Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορίες: Μοσκώφ



                            Η βίλα του Μοσκώφ προς την πλευρά της θάλασσας

          Όπως ταξιδεύουμε από Σκοτίνα προς Πλαταμώνα, στο τέλος της Γαλαρίας του Κάστρου συναντούμε τη βίλα του Μοσκώφ. Εκεί οι Σκοτινιώτες στα χρόνια της Κατοχής,
όταν αρρώσταιναν, βρίσκανε θαλπωρή. Η νοσοκόμα της βίλας τους καλοδέχονταν προσφέροντάς τους την ποθούμενη γιατριά. Ο Θανάσης Γερομιχαλός του Αποστόλου (1929-2013) σε σχετική συνέντευξη (3 Ιουλίου 2003) αφηγείται την προσωπική του ιστορία.
(η φωτογραφία στο πλάι είναι από το 2010 "ζ Μπαναϊά").
Ι πατέραζ μ’ μι παίρ’ καβάλα στου μπλάρ’, μι πααίν’ στου Μουσκώφ. Τότι ι Μουσκώφ αυτός είχι κάν’ ένα ιατρείου, αν πήγις καμιά φουρά, πού είνι η βίλα του Μουσκώφ απάν’ στ’ θάλασσα. Απ’ του πάνου μέρους του δρόμου είχι μια βρύσ’ κι δίπλα απ’ του πάνου μέρους του φραγμένου του μέρους είνι ένα σπιτάκ’. Σι’ αυτό του σπίτάκ’ μέσα είχι ένα ιατρείου. Που δε γξέρου απού πού τα κουνουμούσι, κάτ’ φάρμακα, μέσου του Ερυθρού Σταυρού, ξέρου γω, είχι μέσα ‘κεί μια νουσουκόμα. Τώρα αν ήταν γιατρός, αν ήταν νουσουκόμα δε γξέρου. Αλλά παράλληλα έκαμνι κι η γυναίκα τ’ χρέη νουσουκόμου ικεί. Κι όλ’ η πιριφέρεια, όπους να γλέπς, οι γυναίκις μι τς  μαστούς ιδώ να τς τς  κόβουν μι νυστέργια, να τς βάζουν γάζις. Για τα πιδιά, δε γξέρου, τι επιδημία είχι τότι, να έχ’ φάρμακα.
Πήγα κι γω τώρα να μι φκιάξ’. Η πληγή δεν είχι φύγ’ ακόμα. Όπους ήμαν ξαπλουμένους, είχι ένα παράθυρου δω. Πέρασι ένας Γιρμανός. Απ’ του Μουσκώφ απέξου μιριά ‘π’ του παραθύρ’. Κοιτάει κι λέ’ ι Γιρμανός:
-Τι έπαθι αυτό;
          Του ‘πι στα γιρμανικά. Ι Μουσκώφ ήξιρι γλώσσα γιρμανική. Λέ’, μι του σχήμα ‘πο ‘καμι: «Αυτός έκουψι του πόδ’ μι του τσικούρ’».
          -«Ααα!», έκαμι ι Γιρμανός. Σι λέει: «πιδούλ’ αυτό μι κουψιά τέτοια».
          Μι του καθάρσι του πόδ’, μι του έπλυναναν (αυτές οι νουσουκόμις). Ακόμα μι φαίνιτι σα να μι πουνεί. Είχαν κάτ’ λαβίδις, οι οποίις έπιαναν, είχαν θυμώσ’ τώρα τα άκρα του κρέατος κι τότι δεν υπήρχαν ινέσεις παυσίπουνις. Μαγκών’ μι τ’ λαβίδα να σφίξ’ του κρέας αυτό κι μι τ’ ν’ άλλ’ τ’ λαβίδα είχι λαμαρινέ καρφί μι δυο δόντια, ένα καρφί που δω κι ένα που δω κι έπιανι κι «χραπ», η μία λαβίδα έσφιγγι τ’ αυτό κι η άλλ’ έσφιγγι που δω. Απού δυο πλιβρές κι άφσι τόσου μέρους να τ’ αλλάζουν. Αφού μι του ‘χαν καθαρίσ’ πρώτα όλου. Αν θα υπάρχ’ μεταθάνατουν ζουή, αυτοί πρέπ’ να κατατάσσουντι μετά δικαίων και αγίων, όπους λέ’ η θρησκεία μας. Τι τουν ένιαζι αυτόν απού μένα, παράδειγμα. Πόσου, δηλαδή, ανθρουπιστικά φέρουνταν. Αφού ήρθι ιδώ πέρα κι τιλείουσι όλ’ η δλειά κι μ’ έδισαν του πόδ’ ιμένα, λέ’ στου μπατέρα μ’:
          -Κύριε Γιρουμιχαλέ, πού θα του πας του πιδί τώρα;
          -Πού να του πάνου; Στου Χουργιό.
          Κάμ’ έτσ’ αυτός:   «Μ…Όσ’ δλειά έκανάμι, πάει όλ’ χαμέν’. Γιατί τώρα, μόλις θα του βάλς στου μουλάρ’ απάν’, θα λυγίσ’ του γόνα, θα κουπούν τα ράματα κι σα να μη φκιάξαμι τίπουτα. Δε γνουρί ‘ιζ κανέναν ιδώ κουντά κι να στέλνου ιγώ κάθι μέρα νουσουκόμα να του άλλάζ’ του πιδί. Μια βδουμάδα θα κλείσ’. Του πιδί είνι νέου».
          -Πού ξέρου, λέ’ ι πατέρας. Μι φαίνιτι αν…ι μπαρμπα Μήτσιους ι Αγουραστός, λίγου παραπάν είχι μύλου αυτός, είχι πιριβόλ, είχι κιρασιές, είχι κι ένα σπιτάκ’, είχι έναν νιρόμυλου ικεί κι απού κεί κατέβινι του νιρό κι πήγινι στ’ θάλασσα. Τουν είχι δώσ’ νιρό του Μουσκώφ, που κατέβινι απού πάν. Κι γνουρίζουνταν.
          -Α, ι μπαρμπα Μήτσιους είνι καλός. Θα έχ’ κάνα μέρους. Θα πας να του μπεις να ‘ρθεί.
          Κατιβαίν’ ι καημένους, θεσχουρέστουν κι αυτόν, κι μι του μπατέρα μ’ κι μι παίρν στου φουρείου κι μι παν ικεί στου σπίτ’ του δικό τ’. Κι έκατσα ικεί μια βδουμάδα κι έρχουνταν κάθι μέρα, κάθι δειλινό κι μι καθαρνούσι του πουδάρ’ η νουσουκόμα. Κι μια μέρα, μι φαίνιτι θα είχι πουλύ δουλειά αυτή η νουσουκόμα, κι ήρθι η γυναίκα του Μουσκώφ κι άλλαξι του πόδ’ ιμένα. Καταλαβαίντζ; Μιλάμι τώρα για ανθρώπους!!! Να είσι στην ανάγκ’ αυτήν. Ποιος θα σι ρουτήσ’ ιτότι κι ήταν πανγιρμανισμός. Πού να πας, νουσουκουμεία δεν υπήρχαν, μέσου δεν υπήρχι. Μι τι να πιρπατή ‘ις, μι τι να πας. Μ’ έκανι εντύπουσι να ενδιαφερθεί αυτός κι να πει «όσ’ δλειά κάναμι μέχρι ώρα, πάει χαμέν’ όλ’, αλλά κοίταξι να βρείς κανέναν κι θα σι στέλου ιγώ κάθι μέρα ν’ αλλά ‘ιζ του πιδί». Μήπους του μπλήρουνα; Ιδώ πας τώρα του ρουσφέτ’ κι δίντζ αυτό για να σι προυσέξ’ κανένας κι πάλι όλ’ αδιαφορούν. Μιλάμι, το ‘καμι μι μιράκ’ κι μι αγάπ’. Ανθρουπισμό. Αυτό δε ντου ξιχνώ καμιά φουρά κι λέου «αυτός ου άνθρουπους, αν θα υπάρχ’ μιταθάνατουν ζουή, ίσους να είνι μιτά δικαίων και αγίων». Ε, βέβαια. Τι να λες τώρα!
          Τελους πάντουν. Τιλείουσαν αυτά, μι πέρασι του πόδ’. Στην αρχή είπα θα μείνου σακάτκους, γιατί μ’ έφυγι του πόδ’ προς τα μπρος. Σ’ ν’ ανηφόρα πιρπατούσα, ζ γκατηφόρα μ’ έφιβγι του πόδ’. «Παπ», πάνι ι γόνας έτσ’ κι έμεινα κόκκαλου. Ήταν κι θυμουμένους (πρησμένος) ι γόνας, λέου «άι, τιλείουσι, έμεινα σακάτς». Και τελικά τη μπεράσαμι.
----------
Σημείωση: Η βίλα κτίστηκε το 1936. Εκεί ενταφιάστηκε ο γνωστός επιστήμονας Κωστής Μοσκώφ (1939-1998), όπως και οι γονείς του Ηρακλής και Αμίνα και ο θείος του Κώστας. Ο Δημήτρης Γερομιχαλός του Διονύση καταθέτει την προσωπική του εμπειρία (συνέντευξη 2011):

