Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

ξενιτιά: «τα έρημα τα ξένα... δε ντα ‘χω μαθημένα».




       

Από Σκοτίνα στο Νιου Τζέρσεϊ

        Ο Κώστας Παπαγεωργίου του Δημητρού, κάτοικος στο Νιου Τζέρσεϊ, φέρνει στο νου όλες τις σκηνές των παιδικών του χρόνων και της εφηβικής του ζωής. Από τα πρώτα χρόνια θυμάται τον τρόπο ζωής στο χωριό και ιδιαίτερα τον οικογενειακό του περίγυρο*. Το καλοκαίρι του 1993 βρέθηκε με άδεια στη γενέτειρά του Σκοτίνα. Εγώ βρήκα καιρό -εκεί, στην αυλή του μπάρμπα Δημητρού στη «Βασίλα **- να του αποσπάσω μερικές σκέψεις:

                         




  Κώστας Δ. Παπαγεωργίου


                                                                      ο Κώστας αφηγείται

1. Στα κατσίκια

Απού δω έφυγα κούτσκους. Αυτοί δε μ' αφήνανε. Ο παππούς ο παπά Γιάντζ *** έπεισι του μπαμπά να μ' αφήσουν.
        -Δήμητρα, σύζυγος Ιω. Καλιαμπού: Κώστα, μήπως ήσουνα λίγο επαναστάτης;
-Επαναστάτης δεν ήμουνα, αλλά οι συνθήκες ήταν δύσκολες. Είχα πάρ' 20 κατσίκια κι όλα ήταν στείρα. Κι έπριπι να φύγω. Ήθελα να γίνω τζομπάνος. Ήταν το όνειρό μ'. Πήγα κι στου Γυμνάσιο κι έφυγα απ' το Λιτόχωρο με 


τα πόδια. Μιτά το Πάσχα γύριζα σ' τς  αυλές κι πήραμι 20 κατσίκες. Γύρζα κάθε μέρα μι του Διουνύσ' του Ντράντα ****. Μι πήρι ικείνους κι μ' έβαλι και σύστημα, να βοσκάω τα γίδια όλα. Μ' είχι βάλ' καναδυο φορές τη βδομάδα. Μ' είχι μέσ' στα παρτάλια. . . ήταν τεχνίτης αυτός. Μάστορας στη δουλειά τ' .
-Μετά απελπίστηκα.
-Πόσον καιρό έκατσες στα κατσίκια;
-Τα κράτησα. . . καναδυό χρόνια…
---------- 

* κατάγεται από πολυμελή οικογένεια: Γονείς: Δημητρός (1921-2011), Αριστούλα Ιω. Μπιλιάγκα (1923-2013). Παιδιά: Θεοχάρης, Βαγγελούδα, Γιάννης, Μανόλης, Κώστας, Γιώργος. Ο παππούς του Δημητρού λεγότανε Μανόλης Τζαβέλας ή Τζιαβέτας (προέλευση Βούρπα επαρχίας Ελασσόνας). Έγινε παπάς με κύριο όνομα Γεώργιος και επώνυμο Παπαγεωργίου. 
----------
Σημείωση. Παιδιά του Μανόλη Τζιαβέτα: Βασιλάκης, Κακάλης, Κώτσιος, Αγλαΐτσα, Μαριγώ. Παιδιά του Γιώργου Μπιλιάγκα: Ιωάννης, Γρηγόρης, Καλούδα, Πηλινιώ, Βαγγελιώ, Μαρία). Αδέρφια της Αριστούλας: Γεώργιος, Χαϊμαδή, Αλεξάνδρα, Γραμματή.
Γονείς του Δημητρού: Θεοχάρης (Κακάλς)-Γραμματή Νικολού. Γονείς της Αριστούλας: Ιωάννης (παπάς) και πρεσβυτέρα Αναστασία Μπιλιάγκα-Κουμουρτζή (1898-1987)
** Βασίλα (η), συνοικία προς δ. της Κάτω Σκοτινας. Το μέρος αυτό -μεγάλο κτήμα- ανήκε στη μανιά Τσιτσίλου, (κόρη του παπά Γιάννη) "απόκαμνι τα μπαμπλούκια σ' ν Ικκλησιά" (που προετοίμαζε τα πρόσφορα για τη Θ. Λειτουργία). Το όνομά της ήταν Βασίλου (Τσιτσίλου). Η περιοχή πιάνει από το αναβρικό "τ 'Παπά-Γιάν'" μέχρι "τα Γανουτάτκα, Καλιαμπάτκα, Μητσιάτκα". Ο παπά Γιάννης είχε 6 κορίτσια: Γραμματή, Ξάνα, Φωτεινή, Βασιλική, Καλλιόπα και μια στον Παντελεήμονα.
*** πρόκειται για τον παπά Γιάννη Μπιλιάγκα (1897-1973), εφημέριο του Αγίου Γεωργίου Σκοτίνας από το 1938 μέχρι το θάνατό του.
**** ο Διονύσης Τράντας του Χρήστου ήταν «μερακλής» γιδοβοσκός, ξακουστός στον Κάτω Όλυμπο. 
---------- 


Σημείωση: μπαμπλούκι ή μπαμπλούκια είναι τα πρόσφορa, λειτουργιές σε μικρό μέγεθος 
που προσφέρουν οι χριστιανοί για την τέλεση της θείας Λειτουργίας. Μπαμπλούκια ήταν 
και τα λεγόμενα καλιστήργια. Παλιότερα έστελναν ένα παιδί στα σπίτια να καλέσει συγγενείς και 
φίλους στο γάμο με ειδικά ψωμάκια, τα λεγόμενα μπαμπλούκια ή μπαμπούκια. Του παιδιού αυτού 
 έπρεπε να ζουν και οι δυο γονείς.

2. Καράβια 

-Μετά τι έγινε;
-Ε, μετά. Έπριπι να βγάλουμι απόφαση τι θα κάνουμι. Ε, παρασυρθήκαμε. Μι καναδυό Σκουτινιώτις πήγαμι στα καράβια.
-Στα καράβια δε φοβόσουνα;
-Δε μας έφτανε μέχρι εκεί, να φοβηθούμι. Ούτε μπάνιο ξέραμε, τίποτε. Πηγαίναμε όλοι έτσ', σα γκαβά.
-Δήμητρα: Σα γκαβά ή άγνοια των κινδύνων.
-Αριστούλα (μάνα του Κώστα): Ιά, πάει για να βγει έξου (να βγει στο εξωτερικό).
Δήμητρα: Και μετά στην Αμερική;
-Πήγαμε στην Αμερική. Κάναμε ένα ταξίδ'. Δε μου άρεσε. Δε μου άρεσε καθόλου. Πήγαμε στα Φιλαδέλφεια και βγήκαμε έξω. Πολυκοσμία. Μαυρίλα πολύ. Πράματα που δεν τα είχαμε δει. Φόβια. Μας φοβέριζαν οι μιγάλ' ναυτικοί. Πιο παλιοί. Νησιώτες αυτοί. Λέγαν: "Είναι φόβια έξω" (διακινδυνεύεις να βγεις έξω στη στεριά) . Ήταν επαγγελματίες ναυτικοί. Και δε βγήκα. Ένας φίλος μου, που πήγαμε μαζί, ο Αποστόλς, είχε φύγ'. Δεν έμεινε αυτός. Τελικά γύρισε πίσω κι ο Πουτιός, ο Τζίμης (γιος του Μανόλη Δάμπλια και της Σοφίας). Τελείωσε στρατιώτς αυτός. Κι μι λέει:
-Πάμι στα καράβια.
-Ε, πάμε.
Με παρέσυρε κι αυτός. Κι λέ': «Να πάρουμε απόφαση, μαζί να βγούμε έξω». Και πήραμε άλλο καράβ' και κάναμε ταξίδ' κάνα χρόνο. Πήγαμε αρκετά μακριά *.
----------
* ο Κώστας έφυγε από τη Σκοτίνα το 1970 ταξιδεύοντας στο «άγνωστο». 


