Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

τουρκοκρατία: ο Αγάς στην Παναϊά




        Η Χρυσούλα Μήτσιου-Καλιαμπού (1913-1997) μιλάει για τα ερείπια που βρίσκονται γύρω από την Παναϊά (Παναγία) στην Κάτω Σκοτίνα. Προπολεμικά η Παναϊά ήταν μετόχι του μοναστηριού των Κανάλων. Το εξωκκλήσι είναι αφιερωμένο στη Γέννηση της Παναγίας, όπως και τα Κανάλια. Η συνέντευξη με τη θεια Χρυσούλα γίνεται στο σπίτι μου στη Σκοτίνα (21.7.95). 

 
ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Ι Αγάς κάθουνταν ζ Μπαναϊά. Παναθέ σι κείνου του σπίτ’. Έφκιασι φούρνουν. Ζύμουνι. Στα κατώια έβανι ντ γιλάδα, ούλα, τς σουδιές. Κι έκατσι είκουσ’ χρόνια κι έκαμι πιδί. Του πιδί ήταν μούτου. Κι τουν είπι ι άλλους: «Να του πας στουν άγιου Διουνύσιου του παιδί. Κι θα πας να κοιμθείς ικεί». Θα του πάου», λε’.
Πήγαν στουν άγιου Διουνύσιου, προυσκύντζαν. Έβαλαν παράδις. Όπ’ήμασταν καλοί, ακουλνούσαν οι παράδις. Κι έπιρνι ‘κουσάρα, δικάρα.
          -Πώς κολλούσαν;
          -Να, πώς έχς αυτούια κι τς έκαμνάμι έτσια μι του χέρ’. Δικάρκου, ‘κουσάρκου κι ακουλνούσαν. Κι τα ‘χι παρμένα. Ποιος δεν ήταν καθαρός, έπιφτι καταή. Ύστιρα, αυτός που τόκαμι του πιδί, του πάει στουν άγιου Διουνύσιου. Του πάει, άναψαν τς λαμπάδις. Ι πατέρας τ’ απουκοιμήθκι. «Πατέρα, λε, η λαμπάδα ζήφσι. Σήκου να ν’ ανάψ’». Ουμίλσι του πιδί.
          «Ε!, πώς, πιδί μ’, πώς κουβάντγιασις»;
          Να ‘ναψι τ’ λαμπάδα. Άναψι κι άλλις. «’Αγιι Διουνύση μου, τι θέλς να δι δώσου τώρα; Τι είνι του τάξιμό σου»; «Τίπουτα δε θέλου», είπι ι άγιους.
          Τα ‘λιγι μουναχός τ’. Κατάλαβις; «Τι ζητάς»; «Άμα μπουρείς να φκιάις ένα ‘κλησάκ’. Αφού γίγκι του πιδί σ’ καλά, αυτού που κάθισι να στή’ις κι ένα ‘κλησάκ’ κι να μπεις Παναϊά».
Κι έρχιτι, κατιβάζ’ απ’ Γκαρυά μαστόρ΄κι άβαλι παναγίις κι ύστιρα ν’έφκιασαν. Ένα ξουκκλήσ’ ήταν, ιά όπους ήταν ι Αγιώρς. Κι ι Αγιώρς έτσ’ ήταν. Δεν αδουκέσι ισύ.
Ουμίλσι του πιδί. Κι ανοίγ’ αυτό του χουράφ’, του πίσου ι Τούρκους. Αυτός τα ‘γκσι, κι το ‘φκιασι αμπέλ’. Κι κατέβασι τς Καργιώτ’ κι το ‘σκαφταν κι τα ‘βανι τα τσίπρα, τα σταφύλια σι κείν’ ν’ ακατνή (κάμαρη) που έχ’ -ν’ είδις- ένα τέτχιου, ιδιαίτιρου. Ποιος ξέρ’ απού που το ‘βγαζι του κρασί. Κι τς ιλιές αυτός τς έχ’ βαλμένις. Ζ Μπαναϊά αυτήν.

