Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

αναμνήσεις: τα γίδια στο Κοιμητήριο




Παρατηρούμε ότι οι παλιές εκκλησίες έχουν μεγάλο νάρθηκα. Το βλέπουμε αυτό στην «Παναγία», ενοριακό ναό στην Άνω Σκοτίνα. Το βλέπουμε στον «Χριστό», εξωκλήσι με τις αξιόλογες αγιογραφίες, στην τοποθεσία «Κότρες». Το βλέπουμε και στον νεκροταφειακό ναό της Άνω Σκοτίνας, άγιο Αθανάσιο.
Ο μεγάλος χώρος του νάρθηκα στον άγιο Αθανάσιο βοηθούσε τους τσοπάνηδες πάρα πολύ. Περισσότερο σε μέρες κακοκαιρίας. Πρόχειρο, μα σίγουρο μαντρί. Σωστή στρούγκα. Κι ο μπάρμπα Βαγγέλης (Γερομιχαλός) ευχαρίστως δοκίμασε μια τέτοια συγκυρία. (Η φωτογραφία του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται στην εξωτερική πύλη του νάρθηκα. Τραβήχτηκε από τον υποφαινόμενο το 1960).

αφήγηση: Βαγγέλης Γερομιχαλός

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Η εκκλησία, ι άγιους Αθανάσιους είχι μιγάλ’ αστρέχα. Γύρου-γύρου 1.50 μ. φάρδους, να φέγν τα νιρά όξου. Πααίνου, ανοίγου μπόρτα. Βρουχή τρικυμία. Όξου όμους. Τα γίδια τα είχα στα Καρόπλα. Ικεί είχαμι τ’ στρούγκα. Καλουκιρινό μαντρί. Πήρι μια βρουχή ραγδαία. Κι τα βάρσα τα γίδια να πχιάζν τς αστρέχις όξου. Μπ δε ντα χουρούσαν οι αστρέχις, Άγξαν μπόρτα κι παν κι μέσα στου νάρθηκα. Στου διάμισου είνι η πόρτα που πααίν’ σ’ ν’ ικκλησιά μέσα. Κι στου κάτου μέρους είνι του κοιμητήριου αυτό, που είνι τα ουστά μέσα. Στου κοιμητήριου είχαν μια βιργούλα σ’ τς κρικέλις. Για να μη μπααίν ιλεύθιρα. Αλλά τα γίδια πουλλά. Στρίμουγμα, στρίμουγμα, στρίμουγμα…τάντζαν μπόρτα. Λύγσι η βέργα κι γιόμσι του κοιμητήρου ικεί γίδια, παν στα κόκαλα κρακρακρα, κρακρακρα.
            Λοιπόν, σκώνουμι ιγώ, παίρου γκλουτσόβιργα κι πααίνου κι μπαίνου μέσ’ στα κόκαλα, ψλά, αμπδούσα ψλά. Νύχτα. Κι βαραίνου απού δω κι βαραίνου απού κει, μι γκλουτσίβιργα ικεί. Σκουτάδ’ μεσα. Ψλά στα κόκαλα. Τι γίνιτι, που λες: Αφού τα έβγαλα τα γίδια όξου, σκουτάδ’ τώρα, βίρα σιαδώ, βίρα σιακεί. Μι γκλουτσόβιργα τα βάρινα κι …όξου. Όξου στου νάρθηκα. Βγαίνου κι βάνου γκλουτσόβιργα σ’ τς κρικέλις. Γιρό ξύλου. Κρανιά. Δε γξαναπάν μέσα. Πάνου κι γω στου πιζούλ’ ικεί κι κόβου στουν ύπνου. Του προυΐ σκώνουμι. Ήφιραν τα κουρίτσια ψουμί. Σκώνουμι. Κίντζαν τα γίδια σιαπέρα.
            -Ποια κορίτσια σου φέρανε φαγητό;
            -Ιά, οι αδιρφέζ μ’. Η Όλγα, η Καλλιόπα.
            -Ποια Όλγα;
         -Η Λιουνίδινα. Τ’ Λουνίδα τ’ Συντριβάν ντ γναίκα δε ντ ξέρς; Κι τ’ Θουμά τ’ Τσιούρβα Γκαλλιόπα, πού ‘νι αδιρφή μ’ κι κείν’. Αυτές ήταν μιγαλύτιρις, μ’ ήφιραν ψουμί. Τς λέου: «Στου σπίτ’, στου σπίτ’. Θα πάρτι φουκάλια. Θα ΄ρθείτι να φουκαλίστι. Δε θ΄αφίκιτι βουνούλα μέσ’ σ’ ν’ ικκλησιά, στου νάρθηκα». Ικεί βόντζαν…Γίδια ήταν μέσα.
         Παν, έφυγαν τα κουρίτσια. Πααίν να φέρν σκούπις. Γυρίζν, σκουπίζν. Παν, τραβούν γκλουτσόβιργα απ’ μπόρτα κι ανοίγ’ η πόρτα προς τα μέσα. Κι γλέπου κιφάλια. Κι γλέπου δόντια. Κι γλέπου μάτια μπουρλίδις, αρίδις ιδώ, αρίδις σιακεί. Σουρός. Τότι φουβήθκα τη ρμέρα. Νύχτα πατούσα ψλά. Πίστιψέ μου. Σι λέου μ’ ειλικρίνεια. Νύχτα ούτι έβαλα ν’ ιδέα, ντιπ. Ψλά στα κόκαλα μι γκλουτσόβιργα βίρα, βίρα. Κι είνι κάμαρη ολόκληρη. Τη ρμέρα φουβήθκα. Σκώθκαν τα μαλλιά σιαπάν.
            Άμα τα ήγλιπα τ’ νύχτα θα πέθνησκα.

