Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2019

ΛΗΣΤΕΣ: βάλανε στο μάτι την Όλγα





Αφήγηση: Όλγα Καλιαμπού-Γερομιχαλού

Ο λήσταρχος Μήτρος Τζιατζιάς (δεκαετία 1920) έβαλε στο μάτι την Όλγα, θυγατέρα του τσέλιγκα Γιάννη Καλιαμπού. Πρωτύτερα (Μάρτης 1916) είχε συλλάβει ως όμηρο τον αδερφό της Απόστολο (βλέπε ανάρτηση 12.1.14). Η Όλγα (1906-1983) είναι γνωστή ως Όλγα Καλιαμπίνινα ή Βαγγέλινα (σύζυγος του Βαγγέλη Γερομιχαλού). Λεπτομέρειες αναπτύσσει η ίδια στη συνέντευξη του1980.

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Μια βουλά, αδουκιούμι, ι πατέραζ μ' (παππούς

Καλιαμπός) κάθουνταν ζ ντ γριντά στου Μπλάτανου. Γλέπ' τουν αγρουφύλακα, του Νικόλα του Τζιαπάρ'. Τουν λέει:
          -Ω Νικόλα.
          -Όι.
          -Έλα να σι πω. Ταχιά θα κατιβεί η μάκου μι του πιδί κι μι του κουρίτσ' να τρυγήζν τ αμπέλ'.
-Α, θα κατιβώ, μπάρμπα Γιαννούλ', θα κατιβώ
          Του ταχιά, σκώνουμέστι, παίρνουμι τς κάσις κι του γουμάρ'. Πάμι στ' απαλνό τ' αμπέλ' σ' τς Κότρις. Τρυγούμι ένα φουρτιό. Γιμόζουμι τς κάσις. Ξαφνικά να η μάνα μι του Διουνύσ'.  Μι λέει: «Μπίτσις; Άι να φύγουμι να πάμι στ' ακατνό».
          Έφυγάμι κι πήγαμι ζ Γκαρούτα, στ' ακατνό τ' αμπέλ'. Απού μακριά γλέπουμι να έρχιτι ι Τόλιους ι Κουκράντζ μι ν' Αναστασιά. Βγαίνουντα η Αναστασιά, να απού πέρα κάτ' ανθρώπ':
"Κλέφτις, κλέφτις!" λέει η Αναστασιά. "Για τ' ιμάς ήρθαν".
          Πααίν' ι Τόλιους, μπχιάν' απ' του χέρ' αυτήν. Σα να ν' ήλιγι "μη γκρέντζ μουρή, δεν ήρθαν για τ' ιμάς. Ήρθαν για του κουρίτσ' τζ Γιαννούλινας".
Αρχίντζι     να Φουνάζ' ι Τόλιους, ι άντρας τς Αναστασιάς: "Ω Βασιλάκ', ω Βασιλάκ', ω Νάσιου:" Φώναζι όποιου όνουμα τουν έρχουνταν στου στόμα. Σιού να ακούζν οι κλέφτις.
Βγαίν δυο μέσ' 'π' τ' αρμάνια: «Πχιοί είστι ισείς;»
          -Ιμείς είμιστι ι Απουστόλς ι Κουκράντζ κι ι Απουστόλς ι Αγγέλς.
          Ι Κουκράντζ λέ' ν' Αναστασιά: «Έλα 'κει παρέκει, Αναστασιά. Σι θέλ' ι καπιτάνιους.
          -Πχιός καπιτάνους! λέ' η Αναστασιά. Έτριμι. Απού τότι είνι φρυγμέν'.
          -Ι Τσιαπάρς, ι αγρουφύλακας. Σκέφκι: «Να φουνάξουμι ντ Γιαννούλινα»:  «Ω Γιαννούλινα. Να πάρς τώρα του κουρίτσ', κι να βγεις στου Χουριό. Κατέφκαν κλέφτις μι του Τζιατζιά κι βγήκαν σ' ν' Αναστασιά».
          -Α!, είπι ύστιρα ι Κακάλς ι Κουκράντζ: Γιαννούλινα, ήρθαν για τ' ισένα. Για του θκο σ' του κουρίτσ'».
          -Θα μι κόψν του δειλνό, είπι η μάνα μ'.
          Οι κλέφτις φύλαγαν στ' απαλνό τ' αμπέλ'. Η μάνα μ' φουβισμέν', φρυγμέν', μι λέει: «Κουρίτσι μ', τι να κάνουμι τώρα; Να κάνουμι κατά δω σιακάτ, θα πχιάζν του Διουνύσ'. Να κάνουμι καλύτιρα σιαπάν'. Πιρπάτα, πιρπάτα».
          Αυτή η καημέν' κόπκι απ' του φόβου. Πλαλούμι, πλαλούμι, φτάνουμι στου Ίσιουμα. Βρίσκουμι ικεί του Θουμά του Μάνου. Παραπάν' στα Κουκκινόια ανταμώνουμέστι μι του Διουνύσ'. Κατέβινι αυτός μι του γουμάρ' πάλι για να φουρτώσ' τα σταφύλια. Τουν λέ' η μάνα:
          -Γύρνα, καλό μ', του γουμάρ' σιαπάν'. Κλέφτις βάρσαν σιακάτ'.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ KOINH. Θυμάμαι, πως κάποτε ο πατέρας μου Γιάννης Καλιαμπός καθότανε στη γριντιά (πάγκο), στην πλατεία της Άνω Σκοτίνας. Βλέπει τον αγροφύλακα Νικόλα Τσιαπάρη και τον φωνάζει:
          -Ω Νικόλα.
          -Ορίστε.
          -Έλα να σου πω· έχουμε προγραμματίσει, αύριο να κατεβεί η γυναίκα μου μαζί με το γιο και θυγατέρα στην Κάτω Σκοτίνα, για να τρυγήσουν το αμπέλι.
          -Ε, τότε θα κατεβώ κι εγώ. Μείνε ήσυχος μπάρμπα Γιαννούλη. Θα κατεβώ.
          Την επομένη παίρνουμε την απόφαση, συμμαζεύουμε τις κάσες, τις φορτώνουμε στο γαϊδούρι. Ξεκινάμε, φτάνουμε στις Κότρες στο αμπέλι της επάνω μεριάς. Τρυγάμε ένα φορτίο σταφύλια. Γεμίζουμε τις κάσες. Ξαφνικά βλέπω τη μάνα να βγαίνει με το Διονύση, το μικρότερο αδερφό. Μου λέει η μάνα:
          -Τέλειωσες; Άντε να φύγουμε από δω, να πάμε στο παρακάτω χωράφι. 
          Φύγαμε από κει, πήγαμε στην Καρούτα στο κάτω αμπέλι. Βλέπουμε να έρχονται από μακριά ο Τόλιος Κοκράνης με την Αναστασιά. Καθώς η Αναστασιά ανηφόριζε το μέρος, να από πέρα μερικοί άνθρωποι:. 
"Κλέφτες, κλέφτες!" λέει η Αναστασιά. "Ήρθαν για μας".
          Τρέχει ο Τόλιος, την προστατεύει πιάνοντάς την από το χέρι. Σαν να της έλεγε: "Μωρή, μη μιλάς, δεν ήρθαν για μας. Ήρθαν για το κορίτσι της Γιαννούλινας". 
Έβαλε τις φωνές  ο Τόλιος, ο άντρας της Αναστασιάς: "Ω Βασιλάκη, ω Βασιλάκη, ω Θανάση". Φώναζε όποιο όνομα του ερχότανε στο μυαλό. Αρκεί να άκουγαν οι κλέφτες.
Ξετρυπώνουν  δυο κλέφτες μέσα από τα κλαδιά: «Ποιοι είστε εσείς»;
-Εμείς είμαστε ο Αποστόλης ο Κοκράνης και ο Αποστόλης ο Αγγέλης.
          Ο Κοκράνης λέει στην Αναστασιά:
          -Πέρασε, Αναστασιά, στην άκρη. Σε θέλει ο καπετάνιος. 
              -Ποιος  καπιτάνους! λέγει' η Αναστασιά. Έτρεμε. Από τότε εξακολουθεί να είναι φρυγμένη.
          Ο Τσιαπάρης ο αγροφύλακας σκέφτηκε: «Να φωνάξουμε τη Γιαννούλινα: «Ω Γιαννούλινα. Να πάρεις το κορίτσι και να βγεις στην Άνω Σκοτίνα. Κατέβηκαν κλέφτες με αρχηγό τον Τζιατζιά και παρουσιάστηκαν στην Αναστασιά.
          -Α! -είπε ύστερα ο Θεοχάρης Κοκράνης: Γιαννούλινα, ήρθαν για σένα, για τη θυγατέρα σου».
          -Μήπως θα μου κόψουνε το δειλινό μου; Τη διάθεσή μου; Δεν τους υπολογίζω.
          Οι κλέφτες φυλάγανε στο επάνω αμπέλι. Η μάνα μου κατατρομαγμένη μου λέει: «Κορίτσι μου, τι θα κάνουμε τώρα; Να προχωρήσουμε προς τα κάτω θα συλλάβουν το Διονύση. Καλύτερα να προχωρήσουμε προς τα πάνω. Λοιπόν, βάδισε, περπάτησε. 
          Αυτή η καημένη κόπηκε από το φόβο. Τρέχουμε, τρέχουμε φτάνουμε στην τοποθεσία «Ίσιωμα». Συναντούμε εκεί τον Θωμά τον Μάνο. Πιο πάνω, στα «Κοκκινόια» συναντούμε τον Διονύση. Αυτός για δεύτερη φορά κατέβαινε με το γαϊδούρι για να φορτώσει τα σταφύλια. Του λέει η μάνα:
          -Παιδί μου, κάνε πίσω με το γαϊδούρι, προς τον ανήφορο. Στο κάτω χωριό παρουσιάστηκαν κλέφτες.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 
 Βαγγέλης Γερομιχαλός του Αθανασίου, (1900-1988),
σύζυγος της Όλγας.










Ο "Πλάτανος" με το καμπαναριό της Παναγίας στην 
Άνω Σκοτίνα. Στο πλάι βρισκότανε η "γριντιά" όπου
αναπαύονταν οι ηλικιωμένοι του χωριού επί τουρκοκρατίας. Εκεί ο παππούς Γιάννης Καλιαμπός συνάντησε τον αγροφύλακα Τσιαπάρη.





Ο "Πλάτανος" σε μέρες πανηγυριού.












Τότε (δεκαετία του 1920) η γριντιά ακουμπούσε στο ντουβάρι του νάρθηκα.


Σήμερα (πανηγύρι 2018) η γριντιά έγινε πεζούλι (πλάι στην "Παναγία"). Πίσω υψώνεται το πλατάνι της βρύσης "Μουζά".







 

Στο κάτω της φωτογραφίας και δεξιά της εκκλησίας του "Χριστού" διακρίνονται τα αμπέλια, όπου οι ληστές "βάλανε στο μάτι" την Όλγα. 
Στο βάθος η κορυφή της Δουργιανής.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου