Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2019

ΠΟΛΕΜΟΣ: Τάσος Οικονόμου




το Έπος του ‘40

Ο Τάσος Οικονόμου, γιος του παπά Λεωνίδα από τη Σκοτίνα Πιερίας,  είναι ένα από τα θύματα του ’40. Οι συνεντεύξεις που ακολουθούν αποτελούν ελάχιστο μνημόσυνο στο παλικάρι του χωριού.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 1η  ((9.1.2005), Καλούδα Οικονόμου, σύζυγος του Τάσου.


ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Ι Κώτσιους ι Ντουραλής σκουτώθκι μι του Ντάσιου, τουν ιθκό μ', τουν Οικουνόμου. Σ' ν' Αλβανία, στου μπόλιμου του '40.   
-Σου στείλανε χαμπέρι από την Αλβανία;
          -Ήρθι χαρτί. "Αναστάσης Οικουνόμου, δικανέας, σκουτώθκι ζ Γκλεισούρα".
-Εσύ πού ήσουνα.
          -Στου μπαπά Λιουνίδα, σ' τς Οικουνουμαί  ικεί παντρέφκα.  Έκαμα ένα πιδί. Πρώτ' γυμνασίου, ι Νικουλάκς, μι πέθανι. Απ' του Ντάσιου πιδί.     Παντρέφκα τουν Άγιου Μιχαηλ'. Μι στιφάνουσι ι Γιάντζ ι Παραμύθας. Ε, τι σα μι στιφάνουσαν; Δεν είνι κανένας τυχηρός. Ι Τάσιους σκοτώθηκε μι του Γιάν' Γιρμπχαλό, μι του Γκώτσιου Ζιώγα, μι τουν Απουστόλ' του Τζινιάνη.       
-Σου στείλανε χαμπέρι από την Αλβανία;
          -Ήρθι χαρτί. "Αναστάσης Οικουνόμου, δικανέας, σκουτώθκι ζ Γκλεισούρα".
          -Εσύ, όταν το έμαθες, πού ήσουνα;
          -Του βράδ' ν' απουκριά. Απουκριά Ντυρινή, ικείνου του βράδ' σκουτώθκι. Ιτότι σκουτώθκι ι Τάσιους. Ιτότι έμαθάμι. Θρηνήσαμι, σκουτώθκαμι, λιανίσκαμι. Ι παπά Λιουνίδας "πέθανι", λιγουθύμσι, τουν ήφιραν στου σπίτ' πιθαμένουν. Ι μπάρμπα 'Ρακλής ι Ντάμπλιας, ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, ι δάσκαλους ι Μπλέτσιους, ούλ' αυτοί οι κιντρικοί απού 'χαμι στου Χουργιό, τουν ήφιραν στου σπίτ' πιθαμένουν. Κι τότι είπι: "ας μι πέθνησκαν δυο πιδιά κι να ζούσι ι Τάσιους".

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Ο  Κώστας Ζιώγας-Ντουραλής σκοτώθηκε μαζί με τον Τάσο τον άντρα μου, τον Οικονόμου. Σκοτώθηκαν στην Αλβανία, στον πόλεμο του '40). 
-Σου στείλανε χαμπέρι από την Αλβανία;
          -Ήρθε ειδοποίηση που έλεγε: «Αναστάσιος Οικονόμου, δεκανέας, σκοτώθηκε στην Κλεισούρα»      
          -Εσύ, όταν το έμαθες, πού ήσουνα;
-Ήμουνα στο σπίτι του παπά Λεωνίδα Οικονόμου, παντρεμένη με τον Τάσο. Γέννησα ένα παιδί. Έζησε μέχρι την πρώτη γυμνασίου. Ήταν ο Νικολάκης, πέθανε το μανάρι μου. Βλαστάρι του Τάσου.     Παντρεύτηκα στη γιορτή των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ. Με στεφάνωσε ο Γιάννης Παραμύθας. Τι κι αν με στεφάνωσε! Δεν είναι κανένας τυχερός. Ο Τάσος, ο άντρας μου σκοτώθηκε μαζί με τον Γιάννη Γερομιχαλό, τον Κώστα Ζιώγα και Αποστόλη Τσινιάνη.
          -Εσύ, όταν το έμαθες, πού ήσουνα;
          -Το κακό συνέβη το βράδυ της Αποκριάς του 1941. Ήταν Κυριακή της Τυρινής. Εκείνο το βράδυ σκοτώθηκε. Τότε έγινε το κακό στον Τάσο. Τότε το μάθαμε. Θρηνήσαμε, σκοτωθήκαμε. λιανιστήκαμε. Ο παπά Λεωνίδας έπαθε σοκ., λιποθύμησε, τον φέρανε στο σπίτι μισοπεθαμένον. Ο μπάρμπα Ηρακλής Δάμπλιας, ο Ποτιός Δάμπλιας, ο δάσκαλος ο Βλέτσης, όλοι αυτοί οι προύχοντες του χωριού τον φέρανε στο σπίτι ημιθανή. Και τότε ξεσπάθωσε: ας μου πεθαίνανε δυο παιδιά, αρκεί να ζούσε ο Τάσος).

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 2η (Αύγουστος 1980), Δημητρός Νικολός του Λιόλια (Γεωργίου), στρατιώτης του ’40. Εξιστορεί με βαθιά θλίψη την απώλεια του Τάσου:

          Όταν φτάσαμε στο χάνι του Μπαλαμπάνη -όλη τη νύχτα βαδίζαμε- διαπιστώσαμε ότι ο επίσημος δρόμος έβγαζε στα Τίρανα. Στην επάνω πλευρά του δρόμου υπήρχαν πουρνάρια. Νύχτα! Μέσα στα χαντάκια βλέπαμε σκοτωμένους ανθρώπους. Πεταμένα κορμιά, άλλα δεξιά, άλλα αριστερά. Σκόρπια ανθρώπινα κεφάλια, άλλα εδώ, άλλα εκεί. Παντού πτώματα. Φρίκη! Να σε φυλάξει ο Θεός.
          Εκεί μέσα στη χαράδρα βάζει κατεπάνω μας το ιταλικό πυροβολικό. Τα δάση μετατράπηκαν σε παρανάλωμα του πυρός από τις οβίδες που πέφτανε. Το πρωί ξημέρωσε. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα απαίσιο θέαμα…Γεμάτο πτώματα. Σηκουνόμαστι κι λέ' ι λουχαγός:
          -Πάμι προς τα πάν'. Κρυφτήτι, όπου μπουρείτι.  
Ι Τάσιους φουβήθκι κι λέει: «Θα τραβήξου σιαπάν' στου ρέμα».
-Ιγώ δε μπάω, λέου. Φοβάμι.
Στην Αλβανία είχα παρέα τον Διονύση Δήμο, τον Θωμά Δήμο, τον  Διονύση Δάμπλια, τον Πουτιό Καρκαφίρη (Τσιαούση), τον Κακάλη-Θεοχάρη Κοκράνη (Τρανζβάλ), τον Τάσο του παπά.
          Μας βάζν (πυροβολούν) τ' αεροπλάνα, γκα, γκου, γκα, γκου. Ήλιγάμι (λέγαμε) «έ, ιβγάτι πιθαμέν' να μπουν οι ζουντανοί»! Τρομερό πράμα!
          Τρέχουμι ιδώ, τρέχουμι ικεί να βρούμι του Ντάσιου. Πουθινά. Βρήκαμι, μαναχά κάτ' χλαίνις, κάτ' παρτάλια. . . Κουντά ικεί ήταν κι ι Τάσιους, αλλά τουν έθαψαν τα χώματα. Βρήκαμι του λουχαγό κι έστειλι τα χαρτιά, ότι σκουτώθκι.
Λέ' ιμένα (ι λουχαγός): «Ισύ κάπου, κάπου σιακούω να ψάλς κάνα τρουπάρι. Θα πάρς 4 στρατιώτις μι τα φανάρια κι θα πας να ψάλεις τα μνημόσυνα, στον πατριώτη σου τον Αναστάσιο Οικονόμου».
          -Θα πάω.
Παίρου τουν Τσιαούσ', παίρου κι του Διουνύσ' του Δάμπλια, παίρου κι άλλ' δυο ξέν', μι τα φανάρια μέσα στα μουνουπάτχια. Ήμασταν μακρυά. Πήγαμι κι έψαλάμι όλ':
          -«Ευλογητός εί, Κύριε», «Μετά πνευμάτων δικαίων».
          Τα ψάλαμι όλα αυτά. Στου Ντάσιου.
          Αυτά τα είπα στη γναίκα τ', όταν γύρσα, ζ Γκαλούδα. Έκλιγι η καημέν'. (Όταν επέστρεψα τα είπα όλα στη γυναίκα του την Καλούδα, η οποία θρηνούσε). Λέου:
          -Ιγώ είμι υπουχρεωμένος να στα πω. Όπως είχα διαταγή από το λοχαγό.
----------
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο Ηρώο της Σκοτίνας καταγράφονται τα ονόματα (θύματα) του χωριού στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο (28.10.40-31-05.41): α) Κωνσταντίνος Γ Ζιώγας, β) Αναστάσιος Λ. Οικονόμου, γ) Απόστολος Ι. Τσινιάνης, δ) Ιωάννης Ν. Γερομιχαλός, ε) Νικόλαος Γ. Παραμύθας, στ) Γεώργιος Ι. Τράντας, ζ) Γεώργιος Η. Σαούλιας και η) Αθανάσιος Δ. Σαούλιας.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                
                                   Οι γονείς του Τάσου: Παπά Λεωνίδας Οικονόμου 
                                               και η πρεσβυτέρα Μαρία Γκριμούρα. 
                                           Εφημέριος στην Άνω Σκοτίνα: 1932-1947
-------

Παιδιά του παπά Λεωνίδα: Τάσος, Διονύσης, Γιώργος, Αφροδίτη, 
Δημητράκης,  Ελένη, παπά Θανάσης, Παναγιώτης.
--- 

Διονύσης

 Γιώργος

Δημητράκης

Παπά Θανάσης, εφημέριος στον Κολινδρό Πιερίας

Ελένη, πρεσβυτέρα του παπά Μιχάλη Βλέτση

Τρίτη, 22 Οκτωβρίου 2019

ΕΘΙΜΑ: 7η Καστανογιορτή Σκοτίνας





                                       Επίσημοι στην Καστανογιορτή Σκοτίνας

          Η γιορτή του κάστανου στη Σκοτίνα (19.10.19) μου φέρνει στο νου τις παρακάτω αξιοπρόσεκτες ενθυμίσεις:

Α. Από τα άγρια στα ήμερα. Στα παλιά χρόνια ο κόσμος μάζευε κάστανα από άγριες καστανιές. Η περίπτωση αφορά κυρίως την Άνω Σκοτίνα.  Μεταπολεμικά ο κόσμος μετακινείται προς την Κάτω Σκοτίνα και αρχίζει με εντατικούς ρυθμούς να αμπολιάζει (εμβολιάζει) τις καστανιές. 

Β. Έκταση της καστανιάς. Σε πολλούς φαίνεται παράξενο το φαινόμενο, κατά το οποίο οι καστανιές (κασταναριά) της Σκοτίνας απλώνονται από την Άνω μέχρι την Κάτω και, συγκεκριμένα, μέχρι το κύμα. Βλέπεις, δηλαδή, καστανιά στον Αϊ-Λιά, αλλά και στην Παραλία.

Γ. Χρησιμότητα του κάστανου. Οι προκάτοχοί μας (παππούδες και προπαππούδες) γνώριζαν τη σημασία και χρησιμότητα της καστανιάς. Ζήσανε από κοντά το αγριοκάστανο. Το μαρτυρούν επίσημα στόματα. Για παράδειγμα το 1931 ο επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης, όταν ήρθε στο χωριό για να ελέγξει το σχολείο της Άνω Σκοτίνας (δάσκαλος Αθανάσιος Βλέτσης 43 ετών) διαπίστωσε, ότι οι κάτοικοι ήταν φτωχοί και ζούσαν από την πώληση αγριοκαστάνων. (Προσωπική εμπειρία: Οι γονείς μου διέθεταν νερόμυλο και μερικοί κάτοικοι στον καιρό της Πείνας φέρνανε παπαδούλες (ψημένα αγριοκάστανα) για άλεσμα.

Δ. Νέα κασταναριά. Το 1985 πιάνει μεγάλη πυρκαγιά και το δάσος μετατρέπεται σε μπαΐρι. Ακολουθούν εκχερσώσεις, δημιουργία οικοπέδων. Κουμαριές εξολοθρεύονται, εμφανίζονται νέες καστανιές. Τα νερά των λάκκων μεταφέρονται με λάστιχα στη ρίζα της καστανιάς κάθε ιδιοκτήτη. Έτσι, η απόδοση του κάστανου μεγαλώνει.    

Ε. Ποιότητα. Ο πρόεδρος του χωριού Γιώργος Πλεξίδας διατείνεται ότι το κάστανο της Σκοτίνας είναι το καλύτερο στο πανελλήνιο, ίσως και παγκοσμίως.
----------
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Κώστας Γανωτής ανακοίνωσε ότι η φετινή γιορτή είναι αφιερωμένη στους δυο συμπατριώτες που φύγανε από τη ζωή α) τον Θωμά Μητσιάνη του Γεωργίου και β) τον Θανάση Πολυχρό του Κωνσταντίνου.

ΠΡΟΕΔΡΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ


                                              Γιώργος Πλεξίδας, πρ. Κοινότητας


                         Παναγιώτα Κουκουσά, πρ. «Πνευματική Κίνηση Σκοτίνας



                                    Κώστας Γανωτής, πρ. Εθελοντισμού Σκοτίνας

ΕΘΕΛΟΝΕΣ


                           Από αριστερά: Πινακά Θωμαή, Συντριβάνη Μαριάννα, 
                               Σκρέτα Ειρήνη, Καλαμάρα Σοφία και Μιχαλού Πόπη



Η χαρά της προσφοράς δίνει ζωή
 

                                                     Η λάμψη της προσφοράς


                                 Αριστερά: Καλαμάρας Βασίλης, δεξιά Μάνος Γιάννης


                                                 Βλέτση Χρυσικού Τασούλα

                                                       Βασίλης Βαγγελάκος

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ





  ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ








                                               
                                                  Χορευτικός όμιλος Σκοτίνας
                                  

                                       Αστράφτουν τα πρόσωπα μετά το χορό

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ: Τζιατζιάς


Τραγουδούν: Μάνα και κόρη Κατσιούλα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΡΩΤΗ: Κατσιούλα Γαρουφαλιά (καλοκαίρι 1982) στη Λεπτοκαρυά Πιερίας.

          Ι πατέραζ μ’ μια μέρα γέμσι του φτσέλ’ κρασί κι ξικίντζι απ’ τ’ Λιφτουκαρυά να πααίν’ στ’ αμπέλ’. ΄Οξου ‘κεί ζ Γκαστανιά άρχισι να τραγδάει του Τζιατζιά του τραγούδ’. Παραπέρα ήταν ι Τζιατζιάς μι του Μπλουγκούρα. ΄Εψηναν κατσίκια στου λάκκου.  Ι Τζιατζιάς σταμάτσι κάτ’ σ’ έναν κέδρουν, μήπους παρουσιαστεί κάνας χουρουφύλακας κι τς πχιάσν. Φουρούσι χουντρά σκουφούνια. Είχι χιόν’. Ι μπαμπάζ μ’ φτάν’ στου Τσιμπούρα τ’ αμπέλ’ κι αρχεύ’ του τραγούδ’: (Ο πατέρας μου μια μέρα γέμισε την τσότρα κρασί και ξεκίνησε από τη Λεπτοκαρυά για να πάει στο αμπέλι. Μόλις έφτασε έξω στην Καστανιά, άρχισε να τραγουδάει το τραγούδι του Τζιατζιά.  Παραπέρα έτυχε να ’ναι ο Τζιατζιάς με τον Μπλουγκούρα. Έψηναν κατσίκια στο λάκκο. Ο Τζιατζιάς στάθηκε κάτω από ένα κέδρο μεγάλο. Παρατηρούσε μήπως παρουσιαστεί κανένας χωροφύλακας και τους συλλάβουν. Φορούσε χοντρές μάλλινες κάλτσες. Είχε και χιόνι. Ο πατέρας μου πλησιάζει προς το αμπέλι του Τσιμπούρα και αρχίζει το τραγούδι):

Μή τον είδατε τον απαντήσατε,
το Μήτσο το λεβέντη τον Τζιατζόπουλο,
τον καπιτάνιο, τον Τζιατζόπουλο.

Χτες τον είδαμε, τον απαντήσαμε
στα βλάχικα καλύβια τον κερνούσανε,
τον καπετάνιο, τον κερνούσανε.

     Δε μπατρεύεσαι, δε μπροξενεύεσαι
          να πάρεις βλαχοπούλα σαν κι εμένανε
                                            βρε καπιτάνιε, σαν κι εμένανε.

    Δε μπατρεύομαι δε μπροξενεύομαι
             δε μπαίρνω βλαχοπούλα σαν εσένανε...
                   
Βγαίν’ ένας αντάρτς μι γκάπα. Τουν σταματάει του τραγούδ’. (Εμφανίζεται ένας αντάρτης με την κάπα. Του σταματάει το τραγούδι).
          -Τι συμβαίν’; Είπι ι μπαμπάζ μ’.
          -Μη φουβάσι. ΄Ελα ώς ιδώ. Κάτ’ σι θέλου.
          Πααίν’ ικεί, τι να δει! Αυτοί έψηναν. Τουν λέ’ ι Τζιατζιάς:
          -Δε μι λες, γιατί του λες αυτό του τραγούδ’;
          -Αυτό μι αρέσ’ κι γι αυτό του λέου.
          -Γιατί σι’ αρέσ’;
        -Γιατί όποιους να ’νι δε  βγάζ’ τραγούδ’. Τους λιβέντις βγάζουν τραγούδια. (Γιατί δεν βγάζουν τραγούδι για οποιονδήποτε. Τους λεβέντες τιμούν και γι’ αυτούς βγάζουν τραγούδια).
          -΄Αμα τουν δεις αυτόν απού λες του τραγούδ’, θα τουν γνουρί’ ις;
        -Εμ! Πού να τουν γνουρίσου, δε ντου γξέρου. Πάντους, για να τουν βγάλν’ τραγούδ’, είνι κι παλικάρ’.
          -Ιγώ είμι, ι Τζιατζιάς.
          -Αμάν’, παλικάρι μ’,...Συχαρητήρια. Είσι παλικάρ’.
          -Κόψτι ένα μπούτ’ απ’ αυτά τα ψητά, τα κατσίκια.
          -Κρασί έχου, λέ’ ι μπαμπάζ μ’. Θα πάνου τώρα μέσα σ’ ν’ αστυνουμία κι θα τραγδώ αυτό του τραγούδ’. Δε φουβάμι. Για τέτοια παλικάρια δε φουβάμι.
          Απού τότι, ξανά δε ντουν είδι.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, Κατσιούλα Βούλα, (14.9.2019).

Ανήμερα του Σταυρού με υποδέχεται στο σπίτι της (Λεπτοκαρυά) η κ. Βούλα Κατσιούλα κόρη της Γαρουφαλιάς, σύζυγος του Γιώργου Μουσδράκα. Είχα πληροφορηθεί ότι η κ. Βούλα έχει ωραία φωνή και συμμετέχει στον πολιτιστικό σύλλογο  Λεπτοκαρυάς. Κατάλαβε πως επέμενα να ακούσω τη λαλιά της. Και εκείνη θυμήθηκε το γνωστό στον τόπο της τραγούδι, το τραγούδι του Τζιατζιά.

                              «Στ’ Ολύμπου κι Όσσας τις κορφές
                              ακούγονται ντουφέκια.
                              Χαλάσανε την κλεφτουριά,
                              Τζιατζιά τον καπετάνιο
                                                                     που ήταν κορόνα στα βουνά
                                                                     και στύλος μες στους κάμπους.    
                                                    -Καλά ήσουν Μήτσο στην Κρανιά
                                                                     καλά και στη Ραψάνη,
                                                                     τι χάλευες, τι γύρευες
                                                                     μες στο μικρό Κουτσιούκι,
                                                                     στο προδομένο το χωριό
                                                                     και πέρ’ απ’ το ποτάμι;
                                                                     -Πήγα να ιδώ τους φίλους μου,
                                                                     να ιδώ και τους κουμπάρους
                                                                     κι αυτοί κρασί με πότισαν
                                                                     και χάθηκα ο καημένος.
                                                                     Κι οι φίλοι έγιναν οχτροί
                                                                     και χάρος ο Δαφέρμος.
                                                                     -Τώρα τον κλαίνε τα χωριά
                                                                     τον κλαιν τα τσελιγκάτα…
                                                                     τι ήταν του πλούτου ο κυνηγός
                                                                     και των φτωχών προστάτης» (*).
----------
* Το τραγούδι το συναντούμε στο βιβλίο των συγγραφέων Γεωργίου Χατζή και Μιλτιάδη Τερζόπουλου. Φέρει τον τίτλο «Γιαγκούλας-λήσταρχοι του Ολύμπου». εκδόσεις «Μάτι» Κατερίνη 1991 (βλέπε σελίδα 590).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: η Λεπτοκαρυά μετά το 1950

Στη συνέχεια η συζήτηση παίρνει άλλη τροπή. Προκαλώ την κ.  Βούλα να θυμηθεί παλιότερες καταστάσεις, σχετικές με την ιστορία του χωριού.  

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η μάνα μου λεγόταν Κατσιούλα Γαρουφαλιά του Ιωάννου. Ιγώ ήμαν μικρή. Τελευταία από τα 10 αδέρφια. Γεννήθηκα εδώ το ’53, 28 Νοεμβρίου. Ήμασταν από τους πρώτους που ήρθαμε.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί μεταφερθήκατε από την Άνω στην Κάτω λεπτοκαρυά; 
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατεβήκαμε εδώ κάτω το 1953 γιατί επάνω γινόταν κατολισθήσεις, καθιζήσεις. Έπαθαν όλα τα σπίτια ζημιά. Από το ’49 και μετά καθόταν.
ΕΡ. Τελικά πότε έγινε η ρυμοτομία του κάτω χωριού;
ΑΠ. Από το 52 ξεκίνησε. Μοιράστηκαν οι τίτλοι.
ΕΡ. Θυμάσαι κανένα ευχάριστο γεγονός από την όλη υπόθεση;
ΑΠ. Ένας που έγραφε τα οικόπεδα, ζήτησε να πάει σε τουαλέτα (στην επάνω Λεπτοκαρυά). Η αδελφή μ’ ήταν 5-6 χρονών. Λέει αυτός: «Κοριτσάκι μου, έχετε τουαλέτα»; «Θείο, εμείς είχαμε μια τουαλέτα με τσουβάλια, ξύλινη. Αλλά θα σι πάω σε μια καλύβα». Και τον πήγε στου Μπακάλ’ το σπίτ’. «Περίμενέ μου, κοριτσάκι μου, να μι πας στο σπίτι σ’». Πήγε στο σπίτι τι να δει. Το σπίτι το δικό μας ήταν έτοιμο να γκρεμιστεί.
-Εδώ ζείτε, κοπελίτσα μου καλή;
-Εδώ ζούμε.
Της μάνας μου το δωμάτιο ήταν καθαρό. Λέει: Πως λέγισι, κυρία μου;» «Κατσιούλας Νικόλαος του Δημητρίου» (σαφής απάντηση). Κι δε μας είχαν γραμμέν’ για οικόπεδο. Να ‘νι καλά αυτός ο κύριος που ήρθε -με συγχωρείς- να κατουρήσ’ και έγραψε τη μάνα μ’ στην πρώτη λίστα. Μόλις έγινε καταμέτρηση και δώσαν τα οικόπεδα, λέ’ η μάνα μ’ τον πατέρα: «Βρε Νίκο, δεν πας στην Κοινότητα, μήπως έχουμε κάνα τυχερό να πάρουμε κάνα οικόπεδο; Κι λέει: «Βρε γναίκα, πιστεύς ισύ πως θα μας δώσν οικόπεδο;» Τραβούν τον πρώτο λαχνό, τον δεύτερο λαχνό «Κατσιούλας Νικόλαος του Δημητρίου».
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 
                                  Κατσιούλας Νικόλαος, σύζυγος της Γαρουφαλιάς


               Το σπίτι (σήμερα) του ζεύγους Γιώργου Μουσδράκα και  Βούλας Κατσιούλα.

ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

α) βιβλίο "Γιαγκούλας-λήσταρχοι του Ολύμπου" 
των συγγραφέων Γεωργ. Χατζή και Μιλτ. Τερζόπουλου  

                                                                 Σελίδα 597

 σελίδα 590

σελίδα 591


 
Σελίδα 593

β) βιβλίο του Γιάννη Μπασλή "Μήτσιος Τζιατζιάς, 
ο αριστοκράτης ληστής (1889-1930)".


Ο γάμος Τζιατζιά και Στάμως
                                                                     σελίδα 33


Ο Τζιατζιάς εναντιώνεται σε αυτούς που 
δεν συμπεριφέρονται ορθά στον κόσμο.
Σελίδα 38

γ) βιβλίο του Ιω. Α. Καλιαμπού "λαϊκή παράδοση 
στον Κάτω Όλυμπο-η ΣΚΟΤΙΝΑ", Κώδικας 2007" Θεσσαλονίκη


Ο Απόστολος Καλιαμπός, βοσκός πιάνεται όμηρος από τον Τζιατζιά. 
Σώζεται με την καταβολή λύτρων από τον τσέλιγκα Γιάννη Καλιαμπό.

Σελίδα 92