Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2019

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ: Τζιατζιάς


Τραγουδούν: Μάνα και κόρη Κατσιούλα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΡΩΤΗ: Κατσιούλα Γαρουφαλιά (καλοκαίρι 1982) στη Λεπτοκαρυά Πιερίας.

          Ι πατέραζ μ’ μια μέρα γέμσι του φτσέλ’ κρασί κι ξικίντζι απ’ τ’ Λιφτουκαρυά να πααίν’ στ’ αμπέλ’. ΄Οξου ‘κεί ζ Γκαστανιά άρχισι να τραγδάει του Τζιατζιά του τραγούδ’. Παραπέρα ήταν ι Τζιατζιάς μι του Μπλουγκούρα. ΄Εψηναν κατσίκια στου λάκκου.  Ι Τζιατζιάς σταμάτσι κάτ’ σ’ έναν κέδρουν, μήπους παρουσιαστεί κάνας χουρουφύλακας κι τς πχιάσν. Φουρούσι χουντρά σκουφούνια. Είχι χιόν’. Ι μπαμπάζ μ’ φτάν’ στου Τσιμπούρα τ’ αμπέλ’ κι αρχεύ’ του τραγούδ’: (Ο πατέρας μου μια μέρα γέμισε την τσότρα κρασί και ξεκίνησε από τη Λεπτοκαρυά για να πάει στο αμπέλι. Μόλις έφτασε έξω στην Καστανιά, άρχισε να τραγουδάει το τραγούδι του Τζιατζιά.  Παραπέρα έτυχε να ’ναι ο Τζιατζιάς με τον Μπλουγκούρα. Έψηναν κατσίκια στο λάκκο. Ο Τζιατζιάς στάθηκε κάτω από ένα κέδρο μεγάλο. Παρατηρούσε μήπως παρουσιαστεί κανένας χωροφύλακας και τους συλλάβουν. Φορούσε χοντρές μάλλινες κάλτσες. Είχε και χιόνι. Ο πατέρας μου πλησιάζει προς το αμπέλι του Τσιμπούρα και αρχίζει το τραγούδι):

Μή τον είδατε τον απαντήσατε,
το Μήτσο το λεβέντη τον Τζιατζόπουλο,
τον καπιτάνιο, τον Τζιατζόπουλο.

Χτες τον είδαμε, τον απαντήσαμε
στα βλάχικα καλύβια τον κερνούσανε,
τον καπετάνιο, τον κερνούσανε.

     Δε μπατρεύεσαι, δε μπροξενεύεσαι
          να πάρεις βλαχοπούλα σαν κι εμένανε
                                            βρε καπιτάνιε, σαν κι εμένανε.

    Δε μπατρεύομαι δε μπροξενεύομαι
             δε μπαίρνω βλαχοπούλα σαν εσένανε...
                   
Βγαίν’ ένας αντάρτς μι γκάπα. Τουν σταματάει του τραγούδ’. (Εμφανίζεται ένας αντάρτης με την κάπα. Του σταματάει το τραγούδι).
          -Τι συμβαίν’; Είπι ι μπαμπάζ μ’.
          -Μη φουβάσι. ΄Ελα ώς ιδώ. Κάτ’ σι θέλου.
          Πααίν’ ικεί, τι να δει! Αυτοί έψηναν. Τουν λέ’ ι Τζιατζιάς:
          -Δε μι λες, γιατί του λες αυτό του τραγούδ’;
          -Αυτό μι αρέσ’ κι γι αυτό του λέου.
          -Γιατί σι’ αρέσ’;
        -Γιατί όποιους να ’νι δε  βγάζ’ τραγούδ’. Τους λιβέντις βγάζουν τραγούδια. (Γιατί δεν βγάζουν τραγούδι για οποιονδήποτε. Τους λεβέντες τιμούν και γι’ αυτούς βγάζουν τραγούδια).
          -΄Αμα τουν δεις αυτόν απού λες του τραγούδ’, θα τουν γνουρί’ ις;
        -Εμ! Πού να τουν γνουρίσου, δε ντου γξέρου. Πάντους, για να τουν βγάλν’ τραγούδ’, είνι κι παλικάρ’.
          -Ιγώ είμι, ι Τζιατζιάς.
          -Αμάν’, παλικάρι μ’,...Συχαρητήρια. Είσι παλικάρ’.
          -Κόψτι ένα μπούτ’ απ’ αυτά τα ψητά, τα κατσίκια.
          -Κρασί έχου, λέ’ ι μπαμπάζ μ’. Θα πάνου τώρα μέσα σ’ ν’ αστυνουμία κι θα τραγδώ αυτό του τραγούδ’. Δε φουβάμι. Για τέτοια παλικάρια δε φουβάμι.
          Απού τότι, ξανά δε ντουν είδι.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, Κατσιούλα Βούλα, (14.9.2019).

Ανήμερα του Σταυρού με υποδέχεται στο σπίτι της (Λεπτοκαρυά) η κ. Βούλα Κατσιούλα κόρη της Γαρουφαλιάς, σύζυγος του Γιώργου Μουσδράκα. Είχα πληροφορηθεί ότι η κ. Βούλα έχει ωραία φωνή και συμμετέχει στον πολιτιστικό σύλλογο  Λεπτοκαρυάς. Κατάλαβε πως επέμενα να ακούσω τη λαλιά της. Και εκείνη θυμήθηκε το γνωστό στον τόπο της τραγούδι, το τραγούδι του Τζιατζιά.

                              «Στ’ Ολύμπου κι Όσσας τις κορφές
                              ακούγονται ντουφέκια.
                              Χαλάσανε την κλεφτουριά,
                              Τζιατζιά τον καπετάνιο
                                                                     που ήταν κορόνα στα βουνά
                                                                     και στύλος μες στους κάμπους.    
                                                    -Καλά ήσουν Μήτσο στην Κρανιά
                                                                     καλά και στη Ραψάνη,
                                                                     τι χάλευες, τι γύρευες
                                                                     μες στο μικρό Κουτσιούκι,
                                                                     στο προδομένο το χωριό
                                                                     και πέρ’ απ’ το ποτάμι;
                                                                     -Πήγα να ιδώ τους φίλους μου,
                                                                     να ιδώ και τους κουμπάρους
                                                                     κι αυτοί κρασί με πότισαν
                                                                     και χάθηκα ο καημένος.
                                                                     Κι οι φίλοι έγιναν οχτροί
                                                                     και χάρος ο Δαφέρμος.
                                                                     -Τώρα τον κλαίνε τα χωριά
                                                                     τον κλαιν τα τσελιγκάτα…
                                                                     τι ήταν του πλούτου ο κυνηγός
                                                                     και των φτωχών προστάτης» (*).
----------
* Το τραγούδι το συναντούμε στο βιβλίο των συγγραφέων Γεωργίου Χατζή και Μιλτιάδη Τερζόπουλου. Φέρει τον τίτλο «Γιαγκούλας-λήσταρχοι του Ολύμπου». εκδόσεις «Μάτι» Κατερίνη 1991 (βλέπε σελίδα 590).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: η Λεπτοκαρυά μετά το 1950

Στη συνέχεια η συζήτηση παίρνει άλλη τροπή. Προκαλώ την κ.  Βούλα να θυμηθεί παλιότερες καταστάσεις, σχετικές με την ιστορία του χωριού.  

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η μάνα μου λεγόταν Κατσιούλα Γαρουφαλιά του Ιωάννου. Ιγώ ήμαν μικρή. Τελευταία από τα 10 αδέρφια. Γεννήθηκα εδώ το ’53, 28 Νοεμβρίου. Ήμασταν από τους πρώτους που ήρθαμε.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί μεταφερθήκατε από την Άνω στην Κάτω λεπτοκαρυά; 
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατεβήκαμε εδώ κάτω το 1953 γιατί επάνω γινόταν κατολισθήσεις, καθιζήσεις. Έπαθαν όλα τα σπίτια ζημιά. Από το ’49 και μετά καθόταν.
ΕΡ. Τελικά πότε έγινε η ρυμοτομία του κάτω χωριού;
ΑΠ. Από το 52 ξεκίνησε. Μοιράστηκαν οι τίτλοι.
ΕΡ. Θυμάσαι κανένα ευχάριστο γεγονός από την όλη υπόθεση;
ΑΠ. Ένας που έγραφε τα οικόπεδα, ζήτησε να πάει σε τουαλέτα (στην επάνω Λεπτοκαρυά). Η αδελφή μ’ ήταν 5-6 χρονών. Λέει αυτός: «Κοριτσάκι μου, έχετε τουαλέτα»; «Θείο, εμείς είχαμε μια τουαλέτα με τσουβάλια, ξύλινη. Αλλά θα σι πάω σε μια καλύβα». Και τον πήγε στου Μπακάλ’ το σπίτ’. «Περίμενέ μου, κοριτσάκι μου, να μι πας στο σπίτι σ’». Πήγε στο σπίτι τι να δει. Το σπίτι το δικό μας ήταν έτοιμο να γκρεμιστεί.
-Εδώ ζείτε, κοπελίτσα μου καλή;
-Εδώ ζούμε.
Της μάνας μου το δωμάτιο ήταν καθαρό. Λέει: Πως λέγισι, κυρία μου;» «Κατσιούλας Νικόλαος του Δημητρίου» (σαφής απάντηση). Κι δε μας είχαν γραμμέν’ για οικόπεδο. Να ‘νι καλά αυτός ο κύριος που ήρθε -με συγχωρείς- να κατουρήσ’ και έγραψε τη μάνα μ’ στην πρώτη λίστα. Μόλις έγινε καταμέτρηση και δώσαν τα οικόπεδα, λέ’ η μάνα μ’ τον πατέρα: «Βρε Νίκο, δεν πας στην Κοινότητα, μήπως έχουμε κάνα τυχερό να πάρουμε κάνα οικόπεδο; Κι λέει: «Βρε γναίκα, πιστεύς ισύ πως θα μας δώσν οικόπεδο;» Τραβούν τον πρώτο λαχνό, τον δεύτερο λαχνό «Κατσιούλας Νικόλαος του Δημητρίου».
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 
                                  Κατσιούλας Νικόλαος, σύζυγος της Γαρουφαλιάς


               Το σπίτι (σήμερα) του ζεύγους Γιώργου Μουσδράκα και  Βούλας Κατσιούλα.

ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

α) βιβλίο "Γιαγκούλας-λήσταρχοι του Ολύμπου" 
των συγγραφέων Γεωργ. Χατζή και Μιλτ. Τερζόπουλου  

                                                                 Σελίδα 597

 σελίδα 590

σελίδα 591


 
Σελίδα 593

β) βιβλίο του Γιάννη Μπασλή "Μήτσιος Τζιατζιάς, 
ο αριστοκράτης ληστής (1889-1930)".


Ο γάμος Τζιατζιά και Στάμως
                                                                     σελίδα 33


Ο Τζιατζιάς εναντιώνεται σε αυτούς που 
δεν συμπεριφέρονται ορθά στον κόσμο.
Σελίδα 38

γ) βιβλίο του Ιω. Α. Καλιαμπού "λαϊκή παράδοση 
στον Κάτω Όλυμπο-η ΣΚΟΤΙΝΑ", Κώδικας 2007" Θεσσαλονίκη


Ο Απόστολος Καλιαμπός, βοσκός πιάνεται όμηρος από τον Τζιατζιά. 
Σώζεται με την καταβολή λύτρων από τον τσέλιγκα Γιάννη Καλιαμπό.

Σελίδα 92

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου