Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ο «Κατσαπλιάς» (4)

 
ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΝΕΚΡΟΙ-ΦΡΙΚΗ
      
    Μέρες Εμφυλίου. Στο «Ξηροκάμι» της Σκοτίνας και πλάι στη Ζλιάνα τα μάτια του «Κατσαπλιά» είδαν κι απόειδαν. Όλα τώρα (17.3.2001), σαν κινηματογραφική ταινία του έρχονται στο νου:


         Μι του Δημητρό του Μαρνέλα ήμασταν τζιουμπανοί. Είχαμι τα γίδια ιδώ στου Νησί, ζ’ τζ Ζλιάνα, στα Κουρκουτσέλια. Απόξου τα μαντριά τα θκά μας (είχε κουρκουτσέλις). Ήταν ένας αντάρτς ψλά ζ’ μπατλιά. Κι ήταν ζουντανός δυο μέρις. Δε μπουρούσι να κουβιντιάσ’. Τραυματίας ψλά ζ’ μπατλιά κι δε μπήγηνι να του μπάρ’ κανένας. Έβγαζι μουσκές, απού του στόμα. Αφριές κι σάλια. (Εγώ και ο Δημητρός Μαρνέλας ήμασταν τσοπάνηδες. Μαζί βοσκούσαμε τα γίδια. Τα βοσκούσαμε στην τοποθεσία «Νησί», στη Ζλιάνα, στα Κουρκουτσέλια, παραέξω από τα μαντριά μας. Στο σημείο εκείνο, πάνω σε μια (θάμνο), ήταν σκαλωμένος ένας αντάρτης. Και ήταν ζωντανός δυο μέρες. Δυσκολεύονταν να μιλήσει. Ήταν τραυματίας πάνω στο θάμνο και δεν τον πλησίαζε κανένας. Κρεμασμένος στο δέντρο και έβγαζε αφρούς και σάλια από το στόμα).                     
          -Γιατί δεν τον έπαιρνες να τον πας κάπου.
          -Αρά, αφού δε ντουν έπιρναν οι αντάρτις, ι στρατός, κι ‘γώ θα πα να του μπάρου. Πέθανι μιτά που δυο μέρις κι τς θάψαμι ιμείς. Κι άλλους παρακάτ’ ήταν. (Μωρέ, αστειεύεσαι; Αφού δε φρόντιζαν να τον πάρουν οι αντάρτες, ο στρατός και εγώ θα πάω να τον πάρω; Πέθανε μετά από δυο μέρες και τους θάψαμε εμείς.      Κι άλλον έναν πιο κάτω).
          -Ψηλά στην πατλιά;
          -΄Οχ’, ικείνους καταή. Πιθαμένους αυτός. Ν’ έφαγι ιδώ στη γκλιά. Δε ντου μπήραμι χαμπάρ’, πέθανι. Δεν έβγαλι αίμα ‘π’ του ντιπ. Του αίμα πήγι ούλου μέσ’ στ’ αμπάρ’. Πήραμι μια τσάπα ικεί, έφκιασάμι μια γούρνα κι τς έβαλάμι μέσα. (Όχι. Εκείνος ήταν κάτω στο χώμα. Πεθαμένος κι αυτός. Αυτόν τον πήρε η σφαίρα εδώ στην κοιλιά. Δεν τον προλάβαμε, πέθανε. Δεν έβγαλε καθόλου αίμα. Έγινε εσωτερική αιμορραγία. Το αίμα του πήγε μέσα στα σωθικά του . Φροντίσαμε να βρούμε μια τσάπα, φτιάξαμε μια γούρνα-τάφο και τους θάψαμε).
          -Τους σκότουναν κι τους πιτούσαν. Αφού ιδώια στου Ίσιουμα ι αντάρτς κατέβηνι να παραδουθεί. Κι μεις ήμασταν πέρα στ’ Λιφτουκαρυά. Τουν άκουγάμι δυο μέρις φώναζι «ωχ, ωχ!». Ακούγουνταν σα να ‘ταν ιδώια ζ’ Ντάμπλια τς ιλιές. ΄Ετσ’ ακούγουνταν. «Ωχ, ωχ». Τουν έκουψι τα πουδάργια η νάρκα. Κι όντας ήρθαμι (επαναπατρισμός του ‘50) φαίνουνταν η χλαίν’, αυτά. Του λέγαμι  του μέρους «στουν αντάρτ’» (*). (Τους σκοτώνανε και τους πέταγαν σαν τα ζώα. Και ο κακόμοιρος ο αντάρτης κατέβηκε εδώ στη Σκοτίνα, στο Ίσιωμα, για να παραδοθεί. Τότε που εμείς απουσιάζαμε στη Λεπτοκαρυά, ως ανταρτόπληκτοι. Τον ακούγαμε που επί δυο μέρες συνέχεια να φωνάζει και να βογκάει «ωχ! ωχ!». Ακουγότανε πολύ καθαρά, λες και ήταν εδώ κοντά στους Δάμπλια τις ελιές. Ακούγονταν τα βογκητά «ωχ, ωχ»! Του έκοψε η νάρκη τα πόδια και...πάει ο άνθρωπος. Με τον επαναπατρισμό μας (1950) διακρίνονταν η χλαίνη και άλλος ρουχισμός. Ονόμασαν το μέρος  εκείνο «στον αντάρτη)».
          -Και ποιος τον βρήκε, τελικά;
          -Κανένας, έλιουσι (Έλιωσε).
          ΄Αλλους ένας, πάλι, ιδώ, ένα Ζιργιουτάκ’ -ήμασταν στ’ Αλώνια ιμείς-μπέρα μπάντα ιδώ κι αυτός κατέβηνι να παραδουθεί. Οι μάυδις ήταν ψλά στου καραούλ’. Στς Μύλ’ ντ Μπακάλ’. Οι μάυδις στείλαν ικεί ένα μπλάρ’ μι στρατιώτ’. Μόλις του μουνουπάτ’ πάηνι έτσ’, κι έκανι έτσια λίγου του μπλάρ’, πρρρ, ριπή απού ψηλά. Του τραυμάτσαν του πιδί. Πέθανι όμως. Του πήραν, αλλά πέθανι. ( Και μια άλλη περίπτωση. Ένας νεαρός από την Καλλιπεύκη κατηφόριζε το δρόμο προς το «Ίσιωμα για να παραδοθεί. Εμείς βρισκόμασταν στη θέση «Αλώνια» και παρακολουθούσαμε τα πράγματα. Οι μάυδες βρισκότανε πάνω στο καραούλι, στους Μύλους του Μπακάλη. Οι μάυδες στείλανε ένα μουλάρι με στρατιώτη. Όπως το μονοπάτι έστριβε και το μουλάρι κουνήθηκε, του ρίχνουν ριπή από πάνω. Το παιδί τραυματίστηκε θανάσιμα. Το πήρανε πεθαμένο).       
----------
* «Στουν αντάρτ». Πρόκειται για τοπωνύμιο που βρίσκεται στο δρόμο, λίγο πριν φτάσουμε στο «Ίσιωμα» ανεβαίνοντας προς Άνω Σκοτίνα. Εκεί σκοτώθηκε ο αντάρτης, στον οποίο αναφέρεται ο «Κατσαπλιάς» (περίοδος 1949).  
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ:


Γειτονοπούλες-ξαδερφούλες "τσακώνουν" (σφίγγουν) με αγάπη και σεβασμό τα μπράτσα του "Κατσαπλιά". 
(Από αριστερά):

Μαργαρίτα Μήτσιου, Μαρία Καλιαμπού.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ο «Κατσαπλιάς» (3)




ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ: ΑΠΟΔΡΑΣΗ-ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ

α. απόδραση. Του προυϊ έφυγάμι, πήγαμι απαν στουν Αγιάν’. Ικεί πίσου, κάτ’ π’ του Νιζιρό. Ναι. Ακού’ ένα απόγιμα:
          -Μπρός, φέγουμι, πάμι κα του Γράμμου. Θα φάτι ‘κεί μαρμιλάδις, θα ντυθείτι καλά.
          Ιγώ τι να κάνου. Λέου άλλουν έναν:
          -Φέγουμι;
          -Μ’ πώς θα φύγουμι.
          -Να έτσ’.
          Πάμι ‘κεί παρέκια, καμιά ‘κουσαριά μέτρα ήταν ένας σκοπός:
          -Πίσω, λέ’. Δεν είνι ώρα για νιρό.
          Καμιά διακοσαριά θα ήμασταν.  Σαλαβάτ’, άλλους έλιγι “δε μπουρώ”.  Δε λέου τίπουτα σι κανέναν. Μόλις φτάνου στ’ ραχούλα, αφουρμή να κάνου του νιρό. Ζαρώνου, κανένας δε μι βλέπ’. Του δίνου κάτ’, ίσια κάτ, σ’ τς Μύλ, έφυγα κάτ’ σ’ τς Κουπρισιές, δρόμου σιακάτ’, ούδι φοβούμι ούδ’ απού φίδ’, ούδι ‘που λύκουν, ούδι απού καγκαντίπουτα. Απ’ τ’ σκαντάλ’. Να μι σκουτώσ’. Να μή μπέσου παναθέ. Αυτό φουβούμαν.
          -Ποιον δρόμο ακολούθησες, όταν δραπέτευσες.
       
   -Απ’ Τουν Αγιάν’, κατέφκα κάτ’ στου Νιράκ’, απού ‘κεί ίσια κάτ στου Κάγκιλου, βγήκα όξου σ’ τ’ Σακράφ’ κι σ’ τς Κφάλις. Απού ‘κεί μπήκα ζ’ ντ’ Μπίκα, βρήκα κουρόμπλα κι μήλα κι ντ’ φκιάνου (τη γκλιά κατσιούρ), μαζώνου κι ένα γκόρφου, που λες, κι κατέφκα νύχτα μέσα ικεί στουν ΄Αγιου Νικόλα. Φουβήθκα μη βρω τιπουτα ινέδρις κι φλάγουμαν ικεί. Κατέφκα στα μαντριά, μπήκα μέσα σι μια πατλιά, έκατσα όλ’ νύχτα. Του προυΐ, ξημιρών’ ι ήλιους. Κάθουμι, ψηλών’ ι ήλιους. Μέσ ζ ντ μπατλιά, γιατί ήξιρα ότι φύλαγαν απού κάτ ζ’ ντ Μαζντέκ’ ως του Σκαλί. Φύλαγαν μάυδις, στρατιώτις. Ενέδρα.
          Πάει ένα φόρτουμα ι ήλιους, δε σκώνουμι ιγώ απ’ μπατλιά. Βλέπου έναν, δυο, τρεις, πέντι, δέκα, δικαπέντι νουματοί. Ήταν ψλά στα τσκάργια πέρα στου Λιφτουκαρίτκου. Φύλαγαν τα μουνουπάτχια, να πιράζν τίπουτα αντάρτις για να τς σκουτώζν. Στούσαν κι νάρκις στα μουνουπάτχια. Ιγώ πήγα ‘που μουνουπάτ’ κλειστό. Τζιουμπάνους ήμαν κι ήξιρα. Μόλις πάνου μέσ’ στ’ Λιφτουκαρυά, παραδόθκα. Ικεί δε μι βάρσαν.

ΚΟΙΝΗ: α. απόδραση.Το πρωί αναχωρήσαμε για τον Αγιάννη, που βρίσκεται εκεί πίσω, πιο κάτω από την Καλλιπεύκη. Έξαφνα κάποιο απόγευμα ακούω μια είδηση:
          -Μπρος, φεύγουμε, πάμε για το Γράμμο. Στο Γράμμο θα φάμε μαρμελάδες. Ντυθείτε καλά.
          Εγώ προβληματίστηκα. Τι να κάνω! Απευθύνομαι σε κάποιον άλλο και του λέω:
          -Φεύγουμε
-Μα, πώς θα φύγουμε!.
          -Να, όπως σου τα λέω.
          Πάμε λίγο παραπέρα. Στα είκοσι  περίπου μέτρα φύλαγε ο σκοπός.
          -«Πίσω», μας φωνάζει αυτός. «Δεν είναι ώρα για νερό».
          Ίσως να ήμασταν γύρω στα διακόσια άτομα. Πολύ φασαρία ανάμεσά μας. Άλλος φώναζε «δε μπορώ»! Εγώ τσιμουδιά. Σηκώνομαι, πλησιάζω τη ραχούλα και ήταν αφορμή να κάνω το νερό. Ζαρώνω ήσυχα χωρίς να με πάρει κανείς μυρωδιά. Σαν το δίνω προς τα κάτω, ίσια την κατηφόρα. Φτάνω στους Μύλους, προχωράω προς τα κάτω στις Κοπρισιές. Παίρνω το δρόμο προς τα κάτω. Δε φοβόμουνα ούτε φίδι, ούτε λύκο, ούτε τίποτα. Φοβόμουνα μόνο τη σκανδάλη. Να με δει κανένας αντάρτης, να πατήσει τη σκανδάλη και να με σκοτώσει. Φοβόμουνα μήπως, τυχόν, πέσω πάνω τους.
          -Όταν δραπέτευσες, ποιον δρόμο ακολούθησες;
          -Από τον Αγιάννη, κατέβηκα στο Νεράκι. Από εκεί ίσια κάτω προς το Κάγκελο, βγήκα έξω στη Σακράφη και στη συνέχεια στις Κουφάλες. Από εκεί μπαίνω μέσα στο περιβόλι του Στύλου-Μπίκα, βρίσκω κορόμηλα και μήλα και φτιάχνω την κοιλιά ταράτσα (χόρτασα), μαζεύω και έναν κόρφο, που λες, και νύχτα κατηφορίζω προς τον άγιο Νικόλαο. Φοβήθηκα μήπως πέσω σε καμία ενέδρα. Φυλαγόμουνα πολύ εκεί. Κατέβηκα στα μαντριά, χώνομαι μέσα σε μια πατλιά (θάμνο) κι εκεί κάθισα όλη τη νύχτα. Ησυχάζω εκεί. Το πρωί ο ήλιος ξημέρωσε. Κάθομαι, ανεβαίνει ο ήλιος ψηλά. Εγώ ανάμεσα στους θάμνους, γιατί γνώριζα πως φύλαγαν από την τοποθεσία "Μπασδέκη" μέχρι το Σκαλί της Ζλιάνας. Φύλαγαν μάυδες, στρατιώτες. Εκεί υπήρχε ενέδρα.
          Ανέβηκε ο ήλιος ένα φόρτωμα (αρκετά ψηλά). Εγώ δεν το κουνάω από την πατλιά. Παρατηρώ πέρα ένα, δυο, τρία, πέντε, δέκα, δεκαπέντε άτομα.  Βάδιζαν προς την απέναντι όχθη της Ζλιάνας, στο έδαφος της Λεπτοκαρυάς.  Φυλάγανε τα μονοπάτια, μήπως, ενδεχομένως, περάσουν αντάρτες και  επιτεθούν. Αυτοί βάζανε και νάρκες στα μονοπάτια. Εγώ κινήθηκα από κλειστό μονοπάτι, στενό. Τσομπάνος, άλλωστε ήμουνα και είχα πείρα από αυτά. Μόλις έφτασα στη Λεπτοκαρυά, παραδόθηκα. Το παράδοξο: εκεί δε με δείρανε.

β. ΙΔΙΩΜΑ: ΄Υστιρα μι λέν’:
          -Γιατί έφυγις;
          -Πήγα να μάσου τα γίδια κι μι τσάκουσι  ινέδρα, οι αντάρτις.
Ψέματα είπα, τι να πώ.
          -Ω, ρα, είπαν! "οι αντάρτις". Ω, ρα , τα ζαγάρια! Άμα πάηναμι θα μας βάριναν.
          Απού ‘κεί  μι παίρν στου Λιτόχουρου. Ψείρα κάργα. Μι παίρν απ’ Γκατιρίν κι σ’ Νέα Χαλκηδόνα, που λες.
          -Γιατί;
          -Εμ, να σι ‘ξιτάζν, αρά. Πώς έφυγις, πώς πήγις, πώς έκαμις...Βέβαια. Λεν έναν αντάρτη:
          -Αυτός σ’ ένα μήνα κι έφυγι. Ισύ, ένα χρόνου, πώς δε μπόρισις να φύγς;
          Κι αυτά, που λες, Γιάν’. Κι τιλειώνου.
          -Πόσες μέρες έκατσες στη Χαλκηδόνα.
          -Μιά βδομάδα..
          -Εδώ πάνω στη Στρογγλή;
          -Ιδώ άλλαξάμι δυο τρία γιατάκια. Δε σ’ είπα, όταν πήγαμι στουν Αγιάν’, πέρασι η στρατός έκαψι τς καλύβις, τς χάλασι.
          -Δηλαδή, τι είχαν στη Στρογγλή;
          -Καλύβις, αρά. Νουσουκουμεία. ΄Αρμιγαν του γάλα, το ‘δουναν σ’ τς τραυματιζμέν’. ΄Εκουβαν πρώτα τα στείρα κι ύστιρα τα γαλάργια.

β. ανακρίσεις στο στρατό.         


΄Υστιρα μι λέν’:
          -Γιατί έφυγις;
          -Πήγα να μάσου τα γίδια κι μι τσάκουσι  ινέδρα, οι αντάρτις.
Ψέματα είπα, τι να πώ.
          -Ω, ρα, είπαν! "οι αντάρτις". Ω, ρα , τα ζαγάρια! Άμα πάηναμι θα μας βάριναν.
          Απού ‘κεί  μι παίρν στου Λιτόχουρου. Ψείρα κάργα. Μι παίρν απ’ Γκατιρίν κι σ’ Νέα Χαλκηδόνα, που λες.
          -Γιατί;
          -Εμ, να σι ‘ξιτάζν, αρά. Πώς έφυγις, πώς πήγις, πώς έκαμις...Βέβαια. Λεν έναν αντάρτη:
          -Αυτός σ’ ένα μήνα κι έφυγι. Ισύ, ένα χρόνου, πώς δε μπόρισις να φύγς;
          Κι αυτά, που λες, Γιάν’. Κι τιλειώνου.
          -Πόσες μέρες έκατσες στη Χαλκηδόνα.
          -Μιά βδομάδα..
          -Εδώ πάνω στη Στρογγλή;
          -Ιδώ άλλαξάμι δυο τρία γιατάκια. Δε σ’ είπα, όταν πήγαμι στουν Αγιάν’, πέρασι η στρατός έκαψι τς καλύβις, τς χάλασι.
          -Δηλαδή, τι είχαν στη Στρογγλή;
          -Καλύβις, αρά. Νουσουκουμεία. ΄Αρμιγαν του γάλα, το ‘δουναν σ’ τς τραυματιζμέν’. ΄Εκουβαν πρώτα τα στείρα κι ύστιρα τα γαλάργια.



Στη Λεπτοκαρυά οι αρμόδιοι από το στρατό με ανακρίνουν:
          -Γιατί έφυγες από μας;
          -Πήγα να βρω τα γίδια, να τα συγκεντρώσω. Αλλά έπεσα σε ενέδρα. Με πιάσανε οι αντάρτες.
          Ψέματα τους είπα. Τι να τους πω!
          -Μωρέ, τα ζαγάρια. Αν τους πλησιάζαμε, θα μας χτυπούσαν θα μας καθάριζαν.
          Με παίρνουν από τη Λεπτοκαρυά, με πάνε στο Λιτόχωρο. Ψείρα, ένα σωρό. Μέσω Κατερίνης με πάνε στη Νέα Χαλκηδόνα, που λες.
          -Πόσες μέρες έκατσες στη Χαλκηδόνα;
          -Μια βδομάδα.
           -Στη Στρογκλή τι είχαν οι αντάρτες;
          -Μωρέ, καλύβες, νοσοκομεία, εκεί αρμέγανε τα γίδια, βγάζανε το γάλα, το έδιναν στους τραυματισμένους. Σφάζανε πρώτα τα στείρα γίδια και ύστερα τα γαλάρια. 

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ο «Κατσαπλιάς»


 
ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΖΩΗ ΣΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ

          Στη συνέχεια ο «Κατσαπλιάς» αναπολεί περιπέτειες που διαδραματίστηκαν σε γνωστούς τόπους του Κάτω Ολύμπου στη διάρκεια του Εμφυλίου.

ΙΔΙΩΜΑ: α. το φέρετρο. 

Απού ‘κεί μι παίρν’, τρώμι μιά φασλάδα σ’ ντχιά Γκαλούδα ντ Γραβάνινα. Μέσ’ στου Παντλέμηνου. Ψόφσα απ’ μπείνα. Του προυΐ έρχιτι ι μπάρμπα ‘Πουστόλς ι Γαλάντζ. Λέ’:   «Πιδιά, θα πάτι τώρα πάν».
Κι μας παίρν απού ‘κεί, του προυΐ πάμι απάν στ’ Κατή, βρήκαμι σκουπιές. Μας κατιβάζν στουν Αγιάν’. Μας έβαναν, έσκαβάμι για να παραχών τα κιφάλια, τζ μπζούκις. Απ’ τα γίδια από κουβαν. Μας έβαναν, στουμπούσαμι μπαρούτχια, να φκιάν νάρκις.
          Μια μέρα, ήφιραν άναν αντάρτ’ απ’ Μπούρλια, που σκουτώθκι. Πάμι ιγώ κι άλλ’ τζιουμανοί να βγάλουμι σανίδια να του γκάνουμι                                                                                                                                                                                                                                                                                                     σιντούκ’. Φέρετρο. Ικεί βλέπου του Νιζιρό. «Ωρέ, καλά είμιστι».

β. εκπαίδευση

          Αρχίντζαν μας παίδιβαν (εκπαίδευαν). ΄Εβανι του ένα του «πουλυβόλου «κο κο κο», προυχουρούσι τ’ άλλου «κο κο κο». Φτάνουμι στα είκουσ’ μέτρα: «Αέραααα»!
          Του πήραμι του βουνό. Σ’ τς σκουπιά μας έκαναν μι πραγματικά πυρά. Στ’ σκουπιά:
-Αλτ, τι είσι;
          -Αντάρτς.
          -Προυχώρα.
          ΄Εφτανι στα είκουσ’ μέτρα: «Του παρασύνθημα».
          Μι του «παρασύνθημα», κουλτούμπα ικείνους. «Κρρρρρρρ» μι τ’ αυτόματου. Στ’ Στρουγκλή μας διάβαζαν: «σήμιρα έχουμι διλτίου, τς έχουμι μέσ’ σ’ τς πόλεις, τς έμασάμι κουβάρ’».

γ. κορόμηλα

Μια μέρα ακού’: "΄Ερχιτι στρατός".
Πιριπέτεια τρανή. Ήταν νύχτα κι μας κατιβάζν ιδώ στου Μπεύκου χαμπλά, στα Καβακούλια, (απ’ τ’ Θουμα τ’ Μάν’ τη βρύσ’ πιο πάν’). Ήμασταν καμιά τριανταριά ικεί πέρα. Μας έβαλαν, έφαγάμι ψουμί. ΄Εκατσάμι καναδυο τρεις μέρις.
          -Τώρα, λέει, ποιος ξέρ’ που έχ’ κουρόμπλα, καλές κουρουμπλές σ’ ν’ απαλνή τ’ Σκουτινα;
          -Ιγώ, λέου, ξέρου. ΄Αλλ’ μια μανιά ‘π’ του Νιζιρό, Φώτου ν’ ήλιγαν, Κουκράνινα.
          Μαζεύουμι, που λες, κι πάμι σιαπάν’ κι τς έδουκάμι ούλ’ απού μια καραβάνα κουρόμπλα.
          -Από πού πήρατε κορόμηλα.
          -Απ’ τ’ παπά Βασίλ’ κι απ’ άλλις κουρουμπλές. Κι έφυγάμι σιαπάν.
          -Δε μου λες. Για κορόμηλα πήγες μόνος ή κι άλλοι μαζί;
          -Κι άλλ’, αρά. Καμιά δικαπινταριά άτουμα. Οι αντάρτις μ’ είχαν μι του τφέκ’. Του βράδ’ έψηναν. Κι μας είχαν δυο στου καζάν’ κι δυο στ’ σούβλα. Ψητά, να φαν τριάντα νουματοί. Ικεί μας έβλιπαν πού κατρούσαμι...Λέου:
          -Θά πάνου κι ‘γώ.
          -Δε θα πας, μι λέ’.
          Δε μ’ άφνι ένας Παντλιμουνίτς, δε γξέρου πώς λέγιτι, του γκιαρατά. Γιατί κι ιγώ έψνα λίγου σκώτ’, στ’ σούβλα.

ΚΟΙΝΗ: α. φέρετρο. Με παίρνουν από εκεί. Πρώτα τρώμε μια φασολάδα στη θεία μου την Καλούδα Γραβάνινα. Μέσα στον Παντελεήμονα. Πέθανα από την πείνα. Το πρωί καταφτάνει εκεί ο Αποστόλης ο Γαλάνης. Λέει αυτός: «Παιδιά, πηγαίνετε τώρα εσείς προς τα επάνω».
Μας παίρνουν από 'κεί, το πρωί φτάνουμε στην Κατή. Στην Κατή πέσαμε μπροστά σε σκοπιές. Από την Κατή μας κατεβάζουν στον Αγιάννη. Μας υποχρέωσαν να σκάβουμε λάκκους και να παραχώνουμε τα κεφάλια, κοιλιές. Δηλαδή από τα σφαγμένα γίδια. Μας υποχρέωναν να στουμπίζουμε μπαρούτια για να κατασκευάζουν νάρκες.
          Μια μέρα φέρανε έναν αντάρτη από τους Πόρους, ο οποίος σκοτώθηκε εκεί. Εμείς οι βοσκοί φροντίσαμε να κατασκευάσουμε ξύλινο φέρετρο με σανίδια, που θα τα φέρναμε από άλλο σημείο, φέρετρο. Πέρα αγναντεύω την Καλλιπεύκη. «Μωρέ, καλά είμαστε εδώ», σκέφτηκα.

β. εκπαίδευση

          Αρχίσανε να μας εκπαιδεύουν. Έριχνε το ένα πολυβόλο «κο, κο, κο». Προχωρούσε το άλλο πολυβόλο: «κο, κο, κο». Μόλις φτάσαμε στα είκοσι μέτρα, ακούμε: «Αέραααα»!
          Καταλάβαμε το βουνό. Όταν πλησιάσαμε το σκοπό, έβαλε πραγματικά πυρά. Μαθαίναμε τα της σκοπιάς:
          -Αλτ, τις ει.
          -Αντάρτης.
          -Προχώρησε.
          Πλησίαζε τα είκοσι μέτρα:
          -Το παρασύνθημα.
          Με το «παρασύνθημα» κουλουτούμπα εκείνος. «Κρρρρρ» με το αυτόματο.
 Στη Στρογκλή μας ανακοίνωναν: «Σήμερα έχουμε δελτίο: τους κρατάμε μέσα στις πόλεις, τους φέραμε σε κλοιό, κουβάρι».

γ. κορόμηλα

          Μια μέρα ακούω: «Έρχεται στρατός».
          Μεγάλη περιπέτεια! Ήταν νύχτα και οι αντάρτες μας κατεβάζουν  εδώ στα χαμηλά, στον «Πεύκο», στα Καβακούλια (από τη βρύση του Θωμά Μάνου πιο πάνω). Εκεί πέρα συμμαζευτήκαμε καμιά δεκαπενταριά. Μας ετοίμασαν φαγητό, φάγαμε. Εκεί καθίσαμε γύρω στις 2-3 μέρες.
          -Τώρα, λέει ο αρχηγός, ποιος από σας γνωρίζει τοποθεσία στην άνω Σκοτινα που να υπάρχουν κορόμηλα; καλές κορομηλιές;
          -Εγώ, λέω, ξέρω. Επίσης προθυμοποιήθηκε για κορόμηλα μια γιαγιά από την Καλλιπεύκη. Τη λέγανε Φώτω Κουκράνινα.
          Μαζεύουμε, που λες, κορόμηλα και πάμε πάνω και μοιράζουμε σε όλους από μια καραβάνα τον ένα. Φάγαμε.
          -Από πού πήρατε κορόμηλα;
          -Από του παπά Βασίλη Παπαζιώγα και από άλλες κορομηλιές. Και πήραμε το δρόμο προς τα πάνω.
          -Δε μου λες. Για κορόμηλα πήγες μόνος σου ή και άλλοι μαζί;
          -Μωρέ, και άλλοι μαζί. Ήμασταν καμιά δεκαπενταριά άτομα. Οι αντάρτες καιροφυλαχτούσαν με το ντουφέκι στο χέρι. Το βράδυ ψήνανε. Μας αγγάρεψαν εμάς. Δυο στο καζάνι και δυο στη σούβλα. Ψητά τόσα πολλά, για να φάνε τριάντα άτομα. Μας βλέπανε και τη στιγμή που κατουρούσαμε. Ζήτησα και εγώ:
-Θα πάω κι εγώ για κατούρημα.
-Δε θα πας, μου λέει.
          Δε μου επέτρεψε να πάω για κατούρημα ένας Παντελεημονίτης. Δε θυμάμαι το όνομά του, τον κερατά. Έτυχε κι εγώ να ψήνω στη σούβλα λίγο συκώτι εκείνη την ώρα.

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ο «Κατσαπλιάς»


 
 
                                                                 1930-2017
 
Αθανάσιος Α. Μήτσιος στον Εμφύλιο

          Έρχονται στιγμές που η μνήμη ξαναγράφει ιστορία. «Κατσαπλιά» λέμε στη Σκοτίνα τον Θανάση Μήτσιο επειδή κρατήθηκε ως όμηρος από τους αντάρτες του Εμφυλίου. Κι αυτός άκουγε την προσωνυμία περιχαρής. Επίμονα μου έλεγε: «Γιαννάκη (έτσι με αποκαλούσε) να με λες «Κατσαπλιά».
Στην επίμαχη περίοδο η ποιμενική του ζωή σκόνταφτε σε δυο μέτωπα: α) τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος (Δ.Σ.Ε), δηλαδή τους αντάρτες και β) τον Εθνικό Στρατό, δηλαδή τους Έλληνες στρατιώτες. 
Ύστερα από μισό αιώνα, συγκεκριμένα στις 17 Μαρτίου του 2001 τον συναντώ να βοσκάει τις κατσίκες (όχι κοπάδι) στον ελαιώνα του Καλιαμπού στη «Βασίλα» Σκοτίνας. Τον πλησιάζω κρατώντας στο χέρι μου το εργαλείο-κασετόφωνο. Η κουβέντα στρέφεται σε γνωστά και άγνωστα περιστατικά του Εμφυλίου. Από τα πολλά που μου είπε θα επιδιώξω να τα συμμαζέψω στις παρακάτω (4) ενότητες.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ: ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΟ ΚΑΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ

ΙΔΙΩΜΑ: σύ λέγεσαι Αθανάσιος Μήτσιος του Αθανασίου. Γιατί του Αθανασίου;
          -Ιμένα μι’ άφσι στη γκλιά ι πατέραζ μ’. Πέθανι ι πατέραζ μ’ κι μ’ είπαν Νάσιου, στου μπατέρα μ’.
          -Λοιπόν, ποια είναι η ιστορία σου στον Εμφύλιο;
Ήμασταν τέσσιροι τζιουμπανοί. Τρεις απ’ τ’ Λιφτουκαρυά. Τουν έναν τουν ήλιγαν Γιώργο κι τουν άλλουν τουν ήλιγαν Χρήστου. Είχαμι πεντακόσια κιφάλια γίδια. Του ’49 τουν Ιούλιο τα στάλζαμι στου Γκάναλου.
          Νειρεύβιτι ένας τζιουμπάνους τάχα κατέβασι ι λάκκους  νιρό, θουλό νιρό κι μας έμασι τα γίδια.
          Τα σκώνουμι τα γίδια ‘π’ του στάλου, τα κάνουμι σιαπάν’, κα του χουργιό, τ’ Λιφτουκαργιά. Ιδώ απαγουρεύουνταν να τα φέρουμι. Φτάν οι αντάρτις, έμασαν διακόσια κιφάλια γίδια ‘π’ τα Γκαλιαμπάτκα. Τα μαζεύν κι τα παν ικεί ζ’ ντ Γιάν’ ντ Γκριμούρα του ιλιουτριβείου. Έφυγα απ’ ντ Γιάν’ ντ Γκριμούρα, απ’ τς Κιρασιάς τ’ αυλάκ’, σ’ τ’ Κουμουρτζή. Φέγου ‘γώ πάνου σ’ τς μάυδις. Τζ βρήκα ‘κεί ζ ντ’ Μαζντέκ’, ζ ντ Ζλιάνα. Μάυδις (ΜΑΥ=Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) κι στρατός μαζί. Λέ’: "Γιατί τα πήγιτι τα γίδια στ’ απαγουρημένου"; Αρχινούν  ιμένα μια παταριά, ι ένας κλουτσιά. Του σκάζου, φέγου. «Πάνου σ’ τς αντάρτις, λέου, μήπους μι γυρίσν ιμένα τα γίδια».                   
Στου Παντιλέμηνου, στ’ απαλνό του χουριό βρίσκου έναν Κώτα απ’του Λιτόχουρου. Τα γίδια τα 'φιβγαν απάν για τ’ Κατή. Πήγα κι τουν βρήκα ικεί, μπαλώνουνταν, απόξου, σι  μια βρύσ’. «Αρά, μας έβγαλις τη Μπαναγία. Είπαμι να μην πήγις κα τς μάυδις», είπαν αυτοί. «Πχοι μάυδις, αρά».        
Τς είπα ψέματα. Θα είχαν μείν’ ακόμα τριακόσια κιφάλια γίδια. «Αρά δε μπόρισέτι να πάρτι κι τ’ άλλα να τα φαν οι λύκ’».
          Κι σκώνιτι, Γιάν’, κι παίρ’ τ’ αυτόματου: «Θα σι δώσου μια, μι λέ’, κι δε θα σι κλάψ’ η μάνα σ’».

ΚΟΙΝΗ: Θανάση,εσύ λέγεσαι Αθανάσιος Μήτσιος του Αθανασίου. Γιατί του Αθανασίου;
Πεθαίνοντας ο πατέρας μου, εγώ ήμουνα στην κοιλιά της μάνας μου. Γι’ αυτό και με βάφτισαν Θανάση, μου δώσανε το όνομα του πατέρα.
-Λοιπόν; Πες μου την ιστορία σου. Αυτά που πέρασες στον Εμφύλιο.
Ήμασταν τέσσερις τσοπάνηδες, από τους οποίους οι τρεις κατάγονταν από τη Λεπτοκαρυά. (Από τους τρεις) τον ένα τον λέγανε Γιώργο και τον άλλο Χρήστο. Βοσκούσαμε πεντακόσια γίδια. Τον Ιούλιο του ’49 τα σταλίζαμε στην τοποθεσία «Κάναλος»  (όπου υπάρχουν πανύψηλα πλατάνια).
Ένας βοσκός βλέπει όνειρο ότι τάχα πλημμύρισε ο λάκκος, κατέβασε θολό νερό και πήρε σβάρνα τα γίδια.
Ξεσηκώνουμε τα γίδα από το στάλο, τα αναγκάζουμε να τραβήξουν προς τα πάνω, προς το χωριό, τη Λεπτοκαρυά. Στα μέρη μας απαγορεύονταν η βοσκή. Καταφτάνουν οι αντάρτες, μαζεύουνε διακόσια γίδια από την περιοχή «Καλιαμπάτικα». Τα πάνε στο σημείο όπου σήμερα υπάρχει το ελαιοτριβείο του Γιάννη Γκριμούρα. Φεύγω από το κτήμα του Γιάννη Γκριμούρα, περνάω το αυλάκι της Κερασιάς και έρχομαι στα μέρη του Κουμουρτζή. Μια και δυο στους μάυδες (ΜΑΥ=Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου).  Τους συνάντησα εκεί στου Μπασδέκη, στη Ζλιάνα. Με παρατηρούν: «Γιατί πήγατε τα γίδια στο απαγορευμένο μέρος»; Κι αρχίζουν να με δέρνουν. Ο ένας μου δίνει μια σφαλιάρα, ο άλλος κλωτσιά. Εγώ δεν άντεξα. Το σκάζω, φεύγω. Τους λέω: «Πάω στους αντάρτες, μήπως μου επιστρέψουνε τα γίδια».

Φεύγω, τρέχω. Στον Παντελεήμονα συναντώ κάποιον Κώτα, από το Λιτόχωρο. Εντωμεταξύ, τα γίδια τα φέρανε στην Κατή. Τον συνάντησα να μπαλώνει τα ρούχα εκεί κοντά στη βρύση. Μου λέει: «Πού χάθηκες, μωρέ; Μας έβγαλες την Παναγία. Μήπως πήγες με τους μάυδες, είπαν αυτοί. «Μωρέ για ποιους μάυδες μιλάτε»;
Τους είπα ψέματα. Θα είχαν απομείνει ακόμα τριακόσια γίδια. Τους λέω: «Μωρέ. δεν παίρνατε και τα υπόλοιπα γίδια να τα φάνε όλα οι λύκοι»;
          Και σηκώνεται, Γιάννη, αρπάζει το αυτόματο: «Θα σου δώσω μια και δεν θα σε κλάψει η μάνα σου».