη σκοτ σημαίνει κοπάδι και σκοτίνα μέρος κοπαδιού. Έχοντας υπόψη ότι η Σκοτίνα των Αντιχασίων ευνοούσε την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, υποθέτουμε ότι οι μετανάστες της παλιάς Σκοτίνας φέρανε και το όνομα στη νέα Σκοτίνα.
εκδοχή δ. «το όνομα του χωριού Σκοτίνα έχει παρετυμολογηθεί... εξ ανδρωνυμικού «Σκοτίνης», εξ ου Σκοτίναινα > Σκοτίνα...Η πληροφορία του Κώστα Κρυστάλλη ότι οι Σαμαρινιώτες αποίκησαν ή μετώκησαν στη Σκοτίνα, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν. Εάν η μαρτυρία αυτή αληθεύει τότε θα αφορά σε μέρος μόνον και όχι στο σύνολο των οικογενειών του χωριού. Αυτό σε συνδυασμό με τη νέα -και ορθή- ετυμολόγηση του ονόματος σημαίνει ότι η θέση της (Παλαιάς) Σκοτίνας ευρίσκετο στην πορεία νομάδων βοσκών, όπου διέμενεν εποχικώς, πριν η εγκατάσταση λάβει μονιμότερο χαρακτήρα» (Β. Παπαθανασίου)-«Υδρείον, φ.1)    
        
3. ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η αλματώδης μείωση του μαθητικού δυναμικού του δημοτικού σχολείου του χωριού, μας οδηγεί στο συμπέρασμα και της μείωσης των κατοίκων γενικά (υπολογίζουμε να ‘ναι, γύρω στους 1000).
Όσο για την προέλευσή τους, λένε, πως είναι απόγονοι “μιας μάζας ορεινών, που κατέβηκαν εδώ και 400-500 χρόνια περίπου από βόρειες περιοχές της χώρας (Ήπειρος ή Δυτική Μακεδονία).

4. ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Επίσημη αρχαιολογική ενημέρωση  -για την ώρα τουλάχιστο-  δεν έχουμε. Το ότι, όμως, πλείστα όσα παλιοντούβαρα βρίσκονται εγκατεσπαρμένα σε διάφορες τοποθεσίες της περιοχής, το γνωρίζουν και τα μικρά παιδιά της Σκοτίνας. Λεπτομέρειες για όλ’ αυτά αντλούμε από τους παρελάσαντες “τζιουμπαναραίους” (τσοπάνηδες). Αυτοί μας είναι και οι καλύτερες πηγές. Από τις παραδόσεις που κυκλοφορούν στο χωριό, υπογραμμίζουμε τις πιο γνωστές.

παράδοση α. Λέγεται, πως οι πρώτοι άνθρωποι του χωριού κατέβηκαν από τα ορεινά μέρη της Ηπείρου ή Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα, Κοζάνη) πριν από 450 περίπου χρόνια και εγκαταστάθηκαν  στην τοποθεσία “Λάκκα Γίδα. Εκεί έκαμαν το πρώτο τους χωριό.        Με τον καιρό, τόσο οι ξένοι επιδρομείς (γκέκηδες, Τούρκοι), όσο και διάφοροι πειρατές, άρχισαν να ενοχλούν τα χωριά που γειτονεύουν με τους κάμπους και τη θάλασσα. Οι κάτοικοι της λάκκα Γίδας, για να απαλλαγούν από τα βάσανα και τους κινδύνους που διέτρεχαν από τους δύο αυτούς εχθρούς, πήραν τα βουνά και εγκαταστάθηκαν, πια, στη νέα τους θέση (απαλνή Σκοτίνα).

παράδοση β. Άνθρωποι από την Ήπειρο ή Δυτική Μακεδονία, για να καλυτερέψουν  τη ζωή τους, πήραν το δρόμο της ξενιτιάς. Καθώς κατηφόριζαν προς τα παραθαλάσσια μέρη, γύρω στα 1350-1400 έφτασαν στην περιοχή της σημερινής Κάτω Σκοτίνας, που οπωσδήποτε, τότε, ήταν ακατοίκητη. Φαίνεται, όμως, πως δεν ήταν μονοιασμένοι και δε μπορούσαν να συνεννοηθούν. Γι’ αυτό χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες και, αντίστοιχα, έπιασαν τις θέσεις: η πρώτη ομάδα  -η πιο ισχυρή-  τη “Λάκκα Γίδα”, η δεύτερη ομάδα το “Χριστό σ’ τς Κότρις”, η τρίτη ομάδα την “Αγία Παρασκευή”.
Στην αρχή τα πράγματα πήγαιναν καλά, δούλευαν σκληρά καλλιεργώντας τη γη και πάλευαν νύχτα μέρα με την απασχόληση στην κτηνοτροφία. Στη συνέχεια δημιουργείται μια φιλοπόλεμη διάθεση ανάμεσα στα αδελφά, χωριά. Ρίχνονται στη μάχη για διαφορές ασήμαντες. Περισσότερη μανία παρουσιάζεται στα δυο γειτονικά χωριά “Λάκκα Γίδα” και “Κότρες”. Στην αρχή παλεύουν με τις χάρμπες*. Τα πνεύματα ανάβουν με αποτέλεσμα να πιαστούν στα μαχαίρια. Την άγρια κατάσταση πάνε να ημερέψουν οι κάτοικοι της “Αγίας Παρασκευής”. Στα άδικα όμως. Ώσπου, τόσοι νεκροί, τόσα κορμιά θάφτηκαν στο καραούλι, εκεί ψηλά, στη σημερινή θέση “Μνημόρια” (μνήματα=όρια των χωριών). Όσοι απόμειναν, κατάλαβαν, πως δε βοηθάει σε τίποτα το μικρόβιο της διχόνοιας και το δαυλί του εμφύλιου σπαραγμού. Δίνουν τα χέρια. Κτίζουν μαζί το χωριό τους στη θέση “Λάκκα Γίδα” και ξαναρχίζουν  -εκεί πάλι-  τον αγώνα της ζωής.
Όταν, αργότερα, εμφανίζονται οι επιδρομείς, οι πειρατές, οι κακοποιοί και τόσοι άλλοι εχθροί, παίρνουν “των ομματιών“ τους, χώνονται στο παρθένο δάσος, ξεπερνούν τα λακκώματα του “Λάκκου Τσιόκα”. Από ‘κεί  ανοίγονται στα πεύκα και ο πλαϊνός τους βγάζει στην οριστική τους εγκατάσταση: στην Άνω Σκοτίνα. Εκεί ρίχνονται στη δουλειά. Φτιάχνουν αργαλειούς, επεξεργάζονται υφάδια (σκουτιά).


παράδοση γ. Ο κύριος πυρήνας των κατοίκων μετανάστευσε από τη Σκοτίνα των Αντιχασίων στη Σκοτίνα του Ολύμπου (βλέπε ανάρτηση 13.11.2014 «Σκοτίνα Αντιχασίων».
----------
* χάρμπα (η), είδος τόξου, "τα παλιά χουργιά -Χριστός κι Λάκκα Γίδα-πουλιμούσαν μι τς χάρμπις" (Ι. Δήμος-Νικολός). Αυτό μαρτυρείται από ερείπια (ντβάργια) που σώζονται τόσο στο "Χριστό" στις Κότρες, όσο και στην περιοχή της Λάκκα Γίδας στην Κάτω Σκοτίνα.
----------
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η απορία εξακολουθεί να υπάρχει: οι αγιογραφίες του Αγίου Αθανασίου και «Χριστού» στις Κότρες μαρτυρούν πως κάποιο πολιτισμό κρύβει αυτός ο τόπος. Από την άλλη μεριά εξακολουθεί να υφίσταται η δικιά μας ενοχή για το σημερινό κατάντημα. Να πληροφορηθούν οι νέοι: α) το ιστορικό σχολείο (απαλνή) έπεσε, β) η «Παναγία» «πνέει τα λοίσθια», ο Αϊ-Θανάσης χαντακώθηκε κλπ, κλπ. Γιατί;

ΕΙΚΟΝΕΣ
Άνω-"απαλνή" Σκοτίνα, από τον Αϊ-Θανάση, παρέα με τους Τρανταίους (1961)

Κάτω-"ακατνή"- Σκοτίνα (τμήμα) παρμένη από τα "Μνημόρια (2009)

Ο Γιαλός-Παραλία Σκοτίνας (2010)

ο Πεύκος στο Γιαλό (Σκοτίνα) 








Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

ιστορία: Σκοτίνα Αντιχασίων-έρευνα

 
Το 1993 ο Λευτέρης Α. Καλιαμπός παρουσίασε σχετική μελέτη, ύστερα από έρευνα που έκαμε στην περιοχή Αντιχασίων. Με στοιχεία, που δημοσιεύτηκαν (από τον γράφοντα) στον ημερήσιο τύπο (“Ολύμπιο Βήμα”, 17.9.1994) αποδεικνύει πως οι κάτοικοι της Σκοτίνας, τουλάχιστο κατά το μεγαλύτερο μέρος, προέρχονται από το χωριό Σκοτίνα των Αντιχασίων. Τα ερείπια του χωριού αυτού εντοπίζονται δυο χιλιόμετρα δυτικά της Κουμαριάς, κοντά στη Βερδικούσα (ο γράφων επισκέφτηκε την περιοχή και έχει άμεση γνώση). Η μετανάστευση των κατοίκων της Σκοτίνας των Αντιχασίων στη Σκοτίνα του Ολύμπου έγινε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στοιχεία, κατά τα μέσα του 17ου αιώνα. Όλη η εργασία του Λευτέρη καταγράφεται παρακάτω με μερικές δικές μου παραλλαγές:

Λευτέρης Καλιαμπός

1. Οι ρίζες της Σκοτίνας. «Μια επίσκεψη σ' ένα κοινοτικό δάσος, που απλώνεται στις ανατολικές πλαγιές των Αντιχασίων ορέων, πάνω από το χωριό Βερδικούσα Ν. Λάρισας, στάθηκε η αφορμή για τούτη την έρευνα.
      Ήταν Αύγουστος μήνας του 1993 και, καθώς περπατούσα κατά μήκος μιας κορυφογραμμής των Αντιχασίων, κοντά στα όρια του κοινοτικού δάσους Βερδικούσας, ρώτησα τον δασοφύλακα Βερδικούσας να μου υποδείξει τα όρια του κοινοτικού δάσους, καθώς και την ονομασία του γειτονικού δάσους, που απλώνεται νοτιοδυτικά της κορυφής των Αντιχασίων, όπου ορίζονται τα όρια των νομών Λάρισας και Τρικάλων. Με μεγάλη μου έκπληξη άκουσα την εξής φράση:
           "Από τα όρια του νομού Λάρισας και δυτικά υπάρχει το δάσος "Σκοτίνα", που το εκμεταλλεύεται ο έμπορας Δερμανόπουλος από τα Τρίκαλα και το επιστατεί ο δασοφύλακας Θεόδωρος Μπίτης". 
       Ωστόσο, σε επίμονη ερώτησή μου, γιατί εκείνο το δάσος το ονομάζουν "Σκοτίνα", ο δασοφύλακας Βερδικούσας δε γνώριζε τίποτα. Η άγνοια αυτή του δασοφύλακα δε μ' άφησε ήσυχο. Το μυαλό μου πήγε στις διηγήσεις των πιο γερόντων της Σκοτίνας, που έλεγαν, ότι ήταν απόγονοι μιας μάζας ορεινών κτηνοτρόφων, που, εδώ και μερικούς αιώνες, κατέβηκαν από την Ήπειρο ή Δυτική Μακεδονία στη Σκοτίνα του Κάτω Ολύμπου (βλ.  "Λαϊκή παράδοση στον κ. Όλυμπο" Ιω.   Καλιαμπού). Την επόμενη μέρα, προσπαθώντας να βρω κάποιο πρόσωπο, που θα μπορούσε να γνωρίζει κάτι γύρω από την προέλευση του ονόματος δάσος "Σκοτίνα", πήγα στο δάσος "Σκοτίνα", όπου συνάντησα τον δασοφύλακα Θεόδωρο Μπίτη. Αυτός, εκτός του ότι επιστατεί στο δάσος "Σκοτίνα", κατάγεται και από το χωριό Λογγάς του νομού Τρικάλων, που γειτονεύει με το δάσος. Ο Δασοφύλακας αυτός, λόγω του επαγγέλματος και της καταγωγής του, αποδείχθηκε ότι γνώριζε πάρα πολλά για την περιοχή "Σκοτίνας". 
        Ανάμεσα από όλη τη διήγησή του καταγράφουμε τα παρακάτω στοιχεία, που μας ενδιαφέρουν άμεσα. 
            α. Πριν από μερικούς αιώνες στις νοτιοδυτικές πλαγιές των Αντιχασίων και σε υψόμετρο γύρω στα 700 μ. δυτικά από τα Καλύβια Κουμαριάς της περιοχής Αγριελιάς του νομού Τρικάλων υπήρχε ένα χωριό με την ονομασία "Σκοτίνα". 
         β. Όλοι οι γέροι των τριγύρω χωριών, όπως της Αγριελιάς και του Λιόπρασσου, του Κονισκά, του Λογγά και της Βερδικούσας, έλεγαν και εξακολουθούν να συζητούν ακόμη, ότι οι κάτοικοι του χωριού "Σκουτίνα" αρρώστησαν από μια φοφερή επιδημία. Όσοι απέμειναν, εγκατέλειψαν το χωριό και μετανάστευσαν στον Όλυμπο, όπου και έφτιαξαν νέο χωριό. 
            γ. Σήμερα η περιοχή της Σκουτίνας έχει έκταση 12.000 στρεμμάτων και τη νέμονται όχι τα γειτονικά χωριά, αλλά Μετσοβίτες. Αυτοί χρησιμοποιούν τους εκεί βοσκοτόπους ως χειμαδιά. Εξ άλλου τα Αντιχάσια προστατεύουν από τους βοριάδες ολόκληρη τη νοτιοδυτική περιοχή. 
        δ. Προς την περιοχή Βερδικούσας, μέσα σε δάσος οξυάς, υπάρχουν ερείπια παλιών νερόμυλων, που οι Βερδικουσιώτες τα ονομάζουν "Σκουτινιώτικοι μύλοι". 

2. Έρευνα της περιοχής «Σκοτίνα». Τα ατελή, αλλά έγκυρα στοιχεία που μας  ενδιαφέρουν για την εντόπιση του χωριού "Σκοτίνα" ποικίλουν ως προς την προέλευση. Το πρώτο στοιχείο προέρχεται απ' αυτή την ίδια την παράδοση όλων των γειτονικών χωριών. Πραγματικά. Από συνομιλίες που κάναμε με τους γεροντότερους όλων των γειτονικών χωριών και, κυρίως, με τους ανθρώπους της Αγριελιάς, δεν υπήρχε κανένας που να αμφισβητεί το χωριό αυτό. Όλοι τους το εντοπίζουν δύο χιλιόμετρα δυτικά της Κουμαριάς. 
        Τουρκικές πηγές για την ύπαρξη του χωριού και τον πληθυσμό του,   γενικά, δεν υπάρχουν. Φαίνεται, πως το χωριό δεν ήταν αξιόλογο, ώστε να είναι γραμμένο στις Οθωμανικές απογραφές των κελλαρίων. Ωστόσο. ως μεγάλης αξίας στοιχεία αρχειακού υλικού θα μπορούσαμε να βρούμε στα αρχεία Μητροπόλεων και μοναστηριών. Για το σκοπό αυτό έχουμε καταφύγει στις μελέτες του ιστορικού Κώστα Σπανού, ο οποίος μελετά τις Προθέσεις των μοναστηριών για όλα τα χωριά της Θεσσαλίας. Στο Θεσσαλικό ημερολόγιο του Κώστα Σπανού, που τηρείται στα αρχεία της βιβλιοθήκης του δήμου Λάρισας και συγκεκριμένα στο θεσσαλικό ημερολόγιο του έτους 1993, τόμος 23, σελίδα 89, βρίσκουμε γραμμένο το χωριό "Σκουτίνα" της επαρχίας Καλαμπάκας, όπου υπήρξε ένας αφιερωτής, που αφιέρωσε στη μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων το έτος 1613 (πρόθεση 215 της μ.  Βαρλαάμ). 
        Αυτός ο Σπανός ασχολείται πάρα πολύ με όλα τα χωριά της Θεσσαλίας. Τον συνάντησα και τον ρώτησα αν ξέρει κάποιο χωριό "Σκοτίνα",   που υπήρχε στην περιοχή της Καλαμπάκας και μου είπε, ότι, πράγματι εκεί στην περιοχή της Καλαμπάκας υπήρχε χωριό "Σκοτίνα". Τον ρώτησα,   βέβαια, από πότε μνημονεύεται αυτό το χωριό. Μου είπε, ότι, αυτός κυρίως ψάχνει ιστορικά στοιχεία ιερών Μονών. Και βρήκε στη μονή Βαρλαάμ μια αφιέρωση ενός βοδιού από έναν Σκοτινιώτη της περιοχής Αντιχασίων. Επί πλέον, για την υψηλή πιστότητά τους, πηγές είναι και οι στρατιωτικοί χάρτες κλίμακας 1:50.  000 ή ακόμη και αεροφωτοχάρτες κλίμακας 1:20.000, που τηρούνται στα αρχεία των δασαρχείων. 
      Πραγματικά,  μια έρευνα των χαρτών της περιοχής Αντιχασίων, έδωσε απρόβλεπτα αποτελέσματα. Όπως φαίνεται στους χάρτες, δυτικά της Κουμαριάς, είναι σημειωμένα τα ερείπια Σκουτίνας και τα οποία γράφονται επάνω στο χάρτη. Πιο πάνω και πιο νότια από το ρέμα Φουκαλιές, φαίνεται γραμμένο στο χάρτη το ρέμα Σκουτίνας ή Σκοτίνας, ενώ προς τις κορυφές του βουνού Αντιχάσια, πολύ πιο βόρεια από τα ερείπια Σκοτίνας, βλέπουμε γραμμένη τη λέξη "Σκουτίνα". Εκεί, δηλαδή, που βρίσκεται το ομώνυμο δάσος οξυάς. 
        Με βάση τα στοιχεία των χαρτών, είναι εύκολο να οδηγηθεί κανείς στα πραγματικά ερείπια της Σκουτίνας. Τα ερείπια αυτά, φαίνεται ότι έχουν μια ιστορία άνω των 300 ετών, αφού μέσα στο πέρασμα των αιώνων δύσκολα διακρίνει κανείς επιφανειακά θεμέλια των σπιτιών, αν δεν κάνει ειδικές ανασκαφές. Πάντως, προσεκτική παρατήρηση έδειξε την ύπαρξη ενός οικισμού με σπίτια, που, στα θεμέλιά τους τουλάχιστον ήταν λιθόκτιστα, με πέτρινες σκεπές, αφού πουθενά δε βρέθηκε υλικό με κεραμίδι. Ο τύπος του οικήματος που επικρατούσε, ήταν το τετράγωνο περίπου, μικρών, σχετικά,  διαστάσεων. Από το πλήθος των λίθινων σειρών βγαίνει το συμπέρασμα. ότι τα πέτρινα σπίτια δεν πρέπει να ήταν πολλά.  Υπάρχει, δηλαδή, η πιθανότητα να υπήρχαν στον οικισμό σπίτια, κατασκευασμένα από μικρούς πλίνθους, ή καλύβες ξύλινες. Διαπιστώνονται. επίσης, στενοί δρόμοι ανάμεσα στα οικήματα με παράλληλες κατευθύνσεις. Φαίνεται επίσης, ότι πολλά οικήματα επεκτείνονται και έξω από τον οικισμό, σύμφωνα με τις κτηνοτροφικές ανάγκες της τότε νομαδικής ζωής. 
        Αξιόλογα ερείπια παλιού νερόμυλου διακρίνει κανείς στις κορφές του βουνού Αντιχάσια και μέσα σε δάσος οξυάς προς την περιοχή της Βερδικούσας. Οι Βερδικουσιώτες τη θέση την ονομάζουν "Σκουτινιώτικοι μύλοι". Εκεί οι νερόμυλοι λειτουργούσαν μάλλον κατά τη θερινή περίοδο κάτω από τα άφθονα νερά του δάσους της οξυάς. Και τούτο, γιατί κατά τη θερινή περίοδο το ρέμα της Σκουτίνας στα χαμηλότερα υψόμετρα δεν κρατούσε νερό για τη λειτουργία νερόμυλων κοντά στο χωριό Σκουτίνα. 
     Παρατηρεί, λοιπόν, κανένας πως οι πηγές για την ύπαρξη του χωριού "Σκουτίνα" στη δεδομένη θέση βασίζονται, κυρίως, στην παράδοση των χωριών της περιοχής Αντιχασίων, παρά στην παράδοση των ίδιων των σημερινών Σκοτινιωτών στον Όλυμπο. Αυτό είναι φυσικό, γιατί, κάτι που έμεινε σ' ένα τόπο, το μαρτυρούν τα ίδια τα ερείπια. Γεγονός, που ανανεώνει συνεχώς τις αναμνήσεις από γενιά σε γενιά. Τα μόνα πενιχρά στοιχεία που έχουμε από την πλευρά των κατοίκων της σημερινής Σκοτίνας στον Κάτω  Όλυμπο, είναι οι διηγήσεις των γερόντων. Κατ' αυτούς οι πρώτοι κάτοικοι κατέβηκαν μάλλον από τα ορεινά μέρη της Ηπείρου ή δυτικής Μακεδονίας.
      Ωστόσο, μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόλογη η πληροφορία των Βερδικουσιανών, που υποστηρίζουν ότι στα παλιά χρόνια η Βερδικούσα ανήκε στο νομό Κοζάνης. Καθόλου απίθανο, λοιπόν, και η γειτονική Σκουτίνα,  ως κοινότητα των Αντιχασίων, να ανήκε διοικητικά στο νομό Κοζάνης και έτσι έμεινε ως ανάμνηση η ιδέα, ότι οι Σκοτινιώτες της σημερινής Σκοτίνας προέρχονται από τη δυτική Μακεδονία. Άλλωστε τα όρια Μακεδονίας-Θεσσαλίας επί τουρκοκρατίας δεν ήταν ξεκάθαρα. 

3. Μετανάστευση από Αντιχάσια στον Όλυμπο. Σ' ένα χειρόγραφο της μονής Σπαρμού, που χρονολογείται από το 1602 έως 1978, μνημονεύεται το νέο χωριό Σκοτίνα Ολύμπου για κάποιους αφιερωτές της στη Μονή. Στο βιβλίο του Ευαγ. Σκουβαρά, που εκδόθηκε μέσω της Ακαδημίας Αθηνών το έτος 1967 για την περιγραφή και ιστορία της Μονής Ολυμπιώτισσας Ελασσόνας, βλέπουμε στις σελίδες 166, 176, 245 και 252 να μνημονεύεται το χωριό Σκοτίνα Ολύμπου τόσο για τους αφιερωτές της, όσο και για τον πατριάρχη Καλλίνικο. Ο πατριάρχης Καλλίνικος γεννήθηκε στη Σκοτίνα και σε νεαρή ηλικία είχε ενταχθεί στη μοναχική αδελφότητα της Ολυμπιώτισσας. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 252 του βιβλίου που αναφέρουμε, η Σκοτίνα μνημονεύεται σε λίστα με άλλα αξιόλογα χωριά. Αυτό το κείμενο αποτελεί χειρόγραφο του έτους 1709 της Μονής Σπαρμού. Στη σελίδα 176 του βιβλίου,   η Σκοτίνα μνημονεύεται ως Σκουτίνα. Όπως, δηλαδή, την πρόφεραν οι Σκοτινιώτες. 
            Αν συγκρίνουμε τις Προθέσεις των Μονών Βαρλαάμ, που αναφέρονται στη Σκουτίνα των Αντιχασίων το έτος 1613, και του Σπαρμού, που αναφέρονται στη Σκοτίνα Ολύμπου το έτος 1709, βλέπουμε ότι μεσολαβεί όλη σχεδόν η περίοδος του 17ου αιώνα για να υποθέσουμε περίοδο μετανάστευσης. Αυτή θα πρέπει να έγινε κατά τα μέσα του 17ου αιώνα. Για την ενίσχυση αυτής της άποψης συνηγορούν και άλλες αξιόλογες πηγές,  Αυτές πάρθηκαν από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών-ΑΕ).
            α. Ένας από τους βασικότερους παράγοντες μείωσης ή μετανάστευσης πληθυσμών του 17ου αιώνα είναι η συχνότητα επιδημικών ασθενειών. Με ιδιαίτερη ένταση στη Θεσσαλία εμφανίστηκε η επιδημία του 1667- 68 (σελ,  154 τ,  ΙΑ' ιστορίας Ελληνικού Έθνους).
       β. Η επιδείνωση των κλιματολογικών συνθηκών, ήταν μια άλλη αιτία, που, πιθανώς εξανάγκαζε τους Μετσοβίτες να οδηγηθούν στα μέρη των Αντιχασίων και να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά τις χειμερινές περιόδους, στα χειμαδιά της Σκουτίνας. Το φαινόμενο της ψύχρανσης της ατμόσφαιρας είναι δεδομένο, ιστορικά, για τις χώρες της δυτικής Ευρώπης, που, σίγουρα, επηρέασε και τα πολύ ορεινά χωριά, όπως είναι το Μέτσοβο (σελ, 153, τ, ΙΑ' της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους). Η παραμονή των Μετσοβιτών στα χειμαδιά της Σκουτίνας σίγουρα προκαλούσε έριδες μεταξύ των Μετσοβιτών και Σκουτινιωτών, με αποτέλεσμα τη φυγή των δεύτερων. 
            γ.  Εκείνο, όμως, που πρέπει να ερευνηθεί βαθιά, είναι το περίεργο γεγονός της κατοχής της εγκαταλειμμένης γης όχι από κάτοικους γειτονικών χωριών, αλλά από Μετσοβίτες. Το ότι οι Μετσοβίτες, σήμερα, είναι κάτοχοι όλων των εκεί βοσκοτόπων, φαίνεται στο βιβλίο ιδιοκτησίας δασικών εκτάσεων, που τηρείται στο δασαρχείο Τρικάλων. Το πιο καταπληκτικό, όμως, αυτής της υπόθεσης, είναι ότι το Μέτσοβο από τη Σκουτίνα απέχει 150 χιλιόμετρα και, για τα μέσα συγκοινωνίας της εποχής εκείνης, αυτό θεωρούνταν τεράστια απόσταση. Ωστόσο, τη λύση αυτή του προβλήματος μας την παρέχει ένα ιστορικό γεγονός, που αξίζει να μνημονευθεί:
          Από τα μέσα του 15ου αιώνα οι βλαχόφωνοι κάτοικοι της οροσειράς της Πίνδου, που υποτάχθηκαν στον Μουράτ Β', εξασφάλισαν διάφορα προνόμια, τα οποία, μάλιστα, για τους Μετσοβίτες αυξήθηκαν το έτος 1659 επί της βασιλείας του Μεχμέτ Δ'. Αυτό συνέβη, επειδή οι Μετσοβίτες από παλιά διευκόλυναν το πέρασμα των τουρκικών στρατευμάτων στα στενά του Μετσόβου (σελ, 152, τ, Γ' της ανωτέρω ιστορίας). Χάρη στα προνόμια αυτά,   επιτρέπονταν η επικοινωνία πεδινών και ορεινών τόπων για τους νομάδες του Μετσόβου. Έτσι φαίνεται, πως τα προνόμια αυτά τους έκαναν κυριάρχους των βοσκοτόπων της περιοχής Σκουτίνας με αποτέλεσμα να εξαναγκάσουν τους Σκουτινιώτες σε μετανάστευση άλλα μέρη, ανατολικότερα, που θα ήταν μακρινά μέρη για τους Μετσοβίτες. 
---------- 

Σημείωση: Το καλύτερο βιογραφικό γράφεται από τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο. Στην περίπτωση του αδερφού μου Λευτέρη θα προσθέσω εγώ κάτι που του είναι άγνωστο: η στιγμή της γέννησης (πότε, που, πως).

Ήταν άνοιξη του1944. Στεκόμουνα όρθιος (εννιά ετών παιδί στον «μπαλινόντα» (παλιός οντάς, δωμάτιο), στο Καλιαμπέικο (σπίτι Καλιαμπού) στην Άνω Σκοτίνα πλάι στο τζάκι (παρστιά). Το παραθύρι του «παλινόντα» ήταν χαμηλό. Ακουμπούσε «ζ γκουρουμλιά» (κορομηλιά) της Γιαννούλινας Τράντινας.* Όταν η πόχα ξάνοιγε, το σκυλί χώνονταν και «χόρευε» στον «παλινόντα».  
Η μάνα χωρίς πόνους (δική μου αντίληψη) γεννάει ένα όμορφο παιδί, τον Λευτέρη (τον ονόμασαν έτσι για να φέρει τη λευτεριά). Μπροστά  μου  (λες και ήμουνα μαμή), «πέφτει» το μωρό. Εκείνη, ταλαιπωρημένη από την αγροτική πάλη, δεν επιθυμούσε άλλο παιδί (ο Λευτέρης ήταν το έκτο (και μετά από αυτόν γεννήθηκαν άλλα τρία). Κατέβαλε προσπάθειες να τον «ρίξει». Χαρακτηριστική η περιγραφή (1995) της Μαργαρίτας Δάμπλια-Μήτσιου (ξαδέρφης).

Του Λιφτέρ'! Η μάνα σ’ ήθιλι να τουν ρίξ’. Να, έκατσι ζ γκάσα, στου ζιστό, σ' ένα ντρανό ντινικέ. Έβραζι του νιρό. Έκατσι παναθέ έτσιάϊα. Έκατσι παναθέ να πααίν' ι άμπρους μέσα για να πέσ' (του παιδί). Μ' δεν έπισι. Να πααίν' ι αχνός ζ γκλιά. Να πααίν' μέσα, να του ρίξ'. Να πέσ'. "Δε μπέφτ' ", λέ'. Δεν έπισι. Στου γιατρό, στου Παλέμηνο πάει μι του πουδάρ'. Ήταν ντιλικάτου, δεν έπισι. [Το Λευτέρη! Να, η μάνα σας ήθελε να τον αποβάλει. Κάθισε στην κάσα. Κάτω έβραζε νερό σε έναν τρανό τενεκέ. Το νερό έβραζε. Αυτή κάθισε πάνω από το νερό, να, έτσι που σου δείχνω. Κάθισε κατά τρόπο τέτοιο, ώστε η άχνα από το ζεστό νερό να πάει μέσα στην κοιλιά με σκοπό να πέσει το παιδί. Το παιδί, όμως, δεν έπεσε, άντεξε. Εκείνη προσπάθησε να πάει αχνός στην κοιλιά. Έτσι θα διευκολύνονταν ο αχνός να προχωρήσει στο βάθος για να πέσει το παιδί. "Δεν πέφτει", φώναζε. Πράγματι δεν έπεσε. Στο γιατρό, στον Παντελεήμονα πήγε με τα πόδια. Ήταν ανθεκτικό, δυνατό το παιδί και δεν έπεσε]   
----------

* δυο μανιές (γιαγιές) που με "κυνηγούσαν" ήταν: πρώτη η Γιαννούλινα Τράντινα γιατί με έβλεπε να σκαρφαλώνω στην πελώρια «κορομπλιά» της για κορόμηλα (βόρεια του Καλιαμπέικου) και δεύτερη η Χρήστινα Τράντινα γιατί ανέβαινα στην ψηλόκορφη «μπριά» (μουριά) της και μάζευα μούρα (ανατολικά του  Καλιαμπέικου).
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

Ο Λευτέρης σε συγγενικό "τραπέζι"



    Χάρτης Σκοτίνας Αντιχασίων (προσανατολισμός), συντάχτηκε από τον Στέφανο Λαμπρ.            Σακκά, αγρον. τοπογράφο μηχανικό και ιδιώτη δασολόγο Τρικάλων Θεσσαλίας.

Δάσος οξιάς, στη Σκοτίνα Λογγά Τρικάλων 
(διαδίκτυο fotis Tentolouris)

 .