Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Κατοχή: Γιώργος Οικονόμου του παπά Λεωνίδα


Εθνική Αντίσταση-Γερμανοί στη Σκοτίνα
                 
          Άνοιξη του 1941. Οι Γερμανοί ανέβαιναν από Σκοτίνα προς Νιζιρό
(Καλλιπεύκη). Η πλατεία, όμως, της Άνω Σκοτίνας τους κράτησε για πολύ. Ο πελώριος πλάτανος, πλάι στην εκκλησία της Παναγίας, σκορπούσε πλούσια δροσιά. Η θέα που απολαμβάνεις από κείνο το τοπίο δε σ' αφήνει να το εγκαταλείψεις. Τούτη τη φορά οι άντρες και τα γυναικόπαιδα της Σκοτίνας ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους. Ο πρόεδρος της Κοινότητας τους καθησύχαζε με τα λόγια:
"Έχουμι υπόσχεση από τους Γερμανούς πως δε θα μας πειράξουν. Την προηγούμενη φορά απομακρυνθήκαμε από τα σπίτια μας. Κρυφτήκαμε στ' αρμάνια. Άλλοι πέρα στα Ιλάτχια, άλλοι στα Τρία Ναβρικά, άλλοι ζ ντ Μπαρμπούσ' Μπιστιριά, άλλοι στα Μαγκούρια κι άλλοι αλλού. Τώρα μη μπάτι (μην πάτε) πουθινά. Κάτστι (καθίστε)  ήσυχα στα σπίτια. Μόνο, με το μούργκζμα (σούρουπο), να κατεβάζιτι τς λάμπις, να τραβάτι τζ μπιρντέδις κι να πιτρώνιστι μέσα" (να χαμηλώνετε το φώς, να κλείνετε τις κουρτίνες και να κλειδώνεστε μέσα).

          Για τις μαύρες εκείνες μέρες ο αείμνηστος Γιώργος Οικονόμου (1921-2003), ο οποίος πήρε μέρος σε πολλές επιχειρήσεις εναντίον των Γαρμανών (και στην περίφημη μάχη του Κούκου), μου δίνει συνέντευξη τον Αύγουστο του 1998. Κύριο θέμα η παρουσία των Γερμανών στην Άνω Σκοτίνα.

"Είχα τα πρόβατα, ζ Ντούμπα (στην Τούμπα). Μόλις ήρθαν οι Γιρμανοί τα βάλαμι πίσου στου ρέμα. Ζ ντ Μπαρμπούσ' Μπιστιριά. Τα βουσκούσαμι ψηλουμένα στα Γαβριά κι στου Καλιαμπάτκου του μαντρί. Μια μέρα -άνοιξη ήταν- ήρθα στου χουριό να πάρου ψουμί (με τη γενική έννοια του φαγητού). Καθώς πέρασα τα Καρόπλα, στου Ντρανό του Μπλάτανου έπισα μέσ' στ' φάλαγγα. Ήταν Γιρμανοί που ανέβηναν κα του Νιζιρό. Προυχώρησα. Ήρθα ζ μπλατέα. Ικεί ήταν μαζιμέν' καμιά δικαριά θκοι μας. Ένας Γιρμανός ήθιλι αβγά κι έκανι σχέδια να καταλάβν οι θκοι μας τι γυρεύ' αυτός. Δίπλα τ' ήταν ι πατέραζ μ' κι ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, πρόεδρος του χωριού. Ένας λέει: «Αβγά θέλ' ι Γιρμανός». «Πού να τουν βρούμι αβγά» λέ' ι πρόεδρος. Κι βλέπ' ιμένα:
-Πάνι ιδώ, Γιώρ', κι φέρτουν αβγά.
-Τι λες, μωρέ; Πού ξέρου ιγώ ποιος έχ' αβγά;
Ιγώ κάτι τουν είπα αυτόν του Γιρμανό. Τουν έβρισα κιόλα. Αυτός, όμως, μ' αυτό που τουν είπα, κατάλαβι που δεν ήθιλα να πάου να τουν φέρου αβγά. "Γκαπ", μι δίν' μια μπουνιά, δυο, κι κάνου πίσου δυο τρία μέτρα. Κόντιψα να πέσου. Η κόζμους μαζεύκι ικεί κι φώναζι:
-Πήγινι, ρε, πήγινι να βρεις αβγά! Πήγινι να τουν φέρς αβγά.
-Αρά, που να τα βρω τ' αβγά ιγώ;
-Πήγινι σι κανένα σπίτ'.

Εκείνη τη στιγμή ο Γιώργος πολλά έβαλε στο νου του. Σκέφτηκε να τους αφήσει όλους εκεί στον "Πλάτανο" και να το κόψει προς τα κάτω, να "κουρδουκλιστεί κα τ' Μουζά", να μπει μέσα στα πλατανούλια και να βγει "σ' τς καρές τ' Χασιώτ'" κι ύστερα να χαθεί στο προσήλιο που οδηγεί κάτω στη "Μτσιάρα". Υπολόγισε, όμως, τον πατέρα του. Ποια τύχη περίμενε τον παπά Λεωνίδα! Αναλογίστηκε τον Πουτιό το Δάμπλια, που ήταν και πρόεδρος της Κοινότητας. Λογάριασε τους άλλους άντρες που παρευρίσκονταν εκεί στην πλατέα, ανάμεσα στους Γερμανούς. Εξάλλου είδε και τους χωριανούς που επέμεναν για τα αβγά των Γερμανών. Όμως σοφίστηκε κάτι άλλο:

          "Κάνου στου Γιρμανό νόημα· "πάμι κατά δω". Τραβώ κα του σπίτ' του Συντριβανάτκου που είνι παναθέ απ' τα Καραλάτκα. Απού 'κει γυρίζουμι κα του Ντιμοπλάτκου. Ήταν πουλύς κόζμους ψηλά. Όπως προχωρούσαμι κατά πέρα, αυτός -ο Γερμανός- μ' απαράτσι ιμένα κι πήγι ζ μπόρτα (στην πόρτα) κάτου κι αρχίτζι να χτυπάει "ντουκ, ντουκ, ντουκ".
          Απού παν του σπίτ' τουν είδαν ι κόζμους κι φουβήθκαν κι για να μη φαίνουντι τραβήθκαν μέσ' απού τα παράθυρα. Αυτός ξαναχτυπάει, χτυπάει δυνατά. Είχι σκουπό να σπάσ' τη μπόρτα. "Ντουκ, ντουκ., ντουκ". Αλλά πού να σπάσ' η πόρτα! Είχι στυλώματα. Όχι κλωτσιές, αλλά κι κανόν' να έριχνις, δε θα ντ γκριμούσι. Τέτοια πόρτα. Χτύπσι ι Γιρμανός κι άλλις φουρές. Χτυπούσι, χτυπούσι. Αφού είδι τα ζόρια, που δεν ανοίγ' η πόρτα, γύρσι κατά κάτ'.
          Ιγώ γυρίζου μια γουνία κι πάω προς το Τσιορβάτκο το σπίτ' (το σπίτι του Τσιούρβα-Καρκαφίρη). Απού 'κεί τον παρακολουθώ τι κάν'. Αυτός δε μι πήρι χαμπάρ' ιμένα 'πό 'φυγα, γιατί χτυπούσι μπόρτα. Τώρα τον γλέπω ιγώ να κρατάει στα χέρια του πιστόλ' κι να πααίν' σιαπέρα. Φτάν' στη βρύσ', στο Χασαπλιό. Ικείν' ν' ώρα η Καλούδα τ' Αγγέλ' έπιρνι νιρό. Πλησιάζ' ι Γιρμανός κι απού τα νεύρα τ' γκάν' "ούουουου...". Τρόμαξι η γναίκα. Αλλά ευτυχώς ν' άφσι κι πήρι νιρό. Δε μπείραξι (δεν την πείραξε). Ιγώ απού μακριά τα ήγλιπα όλα, τα παρακολουθούσα. Κοιτούσα πού θα πααίν' ι Γιρμανός.
          Ανέφκι στα Παπαχριστάθκα (στη γειτονιά του Παπαχρήστου). Κι ικεί τα ίδια. Πόρτις, αμπάρις. Αρχίτζι τς φουνές:
          Ούουουου.
          Κανένας τζιάπ'.
          Ούουουου, ντουκ, ντουκ, ντουκ.
          Κανένας δε ντουν ανοίγ'. Πού να σπάσν οι πόρτις!
          Θυμουμένους κάν' προς τα κάτ'. Πααίν' προς τα Γκριμουράτκα (γειτονιά του Γκριμούρα). Βρήκι κάτι κουκόρια, κάτι κότις. Ρίχν μι του πιστόλ'. Ιμένα μ' έχασι κι δεν ήξιρι τι να φκιάσ'. Σκότουσι κουκόρια ένα κιαμέτ' (πάρα πολλά).
          Κρύβουμι ιγώ μέσα στου σπίτι μ'. Φουβόμουν να βγω όξου ύστιρα. Πιρίμινα ώσπου να φύγν οι Γιρμανοί. Αυτοί, όμως, έστσαν (έστησαν) τα πολυβόλα* ικεί στου σπίτι μ'. Ικείνους μι κυνηγούσι, αλλά πού να μι βρει! Ήθιλι να μι τφικίσ' (τουφεκίσει) ικεί στου Μπλάτανου. Γι' αυτό ιγώ, μόλις βράδιασι, πήρα ψουμί κι έφυγα κρυφά. Έφυγα για τα πρόβατα".
----------
* Προσωπική εμπειρία: Ήμουνα 6 χρονών παιδί. Θυμάμαι τους Γερμανούς που στήσανε τα πολυβόλα στην αυλή του Καλιαμπέικου και πυροβολούσαν τις απέναντι ράχες. Ρίξανε στο παχνί (στο χαϊάτι) καραμέλες  κι εμείς (Μαργαρίτα, Μαριγούλα, Βαγγελούδα, Ελένη κι εγώ) τρώγαμε άφοβα.

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ
Ιλάτχια (τα), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα κοντά στο Παλιούρ' και 'Ιταμο.
κατιβάζου τς λάμπις, χαμηλώνω το φως από τις γκαζόλαμπες, κατεβάζω λίγο το φιτίλι.
κιαμέτ', πολύ, πολλά, "έφαγι ξύλου ένα κιαμέτ'". λ. τουρκική που σημαίνει τη συντέλεια, το χαλασμό, τον όλεθρο. 
Μαγκούρια (τα), τοπων. στην Άνω Σκοτινα, στη ράχη με τα έλατα. "Ικεί είνι ούλου ουστριά, φαίνουντι ικεί τα σταυρουτά τα τρόχαλα" (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης). Για την προέλευση της ονομασίας λένε, πως τα Μαγκούρια έχουν πολύ πυξάρι. Τα πυξάρια τα υλοτομούσαν, τα κατέβαζαν στην Κάτω Σκοτινα και τα 'φκιαναν κλίτσες, μαγκούρες.
Μπαρμπούσ' Μπιστιριά (η), μεγάλη σπηλιά προς τα βόρεια της Άνω Σκοτίνας, κάτω από τις "Πλάκες"). Εκεί έκρυβε τα γίδια ο παππούς Ιω. Καλιαμπός για να μην πληρώνει φόρο στους τούρκους. 
μούργκζμα (του), βράδιασμα (βλ. και μούρκια), "μι του μούργκζμα ήφιρι τα γίδια".
Μ'τσιάρα (η), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα. Πλαγιά απότομη που καταλήγει στην πηγή "Ζγκούρα". "Είνι μουτσιαλκά, βγαίν' νιρά απού πουλλές φλέβις", μάλλον από το μουτσάρα=υγρότοπος (Θαν. Παπαθανασόπουλος (γλωσσάρι Ρούμελης), αλλού μτσιάρα (η)=δυνατό χτύπημα στο κεφάλι, που φτάνει μέχρι την πολτοποίηση (Γ. Τσαμπούρης-Κ. Βούδρια (Κολινδρός). 
Ντιμόπλινα (η), παρατσούκλι που αποδίδεται στη μανιά Ντιμόπλινα, κοντά στο Χασαπλιό. Η γειτονιά πήρε το όνομα "Ντιμουπλάτ'κα". 
πέτρουμα (του), ξύλο ασφάλειας πόρτας, ρ. πετρώνου=ασφαλίζω, κλειδώνω την πόρτα,  "πιτρουθείτι μέσα στα σπίτια σας" (Γ. Οικονόμου) στην Κατοχή.
Τρία Ναβρικά, τοπων. βδ του χωριού (τρία αναυρικά, πηγές).

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΑΙΩΝ (πλησιέστεροι συγγενείς)

Γενάρχης Οικονόμου Αθανάσιος (Πινακάς-Πινακίδης -σύζυγος Ελένη Σκρέτα). Για το όνομα "Πινακάς" έχω πληροφορίες από ιερωμένους της Σκοτίνας όπως και από τον πρωτοπρεσβύτερο ιερέα Γεώργιο Μπιλιάγκα. Αυτός ισχυρίζεται ότι το όνομα "Οικονόμου" δόθηκε από τότε που ο αείμνηστος Μητροπολίτης Κίτρους Παρθένιος Βαρδάκας έδωσε στον  παπά Θανάση Πινακά το οφίκιο του Οικονόμου.
Απόγονοι:
Α. Δημήτριος-Πουτιός, σ. Γραμματή Εμ. Δάμπλια.
          1. Σοφία, σύζυγος Θωμάς Δήμος-Νικολός
2. Νάσιος, σύζυγος Μαριγούλα Γαβρή
3. Μανόλης, σύζυγος Κατερίνα Λιόλια Καρακαφίρη
Β. Λεωνίδας, ιερέας στην άνω Σκοτίνα (1880-1947), σ. Μαρία Αναστάση Γκριμούρα.
          1. Τάσιος, σκοτώθηκε στον πόλεμο της Αλβανίας, σ. Καλούδα Λιόλια Αγγέλη.
          2. Διονύσης, σ. Πηνελόπη τ’ Πουτιού Τράντα.
          3. Γιώργος, σ. Ελένη Ευαγγέλου Γερομιχαλού.
          4. Αφροδίτη, σ. Θεοχάρης Αθ. Καρκαφίρης.
          5. Δημητράκης, σ. Πηνελόπη Λιόλια Γκάρα.
          6. Ελένη, σ. Μιχάλης Βλέτσης, ιερέας.
          7. Θανάσης, ιερέας στον Κολινδρό, σ. Ειρήνη Τσιούτσιου από Καταφυγιώτικα.
          8. Παναγιώτης, σ. Σοφία Απ. Γανωτή.
Γ. Γεώργιος, σ. Λένου Ντιμόπλινα, Ποτιού Πλεξίδα.
          1. Μήτσιος, σ. Πηνελόπη Συντριβάνη.
          2. Αμαλία, σ. Γιώργος Γεργολάς.
          3. Νάσιος, Κατίνα Γ. Γερομιχαλού-Τσιόμ’.
          4. Αθηνά, σ. Καλαμάρας Ιωάννης
          5. Λευτέρης, σ. Ευανθία από Καρυά Ελασσόνας.
          6. Νικόλαος, σ. Ουρανία Δ. Βλέτση-«Βαρνάβα»
Δ. Φώτω, σ. Βασίλειος Θεοχ. Συντριβάνης.
Ε. Καλλιόπα, σ. Θωμάς Μιχ. Κοκράνης.
ΣΤ. Ουρανία, σ. Απόστολος Μαρνέλας του Δημητρού.
Ζ. Αγλαϊώ, σ. Μήτσιος Ντουραλής-Ζιώγας του Γεωργίου (σκοτώθηκε Από νάρκα).
Η. Γραμματή (1902-1997), σ. Νικόλαος Ζιώγας.
Θ. Πατρούδα, σ. Αστέριος Χρυσικός του Κώτσιου.

ΕΙΚΟΝΕΣ


                              Παπά Λεωνίδας Οικονόμου  εφημέριος(1932-1947) 
                              στην Άνω Σκοτίνα και Μαρία πρεσβυτέρα 
                              το γένος Αναστασίου Γκριμούρα.                                                                


                                       Ελένη σύζυγος του Γιώργου Οικονόμου, 
                                                το γένος Ε. Γερομιχαλού 

                                                                           (1900--1998)
                                Οι γονείς της Ελένης: άνω, Βαγγέλης Γερομιχαλός,
                                κάτω, Όλγα Γερομιχαλού το γένος Ιω. Καλιαμπού



             Παρέα του Γιώργου σε ένα από τα καφενεία (Παραμύθα, Καραλή 
              ή Βασιλάκη Παπαγεωργίου) πλάι στον ιστορικό Πλάτανο. 
        Κατά τον σχολιασμό του Τάσου Οικονόμου (τον ευχαριστώ εγκάρδια)
        η φωτογραφία πρέπει να τραβήχτηκε γύρω στο 1952 και τα πρόσωπα που 
       διακρίνονται είναι: Δημητράκης Οικονόμου, άγνωστος, Σκρέτας, Διονύσης 
       Οικονόμου (όρθιος), Γιώργος Οικονόμου και Γαβρής Γεώργιος.

1 σχόλιο:


  1. Τάσος Οικονόμου
    Συγχαρητήρια για την προσπάθεια διατήρησης της μνήμης. Το γενεαλογικό δένδρο βοηθά να δούμε τις ρίζες. Πρίν από τον Γενάρχη Πινακά-Πινακίδη έχεις κάποια ένδειξη?
    Η παρέα του Γιώργου στην απαλνή Σκοτίνα δεν είναι στην κατοχή αλλά περίπου στο 52.Είναι :Δημητράκης, άγνωστος, Σκρέτας, o όρθιος είναι ο Διονύσης, Γιώργος και Γαβρής Γιώργος.
    Κάνε μία ζήτηση από παλιές Φωτό. Πιστεύω ότι θα βγουν μαργαριτάρια

    ΑπάντησηΔιαγραφή