          Δουλεύω στη βίλα του Μοσκώφ από τις 2.5.1996. Η μάνα μου με γνώρισε στην Έλη Οικονόμου, η οποία είναι ανιψιά του Μοσκώφ. Η μάνα της Έλης είναι αδερφή του Μοσκώφ. Βέβαια, πέθανε αυτή-Πέτροβιτς λέγονταν. Οι παλοί Μοσκοφαί ήρθαν τη δεκαετία του 1930 απ’ τη Ρωσία, αγόρασαν το κτήμα, κάνανε τη βίλα και μετά πάντρεψαν τα παιδιά. Το κτήμα είναι 57 στρέμματα πάνω από το δρόμο. Από κάτω είναι κτισμένο το σπίτι μέσα στο βράχο. Τριώροφο. Αρβανίτες τα μαστόρια, πέτρες μεγάλες, επένδυση γύρω-γύρω. Κτισμένο με τούβλο μέσα κι απ’ έξω πέτρα.
         -Από πού παίρνουν νερό;
         -Από το δίκτυο κανονικά.
         -Εκείνα τα χρόνια είχαν γιατρό, που εξυπηρετούσε την περιοχή;
         -Δεν ήταν γατρός, ο Μοσκώφ απλώς είχε μια νοσοκόμα μέσα και έλεγε: «εσύ θα κάνεις καλά τον κόσμο κι εγώ θα τσουντάρω, θα πληρώνω τα φάρμακα. Ό, τι φάρμακα θέλεις, θα παίρνεις τα καλύτερα. Εγώ θα πληρώνω και θα ταΐζω τον κόσμο.
----------
ΕΙΚΟΝΕΣ


          Οι εικόνες που ακολουθούν φωτογραφήθηκαν από την πηγή google, https:IIel-gr.facebooc.com. Η νέα επεξεργασία έγινε από μένα.


                                          
                                          Στη φωτογραφία διακρίνονται το τρένο,  
                                          μέρος της βίλας και ο Κωστής Μοσκώφ




                                 Η δυτική πλευρά της βίλας (πάνω από το δρόμο)






                     



Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Βιοπορισμός: η Γαλάγρια





Παλιότερα η Σκοτίνα, όπως και άλλες περιοχές, δεν είχε τα σημερινά μέσα για την επεξεργασία της ελιάς. Χρησιμοποιούσαν πρωτόγονα μέσα. Θυμάμαι στην Άνω Σκοτίνα οι Καλιαμπαίοι (πριν του ‘45» είχανε στην άκρη της αυλής μια στρογγυλή πέτρα. Βάζαμε κάτω τις ελιές και με τα χέρια κουνούσαμε την πέτρα κι έβγαινε το τρίμα-χαμούρι της ελιάς. Το τρίμα με τσουβάλια το πηγαίναμε στη βρύση Μουζά για τα περαιτέρω. Αργότερα στην Κάτω Σκοτίνα ο κόσμος χρησιμοποιούσε τη Γαλάγρια (πιεστήριο ελιών, ελαιοτριβείο) που βρισκότανε στο "Κοτσέκι" (κεντρική πλατεία), ιδιοκτησία του Κουκουλιάρα. Για τη Γαλάγρια πληροφορίες μου δώσανε οι:

α. Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης (συνέντευξη 1980)

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ:  «Η γαλάγρια είνι χειρουποίητ'. Ι παππούς ι Κουκουλιάρας ερχούντα  απ' ν' Αμιρική,  πήρι γαλάγρια μι του Γιάν' του Γκουκουλιάρα. Η γαλάγρια σπάει τς ιλιές κι τζ βγάζ' (βγάζει το λάδι).  Έκαμαν ένα αλών'. Κι του αλών' έχ' χείλια απ' τς πάντις μι 
τσιμέντου. Στ’ μέσ' απ' τ' αλών' έχουν μια κουλώνα. Κι δέν' του ζώου απ' του λιμό κι ρίχν' 200 ουκάδις ιλιές μέσα στ' αλών'. Γυρίζ' του ζώου μπέτρα κι σπάει τς ιλιές. Του ζώου απ' όξου κι οι 'λιές απού μέσα. Οι πέτρις γυρνούν κι γυρνούν κι ένας μι του φκιάρ' απού πίσου ανακατεύ' τς ιλιές. Γένουντι χαμούρ' κι τζ βάν' μέσ' στα τσιουβάλια. Μιτά βάν' ένα γκουβά (νερό) σι κάθι τσιουβάλ'. Βάν' 15 τσιουβάλια του ένα πάν στ' αλλου. Κι έχ' απού πάν' γρύλου που κατιβαίν' κι πατάει τα τσιουβάλια πάν' τ' άλλου,  πάν' τ' άλλου,  πάν' τ' άλλου κι ρίχν' ζιστό νιρό μέσα κι ι γρύλους ικείνους τα πατάει, τα σφίγγ', τα σφίγγ' κι τα φκιάν' ένα σώμα μέχρι κάτ'. Κι φέγ' του λάδ' σ' τς πάντις ούλου. Του νιρό πααίν' στ' άλλου του τιπόζιτου. Του ένα τιπόζιτου καθαρίζ', βγάζ 'καθαρό λάδ'".

ΚΟΙΝΗ: Είναι ελαιοτριβείο χειροποίητο. Ο παππούς ο Κουκουλιάρας, επιστρέφοντας από την Αμερική αποφάσισε να αγοράσει μαζί με το Γιάννη Κουκουλιάρα γαλάγρια. Πρόκειται για μηχάνημα που σπάει τις ελιές και βγαίνει το λάδι. Είναι ένας μικρός χώρος με ένα στύλο στη μέση. Σαν ένα μικρό αλώνι. Το αλώνι αυτό περιβάλλεται από χείλη με τσιμέντο. Στο κέντρο του χώρου αυτού υπάρχει μια κολώνα. Στην κολώνα αυτή δένουν το ζώο με ένα σκοινί. Το σκοινί συνδέεται με το λαιμό του ζώου. Μέσα στο αλώνι ρίχνουν 200 οκάδες ελιές. Το ζώο στρέφεται γύρω από την κολώνα και σύρει την πέτρα να πιέζει το σωρό με τις ελιές. Οι ελιές σπάζουν, σπάζουν, τρίβονται, καθώς πιέζονται από την πέτρα. Το ζώο στρέφεται εξωτερικά και οι ελιές βρίσκονται στον εσωτερικό χώρο. Οι πέτρες στρέφονται και κάποιος από πίσω κρατώντας το φτυάρι ανακατεύει τις ελιές. Γίνεται το χαμούρι από ελιές. Το χαμούρι το ρίχνουν μέσα στα τσουβάλια. Σε κάθε τσουβάλι υπάρχει αντίστοιχος κουβάς. Τοποθετούν 15 σάκους, τον ένα πάνω στον άλλο. Πάνω από αυτούς τους σάκους υπάρχει γρύλος, ο οποίος κατεβαίνει σιγά-σιγά και πιέζει τα τσουβάλια, τα οποία είναι το ένα πάνω στο άλλο, σε κανονική σειρά. Ρίχνουν στη συνέχεια ζεστό νερό. Το νερό βοηθάει το γρύλο να σφίγγει τα τσουβάλια έτσι, ώστε να φαίνεται ένα σώμα από πάνω μέχρι κάτω. Με την πίεση αυτή το λάδι φεύγει προς τα τοιχώματα, στις άκρες. Διοχετεύεται προς άλλο τεπόζιτο. Το ένα τεπόζιτο καθαρίζει, βγάζει καθαρό λάδι.. 

β. Αθανάσιος Α. Γερομιχαλός (συνέντευξη 2002)
  
          Κι ιρχόταν απ’ τα Κιτσιλέρια, που κάτ’ αυτού για να βγάλν τς ιλιές σ’ τς Σκοτίνα ις ελιές τις φέρνανε από τα Κιτσιλέρια, από εκείνα τα χωριά, εκεί πέρα για να βγάλουν τις ελιές στη Σκοτίνα).

          -Τι είναι τα Κιτσιλέρια;
          -Είνι πίσου μιριά ‘π’του Δεριλί. Ήταν ιλιές οι οποίις τς είχαν μέσα σι κάδις αυτοί. Σι κάδις μιγάλις. Τς είχαν οι παραγουγοί, αρά! Αυτοί πάηναν κι τς φόρτουναν μι τα μουλάρια κι τς έφιρναν, σι λέ’ «ας τζ βγάλουμι λάδ’ τώρα», πού ιλιουτριβείου (γαλάγρια) δεν υπήρχι ικεί. Προς τα ‘κεί φουβούνταν. Είχι ιδώ στ’ Σκουτίνα ι Κουκουλιάρας.      (Είναι ένα χωριό πίσω από το Δεριλί. Είχαν πολλές ελιές, τις οποίες διατηρούσαν μέσα στους κάδους. Σε μεγάλους κάδους. Ωρέ τις κρατούσαν οι παραγωγοί. Αυτοί ενδιαφέρονταν για αυτά. Πήγαιναν, τις  φόρτωναν στα μουλάρια και τις έφερναν εδώ. Σου λέει: «Να η ευκαιρία να βγάλουμε τώρα λάδι». Στα δικά τους τα μέρη δεν υπήρχε γαλάγρια (ελαιοτριβείο). Εξάλλου φοβόντουσαν να πάνε τις ελιές προς τα εκεί. Ευτυχώς που στη Σκοτίνα ο Κουκουλιάρας διέθετε γαλάγρια).
          Ζεύουνταν ικεί οι ανθρώπ’ κι έκαναν γύρου-γύρου τ’ μανέλα ικείν’ κι έβγαζαν του λάδ’. Ικείνα τα πρόχειρα, να πούμι. (Ζεύονταν άτομα, πιάνανε τη μαναβέλα, και κάνανε γύρους στη γαλάγρια, πιέζονταν οι ελιές και έβγαινε το λάδι. Αυτά τα πρόχειρα μέσα είχαμε τότε).
          -Τι είναι η μανέλα;
          -Μανέλα είνι του μιγάλου του ξύλου, το οποίο του βάζαν σι μία θήκ’ μέσα, σιδηρένια κι δυο νουματοί γύριζαν γύρου-γύρου, γύρου μι δύναμη να μπορέσ’ να βιδώσ’ του σίδηρου αυτό, να κατιβεί κάτ’, να πιέσ’ τα τσιουβάλια για να βγει του λάδ’. (      Μανέλα είναι το μεγάλο ξύλο, που το βάζανε μέσα σε μια θήκη σιδερένια. Την κρατούσαν δύο άτομα και γύριζαν γύρω-γύρω με τόση δύναμη, ώστε να μπορούσε να βιδώνεται το σίδερο αυτό. να κατεβαίνει προς τα κάτω, να πιέζει τα τσουβάλια και να βγαίνει το λάδι).
          Το τσουβάλι ποιος το πίεζε;
          -Του πίεζι ο μηχανισμός. Ήταν ένα τιτράγουνο ξύλο τέτοιο, το οποίο είχι ρόδα. Κι αυτό σιγά, σιγά, σιγά, ...κι του ζλούσι. Εντωμεταξύ του σπάσιμου τς ιλιές τς έκανι ένα ζώου. Του ‘χαν τα μάτια διμένα κι πιρπατούσι. Του ‘φιρνι ζάλ’, λες κι θάπιφτι καταή. Ή πρέπ’ να είσι τυφλός σι’ αυτήν τη δλειά, ή αν είντου μι τα μάτια πέφτ’ καταή. Να μη βλέπ’. Αν σι δέσου τα μάτια τώρα, δε γξέρς ούτι που ‘νι η πόρτα ούτι τίπουτα. Θα πάρου γκλάρα μιτά κι ..-(Ο μηχανισμός. Ήταν ένα τετράγωνο ξύλο, τέτοιο, το οποίο είχε ρόδα. Και αυτό σιγά. σιγά, σιγά, πίεζε το τσουβάλι. Εντωμεταξύ για να σπάσουν οι ελιές, χρησιμοποιούσαν ένα ζώο. Του δένανε τα μάτια και αυτό περπατούσε. Ζαλίζονταν τόσο, που παρά λίγο να έπεφτε καταγής. Σε τέτοια δουλειά ή πρέπει να είσαι τυφλός, ή αν το ζώο έχει τα μάτια ανοιχτά, πέφτει καταγής. Πρέπει να είναι καλυμμένα τα μάτια, να μη βλέπει. Εσένα, τώρα, αν σου καλύψω τα μάτια με ένα πανί, δε γνωρίζεις ούτε πού βρίσκεται η πόρτα, ούτε τίποτα. Παίρνω, μετά, την κλάρα, χτυπάω το ζώο και συνεχίζεται η εργασία).

γ. Γεώργιος Ε. Γερομιχαλός (συνέντευξη 22.9.2012)

-Ξάδερφε, τη Γαλάγρια την είχε ο πεθερός μου Μήτσιος Κουκουλιάρας.

-Πώς γύριζαν οι πέτρες;
-Με άλογα. Τις ελιές τις πατούσε ο γρύλος. Πατούσε τα τσουβάλια κι έβγινι του λάδ’. Η Γαλάγρια ήταν ιδιοκτησία του Μήτσιου Κουκουλιάρα. Αυτός ήταν στην Αμερική κι έστελνε παράδες στον αδερφό του Γιάννη κι αγόρασε τη Γαλάγρια. Ο Γιαννης Κουκουλιάρας έδουσι ν’ Αθηνά στου Γκουγκούλα (Γιώργος Βλέτσης). Ο πεθερός μου έστειλε λεφτά κι αγόρασε όλα τα χωράφια εδώ. Δεν του έμεινε, όμως, τίποτα, μόνο το σπίτι αυτό. Ο Γιάννης πήγε στη Σάμο, αγόρασε ένα ελαιοτριβείο. Αγόρασε τις πέτρες, τις έφερε εδώ. Πατούσαν τα τσιουβάλια με τα πουδάρια.
          -Πότε πήγε στην Αμερική ο πεθερός σου;
          -Από τα δεκάξι χρόνια πήγε στην Αμερική. Ήρθε το 1936 εδώ. Παντρεύτηκε τη Φώτω Τσινιάνη κι έκανε τα δυο παιδιά, Νίκο και Κατίνα.
Διευκρίνιση: η φωτογραφία είναι βγαλμένη στην ανηφόρα ανάμεσα στις τοποθεσίες "Τσίμ´ του Γκιφύρ´" (ανατολικά) και "δυο Καστανιές" (δυτικά). Ο Γιώργος ξεκίνησε από την ακατνή Σκοτ´ινα με προορισμό την Απαλνή. Βιάζεται να προλάβει τον πανηγυρικό εσπερινό της Παναγίας.

δ. Νίκος Κουκουλιάρας του Δημητρίου (17.11.16). Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα με τον Νίκο Κουκουλιάρα, διαπίστωσα ότι στο κάτω μέρος (ανατολικά) της 


Γαλάγριας υπήρχαν τα σπίτια του Στέργιου και Νικολάου Γεργολά. Στο επάνω μέρος (δυτικά) ήταν το σπίτι του Πλεξίδα (το καφενείο έγινε το 1960). Μου είπε επί λέξει: «Γιάννη, θυμάμαι ότι στη Γαλάγρια-ελαιοτριβείο- δούλεψα μαζί με τον Θανάση Οικονόμου» (δεκαετία του ’60).  
----------
Σημείωση: αλλού. γαλιάγρα, πιθανόν από το αρχαίο γαλεάγρα. «γαλεάγρα και γαλιάγρα, μσν. νεοελλην. κοχλιωτό πιεστήριο για ελιές, κηρήθρες, σταφύλλια κλπ (google).



Άμεσοι συγγενείς Κουκουλιάρα:
Νικόλαος, σύζυγος Κατερίνα Καλαμάρα. Παιδιά:

Α’. Δημήτριος, σύζυγος Φωτεινή Ι. Τσινιάνη, παιδιά:
          1. Κατίνα, σ. Γερομιχαλός Γεώργιος
          2. Νικόλαος, σ. Συντριβάνη Καλούδα
Β’. Ιωάννης, σ. Χαρίκλεια Στύλου (άτεκνοι), υιοθέτησαν την Αθηνά Β. Γερομιχαλού, η οποία παντρεύτηκε τον Γιώργο Βλέτση (1927-2015). Παιδιά τους: Γιάννης, Νίκος, Χαρίκλεια, Τασούλα
Γ.’ Κατερίνα, σύζυγος Αθανάσιος Ζιώγας-Ντουραλής.
 ---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ





                                        
                               Γιάννης Κουκουλιάρας, θύμα του Εμφυλίου. Σκοτώθηκε
                                     στη μάχη "Μπασιάλα" στις 24 Σεπτεμβρίου 1946


              Δημήτριος (Μήτσος) Κουκουλιάρας, ο οποίος επέστρεψε 
              από την Αμερική το 1936 και ασχολήθηκε με τη Γαλάγρια


                      Φωτογραφία "ζ Μπαναϊά". Ο Νίκος Κουκουλιάρας του Δημητρίου 
                              με τη σύζυγό του Καλούδα Συντριβάνη του Θωμά


Ο Νίκος Κουκουλιάρας με την παρέα του στο Πανηγύρι της Παναγίας το 2011. Από αριστερά: Γιώργος Γκάρας, Θανάσης Οικονόμου, Νίκος Κουκουλιάρας, Γιάννης Καλιαμπός, Θανάσης Ζιώγας και Νίκος Τσιαπάρης. Όλοι αναπαύονται "ζ ντ γριντά του Πλάτανου" και "γκαλιουρίζουν" (απολαμβάνουν) το Θερμαϊκό πέρα".



                 Γεώργιος Κ. Βλέτσης ο αποκαλούμενος χαϊδευτικά "Γκουγκούλας". 
                        Σύζυγος της Αθηνάς το γένος Βασιλείου Γερομιχαλού.


                   Σήμερα το σπίτι του Νίκου Κουκουλιάρα στην πλατεία "Κοτσέκι"


Το δημοτικό σχολείο της Κάτω Σκοτίνας (παλιότερα). Μπροστά, στο "Κοτσέκι" στήνονταν μεγάλος χορός. Τα κλαρίνα με τον Μανόλη Παπαγεωργίου ξεσήκωναν τα πλήθη. Αρραβωνιασμένος κι εγώ το 1969 έρριξα 500 δραχμές στο κλαρίνο του Σαλέα. 


Το σπίτι του "Γκουγκούλα" και της Αθηνάς Βλέτση. Μπροστά στο "Κοτσέκι". Παλιότερα στεγάζονταν το ΚΑΠΗ Σκοτίνας. Πιο παλιά παραπίσω από το σπίτι δούλευε η Γαλάγρια Σκοτίνας.







               Το σπίτι του Καλιαμπού στην ΄Άνω Σκοτίνα. Στη μπροστινή "αστρέχα" (υπόστεγο)
               υπήρχε ο στρογγυλή πέτρα, όπου "βγάζαμι τς ιλιές" (τρίβαμε τις ελιές).

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

Ιστορίες: Σοφία Μυρωτή-Τσολάκη






          Στις 25.9.16 γίνεται συζήτηση* με την Ρίτσα Τσολάκη-Νικολαΐδη για το Εργοστάσιο Σκοτεινών-Μόρνας, το οποίο βρισκότανε σε άνθιση στα μέσα του 20ου αιώνα. Στο Εργοστάσιο δούλευε ως οδηγός φορτηγού ο Τόλιος Τεγούλιας. Κουβαλούσε κούτσουρα, ξύλα, κάρβουνα στην Κατερίνη. Δυστυχώς το όνομά του συνδέθηκε και με ένα δυστύχημα στη διαδρομή Μόρνα-Κατερίνη. Λεπτομέρειες μας δίνει η αφήγηση της Ρίτσας Τολάκη του Λουκά και της Σοφίας (βλέπε φωτογραφία):

-Η μάνα μου σκοτώθηκε στη στροφή Σβορώνου.
 -Πώς έγινε αυτό;
Η μάνα μου κι ο πατέρας μου θέλανε να κατεβούν στην Κατερίνη για να συλλυπηθούν την οικογένεια του Μπουτζέκη. Είχε πεθάνει το κοριτσάκι από κει που μέναμε. Οδηγός ήταν ο Τεγούλιας ο Τόλης. Κατέβαζε κούτσουρα, ξύλα. Ήταν στο Εργοστάσιο ο Τεγούλιας, θα τον θυμάσαι. Και είπαν το βράδυ να κατεβούν με τον Τόλιο στην Κατερίνη. Η μάνα μου είπε: «εγώ με τον Τόλιο, με το φορτηγό δεν πάω. «Και τι θα κάνουμε, Σοφία;» της είπε ο πατέρας μου. «Θα περπατήσουμε, θα κατεβούμε κάτω στο «Είκοσι»** και θα περιμένουμε το λεωφορείο να ‘ρθει από την Ελασσόνα». Ήταν χαράματα και λέει η μάνα μου: «εγώ φεύγω».
Εγώ είχα το τσιγκελάκι ατέλειωτο. Μου λέει: «Κοίταξε, όταν γυρίσω, να βρω την κουβέρτα τελειωμένη». Ήμουνα 15 χρονών τότε που σκοτώθηκε. Εκεί που έπλεκα, ήμουνα στο παράθυρο και είχαν τα μάτια μου δάκρυα. «Μα τι στο καλό, λέω, τι έπαθα!». Αρχίζω να ξαναπλέκω, ξανά δάκρυα και λέω «τι γίνεται;». Η μάνα μου εκείνη την ώρα ήταν σκοτωμένη.
          Μετά ήρθε ένας από τη γειτονιά μας (στην Κατερίνη) ο Άγγελος Βαλαβάνης. Αυτός με επαινούσε στον πατέρα μου και του έλεγε: «τι είναι αυτό το κορίτσι!, τόσο μικρό κορίτσι!». Η μαμά μου είχε σκοτωθεί και πήγε στο νοσοκομείο. Εκεί ο πατέρας μου έλεγε: «φέρτε μου τα παιδιά μου, φέρτε μου τα παιδιά μου» και πήρε ταξί ο Βαλαβάνης και ήρθε στο χωριό. Και δεν ήξερε πού είναι το σπίτι μας. Εγώ μικρή.
          Μόλις τον είδα του λέω: «εσύ τι θέλεις εδώ πέρα;». Είδε τη μητέρα μου κάτω και τον πατέρα μου και ήρθε να με κλέψει. Εκεί πήγε το μυαλό μου, κατάλαβες;
          -Κατάλαβα.
          -Αλλά άλλο ήταν. Του λέω «τι θέλεις εσύ εδώ;». «Να, ήρθα να σας πω ότι είναι…». Μαζί του ήταν ο Γκουντής ο Κακάρας. Αυτός τον έφερε στο σπίτι. «Αυτός ήρθε να με κλέψει», είπα. «Αλλά άλλα βλέπω». Δεν ήξερε το σπίτι μας ο Άγγελος Βαλαβάνης. Είπε στον Κακάρα: «ποιο είναι του δάσκαλου το σπίτι. Ύστερα μου λέει: «θέλεις να πάρουμε και τη θεια σου μαζί;». Ήταν η θεια Ολυμπία του μπαρμπα Λάζου τ’ Κώστα τ’ Φώτ’, η αδερφή της μάνας μου, η Ολυμπία η Μυρωτού. Καθόμασταν μαζί στο σπίτι μας. Και με λέει: «θα πάρουμε και τη θεια σου μαζί;». Εγώ εκεί ψυλλιάστηκα». Λέει: «Να πάρουμε και το Γιάννη;». Τον Γιάννη τον αδερφό μου. Του λέω: «σε παρακαλώ, τι συμβαίνει;».
          -Πού ήταν ο Γιάννης;
          -Ο Γιάννης ήταν στο χωριό.
          -Ναι, θυμάμαι παίζαμε μαζί εκεί στο Χροστάσι (χοροστάσι).
          Λέω: «Τι συμβαίνει, πες μου, σε παρακαλώ, τι συμβαίνει».
-Τίποτα, απλά…
 -Πες μου τι συμβαίνει στον πατέρα και στη μάνα μου.
-Τίποτα, απλά τούμπαρε το αυτοκίνητο και λίγο χτύπησε η μάνα σου.
          Μπαίνουμε στο ταξί που περίμενε στη βρύση, κάτω στο Εργοστάσιο. Μου λέει «τίποτα δεν συμβαίνει». Στο δρόμο που κατεβαίναμε, ερχόταν από κάτω το αυτοκίνητο του επιθεωρητού των δασκάλων. Με μια κούρσα για να πάει στην οικογένεια του Τσολάκη. Βρήκε στο χωριό τη μάκου Λιόλινα, τη γιαγιά μου. Όταν φτάσαμε, όμως, έξω στον Σβορώνο σταματήσαμε με το αυτοκίνητο να δούμε πού τούμπαρε. Κατεβήκαμε. Βρήκαμε το παπούτσι της μάνας μου. Ήταν εκεί πεταμένο, όπως τούμπαρε το αυτοκίνητο.
          -Ήταν εκεί το αυτοκίνητο;
    
     -Τουμπαρισμένο. Την έφυγε το παπούτσι τη μάνα μου. Φορούσε ένα ωραίο παπούτσι, ένα καστόρ παπούτσι, πολύ ωραίο, ξώφτερνο. Κεντημένο σε μπλε χρώμα. Εκεί ψυλλιάστηκα και είπα: «Πέστε μου τι συμβαίνει;». «Μη στενοχωριέσαι, λίγο η μάνα σου χτύπησε και την πήγαν στο νοσοκομείο». Εκεί ψυλλιάστηκα πιο πολύ εγώ, αν κι απ’ την αρχή…αλλά εκείνη τη στιγμή ψυλλιάστηκα πιο πολύ.
          -Πόσα άτομα ήταν επάνω στο αυτοκίνητο.
          -Η μάνα μου, ο Δανιήλ Παπανικολάου. Ανέβηκε η μάνα μου επάνω και πιανότανε. Μπροστά ήταν ένας χωροφύλακας. Είχαμε ένα κοινοτικό ράδιο στο χωριό και το κατεβάζανε να το φτιάξουν. Λέει ο μπαμπάς μου: «Ανέβα, Σοφία, εσύ επάνω».  «Αποκλείεται» λέει ο αστυνομικός. Σεβότανε τις γυναίκες. Τότε ανέβηκε και αυτός επάνω κι η μάνα μου επάνω. Ο Λάζος ο Κατανάς, ο Δανιήλ Παπανικολάου και η μάνα μου πιανότανε από τα ξύλα. Λέει: «Σοφία, γιατί πιάνεσαι;». «Μέχρι να πατήσ’ το πόδι μου στη γη φοβάμαι». Έξω από τον Σβορώνο στη στροφή έγινε το κακό. Ενώ κατεβαίνανε έπεσε δεξιά. Οι ρόδες προς τα πάνω ήταν. Εκεί βρήκα και το παπούτσι της μάνας μου.
          -Πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν;

 

-Η μάνα μου στον τόπο. Ο Λάζος ο Κατανάς έζησε μέχρι το νοσοκομείο και μετά πέθανε. Ο αστυνομικός, ο χωροφύλακας -άμα έχεις τύχη- έπεσε μέσα σε μια γούρνα και πέσανε ξύλα από πάνω και δεν έπαθε τίποτε. Άμα έχεις τύχη! Τον κάλυψαν τα ξύλα και έζησε.
          -Κατεβήκανε, λοιπόν, με τα πόδια στο «Είκοσι».
          -Η μάνα μ’ και ο πατέρας μ’. Ο Τεγούλιας κατεβαίνει από το χωριό και τους βλέπει να περιμένουν στο «Είκοσι». Και σταματάει και τους λέει: «Γιατί δεν ανεβήκατε με μένα στο χωριό; Να σας πάρουμε από πάνω;».
          Τι να πει ο πατέρας μου «η γυναίκα μου φοβάται ν’ ανεβεί;». «Άντε θα ανεβούμε, τώρα περάσαμε τον κίνδυνο». Κι ανέβηκαν κι όξω απ’ τον Σβορώνο η μάνα μ’ σκοτώθηκε. Πήγαμε στο νοσοκομείο, ύστερα στο σπίτι. Βλέπουμε φέρετρο απέξω. Τη θάψαμε στην Αγία Αικατερίνη.
Ο αδερφός μου ο Χρήστος ήταν στην κατασκήνωση. Τον φέρανε από την κατασκήνωση πίσω. Τρελός! Πέρασε στενοχώρια. Και όταν ο μπαμπάς μου ήταν στην εντατική, είχε αρρωστήσει και μου λέει: «Κορίτσι μου, αυτά τα πόδια σου από σίδηρο να ήταν, θα είχαν λιώσει. Η ζωή σου είναι ένα βιβλίο».» Χωρίς εσένα θα ήμουνα χαμένος». «Μπαμπά, να γίνεις καλά και την ιστορία θα τη γράψουμε μαζί. Πήγαμε στο Γυμνάσιο, μας μεγάλωσες, μας σπούδασες, μας έβγαλες παπατζιόγκα πέρα». Ύστερα πέθανε.
-Το Δασαρχείο πώς αντιμετώπισε το θέμα του Τόλιου;
          -Γίνονταν πολλά τέτοια και δεν έκανε τίποτα. Εμείς δεν είπαμε τίποτα. Η μάνα μου ήταν για να πάει. Ο Τόλιος ήταν καλός άνθρωπος, πολύ καλός. Εξυπηρετούσε όλον τον κόσμο. Τίποτα δεν τον κάναμε. Γιατί ο Τόλιος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος και καλός***.
----------
* Η συνέντευξη δόθηκε στην Αιδηψό στα τέλη Σεπτεμβρίου 2016. Εκεί, στα Λουτρά, συναντήθηκαν Κατερινιώτες και Θεσσαλονικείς. Στην ώρα της κοινής διασκέδασης η Ρίτσα πλησιάζει τη Δήμητρα (σύζυγό μου) και της λέει: «με τον πεθερό σου παπά Απόστολο Καλιαμπό ζήσαμε τον Εμφύλιο στη Μόρνα Πιερίας». Έτσι έγινε η γνωριμία μας.
** Είκοσι» λέγεται η τοποθεσία, η οποία απέχει 20 χιλιόμετρα από Κατερίνη-Ελασσόνα.
*** Η Ρίτσα με παρακάλεσε: «να πεις στην κόρη του Τεγούλια που βρίσκεται στην Αμερική ότι ο πατέρας της ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αλλά ήταν ατυχία. Με την οικογένεια του Τεγούλια ο μπαμπάς μου είχε πολύ καλές σχέσεις».

Σημείωση: Η Ρίτσα για το στενό οικογενειακό της περιβάλλον αποκαλύπτει: «Ο πατέρας μου έκανε δάσκαλος στο χωριό. Μετά πήρε μετάθεση στα Ευαγγελικά (Κατερίνη) μαζί με τον Καραβέργο. Τον εκτιμούσαν εκτιμούσαν πάρα πολύ τον μπαμπά μου που ήταν πολύ καλός. Ο Γιάννης ήταν πολύ μικρός. Εγώ τους μεγάλωσα. Ακόμα τρέχω. Δική μου ζωή ακόμα δεν έχω. Ο άντρας μου Οδυσσέας Νικολαΐδης, Καταφυγιώτης. Έχω δυο παιδιά. Ο παππούς μου ο Χρήστος, που ήταν δάσκαλος και παπάς, ήταν από την Καστανιά Κοζάνης. Το όνομά μου βγαίνει από το   Περιστέρα. Η γιαγιά μου η παπαδιά λεγότανε Περιστέρα. Ήρθε μια δασκάλα στο χωριό και λέει στον πατέρα μου: «Περιστέρα είναι μεγάλο όνομα, πέστε το Ρίτσα».
----------
Μια σύμπτωση: στη δεκαετία του 1950 γνώρισα τον Απόστολο Τεγούλια, όταν αυτός υπηρετούσε στο Δασαρχείο Σκοτεινών (βλέπε ιστοσελίδα kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com, ανάρτηση 30.8.15). Στην ίδια χρονική περίοδο και συγκεκριμένα το 1953 φοιτούσα στη γ’ τάξη του γυμνασίου Κατερίνης. Η φιλόλογος καθηγήτρια Ελπίδα Τεγούλια, ξαδέρφη του Αποστόλου Τεγούλια με συμπαθούσε πολύ. Ίσως επειδή έκλινα περισσότερο προς τα «Ελληνικά».  Συνέβη δε το εξής περιστατικό: Την ώρα που γράφαμε «Έκθεση» με πλησιάζει και μου λέει: «παιδί μου, εσύ ζωγράφισες τον  Παρθενώνα που είναι αναρτημένος στον τοίχο της αίθουσας»; «Ναι, κυρία, εγώ». «Σου συνιστώ, όταν τελειώσεις το γυμνάσιο, να επιλέξεις σχολή Καλών Τεχνών».
          Πράγματι εκείνον τον καιρό με διακατείχε μια έφεση προς τη ζωγραφική.  Ζωγράφιζα και έγραφα «ρητά» με καλλιτεχνικά γράμματα. Η καθηγήτρια εντυπωσιάστηκε από τη λεζάντα του κάδρου: «το μέλλον της Ελλάδος είναι στα χέρια μας».
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

Τα περάσματα του μοιραίου φορτηγού με τα κούτσουρα. Ξεκίνησε από το εργοστάσιο ξυλείας Σκοτεινών-Μόρνας για να καταλήξει στη στροφή του Σβορώνου (Κουλουκούρι) όπου ντελαπάρησε. Εκεί έχουμε τον θανάσιμο τραυματισμό της Σοφίας Τσολάκη και Λάζου Κατανά. Ο δάσκαλος Λουκάς και η γυναίκα του Σοφία μέχρι την τοποθεσία "Είκοσι" κατέβηκαν από τη Μόρνα με τα πόδια για καλύτερη ασφάλεια. Ο οδηγός Τόλιος Τεγούλιας τους συνάντησε εκεί να περιμένουν το λεωφορείο Ελασσόνας. Για να τους εξυπηρετήσει τους πήρε μαζί του.




                              Ο παππούς της Ρίτσας παπά Χρήστος Τσολάκης, 
                                          θύμα της γερμανικής κατοχής

                                       
                                        Από το βιβλίο του Κ. Βοβολίνη "η Εκκλησία 
                                        εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953)



                      Δήμητρα Καλιαμπού (αριστερά) και Ρίτσα Τσολάκη, γνωρίστηκαν 
                      στα Λουτρά Αιδηψού τον Σεπτέμβρη του 2016

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Ιστορίες γερόντων: Πόλεμος στην Αλβανία




 
                      Σέδες-Μοράβας

28 Οκτωβρίου 1940. Η επιστράτευση βρίσκει τον Απόστολο Δαδάτση (πεθερό μου ) στο χωράφι (στο Σέδες-Θέρμη). Σε σχετική συνέντευξη ο Απόστολος εξιστορεί τη διαδρομή της επιχείρησης από Σέδες μέχρι Μοράβα. Η συνέντευξη δόθηκε τον Ιούλιο του 1983 στα Φλογητά Χαλκιδικής. Από όλη την κουβέντα σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα:

          Πήγηνα για όργωμα. Μάλλον για σπαρμό. Γυρνώντας, πήγα στην πλατεία (Σέδες-Θέρμη), βλέπω το χωροφύλακα, μoυ λέει:
          -Για πού, ώρα καλή; Επιστράτευση έχουμε.
          ΄Ωρα ήταν 7.30. Πρωί-πρωί μέρα δευτέρα. Ο χωροφύλαξ μι βλέπ’ κι μι λέει:
          -Πήγηνι, άφσι του κάρου κι φέρι του άλουγου ιδώ πέρα κι σύρι στην επιτροπή ταξινομήσεως.
          Ο χωροφύλαξ ήταν Κρητικός (Τάσιος). «Να παρουσιαστείς στο κέντρο επιστρατεύσεως του Πανοράματος».
          Καμιά 30 παιδιά, μικρής ηλικίας πήγαμι ικεί. Μας έδουκαν ρούχα. Στρατιώτ’ ντυθήκαμι. Ο πρόεδρος της Καμπτσίδας μι γνουρίιζ’. Κεφαλάς, αλλ’ ήταν και αξιωματικός, υπολοχαγός. Μι λέει:
          -Πού, ωρέ Σιδιώτ’; ΄Ελα ‘δώ μαζί μ’.
          Τα πολιτικά τα ρούχα τα ‘δωσα σ’ ένα πιδί γνωστό να τα πάει στου σπίτ’. Η Κατίνα (σύζυγος) δεν ήταν ικεί. Είχι κατέβ’ στη μάνα τς. Σ’ τ’ Σαλουνίκ’. Είχι του Θανάσ’ ένα μηνώ.
          -΄Ελα μαζί μ’, μωρέ, έλα μαζί μου. Θα τους φάμι τους κιαρατάδις.
          Αυτός ήταν στο λόχο στρατηγείου, στο  509, πίσω στους στρατώνες, στη Σαλουνίκ’, στο 3ο Σώμα. Μι λέει «θα είσι συσσιτιάρχης» 
          -Καλά, του λέω, θα είμαι.
          Στήνουμι τα καζάνια κι μου λέει: «΄Ολοι πάμι για ένα σκοπό. Πάρι 4 καζάνια. Θα τους φάμι τους κιαρατάδις. Μας κηρύξανι τουν πόλιμου».
          -Κύρ’ λοχαγέ, πόσους μαγείρ’ να πάρου;
          -3 -4 να σι βοηθάν. Και 2 μουλάργια, 2 ημίονοι.
          Μόλις φτάνουμι στην Αριστοτέλους, βου...αρχίσαν  τ’ αεροπλάνα. Κι του ένα του μουλάρ’ ήταν σαν τριλούτσικου λίγου. Αρχίζ’ να πηδάει, λοιπόν. Κι πέφτουν τα καζάνια κάτω.
          Από το Βαρδάρ’ πηγαίνουμε στον παλιό Σταθμό, σκόρπιοι, έτσ’, γιατί βαρούσαν τ’ αεροπλάνα. Ρίξαν κι ένα αεροπλάνο. Στο Λαγκαδά έπισι. Τέλος πάντων. Μας βάλαν σε κάτ’ βαγόνια που ήταν από κάρβουνα. Από πίσω είχι βαγόν’ για τα μουλάρια. Το απόγεμα ήμασταν στη Βέροια. Φορτώνουμε στη Βέροια κι από ‘κεί στην Καστανιά. Μι λέει: «Θα βάλς 3 καζάνια μακαρόνια».
          Φτάνουμε στα Κοίλα, έξω από την Κοζάνη. Ο υπολοχαγός είπε: «Φυλάξτε τα καζάνια, να μήν έρθει καμιά φάλαγγα και μας τα πάρει».
          Βραδινές ώρες. Το πρωί δεν μαγειρέψαμε. Το βράδυ, κατά τις 10 φτάσαμε στη Σιάτιστα. Παν απ’ τη Σιάτιστα είχι κάτ’ εξοχικά. Το πρωί νωρίς, φτάσαμε στα Γρεβενά. Ξηροφάι. Από ‘κεί μας πιάνει βροχή στα Γρεβενά. Από τα Γρεβενά στο Δοτσικό. Εκεί βρήκαμε μια γέφυρα και μια βρύσ’ καμάρα. Βρήκαμε εκεί το ιππικό Λαρίσης. Σηκωνόμαστε πρωί. Δε μπορούσες να βάλεις να μαγειρέψεις. Ένα τσιάι κάναμε. Δυο καζάνια με τσιάι.
          ΄Υστιρα από κεί, από τη Σαμαρίνα, πίσω στα Γρεβενά. ΄Ηρθε το 2ο Λαρίσης. Από ‘κεί στη Νεάπολη. Καθίσαμε μια βραδιά εκεί. Στήσαμε καζάνι, πατάτες. Βλέπω, κι ένας άλλος λοχαγός Μάντζιαρης. Τον συτιστή τον λέγαν Δημήτρης Αναστασιάδης, λοχίας. Στη Νεάπολη ξεκουραστήκαμε. Πέρασαν από ‘κεί τ’ αεροπλάνα και μεις μέσα στα πουρνάρια.
          -Τι θα κάνουμε Δαδάτση;
          -Τι θα κάνουμε, ούτε ‘δώ θα ξαπλώσουμε. Μαζί μας ήταν ο διοικητής της 113 μεραρχίας Τσίπουρας (πρώτη βδομάδα).
          Από ‘κεί, στο ΄Αργος Ορεστικό κι από ‘κεί περνάμε στη Φτεριά. Στη κάτω Φτεριά. Βάλαμε καζάν’. Κάναμε διανομή το συσσίτιο. Περνάει ένα αεροπλάνο και πετούσε βόμβες δεξιά κι αριστερά. Και πέφτει μία στα 300 μέτρα. Αλλά έπεσε μέσα σε μια χαραδρούλα και τράνταξε τον τόπο όλον. Και φύγαμε, αλλά κάτ’ αέρια ήρθαν. Ιγώ έχασα την καραβάνα.  Η δικιά μου καραβάνα έγραφε Α.Δ. (=Απόστολος Δαδάτσης). ΄Ενας άλλος Δ. Α. (=Δημήτριος Αυγολούδης, από τη Χαλκιδική). Από μακριά βλέπω έναν που φώναζε:
          -Δαδάτση, να η καραβάνα σ’. 
          Εκεί πέρα έπεσαν και άλλες οβίδες. ΄Ενας φαντάρος σκοτώθηκε. Βλέπουμε, φέρνουν έναν νεκρό, έναν σκοτωμένο. Και τον πήγαιναν με τη σημαία στην εκκλησιά. Δυο γριούλες λέγαν, ότι είναι από τα Γρεβενά. Ο παπάς διάβαζε και οι γριούλες έκλεγαν: “Ω, γιάβρου μ’, πιδούλι μ’...Μητέρα κεν ιδώ, πατέρας κεν ιδώ” (ποντιακή προφορά “μάνα δεν είν’ εδώ...”). Κι ο παπάς έλεγε: “Κι εγώ παπαδία πα κι έχω” (=κι εγώ δεν έχω παπαδιά). Μια οβίδα σκότωσε την παπαδιά.
          Το βράδυ φύγαμε για την άνω Φτεριά. Καθίσαμε νύχτα. Κυριακή. Απέναντι στο Μοράβα οροσειρά. Αρχίζουν μπάμπα μπούμπα, πανζουρλισμός. Την άλλη μέρα πάμε σ’ ένα χωριαδάκι. Ταγματάρχης Μαντούβαλος. Επισήμανε με τα κυάλια. Αντικρυ Ιταλοί. Δίνει εντολή να επιτεθεί η πυροβολαρχία. 30 % δε μείναν. Μαζί και ο ταγματάρχης. Κι ένα παιδί ήρθε στο μαγειρείο  κι λέει:
          -Ωρέ, λύσιαξε αυτός ο Μαντούβαλος. Πήρε και το λοχαγό Αποστολίδη: «Εδώ βρέ βάρα. Εδώ το κέντρο του μετώπου».
          Κι από έναν λοχία αρπάζ’ το όπλο, κι άρχισε με το μάνιχερ να πυροβολεί. Νευρικός ήταν. Τα 2/3 του συντάγματος παν, σκοτώθκαν. Αυτός τραυματιστηκε και τον πήραν οι Ιταλοί και τον πήγαν στην Ιταλία. ΄Υστερα μαθεύτηκε -στην Κλεισούρα. Η μάχη γίνονταν στην οροσειρά του Μοράβα.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                           (1907-1991)
                             Η φωτογραφία από το ατομικό ασφαλιστικό βιβλιάριο
                                                    του Αποστόλου Δαδάτση


                                         Αικατερίνη, σύζυγος του Αποστόλου, 
                                            το γένος Ευαγγέλου1915-1992

                                                        Ο γάμος έγινε το 1938