ΚΟΙΝΗ: Η εκκλησία του αγίου Αθανασίου (Άνω Σκοτίνα) είχε μεγάλη αστρέχα-υπόστεγο- Γύρω-γύρω 1.50 μ. πλάτος. Για να φεύγουν τα νερά έξω. Πηγαίνω εγώ, ανοίγω την πόρτα. Βροχή μεγάλη, τρικυμία. Έξω όμως. Τα γίδια τα είχα στα Καρόπλα. Εκεί είχαμε τη στρούγκα. Καλοκαιρινό μαντρί. Η βροχή που άρχισε, ήταν ραγδαία. Και οδήγησα εγώ τα γίδια να πιάσουν τα υπόστεγα. Μα, να που τα υπόστεγα δε χωρούσαν όλα τα γίδια. Και τι έκαμαν αυτά: Ανοίγουν την πόρτα και χώνονται μέσα στο νάρθηκα. Και στα μέσα του νάρθηκα παρατηρούμε την πόρτα που μας φέρνει στο εσωτερικό της εκκλησίας. Και στην άνω πλευρά του νάρθηκα, δεξιά μας, βρίσκεται το κοιμητήριο. Συγκεκριμένα, το οστεοφυλάκιο. Στην πορτούλα του οστεοφυλακίου υπήρχε μια βεργούλα που κρατούσε τους κρίκους. Κι αυτό, για να μην είναι εντελώς ελεύθερη η είσοδος μέσα. Τα γίδια, όμως, πάρα πολλά. Στρίμωγμα, στρίμωγμα…τέντωσαν την πόρτα. Η βέργα λύγισε και το οστεοφυλάκιο μέσα γέμισε γίδια. Επάνω στα κόκαλα κρακρακρά, κρακρακρά.
          Λοιπόν, εγώ δε χάνω καιρό. Παίρνω την κλουτσόβεργα -κλίτσα- και μπαίνω μέσα στα κόκαλα. Πάνω στα κόκαλα και πηδούσα εκεί πάνω. Νύχτα βαθιά. Κάνω προσπάθεια, χτυπάω από δω, χτυπάω από κει με την κλουτσόβεργα. Σκοτάδι εκεί μέσα κι εγώ πάνω στα κόκαλα. Τελικά, ξέρεις τι έγινε; Έβγαλα όλα τα γίδια έξω -σκοτάδι τώρα- βίρα προς τα εδώ, βίρα προς τα εκεί, τα χτυπούσα με την κλουτσόβεργα, ώσπου -πια- τα έβγαλα έξω, έξω στον νάρθηκα. Βγαίνω κι εγώ. Περνώ την κλουτσόβεργα στις κρικέλες. Γερό ξύλο αυτή η κλουτσόβεργα, από κρανίσιο ξύλο. Οπότε τα γίδια δεν ξαναμπήκαν μέσα στα κόκαλα. Πιάνω κι εγώ το πεζούλι εκεί να ηρεμήσω λίγο. Το κόβω στον ύπνο. Το πρωί σηκώνομαι. Εντωμεταξύ έφεραν φαγητό τα κορίτσια. Ετοιμάζομαι. Τα γίδια πήραν το δρόμο προς τα πέρα.
          -Ποια κορίτσια σου φέρανε φαγητό;
          Να, οι αδερφές μου. Η Όλγα, η Καλλιόπη.
          -Ποια Όλγα;
       -Η Λεωνίδινα. Δε γνωρίζεις τη γυναίκα του Λεωνίδα του Συντριβάνη; Και την Καλλιόπη, τη γυναίκα του Θωμά του Τσιούρβα; Που κι αυτή είναι αδερφή μου. Αυτές ήταν μεγαλύτερες στην ηλικία. Αυτές μου φέρανε φαγητό. Τις λέω: «Γρήγορα στο σπίτι. Τρέξτε για το σπίτι. Να πάρετε σκούπες. Να ‘ρθείτε να σκουπίσετε. Δε θα αφήστε ούτε την παραμικρή βουνιά μέσα στην εκκλησία, στο νάρθηκα». Πώς να το κάνουμε. Γίδια ήταν μέσα κι εκεί άφηναν τις βουνιές.
         Τα κορίτσια έφυγαν αμέσως. Τρέξανε να φέρουν σκούπες. Επιστρέφουν, σκουπίζουν. Πάνε, τραβούν την κλουτσόβεργα από το οστεοφυλάκιο. Η πόρτα ανοίγει προς τα μέσα. Και τι βλέπουν τα μάτια μου: νεκροκεφαλές, δόντια, μάτια εξογκωμένα. Σκελετούς από πόδια προς τα εδώ, σκελετούς προς τα εκεί. Σωρός από κόκαλα. Να πω την αλήθεια τη στιγμή εκείνη που ήταν πια μέρα, τρόμαξα Ενώ τη νύχτα πατούσα πάνω στα κόκαλα ελεύθερα (δεν ήξερα πού βρισκόμουνα). Πίστεψέ με σου μιλάω ειλικρινά. Τη νύχτα ούτε καν έβαλα την ιδέα. Καθόλου. Χοροπηδούσα πάνω στα κόκαλα με την κλουτσόβεργα. Κι το οστεοφυλάκιο αυτό είναι αρκετά μεγάλο. Σα δωμάτιο. Πώς να στο πω. Τη μέρα φοβήθηκα. Σηκώθηκε η τρίχα μου.
            Αν αυτά τα πάγματα τα έβλεπα τη νύχτα, θα ξεψυχούσα.

(βλέπε βιβλίο «λαϊκή παράδοση στον Κάτω Όλυμπο, τεύχος δ’, απ’ ν’ απαλνή ΣΚΟΤΙΝΑ σ’ ν’ ακατνή, σειρά: ιστορίες γερόντων»).

ΣΧΟΛΙΑ: Βόντζαν ή βούτζαν=βούνισαν, τα ζώα άφησαν κοπριές, βουνιές, ενικός βουνιά=κοπριά μεγάλων ζώων (σύγχρονο λεξικό ελληνικής γλώσσης).
βουνούλα=υποκορ. της βουνιάς, μικρή βουνιά.
κλουτσόβιργα (η), κλούτσα, αγκλίτσα, «βάνου κλουτσόβιργα σ’ τς κρικέλις» (=περνώ την αγκλίτσα ανάμεσα στους δυο κρίκους).
φουκαλιά (η), κλωνάρι από έλατο, που, πολλά κλωνάρια μαζί, αποτελούν την απαραίτητη σκούπα, «απ’ ν’ Αζβησταριά (Ασβεσταριά=τοπων. Άνω Σκοτίνας), κουβάλσαμι φουκαλιές».
ψουμί, έχει την έννοια της τροφής, γενικά, «μας ήφιραν ψουμί», τροφή.

 
Επεξηγήσεις στο σχήμα:

Πλάτανος: η πλατεία στην Άνω Σκοτίνα, από το αιωνόβιο πλατάνι πλάι στην εκκλησία της Παναγίας).
Παρθένη: (η), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα πηγαίνοντας προς τον Τρανό τον Πλάτανο. Από την Παρθένο Μαρία, επειδή απ' εκεί περνάει η λιτάνευση της ιερής εικόνας της Παναγίας κατά το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, "καλουέρκου του μέρους" (Ιω. Γ. Δήμος-Νικολός), δηλαδή το μέρος ανήκει στους καλογέρους.
Πλάτανος τρανός, τοπων. ανηφορίζοντας από Άνω Σκοτίνα προς Καλλιπεύκη. Στον Τρανό τον Πλάτανο ο κόσμος κατά τον εσπερινό του δεκαπενταύγουστου περίμενε την Παναγία που θα τη φέρνανε από το μοναστήρι των Κανάλων. Εκεί γινότανε περίλαμπρη υποδοχή και ακούγονταν το παραδοσιακό «Κύριε ελέησον».
Μοίρα (η), τοπων. βδ. της Άνω Σκοτίνας, καραούλι θαυμάσιο, που το συναντούμε στο δρόμο ανεβαίνοντας προς την Καλλιπεύκη. Η μανιά η Μακασού έλεγε ότι εκεί στο καραούλι είχαν το στέκι οι κλέφτες «κι μοίραζαν τα λιφτά» (Ιω. Γ. Δήμος-Νικολός)). Κατά τον Δ. Στύλο «κάθουνταν οι κλέφτις ικεί κι i αρχηγός τουν ήλιγαν μοιράρη. Μάζουνι τς παράδις κι τς μιρνούσι» (μοίραζε χρήματα).
Αϊ-Θανάσης, τα Κοιμητήρια της Άνω Σκοτίνας. Ο ναός έχει πλούσια αρχαιολογική αξία (17ος αιώνας). Εκτενής λόγος γίνεται σε άλλες εργασίες.
Καρόπλα (τα), η ωραιότερη επίπεδη περιοχή, μικρό οροπέδιο προς β. της Άνω Σκοτίνας. Φύονταν πολλά δεντρίλια καρυάς (καρυόπουλα > Καρόπλα). Από 'κεί αγναντεύει κανείς τις πλαγιές της νότιας πλευράς του γερο Όλυμπου, τον κάμπο που απλώνεται από Λεπτοκαρυά και χάνεται στα βάθη της Κατερίνης, τη θάλασσα του Θερμαϊκού. Τα βράδια διακρίνονται φωτισμένες οι ακρογιαλιές της Κασσάνδρας. Στα Καρόπλα, παλιότερα, συγκεντρώνονταν οι κοπέλες του χωριού και στήνανε το μεγάλο χορό κατά τις επίσημες γιορτές. Σταυροπόδι εκεί στα χορτάρια ο κόσμος στα χρόνια της εθνικής αντίστασης έπαιρνε τις αποφάσεις του ενάντια στον κατακτητή.  Εκεί φύλαγαν σκοπιά (σε βάρδιες νυχτερινές) οι πατεράδες μας στην περίοδο της Κατοχής. Είναι πραγματικό καραούλι.
Κιλιά (τα), τοπων. κάτω από τον "'Αγιο Αθανάσιο". Πιθανώς από τη λ. κελιά, βακούφια 
οικήματα.
Μάρμαρος (ο), Πρόκειται για το λάκκο πριν μπούμε στο χωριό της Άνω Σκοτίνας καθώς 
ανεβαίνουμε από την Κάτω "απού σιακάτ". Διακρίνεται ο χείμαρρος (γραμμή από 
Παρθένη-Μάρμαρος).
Αγάς (ο), τοπων. κάτω από τον νεκροταφειακό ναό του Αγίου Αθανασίου. Η ονομασία
οφείλεται στον σκοτωμένο εκεί Τούρκο αγά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου