Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Κατοχή: Συλλαλητήριο



                                          
              

Στη γερμανική Κατοχή ο Κάτω Όλυμπος ενώνεται με τη νότια Πιερία και αντιδρά. Κορυφαία φάση αυτής της αντίδρασης είναι το συλλαλητήριο που οργανώθηκε από τα χωριά της νότιας Πιερίας (1943;). Τα γεγονότα τα εξιστορούν δυο πρόσωπα από την Σκοτίνα Πιερίας: α) Λευκοθέα Καρκαφίρη-Κοκράνη (συνέντευξη 1982) και β). Δημητρός Θ. Παπαγεωργίου  (συνέντευξη 1996).

ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΡΩΤΗ (Λευκοθέα 1932-2013)

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

΄Ηρθαν αντάρτις στου Χουριό (Άνω Σκοτίνα), φουβέρζαν:

«Ταΐζιτι τς αντάρτις ικεί που είστι.
Δίνιτι τς αντάρτις ψουμί».

΄Ερχουντι κάτ’ (Κάτω Σκοτίνα). Μαζών ένα συλλαλητήριου. Μαζών’ τα κουρίτσια όλα, όλου του γυνικόπιδου ‘π’ του χουργιό. Μας έμασαν όξου ζ μπλατέα. Μας πααίν’ ζ ντ Βρουντού, μας πήγαν ζ Γκατιρίν’ μι τζ Γιρμανοί. Μπρουστά ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, η Μαργαρίτα, ιγώ, η Κατιρίνα, ι μπάρμπας ι Βαγγέλς ι Αγγέλς, ι Απουστόλς ι Γιρμπχαλός, αδιρφός τς Στάμους, τς Στέργινας ντ Γιρμπχαλού. Κι ήμασταν όλ’ μαζί.
          -Ποιοι σας μαζέψανε;
          -Οι αντάρτις κι οι θκοι μας. Κι ήταν μια ανταρτίνα, Βέρα ν’ ήλιγαν.  Σιγά-σιγά στ’ Λιφτουκαρυά κατέφκαμι σ’ ν’ απαλνή. Ιμείς μέρα μι νύχτα έφτασάμι στου Λιτόχουρου. Απ’ του Λιτόχουρου, πιζουπουρία πάλι, φτάνουμι μέσα στ’ Μαλαθριά, Ικεί μας νύχτουσι. ΄Αρχισαν οι Γιρμανοί να βάν’. «Μπαμ, μπουμ, μπαμ, μπουμ». Ι Γιώρς ι Ντάμπλιας, ι Κακάλς ι Ντουραλής, η Μαργαρίτα, η Κατιρίνα, η αδιρφή μ’, ιγώ, ι μπάρμπας ι Βαγγέλς, ι Θουμάς ι Γκαλιαμπός, γαμπρόζ μας. ΄Εκατσάμι ικεί σι μια πατλιά. «Αρά, λέ’ ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, θα μας σκουτώσν ιδώ πέρα. Θα χαθούμι».
          Χάραξι. Φτάνουμι ζ Γκαρίτσα. Απ’ Γκαρίτσα φτάνουμι ζ Γκουντουργιώτσα, μέσα σ’ ένα μπαΐρ’ μαζώθκαν τα χουριά όλα. Ο Γαβρής, η ΄Ολγα τ’ Χρυσκού, η Σουφία ντ Γαβρή, ΄Ολ’ οι χουριανοί. Λέ’ ι μπάρμπας ι Βασίλς ι Καρκαφίρς: «Πωπώ...κι τα κουρίτσια τ’ Λιόλια κιά τα δυο; Μη σώσ’ κι σκουτουθούμι, αρά, θα ζβήζν τα σπίτια».
          Φουβήθκαν. Αρχίτζαν ικεί να μαλών’ αναμιταξύ τς. Οι υπεύθυνοι αυτοί. Ήταν άλλ’ ουργάνουσι απ’ ν’ απαλνή, άλλ’ απ’ ν’ ακατνή Σκουτίνα. Τι να κάνουμι, τωρα, τι να κάνουμι! Λε’: «Θα μπούμι μι σειρά. Θα μπουν τα χουριά μι σειρά, λέ’. Θα μπει η Βρουντού πρώτα. Μαλαθριά, Καρίτσα, Λιτόχουρου, Λιπτουκαρυά κι Σκουτίνα.  Κι απού πίσου του Παντιλέμηνου».
          Πάμι, κάθουμάστι ικεί ζ Γκουντουργιώτσα. Ξικινούν ι κόζμους να πααίν’. Μι ζέστα. Μι λέν ιμένα: «Ισύ Λιφκουθέα, κάθισι ιδώ». Λεν’ ο μπάρμπας Βαγγέλς ι Αγγέλς, ο Βασίλς ο Καρκαφίρς, ο Στέργιους ο Χρυσκός. «Κάθισι ιδώ, γιατί έχουμι κι τα σακάκια. Να φυλάγς ισύ τα σακάκια».
          Κάθουμι ιγώ ικεί, Γιάν’, κινάν αυτοί, πααίν’. Κι τζ βάζν οι Γιρμανοί κατά πόδ’. Να πααίν’ να μπούν μέσ’ ζ Γκατιρίν’. Τι να γκάν Γκατιρίν’;
          Μπήκαν κάμπουσ’. Σκότουσαν κόμπουσουν κόζμουν. ΄Υστιρα αρχίτζαν να γυρνάει ι κόζμους. ΄Ολ’ ‘που πίσου. ΄Αλλ’ να πατούν καταή, άλλ’ να τς χτυπάν. Τζ βάζν μι τα χουνιά. Φώναζαν μι τα χουνιά, Να ξαναγυρίζν πίσου  κόζμους ζ Γκατιρίν’. Να πατήσουμι Γκατιρίν’. Μέρα μισμέρ’. ΄Εφιγναν οι Γιρμανοί να μπούμι ιμείς μέσα;      Φτάν’, ξανά, ζ Γκουντουργιώτσα κι λεν’: «Φέγουμι».
         

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

Ήρθαν αντάρτες στην Άνω Σκοτίνα και φοβέριζαν τον κόσμο: «Δώστε τρόφιμα τους αντάρτες, μια και βρίσκεστε στο βουνό. Δώστε στους αντάρτες φαγητό». Κατεβαίνουν οι αντάρτες στην Κάτω Σκοτίνα. Διοργανώνουν ένα συλλαλητήριο.  Μαζεύουν όλα τα κορίτσια. Όλα τα γυναικόπαιδα από το χωριό. Μας συγκέντρωσαν έξω στην πλατεία. Μας πάνε στη Βροντού, μας οδηγούν προς Κατερίνη, να τα βάλουμε με τους Γερμανούς. Θυμάμαι τους επικεφαλής που ήταν: ο Ποτιός ο Δάμπλιας, η κόρη του Μαργαρίτα, εγώ, η αδερφή μου Κατερίνα, ο θείος μου Βαγγέλης Αγγέλης, ο Απόστολος Γερομιχαλός, αδερφός της Στάμως, της Στέργινας Γερομιχαλού. Και ήμασταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί.
          -Ποιοι σας μαζέψανε;
          -Οι αντάρτες και οι δικοί μας. Μαζί τους ήταν κι μια ανταρτίνα. Βέρα την έλεγαν. Σιγά, σιγά, περάσαμε στη Λεπτοκαρυά, την επάνω, στο παλιό χωριό. Εμείς κατά το σούρουπο φτάσαμε στο Λιτόχωρο. Από το Λιτόχωρο, πάλι πεζοπορία, φτάνουμε μέσα στη Μαλαθριά. Εκεί, πια, μας νύχτωσε. Αρχίσανε οι Γερμανοί να πυροβολούν. «Μπαμ, μπουμ, μπαμ, μπουμ». Ο Γιώργος  Δάμπλιας, ο Θεοχάρης Ζιώγας-Ντουραλής, η Μαργαρίτα, η αδερφή μου Κατερίνα, εγώ, ο θείος Βαγγέλης, ο Θωμάς Καλιαμπός, γαμπρός μας, όλοι ζαρώσαμε εκεί σε μια κρύπτη από θάμνο. «Μωρέ, λέει ο Ποτιός ο Δάμπλιας, θα μας σκοτώσουν εδώ πέρα. Θα χαθούμε».
          Χάραξε. Φτάνουμε στην Καρίτσα. Από την Καρίτσα προχωράμε για την Κονταριώτισσα. Τακτοποιούμαστε σε ένα ανοιχτό μέρος, ψηλό πλάτωμα, όλα τα χωριά. Κι ο Γαβρής, η Όλγα Χρυσικού, η Σοφία του Γαβρή, όλοι, γενικά, οι χωριανοί. Λέει ο θείος μου Βασίλης Καρκαφίρης: «Αμάν! και τα δύο κορίτσια του Λιόλια εδώ! Αλίμονό μας αν σκοτωθούμε. Θα σβήσουν τα σπίτια».
          Έδειχναν  τρομαγμένοι. Άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Δηλαδή αυτοί οι υπεύθυνοι: Άλλη οργάνωση είχε η Άνω και άλλη η Κάτω Σκοτίνα. Και τώρα τι να κάνουμε; Πώς θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση; Λέει ο υπεύθυνος: «Θα μπούμε με τη σειρά. Τα χωριά, λέει, θα μπουν με τη σειρά. Πρώτα θα μπει η Βροντού. Στη συνέχεια: Μαλαθριά, Καρίτσα, Λιτόχωρο, Λεπτοκαρυά και Σκοτίνα. Στην τελευταία σειρά, από πίσω, το Παντιλέμηνο».
          Καθόμασταν, λοιπόν, εκεί στην Κονταριώτισσα. Ξεκινάει ο κόσμος με προορισμό το συλλαλητήριο. Μέσα στη ζέστη. Μου λένε εμένα: «Εσύ, Λευκοθέα, κάθισε εδώ». Λεν’ ο θείος Βαγγέλης Αγγέλης, θείος Βασίλης Καρκαφίρης και ο Στέργιος ο Χρυσικός. «Κάθισε εδώ, γιατί έχουμε και τα σακάκια. Να φυλάγεις εσύ τα σακάκια».
          Κάθομαι εγώ εκεί, Γιάννη. Οι άλλοι όλοι ξεκινάνε για το συλλαλητήριο. Και πλακώνουν οι Γερμανοί από πίσω τους. Σου λένε: «με ποιό δικαίωμα αυτοί πάνε να καταλάβουν την Κατερίνη; Τι δουλειά έχουν να πάνε μέσα στην Κατερίνη;».
          Αρκετοί μπήκαν στην Κατερίνη. Σκοτώθηκε αρκετός κόσμος. Τελικά, ο κόσμος άρχισε να οπισθοχωρεί. Κι όλοι ακολουθούσαν από πίσω. Άλλοι, μπερδεμένοι, να πέφτουν καταγής, άλλοι να τους χτυπάνε.           Εντωμεταξύ τους αναγκάζουν να πάρουν χωνιά. Φώναζαν με τα χωνιά. Να ξαναγυρίσει πίσω ο κόσμος. Πίσω για την Κατερίνη. Μας φέρανε στην Κατερίνη με σκοπό να την καταλάβουμε. Μα, άφηναν οι Γερμανοί την Κατερίνη να την καταλάβουμε εμείς; Στην επιστροφή ξαναπερνάνε από την Κονταριώτισσα και λένε: «Φεύγουμε».
                   
ΑΦΗΓΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ (Δημητρός (1921-2011)

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

Φέγουμι απ’ Γκουντουργιώτσα κι μας λέν’:

«Θα γιρουστήστι* μέσα. Δε θα φοβθήτι τίπουτα».

Κατιβαίνουμι στου Μπέλικα, που λες, του βράδ’. Τ’ αυλάκ’ νιρό πουλύ. Πουλύς λαός. Πιρνούμι ‘π’ του Μπέλικα ‘που ‘κείν’ μπάντα. Βλέπουμι ένα πουλυβόλου μέσ’ στ’ μέσ’ του δρόμου. Είχαμι μια υπεύθυνη -Βέρα ν’ ήλιγαν- ανταρτίνα. Κι αυτή να μας λέ’: «Μη φουβάστι. Γιρουστήστι να τς πχιάσουμι». Μα, αυτοί φώναζαν: «Τσουρούκ (zurΰck), τσουρούκ.
          Μ’ μι του “πίσου” αυτό, γιρουστούμι, που λες. Κάτ’ φράχτις μι παλιούργια τς πήραμι στα κιφάλια. Τρίπουσαν οι πρώτ’ μπρουστά κι οι φράχτις πάηναν απού πίσου στα κιφάλια μας. Κι κάνουμι σιαπάν’ απού λες, πίσου ούλ’. Γύρσαν. Δε σταμάτσαν μι κάναν τρόπο. Να γλέπς μέσ’ στου Μπέλικα...σαντάλια, παπούτσια...Ούλα τ’ απαράτσαν. Τς έφυγναν. Απ’ τ’ φύβγα. Να παν ζ Γκουντουργιώτσα. Κι πάμι ‘κει, που λες. Ικείν’ τηρ μέρα οι Γιρμανοί απού κείν’ μπάντα σκότουσαν δυο νουματοί. Πίσου να πα τς πάρουμι αυτούς τς σκουτουμέν’. ΄Αφαντοι, έφυγαν ι κόζμους. Αυτό που είδαν, ποιος πάηνι να σκουτουθεί. ΄Εφυγάμι, που λες, κι ήρθαμι ιδώ  όλα τα χουριά.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

Φεύγουμε από την Κονταριώτισσα και μας λένε: «θα ορμήσετε μέσα στο ποτάμι. Δεν υπάρχει κανένας φόβος». Προχωράμε, Το βράδυ φτάνουμε στον ποταμό Πέλεκα. Το ποτάμι γεμάτο από πολύ νερό. Πολύς λαός. Περνάμε, τελικά, στην άλλη πλευρά του ποταμού. Παρατηρούμε ένα στημένο πολυβόλο στη μέση του δρόμου. Μαζί μας είχαμε μια υπεύθυνη ανταρτίνα. Τη λέγανε Βέρα. Αυτή μας δίνει θάρρος: «Μη φοβάστε! Ορμήστε να τους πιάσουμε». Αλλά οι αντάρτες αλλάξανε γνώμη και φώναζαν: «Τσουρούκ, τσουρούκ, πίσω, πίσω».
        
  Μόλις ακούσαμε τη φράση «πίσω», ορμάμε κατ’ επάνω τους. Από τη μεγάλη ορμή, μερικούς φράχτες με αγκαθωτούς θάμνους τους σβαρνίσαμε με τα  κεφάλια μας. Οι μπροστινοί μας κρύφτηκαν και οι φράχτες έπεφταν από πίσω στα κεφάλια μας. Και το κόβουμε προς τα πάνω, που λες, όλοι πίσω. Κάμανε στροφή προς τα πίσω. Με κανένα τρόπο δεν τους σταματούσες. Να βλέπεις τον Πέλεκα ένα οικτρό θέαμα. Σανδάλια, παπούτσια, όλα παρατημένα εκεί. Έφευγαν γρήγορα. Όλα γινότανε άτσαλα από τη γρήγορη φευγάδα. Να πάνε στην Κονταριώτισσα. Φτάνουμε, τελικά, εκεί. Την ίδια μέρα οι Γερμανοί σκοτώσανε δυο άτομα. Και μεις κάναμε πίσω για να φροντίσουμε αυτούς τους σκοτωμένους. Και να βλέπεις τον κόσμο να κόβει πέρα. Όλοι άφαντοι. Αυτό που αντίκρισαν, ποιος πήγαινε για θάνατο! Φύγαμε, που λες, και όλα τα χωριά ήρθαμε εδώ.
----------
* γιρουστώ, ορμώ εναντίον κάποιου, αλλού γιουρουστώ,  στην Επανομή γιουρουντώ. "η νύφ' πουλιμάει του μήλου κι τα πιδιά γιρουστούν να τ' αρπάξν", δηλ. η νύφη καθώς    προσκυνάει έξω από την Εκκλησιά στο τραγούδι ανέβα μήλο κατέβα ρόϊδο, πετάει το μήλο προς τα πίσω και τα παιδιά τρέχουν να το πιάσουν.   


                               Στο χάρτη διακρίνονται τα χωριά της νότιας Πιερίας 
                                                    και η πρωτεύουσα Κατερίνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου