Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2019

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ: «Δοντάγρια»





                    Μίχος Πολυχρός-Μητσιάνης και η σύζυγος Μαρία Πλεξίδα. 
                       Ο Μίχος ειδικός στη "δοντάγρια", η Μαρία από τις καλές 
                       μαμές του χωριού.
                       
          Στη Σκοτίνα παλιότερα, όσες φορές πονούσε σε κάποιον το δόντι, τραβούσε κατευθείαν στη συνοικία «Βασίλα». Εκεί κατοικούσε ο Μίχος Πολυχρός, ο οποίος εξυπηρετούσε όλον τον κόσμο της Σκοτίνας. Ήταν άριστος δεξιοτέχνης, γρήγορος στη «γιατρειά». Σ’ όποιον πονούσε το δόντι, το τραβούσε και το ‘βγαζε με την τανάλια. Την τανάλια αυτή τη λέγανε «δοντάγρια» (*).
    Στο προσωπικό μου αρχείο διατηρώ στοιχεία από δυο συνεντεύξεις, σχετικές με το θέμα.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΡΩΤΗ: Δημητρός Παπαγεωργίου, Καλοκαίρι 1995.

          Διασκεδάζοντας την περίπτωση ο Δημητρός Θ. Παπαγεωργίου (1921-2011) και με το χαρακτηριστικό του χιούμορ αναπτύσσει γλαφυρά τη «δοντάγρια» που ήταν  ξακουστή στον κόσμο τη Σκοτίνας (και όχι μόνο):

Η ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΑ: -Στα παλιά τα χρόνια υπήρχε οδοντίατρος στο χωριό;

-Ουδοντίατρους; Πθινά ‘ρα! Μ’ τι ουδουντίατρους! (Πού οδοντίατρος. Αστειεύεστε ωρέ; Πουθενά οδοντίατρος). Κι άμα είχι κανένας καμιά ρίζα, πάηνι στου μπαππού του Μπουλυχρό κι το ’βγαζι μι τζιμπίδα. (Αν κάποιος πονούσε από καμιά ρίζα δοντιού, πήγαινε στον παππού τον Πολυχρό και έβγαζε το δόντι με την τανάλια). Του κρατούσι μι ν’ ντανάλια κι...(Κράταγε το δόντι με την τανάλια και προχώραγε στο έργο). Πήγα ιγώ να βγάλου δόντ’ στου μπαππού του Μπουλυχρό. Μι πουνούσι πουλύ κι μόλις μ’ έχουσι καταή, γλέπου ν’ τζιμπίδα. (Μόλις με ξάπλωσε για να βγάλει το δόντι, βλέπω από πάνω μου την τανάλια).
          -Μι πέρασι, λέου, φέγου.
          -Βρε αμάν, θα σι πουνέσ’ λίγου.
          -Φέγου, λέου, δε γξέρς.
          Κόβου σιαπέρα. Δε γξαναπάτσα.
          Άλλις φουρές αλάθουνι. (Μερικές φορές έκανε και λάθη). Δυο νεαρούς τς’  έβγαλι του καλό δόντ’. Τουν έναν αντί να βγάλ’ του σάπιου, έβγαλι του καλό. Τουν άλλουν έβγαλι του διπλανό απ’ του σάπιου. Έβγαζι δυο-τρία κι άφνι του χαλαζμένου. Αρά, τσιμπίδα κι «κραπ». Τσάκουνι γιρά  του γιρό…κι όξου. Τρεις μέρις αίμα σουλνάρα. Μι του ζιουγκάρ’ (πηγούνι)  μαζί. Ξέρς, άμα σι πχιάσ’ η τσιμπίδα μι του ζιουγκάρ!! Σι ξιπάτουσι. Ξιπαστράβουνις ντιπ. (Ξέρεις, αν η τσιμπίδα  πιάσει το δόντι  μαζί με το πηγούνι, αλίμονό σου! Με το τράβηγμα τα ‘βγαζε όλα. Σε ξεπάτωνε. Το στόμα σου γινόταν στραβό πέρα για πέρα). Ι παππούς ι Πουλυχρός δε μπουρούσι να φκιάσ’ ούτι ένα κουφίν’ τηρ μέρα  ούλ’. Δυο πάηναν, τρεις έρχουνταν.εν ευκαιρούσε ο άνθρωπος να κάνει καμιά άλλη δουλειά. Κι αυτά τα κοφίνια για το μελίσσι τα παραμέλησε. Για τα δόντια δυο πήγαιναν, τρεις έρχονταν).

Δήμητρα (Καλιαμπού):  Πληρώνατε κιόλας; Πόσο πληρώνατε;
          -Ντιπ, αρά. ΄Αγιοι Ανάργυροι. Ντιπ παράδις. Σε ’δουνι κι από ’να τσιγάρου να καπνί’ ις, για να φέγ΄ι πόνους. Αυτόν είχαμι γιατρόν.
          -Άμα σε πονούσε το κεφάλι;
          -Καλή χρουνιά!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Γιώργος Πολυχρός, 12 Σεπτέμβρη1998.

          Συνήθως το παιδί ακολουθεί την τέχνη του πατέρα. Έτσι κι ο Γιώργος Πολυχρός του Μιχάλη (1915-2001) κληρονόμησε την τέχνη του γονιού. Αυτό φανερώνει η σχετική συζήτηση που κάναμε στο σπίτι του στη «Βασίλα» Σκοτίνας.

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ: -Κάποτε μου έλεγες για κάποια δοντάγρια. Τι είναι αυτή;

-Είνι μια ντανάλια που πχιάν’ του δόντ’. Ιγώ το ’χου αρτιρμένου για να πχιάν’ καλά, γιατί ήταν κουντή. Του αρτίρσα στου χαλκιά. Να πχιάν’ καλά του δόντ’. ρόκειται για μια τανάλια-πένσα, την οποία χρησιμοποιούσαμε να πιάνουμε το δόντι. Εγώ κάνω χρήση αυτής της τανάλιας. Φρόντισα να περισσεύει λίγο, να είναι ελεύθερη, να πιάνει με κάποια ευχέρεια το δόντι. Το έκανα αυτό, γιατί είναι λίγο κοντή και δυσκολεύει στο κράτημα. Την πήγα στο σιδερά, ο οποίος της έδωσε λίγο μήκος. Έτσι πιάνει καλύτερα το δόντι).
          -Έβγαλες κανένα δόντι;
Ουρανία (σύζυγος): Ούλ’ τ’ Σκουτίνα (όλη τη Σκοτίνα).
Γιώργος: Κι του θκο μ’ του ίδιου το ‘βγαλα. (Και το δικό μου δόντι το έβγαλα κατά τον ίδιο τρόπο).
Ουρανία: Τα θκα μ’ ούλα. Νε πόνια, νε τίπουτα, Γιάν’. (Και όλα τα δικά μου χωρίς κανένα πόνο, Γιάννη).
Γιώργος: Για να μη πουνούν βάζου λίγου αλάτ’. (Για να μην πονάνε, βάζω λίγο αλάτι).
----------
* Στο ελληνικό λεξικό ο Γιώργος Μπαμπινιώτης σημειώνει: οδοντάγρα (η)=οδοντιατρικό εργαλείο σε σχήμα λαβίδας, το οποίο χρησιμεύει στην εξαγωγή δοντιών.
Σημείωση: μετά την εξαγωγή του δοντιού, το κρατούσαμε στο χέρι και με τρόπο μυσταγωγικό το πετούσαμε στα κεραμίδια του σπιτιού. Η στάση μας ήταν τέτοια, ώστε να βλέπουμε την ανατολή και το χέρι να πετάει το δόντι προς τα όπισθεν. Τη στιγμή εκείνη φωνάζαμε: «να το κρανοκόκαλο κι δόμ’ του σιδηρένιου». Δηλαδή πάρε το άχρηστο ήδη δόντι, που μοιάζει σαν το κουκούτσι του κράνου και αντάλλαξέ το με ένα καλό, γερό σαν το σίδηρο. Στη δικιά μου περίπτωση αυτό συνέβη στο σπίτι της γιαγιάς μου Όλγας, συζύγου Γιαννούλη Δάμπλια. Το σπίτι βρισκότανε λίγο πριν τη Βλαχάτη στο δρόμο από Πλατεία προς Μοίρα (Άνω Σκοτίνα στον καιρό της Πείνας).

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2019

ΕΘΙΜΑ: «Κύριε ελέησον»



Παναγία η Οδηγήτρια

          Προπολεμικά, η πιο θεαματική θρησκευτική εκδήλωση στο πανηγύρι της Άνω Σκοτίνας, ήταν  η υποδοχή της Παναγίας από τους πιστούς. Η υποδοχή γινότανε «στου ντρανό του μπλάτανου» (στον Τρανό Πλάτανο), που βρίσκεται στην ανηφόρα (διακλάδωση δρόμων Μοίρα-Καρόπλα). Η Εικόνα μεταφερότανε από τη μονή των Κανάλων του Ολύμπου από πρόσωπα που διακρίνονταν για την ευλάβεια και ευσέβεια (*). Μετά τον τελευταίο σταθμό, τα Καρόπλα, οι συνοδοί φέρνανε την Εικόνα και την τοποθετούσαν στη μεγάλη πέτρα, που βρίσκεται ακριβώς στο πλατάνι, όπου και η ονομασία της τοποθεσίας «Τρανός Πλάτανος» βδ της Άνω Σκοτίνας.
          Το έθιμο άλλαξε από τις αρχές του αιώνα που διανύουμε. Σήμερα, δηλαδή, οι χριστιανοί την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου υποδέχονται την Παναγία στην «Παναϊά» της Κάτω Σκοτίνας (φυσικό μπαλκόνι του χωριού). Αμέσως ανηφορίζουν πεζοί τα παλιά δρομάκια (7-8 χιλιόμετρα) για να καταλήξουν στον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου (Άνω Σκοτίνα), όπου τελείται ο Μέγας Εσπερινός.

Η τελετή της υποδοχής στα παλιά χρόνια διακρίνονταν από τα ακόλουθα στοιχεία:

1. ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΛΑΟΥ: Κατά το δειλινό της παραμονής χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, δηλωτικό, πως η Παναγία περιμένει τον κόσμο στον «Τρανό Πλάτανο». Όλοι οι δρόμοι συγκλίνουν «ζ Μπαρθέν’»  (στην Παρθένη) και πιο συγκεκριμένα «ζ γκαρυά τς Στάθους» (στην καρυδιά της Στάθως). Τελικά όλοι συγκεντρώνονται στο χώρο του ανηφορικού δρόμου, όπου η εικόνα της Παναγίας.

2. ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ: Ειδικό πρόσωπο μεταβαίνει στο Μοναστήρι των Κανάλων. Από εκεί παραλαμβάνει την Εικόνα της Παναγίας (συνοδός ή συνοδοί). Το απόγευμα της παραμονής της Παναγίας πρέπει να βρίσκεται στον «Τρανό Πλάτανο» της Άνω Σκοτίνας. Ο συνοδός ασπάζεται το χέρι του παπά, του παραδίνει την Εικόνα κι ευθύς γίνεται η λιτάνευση με το χαρακτηριστικό τοπικό «Κύριε ελέησον».

3. ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ: Παίρνουν όλοι τις θέσεις.  παπάδες, ψαλτάδες, εξαπτέρυγα, μανουάλια, θυμιατό, λαμπάδες και ο κόσμος με τη σειρά. Η Παναγία μπροστά. Κάνει ο παπάς δέηση, δίνει το σύνθημα και η τελετή κορυφώνεται με το «Κύριε ελέησον». Ψάλλουν κατά τον παραδοσιακό τοπικό τρόπο, κατανυκτικά, σεμνά, ρυθμικά και μονοφωνικά. Πρώτα οι άντρες, ύστερα οι μικροί. Το ψάλσιμο ακούγεται περίπου σαν το στιλ που ακολουθεί:



4. ΧΑΙΡΕΤΗΜΑ: Με το «Κύριε ελέησον» η πομπή καταλήγει «στου Μπλάτανου» (στον Πλάτανο), δηλαδή στην πλατεία της Άνω Σκοτίνας, όπου και ο αυλόγυρος του ναού. Εκεί γίνεται ειδική δέηση. Οι προσκυνητές χαιρετούν -ασπάζονται-  την Παναγία. Οι ψάλτες ψάλλουν το τροπάριο «εν τη Γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας».

5. «ΓΥΡΙΣΜΑ» ΠΑΝΑΓΙΑΣ: Για το καλό του κάθε σπιτιού η Παναγία «γυρίζει»  από οικογένεια σε οικογένεια. Η προτεραιότητα, ο χρόνος, η σειρά, ο τρόπος, όλα ρυθμίζονται  από την επιτροπή του ναού. Ο χρόνος της παραμονής της Παναγίας σε κάθε οικογένεια επηρεάζεται από τον αριθμό των οικογενειών. Στα «Νιάμερα», πάντως, η εικόνα «φεύγει» και επανέρχεται στο μοναστήρι των Κανάλων. Στη συνέχεια πρέπει να φιλοξενηθεί  από το Πανηγύρι της Καρυάς Ελασσόνας.

6. ΠΑΝΑΓΙΑ η ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ: Οι ειδικοί (ιερωμένοι και μη) γνωρίζουν ότι η εικόνα της Παναγίας παραδόθηκε από τους προγόνους στους μεταγενεστέρους με την επωνυμία «Παναγία η Οδηγήτρια».
----------
* Το καλοκαίρι του 1986 σε σχετική συζήτηση ο Δημητρός Θ. Παπαγεωργίου υπογραμμίζει: «Μπαναγία, ως επιτοπλείστον, ν’ έφιρνι ι παππούς ι Νικόλας ι Ντάμπλιας. ΄Ηταν ζβέλτους αυτός. Ν’ έφιρνι απ’ τα Κανάλια. Δε βαργιούνταν καθόλου. Ξικινούσι απ’ του βράδ’. Πάηνι ικεί στου μουναστήρ’. Ν’ έπιρναν τα σπίτια ούλα. Στα Νιάμιρα πάηνι ζ Γκαρυά». (Την Παναγία, συνήθως, την έφερνε ο παππούς Νικόλας Δάμπλιας. Αυτός ήταν δραστήριος. Την έφερνε από την μονή των Κανάλων. Επιθυμούσε και το έκανε. Ξεκινούσε από την Άνω Σκοτίνα αποβραδίς. Πήγαινε στο μοναστήρι. Φιλοξενούνταν από όλες οι οικογένειες. Προθεσμία ήταν τα Εννιάμερα, γιατί έπρεπε την ίδια μέρα να πάει στο πανηγύρι της Καρυάς).   
----------
Σημείωση: Η Μαριάννα Κορομηλά, όταν ήρθε στη Σκοτίνα με την ΕΡΤ πρέπει να έμεινε έκθαμβη μόλις αντίκρυσε τον επιβλητικό ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου.  Για την Παναγία τονίζει: «...Το πιο όμορφο κομμάτι, είναι το εικόνισμα της Παναγίας…».
---------- 
Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ "ΠΑΝΑΓΙΑΣ"

 Α. Προπολεμικά:


 
Β. Μεταπολεμικά: 


ΕΙΚΟΝΕΣ


Από φωτογραφία της Εικόνας της Παναγίας


Από τα "Μεγαλυνάρια" του Παρακλητικού Κανόνα

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ: κουκούλια


                                          Η ονομασία «Μπουντίνος»

          Στη Σκοτίνα Πιερίας η επεξεργασία του μεταξοσκώληκα φέρει το όνομα «μπουντίνος». Αγνοώ την προέλευση του όρου. Πάντως από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι τη λειτουργία των κουκουλιών, τον «μπουντίνο». Στην Κάτω Σκοτίνα όλοι οι χώροι του εσωτερικού του σπιτιού ήταν γεμάτοι από μεταξοσκώληκες που κατέληγαν σε όμορφα πολύχρωμα κουκούλια.  Ο κάμπος του χωριού στα παλιά χρόνια ήταν κατάφυτος από  «μπρες» (μουριές), γιατί τα φύλλα της μουριάς ήταν η καλύτερη τροφή του μεταξοσκώληκα. 
Η Ουρανία Δάμπλια (1923-2014), σύζυγος του Γεωργίου Πολυχρού, για τα κουκούλια δίνει λεπτομερή περιγραφή. Μου έδωσε και σχετική συνέντευξη στις 12 Αυγούστου 1998:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Κάτσι να σι πώ ιγώ, Γιάν’. Δεν είχαμι πού να βάλουμι του μπουντίνου κι τουν έβαλάμι στου σπίτι σας. Στου Γκαλιαμπάτκου.

Αγόραζάμι έναν σπόρουν απ’ του Παντιλέμηνου, όπους είνι του χάντρου, αν ξέρς. Στου σακκούλ’.  Η μάνα μ’ ΄Επιρνι του σπόρου κι τουν άνοιγι. Τουν έβανι ιδώια στου γκόρφου, τουν ζέστανι. Μια βδουμάδα μέσα στου γκόρφου. Στου βζί ιδώια. ΄Υστιρα άνοιγι. ΄Εβγαζι σκληκούλ’ ‘που μέσα. Μόλις άνοιγι  έβανάμι σι ταψιά, σι κόσκινα, φύλλα ‘που μπριά κι το ’βανάμι αυτό του σέ’ καταή κι γιόμζι αυτό σκλήκ. Πώς λέν “μπουντίνους”.
Το ’πιρνάμι ικείνου του φύλλου, τα ’πλουνάμι στου κριβάτ’, στα κόσκινα, στα ταψιά. Να του τρων  ένα κι ένα ούλου του φύλλου ικείνου. Κι άνοιγι ως αγκίδα ούλους, απ’ λες, γιόμζαμι του σπίτ’. Τέτχιου σκλήκ’. Κι έφκιανι κουκούλ’ κι κλειούνταν μέσα. Κι έτριβάμι μι του μαχαίρ’ τα φύλλα κι να του τρών’ ώς να τρίψουμι, πώς λεν “μπουντίνους πέρασι”. ΄Υστιρα μιγάλουνι, μιγάλουνι. Κι ύστιρα έκουβάμι σπάρτσα (σπάρτα), κλαδιά. Κι έφκιαναν κουκούλια  κι τα μαδούσαν να φκιάζν μαλλί.
          -Σε πόσο χρονικό διάστημα γίνονταν όλα αυτά.
         -Τα ’βανάμι απ’ του Πάσχα κι τα μάζουνάμι κα τουν Ιούλιου μήνα. Τα ’βανάμι στου τσιουβάλ’ κι τα ’πιρνι έμπουρας απ’ του Παντιλέμηνου.

ΚΟΙΝΗ: Γιάννη, πρόσεξε αυτά που θα σου πω. Δεν είχαμε χώρο για τον «μπουντίνο» και τον φυλάγαμε στο σπίτι σας, στο Καλιαμπέικο.
Για να επεξεργαστούμε έναν μεταξοσκώληκα αγοράζαμε σπόρο. Χοντρό σπόρο σαν τα χάντρα, αν έχεις υπόψη. Μας το πωλούσαν μέσα στο σακούλι.  Έπαιρνε η μάνα μου τον σπόρο και τον άνοιγε. Τον έβαζε εδώ μέσα στον κόρφο για να ζεσταθεί. Εδώ ακριβώς στο βυζί. Έπειτα άνοιγε ο σπόρος. Έβγαζε μικρό σκουλήκι από μέσα. Την ώρα που άνοιγε, τον βάζαμε σε ταψιά, σε κόσκινα που μέσα υπήρχαν φύλλα μουριάς. Αυτό το πράμα το τοποθετούσαμε κάτω και γέμιζε ο περιβάλλων χώρος από σκουλήκια. Αυτό το πράμα το λένε "μπουντίνο".
Παίρναμε στη συνέχεια εκείνα τα φύλλα, τα απλώναμε σε κόσκινα πάνω στο κρεβάτι, σε ταψιά. Να το τρώνε στα γρήγορα όλο το φύλλο. Και άνοιγαν τα σκουλήκια όλα μέχρι τέλους, που λες, γέμιζε όλο το σπίτι. Τόσο μεγάλο σκουλήκι. Γινότανε το κουκούλι και κλεινότανε μέσα. Τρίβαμε με το μαχαίρι τα φύλλα και αυτά τα σκουλήκια να τρώνε ό, τι εμείς τρίβαμε. Από τα τριψίματα αυτά ο τόπος αλλοιώνονταν σε σημείο που λέγανε: «πέρασε μπουντίνος». Ύστερα μεγάλωνε, μεγάλωνε. Μετά μαζεύαμε σπάρτα κλαδιά. Έτσι ετοιμάζαμε τα κουκούλια, από τα οποία τραβούσανε το μαλλί.
          -Σε πόσο χρονικό διάστημα γίνονταν όλα αυτά.
        -Να υπολογίσεις, τα βάζαμε το Πάσχα και τα μαζεύαμε γύρω στον Ιούλιο μήνα. Τοποθετούσαμε τα κουκούλια στο τσουβάλι. Ερχότανε, μετά, ο έμπορος από τον Παντελεήμονα και τα αγόραζε.
----------
Σημείωση: Η Χρυσούλα Μήτσιου-Καλιαμπού σε σχετική συνέντευξη (Ιούλιος 1982) προσθέτει:
ΙΔΙΩΜΑ: «Φύλαγάμι μπουντίνουν. Φύλαγι κι η μάνα σ', φύλαγα κι' γω. Μπουντίνουν φύλαξα κι μι Γκαλούδα, ν' Αντώνινα Γκαϊάκινα. Έπιρνάμι από 'να κτί  κι του άνοιγάμι. Πάηναμι κι έκουφτάμι ζινιλιές, έκουφτάμι μτζούνις κι
τα 'βανάμι παναθέ κι ύστιρα έπλικαν τα κουκούλια. Φουρτουμένις μι τ' μάνα σ' απού σιακάτ' έφιρνάμι μπρες. Κοιμούμασταν μι τα σκλήκια. Δε μας έτρουγαν. Πάηναμι κι τα μάλαζάμι, τα τίτχιουνάμι. Ανέβηναν αυτά σ' τσ' τοίχ'. Αυτούϊα να γλέπς αραδαριά. Να χαίρισι. Τέτοια κουκούλια! Αντίς λουής χρώματα. Όταν το κουκούλι τέλειωνι, του σκουλήκ’  ψουφούσι μέσα. Έπλιγι, έπλιγι κι ψουφούσι.
Τυραγνιούμασταν πουλύ.

ΚΟΙΝΗ: Φροντίσαμε να είμαστε πανέτοιμοι στην επεξεργασία κουκουλιών. Επιφυλακή η μάνα σου, επιφυλακή κι εγώ. Φύλαγα και με την Καλούδα, την Αντώνινα Καϊάκινα. Αγοράζαμε από ένα κουτί. Το ανοίγαμε. Πηγαίναμε στο δάσος και κόβαμε θάμνους, όπως ζινιλιές, μουτζούνες. Τα τοποθετούσαμε πλάι στα σκουλήκια και αυτά πλέκανε τα κουκούλια. Κατεβαίναμε κάτω στον κάμπο, και, φορτωμένες με τη μάνα σου, κουβαλούσαμε κλωνάρια από μουριές. Κοιμόμασταν μαζί με τα σκουλήκια, αλλά δεν μας πείραζαν. Πλησιάζαμε τα χαϊδεύαμε, τα χαιρόμασταν. Να βλέπεις αυτά να σκαρφαλώνουν στους τοίχους. Όλα στους τοίχους με την αράδα. Τα απολαμβάναμε. Ωραία κουκούλια, λογής, λογής χρώματα. Όταν το σκουλήκι τέλειωνε τη δουλειά, ψοφούσε μέσα στο κουκούλι. Έπλεε, έπλεε, και ψοφούσε.
          Είχαμε τυράγνια.    
----------
Στο χωριό λένε: α) «έχου μπουντίνουν απλουμένουν», (δηλ. δεν ευκαιρώ), ή «φύλαγα μπουντίνουν», β) «να ξιράσ' μιτάξ' ι μπουντίνους, να του τραβήξουμι για να κάνουμι κουκ'λάρ' και προικάτ' κα μιταξουτά σιντόνια»
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ



                                 Η γειτονιά της Ουρανίας Δάμπλια-Πολυχρού. 
                                   Ένα τμήμα της περιοχής "Βασίλα".
                         Στο βάθος δεξιά διακρίνεται η κορυφή της Δουργιανής


                            

                     Το σπίτι του Γιώργου και Ουρανίας Πολυχρού. 
                     Η φωτογραφία είναι βγαλμένη από ττο σπίτι 
                     (μπαλκόνι) του Γιώργου Μητσιάνη.


                                 Σπίτια Πολυχρών. Η φωτογραφία πάρθηκε 
                                      από την αυλή Αθανασίου Πολυχρού.