ΚΟΙΝΗ: Ο αγάς κατοικούσε στην Παναϊά. Ακριβώς στο σπίτι που φαίνεται στα αριστερά του ναού. Φρόντισε, έφτιαξε φούρνο. Ζύμωνε ψωμί. Στα κατώια φύλαγε την αγελάδα. τις σοδιές κλπ. Κάθισε είκοσι χρόνια και απέκτησε παιδί. Το παιδί, όμως, είχε κάποια ασθένεια. Ήταν άλαλο. Και του είπε κάποιος: «Το παιδί σου να το πας στον άγιο Διονύσιο. Και θα μείνεις στην αγρυπνία, θα κοιμηθείς εκεί». «Θα πάω», λέει.
          Πήγαν στον άγιο Διονύσιο, προσκύνησαν. Ρίξανε και χρήματα. Συνέβαινε το εξής: όσοι, όποιοι ήταν αγνοί, καθαροί, είχαν ένα προνόμιο: τα χρήματα που βάζανε στην εικόνα του αγίου, κολλούσαν πάνω στην εικόνα. Τα δέχονταν, τροποντινά, ο άγιος.
          -Πώς κολλούσαν;
          -Να, πως. Ας πούμε ότι έχεις αυτό το σημείο που σε δείχνω κέρματα. Αυτά εμείς τα πιέζαμε με το χέρι πάνω στην εικόνα. Π.χ. δεκάρικο, εικοσάρικο…κι αυτά κολλούσαν. Κι ανήκαν, πια, στη δικαιοδοσία του αγίου. Όποιος, όμως, δεν ήταν καθαρός, αγαθός, αγνός, είχε άλλη τύχη: τα χρήματα που έριχνε στην εικόνα πέφτανε καταγής.
          Ύστερα απ’ αυτά, ήταν επόμενο αυτός ο γονιός να φέρει το παιδί στον άγιο Διονύσιο. Χωρίς καθυστέρηση το πήγε. Άναψαν τις λαμπάδες. Στη συνέχεια ο πατέρας του παιδιού νύσταξε, αποκοιμήθηκε. Τον βλέπει το παιδί: «Πατέρα, η λαμπάδα έσβησε. Ξύπνα, σήκω να την ανάψεις».
Ομίλησε το παιδί. Εμβρόντητος αυτός: «Ω! παιδί μου, πώς σου ήρθε η λαλιά σου»;
Την άναψε τη λαμπάδα. Άναψε κι άλλες. «Άγιέ μου Διονύσιε, τι θέλεις από μένα τώρα. Τι θες να σου δώσω. Ποιο τάμα θες να σου κάνω»; «Τίποτα δε θέλω», είπε ο άγιος.
Αυτά τα μονολογούσε μέσα του, κατάλαβες; -«Τι ζητάς από μένα τώρα»; -«Αν μπορείς φτιάξε ένα εκκλησάκι. Μια και το παιδί σου έγινε καλά. Σου το ξαναλέω, εκεί που κατοικείς ν’ ανεγείρεις κι ένα εκκλησάκι και να το ονομάσεις «Παναγία».
Κι έρχεται εδώ, φέρνει από την Καρυά μαστόρους, τους ετοιμάζει εικόνες, Παναγίες. Φτιάχνουν αυτοί την εκκλησία. Μικρή εκκλησιά. Να, όπως ήταν το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου. Έτσι ήταν ο Αϊ-Γιώργης. Εσύ δε θυμάσαι.
Ομίλησε, λοιπόν, το παιδί κι ανοίγει, σκάβει ο πατέρας του, ο Τούρκος, το χωράφι, στο πίσω μέρος της εκκλησιάς. Αυτός ο Τούρκος το όργωσε και το έφτιαξε αμπέλι. Κι έφερε από την Καρυά εργάτες που το σκάβανε. Τα συμμάζευε σε κείνη την κάτω κάμαρη, που έχει ένα ιδιαίτερο χώρισμα -το είδες- ειδικό για τέτοιες δουλειές. Ένας Θεός ξέρει από πού έβγαζε το κρασί. Και τις ελιές, που σώζονται μέχρι σήμερα, τις φύτεψε ο ίδιος. Σ’ αυτή την Παναγία.
----------
Σημείωση: Περισσότερες πληροφορίες για την Παναϊά βλέπε παρούσα ιστοσελίδα, ανάρτηση 26.3.14).
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ


                                      Από το πανηγύρι της Παναγίας του 2016
                              
                                Προσκυνητές πάνε στην εκκλησιά της Παναγίας 
                                (Παναϊάς). Στα δεξιά μας βρίσκονται τα ερείπια 
                                (δεν φαίνονται) των βοθητικών χώρων του ναού.
                                     
                              Διονύσης Καλιαμπός του Ιωάννου, σύζυγος της Χρυσούλας 
                                                                 (1910-1986)


Το Καλιαμπέικο

 
                                         Το βοηθητικό σπιτάκι (παράπλευρα του 
                                          κυρίως σπιτιού) που το λένε "Καστρί"


Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Κατοχή: εθνική αντίσταση, Μίχος «τ’ Νικουλή»





          Ο Μίχος «τ’ Νικουλή», δηλαδή ο Μιχάλης Γερομιχαλός του Νικολάου έχει να μας διηγηθεί πολλά από το χώρο της Εθνικής Αντίστασης. Γεννήθηκε το 1921. Επομένως η «Κατοχή» τον βρίσκει πάνω στο Μάη της ζωής του. Εξαίρετος στο ήθος, ανήσυχος στη δράση. Μου τα λέει με λεπτομέρεια στη συνέντευξη που δόθηκε στο σπίτι του στη Σκοτίνα (τοποθεσία «Κοτσέκι») στις 23 Ιουλίου 1996.

Πήγα αντάρτς (αντάρτης) το ‘44. Υπήρχε εδώ στο χωριό μια οργάνωση. Και μας είπε "όσοι θέλουν μπορούν να πηγαίνουν". Θεώρησα καλό να καταταχτώ με τους αντάρτες.
-Γιατί προτίμησες το αντάρτικο;
-Κοίταξι, Γιάν’. Ένας λόγους είνι που ιδώ στου χουριό μας είχι 
μιρικοί επιτήδειοι. Αυτοί κλέβαν κατσίκια κι τυριά. Του κουπάδι μ’ υπέφιρι. Κι ιγώ πήρα τα μάτια μ’ κι έφυγα. Άλλους λόγους είνι να  πουλιμήσου τζ Γιρμανοί.  
-Ποιοι κλέβανε τα τυριά;
-Οι θκοι μας οι χουριανοί. Δε ντα κλέβαν. Τα ζητούσαν*.
-Και εσένα σε κακοφάνηκε. Μήπως θυμάσαι πότε έφυγες;
-Πώς δε θυμάμαι. Μπροστά τς  Αγίας Τριάδος ήταν. Το’  44. Πήγαμε στο Καταφί (Καταφύγιο Κοζάνης). Τζ Γιρμανοί  πουλιμούσα ιγώ (τους Γερμανούς πολεμούσα εγώ).
-Με τι μέσο πήγες στο Καταφί.
-Μι τα πόδια.
-Ποιον δρόμο ακολούθησες.
-Λιτόχωρο, τα ριζά, Βροντού, Μοσχοπόταμο, Μόρνα, Φτέρ’.
-Στο Καταφί ποιον βρήκατε.
-Είχι εκπαιδευτήριο. Εκπαιδεύουσαν ικεί. Παρουσιαστήκαμε στον καπιτάνιο μέσ’  στου χουργιό.
-Πού ξέρατε εσείς πού να παρουσιαστείτε.
-Είχαμι απού δώ, π’  ν’  ουργάνωση ένα χαρτί. Μας υποδέχτηκαν. Μας είπαν, όμως: "Παιδιά κοιτάξτι, μήπως μετανοιώσατε; Ιδώ, ξέρτι, σκουτώνουντι, κάνουν. . . " «Όχ’, δε μετανοιώσαμε». Κι έμεινα. Μας δώσαν όπλα.
-Είχε πολλούς εκεί στο Καταφί;
-Μ’ είχι πολλούς. Εκατό, εκατόν πενήντα νεοσύλλεκτοι. . . Χωριστά οι άλλ’. Ικεί καθίσαμι 10-15 μέρις. Εκπαιδευόμασταν το πρωί στα όπλα. Το χωριό ήταν καμμένο απ’  τζ Γιρμανοί.
-Μετά;
-Μετά κάναμι σαμποτάζια στους Γερμανούς. Κατεβαίναμε κι ανατινάζαμε τα τρένα. Ερχόμασταν ιδώ στις μπρες τς Παντλιμονίτκες. (στην τοποθεσία «Μουριές» του Αγίου Παντελεήμονα). Όλ’ τη νύχτα. . . το πρωί ξημέρουνάμι’  δω.  
-Πες καμιά περίπτωση.
-Ξεκινήσαμε απ’ το Καταφί. Απού κει στη Φτέρ’, που ‘ταν χαμπλά ο μύλος στη Μόρνα, απ’ κάτ’ τα πλατάνια μι όπλα φουρτουμέν’. Ιγώ, θυμάμι είχα ένα απ’  αυτά τα μιγάλα τα αντιαρματικά για τς  μηχανές στα τρένα. Πέντι σφαίρις έπιρναν μέσα.
-Πόση ώρα κάνατε να ’ρθείτε απ’ εκεί ως εδώ;
-Όλ’ τη νύχτα. Μέρα δε γκυκλοφορούσαμε, Γιάν’. Μέρα φοβούμασταν. Κάνα βράδ’ μέναμε και στο Λιτόχωρο, στον Αγιάν’. Λόχος ολόκληρος. Με τα πόδια. Μόνο ένας αξιωματικός -Ανδρεάδης λεγότανε- αυτός είχε ένα μουλάρ’. Περνούσαμε μέσα απ’ το Λιτόχωρο. Μια φορά κατεβήκαμε στην απαλνή τη Λεπτοκαρυά κι δω, στο μύλο τ’ Συντριβάν’ κι απ’ αυτού, αν δε μας έπιρνι η νύχτα, δηλ. δεν ξημέρωνε, βγαίναμε καμιά φορά και στον Παντελεήμονα. Κι αν δεν (ειδεμή, αλλιώς), χαμηλώναμε εδώ κάτου στου Μπαππού (τοποθεσία Παππούς), απού τούτ’ τη μπλευρά -του ύψωμα στου Κάστριου πού είνι; (στην επάνω πλευρά του Κάστρου) -απ’  του νέου χουριό απού πάνου.  Καθόμασταν ικεί, μέσ’ σ’ τς κουμαρές. Βαθιά χαραή. Είχαμι οπτικούς.
-Τι οπτικούς.  
          -Φακά. Το οποίον ήταν, ένας φακός επιπαραδείγματι, μόλις ξεκινούσες απ’  τη Μόρνα, ήταν ένας φακός στο ύψωμα. Έδουνι σήμα, πότι μπορείς να περά ’ις. Ότι δεν υπάρχ’  εχθρός κι ξέρου ’γω. Ι άλλους ι φακός ήταν στη Λεπτοκαρυά. Ο άλλος ήταν σ’ αυτό το μέρος, στο Μπαππού ’π’ σι λέω (ο άλλος φακός ήταν στον Παππού που σου λέω). Κι συνιννουϊούμασταν μ’ αυτά. Μι τους οπτικούς αφνούς. Και βαδίζαμε.
          -Θυμάσαι καμιά ανατίναξη;
          -Πως δε θυμάμι. Μια μαναχά; Να εδώ στις Μουριές. Εγώ ανατίναξα το τρένο. Εγώ ήμαν βάση πυρός. Εγώ ήμαν εδώ και συ απού ’σαν του μηχανικού πάηνις (πήγαινες) στη γραμμή. Κι σι φύλαγα εγώ. Σι φύλαγα μι του όπλο. Να μη σι χτυπήσουν οι Γερμανοί. Καμιά περίπολο. Πήγινι ένας στη γραμμή κι έβαζι του μηχάνημα. Του δυναμίτ’. Όπους είνι του ρουλόι αυτό, πάει κι το ’βαλι στη γραμμή. Μι ν’ ανατίναξη έπιρνι φουτιά του τρένου κι η γραμμή. Αλλού σίδηρα, αλλού. . .
-Πότε εκπυρσοκροτούσε.
-Όταν το πατούσε το τρένο. Καμιά φορά γίνονταν λάθη. Αντί, ας πούμε, να είναι τρένο να έχ’  πυρομαχικά μέσα, είχε πορτοκάλια.
-Εσύ σε τι περίπτωση έπεσες;
-Έπεσα σε πορτοκάλια, σε άλλο να είναι 2-3 Γερμανοί μαναχά. Μια φορά πχιάσαμε έναν Γερμανό. Όταν έπεσε το τρένο. Κι του μπήραμι αιχμάλωτον.
-Πόσον καιρό έκανες αντάρτης;
-Εννιά μήνες. Σαν οπλισμένος δηλαδή. Ήμασταν κι άλλ’  απ’  τ’  Σκοτίνα. Ήταν κι ι Στέργιους ι Μιρίκους κι ι Αλκιβιάδης ντ Γόλ’   (Πινακάς). Ήταν κι ι Γιώρς Οικονόμου.
Ένα τρένου δεν είχε ανθρώπους. Εμπορικό ήταν. Ήταν φορτωμένο πυρομαχικά. Πολύ φορτιό. Έχουν κουβαλήσ’  απού κει αφθουνία  φθονα, πολλά πράγματα).
-Τελικά πώς απολύθηκες;
-Τάχα για ξεκούραση, μας στείλαν στο Νιζιρό (Καλλιπεύκη). Σαν αποστολή, ας πούμι. Έμισκνάμι ικεί (μέναμε εκεί). Γίνουνταν ρίψεις απ’ τ’ αροπλάνα. Εγγλέζκα. Ρίχναν αντιπυρομαχικά, για τους αντάρτες. Ρούχα δεν είχαμι. . . Απού  ’κεί έκλιψα μια χλαίν’. Ντύθηκα, δηλαδή κι θα μι πιρνούσαν στρατοδικείο οι αντάρτες. Ιγώ διάλιξα κι ένα κουστούμ’  απ’  αυτά που ήταν σ’ τς  σκηνές κι ντύθηκα. Μ’ έκαναν αναφορά. Ιγώ τς είπα, ότι κρύουνα κι πήρα κι ντύθκα. Μι αθώουσαν. Του ‘45 τέλη Φεβρουαρίου απουλύθκα.
----------
* «Επιπλέον πρόβλημα ήταν η ανεπάρκεια των τροφίμων για τους άνδρες του ΔΣΕ (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος). Ο Βλαντάς έγραψε κάτι πολύ χαρακτηριστικό: «Η πείνα των τμημάτων μας οδηγούσε σε απίστευτες αντιλαϊκές πράξεις. Μερικά παραδείγματα: έπαιρναν προβατίνες από χωριάτες. Τις ξεκοίλιαζαν, πετούσαν τα αρνάκια και τις έτρωγαν. Φορολόγησαν κοπάδια προβάτων παίρνοντας από τα τρία το ένα. Θεώρησαν εμπορεύματα τα βόδια των αγροτών, όταν ένας είχε πάνω από δυο! Έπαιρναν τα άλλα γιατί οι διαταγές τους έδιναν τέτοιο δικαίωμα. Έβαζαν γυναίκες να τους κουβαλούν τρόφιμα και άλλον εφοδιασμό με την πλάτη, νηστικές. Δεν τους έδιναν ούτε ένα ψίχουλο (…)»  (Καραμήτσος Δημήτριος, Ιστορία της νεότερης Ελλάδας» (τόμος Β’, 1942-1967).

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Εκπαίδευση: ένας δάσκαλος μερακλής

  
 





 Νικόλαος Θ. Δάμπλιας
 (1944-2010)

       Στην εκπαίδευση υπάρχουν και δάσκαλοι μερακλήδες. Πιστεύω ότι σ’ αυτούς συγκαταλέγεται και ο αείμνηστος Νικόλαος Δάμπλιας του Θεοχάρη 
από την Σκοτίνα Πιερίας. Αγαπούσε το παιδί, τον μαθητή. Φρόντιζε να γίνεται η δουλειά σωστά. Γι’ αυτό και τον διέκρινε πολύ μεράκι και αγάπη προς το αντικείμενο που καταπιανότανε. Υπηρέτησε: α) Άνω Σκοτίνα (1965-66),  β) Κάτω Σκοτίνα (1973-78), γ) Πλαταμώνα, δ) Θεοδόσια Κιλκίς, ε) Επτάλοφο Κιλκίς, στ) Καρίτσα Πιερίας, ζ) Γερμανία, η) Κατερίνη.
     Από το εκπαιδευτικό του έργο στη Σκοτίνα παραθέτω δείγματα δραστηριοτήτων μαθητών και δασκάλων (Φθινόπωρο του 1976):

 ΕΙΚΟΝΕΣ: Δραστηριότητες μαθητών και δασκάλων Δημοτικού σχολείου Σκοτίνας (1976).










ΕΞΩΦΥΛΛΟ (όπισθεν)



 




Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017

Εκκλησίες: Απόδοση της Παναγίας




          Στις 23 Αυγούστου η Εκκλησία γιορτάζει την Απόδοση της Παναγίας. Στην Παραλία της Σκοτίνας  βρίσκεται ο ιερός ναός της Παναγίας Φανερωμένης (θυρανοίξια 21.6.14). Εκεί γίνεται το πανηγύρι της Απόδοσης της Παναγίας. Εφέτος η παρουσία των προσκυνητών (αρχιερατικός Εσπερινός και Θεία Λειτουργία) ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ο Σεβασμιώτατος κ. Γεώργιος στον Εσπερινό τόνισε:

«Στην εκκλησία εμείς θεωρούμε αυτονόητα ορισμένα πράγματα, αλλά δεν είναι πάντοτε γνωστά στο πλήρωμα της εκκλησίας. Από τα αρχαία χρόνια, από την εποχή δηλαδή της Π. Διαθήκης, μια γιορτή εορταζόταν τουλάχιστο 8 ημέρες. Άλλες μέρες προεόρτια και άλλες μεθέορτα. Παραλαμβάνοντας, λοιπόν η χριστιανική εκκλησία την αρχαία αυτή λειτουργική παράδοση, καθιέρωσε ορισμένες εορτές μεγάλες, όπως είναι τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, δεσποτικές εορτές, αλλά και αργότερα τις Θεομητορικές εορτές, όπως είναι η Κοίμησις της Θεοτόκου. Εορτάζονται όχι μια, αλλά περισσότερες ημέρες. Και πριν τα προεόρτια και μετά τα μεθέορτα. Όταν λέμε, λοιπόν, σήμερα στη γλώσσα της Εκκλησίας ότι τελούμε την Απόδοση της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου, σημαίνει ότι τελειώνει ο εορταστικός κύκλος της εορτής που γιορτάζουμε. Ο κύκλος αυτός άρχισε από την 1 Αυγούστου ως προεόρτια, κατέληξαν οι προεόρτιες ακολουθίας στις 15 Αυγούστου που είναι ημέρα της εορτής και ακολούθησαν τα μεθέορτα, τα οποία ολοκληρώνονται στις 23 Αυγούστου.
Σε ορισμένα, βέβαια, μέρη του κόσμου, στο Άγιο Όρος για παράδειγμα, τα μεθέορτα της Παναγίας δεν τελειώνουν στις 23 Αυγούστου, αλλά συνεχίζουν μέχρι της 31 Αυγούστου, ώστε όλος ο μήνας να είναι αφιερωμένος στην Παναγία. Υπάρχουν, δηλαδή, και παραλλαγές. Το σημαντικό είναι, ότι η Απόδοση της εορτής που εορτάζουμε σήμερα, αποτελεί μια ευκαιρία εσωτερικού προβληματισμού, γόνιμου προβληματισμού. Διότι οι εορτές δεν πρέπει να έρχονται και να παρέρχονται χωρίς πνευματική καρποφορία. Πρέπει ο καθένας μας να κάνει την αυτοκριτική του και προσβλέποντας στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπως βλέπουμε τη μάνα μας και μ’ εμπιστοσύνη απευθυνόμαστε σ’ αυτήν. Να αλλάξουμε πνευματικά, να βελτιωθούμε πνευματικά, να γίνουμε πιο πνευματικοί άνθρωποι. Αυτό είναι το μήνυμα της εορτής και κάθε εορτής.
Ευχόμαστε η φετινή εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, την Απόδοση της Οποίας εορτάζουμε, να αποτελέσει για όλους μας μια καλή ευκαιρία, να γίνουμε καλύτεροι και σωστότεροι.
Εύχομαι χρόνια πολλά και ευλογημένα σε όλους, στον π. Ελευθέριο εφημέριο της ενορίας εδώ και την εκκλησιαστική επιτροπή και του ναού του αγίου Γεωργίου και της Παναγίας Φανερωμένης. Επίσης στο διοικητή και όλους τους αξιωματικούς και οπλίτες και τις οικογένειές τους, του ΚΕΔΑ, που πάντοτε είναι εδώ και παραθερίζουν κάθε χρόνο. Στον κ. Αθανάσιο Στύλο, πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας και όλους εσάς που ήρθατε. Ιδιαίτερα απευθύνω ευχαριστίες προς την χορωδία του ι. ν. Θείας Αναλήψεως Κατερίνης υπό την καθοδήγηση του π. Νικολάου Φωτίου, που κάθε χρόνο έρχονται και συμμετέχουν στο λαμπρό αυτό εορτασμό. 
Η Παναγία βοήθειά μας».

ΕΙΚΟΝΕΣ:



             Ο π. Βαρνάβας (αριστερά), πρωτοσύγκελλος της Μητρόπολης Κίτρους, 
             Κατερίνης και Πλαταμώνα προετοιμάζει την προϋπάντηση του αρχιερέα. 
             Πλάι ο π. Ελευθέριος Βαστάζος, εφημέριος στη Σκοτίνα.                       
            

                     Μετά τον Εσπερινό ξεκινάει η Λιτανεία. Η πομπή θα περάσει 
                     από την αεροπορική βάση ΚΕΔΑ, θα πάρει το δρόμο αριστερά 
                     έχοντας τη θάλασσα δεξιά.



  Σε ορισμένα σημεία της πορείας γίνεται η σχετική "Δέηση".

                                      Προσκυνητές

  

Προσκυνήτριες του χωριού αναμένουν εναγωνίως 
το "βάρεμα" της καμπάνας για την έναρξη του Εσπερινού.


                                             
Στον αυλόγυρο του ναού οι πιστοί περιμένουν την Παναγία


                                         Από αριστερά: Νίκος Α. Γερομιχαλός,
                                  π. Διονύσιος Κουκουσάς, Αθανάσιος Ι. Στύλος

Αποχώρηση προσκυνητών



Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Ιερατείο: Καλλίνικος, επίγραμμα



        


         


 




          Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Καλλίνικος στα μέσα του 19ου αιώνα αφήνει στη γενέτειρά του Άνω Σκοτίνα δυο σημαντικά έργα, 1) την εκκλησία της Παναγίας που έχει πλούσια αρχαιολογική αξία και 2) το δημοτικό σχολείο, το οποίο -δυστυχώς- κατέρρευσε στη δεκαετία του 1980. Πλάι στο σχολείο έφτιαξε βρύση της οποίας το νερό μεταφέρθηκε από την πηγή «Βλαχάτη»*. Στο χώρο της βρύσης υπήρχε η ένδειξη «επίγραμμα εις την βρύσιν»**. Μεταφέρω το επίγραμμα, ως έχει, σημειώνοντας στη συνέχεια σχετική μετάφραση (βλέπε και ανάρτηση 8.12.13 της ιστοσελίδας μου):

«Πρόσιθι ύδωρ αγλαόν να πίης διαβαίνων
[Πλησίασε να πιείς δροσερό νερό, εσύ διαβάτη (που περνάς)]

 κι εγγύς ότ’ είμαι της Σχολής μη οιηθής τι ξένον.
[και μη παραξενευθείς ότι εγώ -η βρύση- βρίσκομαι δίπλα στη σχολή].

Ο ιδρυτής τοις πίνουσι το νάμα του σχολείου
[(διότι) αυτός που με κατασκεύασε (με έβαλε εδώ), ώστε αυτοί που μορφώνονται στο σχολείο],

Προσέθηκεν εις αναψυχήν και του εμού κτιρίου.
[(το έκανε) για να ανακουφίζονται (πίνοντας νερό από τη βρύση αυτή)].

Τίς, πόθε δ’ ο ανηλωκώς; Καλλίνικος την κλήσιν;
[(Λοιπόν) ποιος και από πού προέρχεται αυτός που δαπάνησε χρήματα (για το έργο αυτό); Ονομάζεται Καλλίνικος;]

Σκοτίνης γέννημα, αλλοδαπής το θρέμμα,
[Είναι γόνος, τέκνο της Σκοτίνας, που ανατράφηκε στα ξένα (σε άλλους τόπους)].

Περίδοξος καθ’ άπασαν την οικουμένην κτίσιν, [δοξάστηκε σε όλη την οικουμένη,]

Αλεξανδρείας δε φορών του Πατριάρχου στέμμα». αθώς φόρεσε το στέμμα του πατριάρχη Αλεξανδρείας.
----------
* Η ονομασία οφείλεται στους βλάχους μαστόρους οι οποίοι ανακάλυψαν την πηγή.
** «Το ευρεθέν αρχείον του πατριάρχου Αλεξανδρείας Καλλινίκου (1800-1889)» Ε. Κλεομβρότου, σελ. 23,

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ

1800. Γεννιέται στη Σκοτίνα.
1810. Μονάζει στην Ολυμπιώτισσα Ελασσόνας.
1830. Τοποθετείται ως Πρωτοσύγκελλος στη Μητρόπολη Σερρών.
1843. Εκλέγεται Μητροπολίτης Μυτιλήνης.
1853. Εκλέγεται Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.
1856. Με δικά του έξοδα κτίζεται το σχολείο της Άνω Σκοτίνας.
1858. Εκλέγεται πατριάρχης Αλεξανδρείας.
1861. Παραιτείται από τον πατριαρχικό θρόνο (ασθένεια). Δραστηριοποιείται στη Μυτιλήνη.
1862. Με δαπάνες του ιδίου κτίζεται η εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου στη Σκοτίνα.
1889. Επέρχεται ο θάνατος.
----------
Σχεδιάγραμμα-επεξηγήσεις

  
Πλάτανος είναι η πλατεία του χωριού. Η ονομασία οφείλεται στον πελώριο υπέρ αιωνόβιο  πλάτανο.
1. η εκκλησία Κοίμηση της Θεοτόκου στα νότια της πλατείας.
2. η βρύση του πατριάρχη, η οποία ακουμπάει στον τοίχο του σχολείου. Εκεί υπήρχε το «επίγραμμα».
3. δρόμος προς Παρθένη.
4. δρόμοι προς Μοίρα, Βλαχάτη, Χασαπλιό.
5. σπίτια Καραλάτκα-Καραλή (Δημητρός, Μαρία Τράντα).
6. σπίτι Οικονομάτκου-Οικονόμου.
7. σπίτι Ντιλιγιαννάτκου (Καλαμάρας Γιαννούλης). (Εγώ θυμάμαι το σπίτι τς Αντρένινας. Η Ουρανία τ’ Αντριά-Καραλή ήταν σύζυγος του Θεοχάρη Καλαμάρα). Στα δεξιά της Αντρένινας ακουμπούσε το Πινακέικο σπίτι (Βασίλς Πινακάς). Το Πινακέικο ακουμπούσε στο Καλιαμπέικο (Γιαννούλς Καλιαμπός). Τα χώριζε μια στενή σούδα την οποία χρησιμοποιούσαμε ως κοινή τουαλετα!!!. Υπηρεσία καθαρισμού: σκρόφες-γουρούνες.  
8. καφενείο Παραμύθα.
9. δρόμος προς Μάρμαρο. 


                                Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου (δυτική πλευρά). 
                                Έργο του πατριάρχη Καλλίνικου (1862)


                                                 Ο Πλάτανος με την καμπάνα


                 Οι προσκυνητές κατακλύζουν την πλατεία στις μέρες του Πανηγυριού


                 Κάποτε στον τοίχο του σχολείου δέσποζε η βρύση του πατριάρχη. 
                 Σήμερα στο πεζούλι του Πλάτανου φαντάζει η βρύση του 
                 συλλόγου απανταχού Σκοτινιωτών "Καλλίνικος".

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Ιστορίες: Σχολικές ενθυμήσεις





Γερομιχαλός Μιχάλης του Νικολή (1921-1995)

Όμορφες, γλαφυρές ιστορίες. Μας τέρπουν όταν τις ακούμε. Κατάλληλος ο Μιχάλης στην τέχνη του λόγου. Κατάλληλος και ο ακαταμάχητος αείμνηστος δάσκαλος της Σκοτίνας. Ξακουστός με το όνομα Αθανάσιος Βλέτσης (1889-1982). Μισό αιώνα περίπου στο εκπαιδευτικό έργο. Όσοι τον έζησαν, ομολογούν ότι "τα γράμματα τα έμαθαν χάρις στο αυστηρό, συστηματικό, πειθαρχικό και ευσυνείδητο σύστημα του δάσκαλου". Η ιστορία που ακολουθεί εκφράζει την -ως είθισται στα μαθητικά δεδομένα- κωμική πλευρά του πράγματος. Η συνέντευξη έγινε στις 23 Ιουλίου του 1996 στο σπίτι του στο "Κοτσέκι".


-Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
-Σ' ν' απαλνή Σκοτίνα πήγα σχολειό ώς τη ντρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτ' απ' του Γκηψαρά. Πού 'ταν τα Μανέικα, πού 'ταν του Μήτρου του Ντήμου του σπίτ', του μαγαζί. Κουντά στ' Μακασή. Πιο πάνω απ' τ' Καρκαφίρ'. (Φοίτησα στο δημοτικό σχολείο στην Άνω Σκοτίνα. Πήγα μέχρι την τρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτω από τον Κηψαρά. Συγκεκριμένα εκεί που ήταν τα σπίτια των Μαναίων και το σπίτι του Μήτρου του Δήμου, όπου και το μαγαζί τους. Κοντά στο σπίτι του Κοτσιβού-Μακασή, λίγο ψηλότερα από το σπίτι του Καρκαφίρη).
-Σε έδειρε καμιά φορά ο δάσκαλος;
-Μ' τι δε μ' έδειρι! Μια φουρά χτυπήσαμι του Μίχου του Γκαραμπίνα μι του Γρηγόρ' του Μπλέτσιου-Πινακά. Πιδιά. . . μαλώσαμι, τουν χτυπήσαμι. 'Ηρθι η μανιά η Γκαραμπίνινα, η Χρίστινα, στου δάσκαλου, έκανι τα παράπουνα. (Βεβαίως με έδειρε. Ήταν δυνατόν να το αποφύγει κανείς; Μια φορά εγώ με τον Γρηγόρη Βλέτση χτυπήσαμε τον Μίχο-Καραμπίνα. Ε, παιδιά ήμασταν, μαλώναμε, παίζαμε. Τον χτυπήσαμε. Αμέσως έρχεται για παράπονα στο δάσκαλο η γιαγιά Καραμπίνινα, η Χρίστινα).  
-Πού τον χτυπήσατε, έξω από το σχολείo;
-'Εξω. Σ' ν' αυλή τ' παπά Λιουνίδα. Κι έκανι παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο.  'Οταν ήθιλι να μας απουλήσ' ο δάσκαλος, φουνάζ' πρώτα το Γρηγόρ' το Μπινακά: (Έξω. Στην αυλή του σπιτιού του παπά Λεωνίδα. Και έκανε παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο. Πριν σχολάσουμε από το σχολείο, ο δάσκαλος καλεί πρώτα το Γρηγόρη τον Πινακά):
-Πινακά, έβγα έξω.
-'Οχ', δε βγαίνου, λέ' ικείνους.
-Δε βγαίντζ';
Πααίν' του μπχιάν' απ' του σακκάκ', απ' γκουκούλα που 'χαμι -είχι χιόν' πουλύ όξου- του μπχιάν' απού κει, μια κι στου μπίνακα. Τουν ρίχν' καμπόσις, του μπαίρ',  του μπααίν' μέσ' στου γραφείου. Του γκλάει μέσ' στου γραφείου. 'Ερχιτι η σειρά η δικιά μ'. (Προχωράει ο δάσκαλος κατεπάνω του, του πιάνει το σακάκι, από την κουκούλα της κάπας, που λέμε, -έξω είχε πολύ χιόνι- τον γραπώνει, λοιπόν, από εκεί, τον σπρώχνει προς τα μπρος και πέφτει ο άλλος στον πίνακα.  Του ρίχνει αρκετές σφαλιάρες, τον σέρνει μέσα στο γραφείο. Τον κλείνει μέσα στο γραφείο. Έρχεται η δική μου η σειρά):
-Γιρουμιχαλέ, έβγα έξου!
Βγαίνου. Κι ΄γω τα ίδια. Απού του θρανίου που κάθουμαν, στου μπίνακα πάει του κιφάλ΄, ένα κι ένα. Μι πάει μέσα. Φουνάζ΄ του Γκαραμπίνα του Μίχου: (Βγαίνω. Επαναλαμβάνονται τα ίδια και σε μένα. Όπως καθόμουνα στο θρανίο, το κεφάλι μου έφτασε στον πίνακα. Αστραπιαία. Με τραβάει μέσα στο γραφείο. Φωνάζει, εντωμεταξύ, τον Μίχο Καραμπίνα):
-΄Εβγα Γιρουμιχαλέ (ο Καραμπίνας λέγεται Γερομιχαλός).
-Ι Μίχους σηκώθηκε.
Δε μας βάζ΄στου γραφείου μέσα σαν κρατητήριου, ούτι στου κατώι κάτου. Μας βάζ΄στ΄απαλνό του δουμάτιου. Χιουνιά έξου ένα ζνάρ΄. Ιμείς, τώρα, τι να κάνουμι! Συννουϊούμιστι κι οι τρεις να βγάλουμι τη μπόρτα. Ι Καραμπίνας, ι Γρηγόρς κι ΄γώ. Στυλώνουμέστι στη μπόρτα ικεί οι δυο κι την ξιρριζώνουμι τη μπόρτα. Ν ΄είχι δυο κλειδαριές απ΄όξου. Είχι κι τηλέγραφουν τηλιγμένουν (σύρματα απού ΄χαν τα τηλέφωνα). Αφού βγάλαμι τς ριζέδις απ΄μπόρτα, άνοιξι η πόρτα. Βγαίνουμι έξου. Να κατιβούμι κάτου, όμως, δε μπουρούμι ν΄ανοίξουμι ν΄άλλ΄μπόρτα. Απού μπαίναμι μέσα (εξωτερική). Κι απ΄του μπαλκόν΄ πατάμι απάν΄στου ταχυδρουμείου,  στου ντβάρ΄(το κουτί). Πατάμι ικεί κι πηδήσαμι στα χιόνια καταή κι οι τρεις. Ιγώ πάτσα στου ταχυδρουμείου.
Κι απού τότι ιγώ δε γξαναπάτσα σχουλείου. (Δε μας κρατάει στο γραφείο του σαν κρατητήριο, ούτε κάτω στο κατώι. Μας κλείνει στο επάνω δωμάτιο. Το χιόνι έξω είχε ύψος ένα ζουνάρι, δηλαδή μέχρι τη μέση μας. Εμείς τώρα πώς να φερθούμε! Συνεννοούμαστε και οι τρεις να χαλάσουμε την πόρτα. Ο Καραμπίνας, ο Γρηγόρης κι εγώ. Στυλωνόμαστε εκεί στην πόρτα οι δυο και την ξεριζώνουμε. Την είχε κλείσει απ' έξω με δυο κλειδαριές. Την είχε τυλιγμένη με καλώδια και σύρματα, τα οποία χρησιμοποιούσαν στα τηλέφωνα. Αφού βγάλαμε τους μεντεσέδες από την πόρτα, άνοιξε η πόρτα. Απελευθερωνόμαστε, πεταγόμαστε έξω. Δεν υπήρχε, όμως, δυνατότητα να κατεβούμε κάτω, γιατί δε μπορούσαμε να ανοίξουμε την πόρτα. Εννοώ την εξωτερική πόρτα. Σκαρφιζόμαστε κάτι άλλο· από το μπαλκόνι πατάμε πάνω στο γραμματοκιβώτιο, το οποίο ήταν κρεμασμένο στο εξωτερικό ντουβάρι. Πατάμε εκεί και πεταγόμαστε καταγής στα χιόνια. Εγώ, θυμάμαι, πως πάτησα στο ταχυδρομικό κουτί. Κατεβαίνουμε κάτω και οι τρεις μας.
Και από τη στιγμή εκείνη εγώ δεν ξαναπάτησα στο σχολείο).
 ---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                             
                                                       Βλέτσης Αθανάσιος, δάσκαλος

           Στο σχολείο αυτό (Άνω Σκοτίνα) έμαθαν γράμματα οι πατεράδες μας

                          Το σπιτικό του Μιχάλη στην Κάτω Σκοτίνα, όπου έγινε η συνέντευξη