3. Χιούστον
                                           
 Πήγαμε στο Χιούστο. Και τόσο μας έφτανε, δε γξέραμε ούτε γεωγραφία, ούτε τίποτα. Στο Χιούστο του Τέξας και ζητάμε ταξί. Φαντάσου πόσο έξυπνοι ήμασταν να πάμε απ' το Χιούστον στη Νέα Υόρκη. Κι μας λέει ο ταξιτζής: "Δε γίνεται. Τι να σας κάνω!".
Πολύ μακριά. Δε μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Τηλεφώνησα σ' έναν έλληνα, σ'  ένα εστιατόριο και μου λέει:
-Πού θέλετε να πάτε.
-Στη Νέα Υόρκη.
Δε γίνεται, ξεχάστε το. Πολύ μακριά.
Πρώτα-πρώτα δεν είχαμε χρήματα. Λέγαμε "κάποιος θα τα πληρώσ' εκεί, στη Ν. Υ.. Ο Γιάννης ο Πολυχρός" *. Έτσι σκεφτόμασταν εμείς. Ο ταξιτζής ήθελε τα λεφτά τ'.
----------
* συγχωριανός και γείτονας στο χωριό. Το πατρικό του είναι στη «Βασίλα». Γονείς: Διονύσης (1913-1997) και Δημητρούλα (Βλέτση). Αδέρφια: Θανάσης, Νικόλας, Απόστολος, Μιχάλης, Μαρία).

4. Περιπλάνηση

Μετά τ' αφήσαμε. Γυρίσαμε στο καράβ'. Ταξιδέψαμε αρκετά. Μετά πήγαμε στο Κλίβελαντ στο Οχάιο. Είναι κάπου 11 ώρες με το λεωφορείο.
-Δημητρός: Από τη Ν. Υ.
-Κι λέω στο αφεντικό μου στο λουστρόμο, γιατί δούλευα έξω μπογιατζής. Του λέω "έτσι κι έτσι, θέλω να φύγουμε". Και με βοήθησε αυτός. Είχε κάμ' στην Αμερική για λίγο και ξαναγύρισε πάλι στην Ελλάδα και μας βοήθησε. Μας πήρε και τους δυο. Άδειους, μόνο με τα ρούχα μας. Γιατί το ιμιγκρέσιο βάζ' ανθρώπους στις σκάλες, παρακολουθούν. Μας έκοψε τα εισιτήρια ο ίδιος και μας οδήγησε: "Μόλις φτάσετε στο τέρμα, θα κατεβείτε και θα πιάστε ένα ταξιτζή να δώστε τη σύσταση".
Και δε μας πήγαινε κανένας εκεί που θέλαμε να πάμε. Στον προορισμό μας. Ήταν πολύ φόβια. Το Μπρόγξ είναι μια από τις χειρότερες περιοχές. Συνοικία. Δεν πήγαινε κανένας. Τελικά είχαμε και μια άλλ' σύσταση, του Δημήτρη του Μανόλη Δάμπλια. Ήταν στο Ιντζέρσι. Του δείξαμε σ' έναν άλλο ταξιτζή τη σύσταση κι λέει: "Ικεί σας πάω". Μας πήρε 30 δολλάρια και μας πήγε εκεί. Ήταν 7 η ώρα πρωί και ο Ηρακλής δούλευε εκεί στο ίδιο μαγαζί (γιος του Νικόλα τ' Πολυχρού). Αυτός μας είδε χαμένους εκεί. Και οι δυο ξάγρυπνοι. Όλ' τη νύχτα δε γκοιμηθήκαμε. Γιατί κάναμε ότι κοιμόμασταν. Γιατί κάθε πολιτεία που παίρναμε το λεωφορείο, ήταν 11 ώρες ταξίδ'. Μιλούσε το λεωφορείο *, μιλάει στάσεις και πάντα που μιλούσε, νομίζαμε μιλάγανε για μας. Κάναμε ότι κοιμόμασταν εμείς, μήπως και μας πιάσουν και μας στείλουν πίσω πάλι. Χαμός! Πώς δε μπάθαμε καρδιακή προσβολή!
-Δήμητρα: Μεγάλη περιπέτεια.
-Ξένα μέργια, τι πιριμέντζ. (Δε γξέρς τι λεν στου χουριό;

“ την ξενιτιά, την αρφανιά,
την πίκρα, την αγάπη,
τα τέσσερα τα ζύγισαν,
βαρύτερα είν’ τα ξένα
   -----------
* με τη φράση "μιλούσε το λεωφορείο" εννοεί ότι γίνονταν αναγγελία στάσεων από μικροφώνου.  

5. Νιου Τζέρσεϊ

-Τελικά πού εγκατασταθήκατε;
Τελικά ικεί στο Ιντζέρσι δεν υπήρχε δουλειά και ο Δημ. Δάμπλιας μας οδήγησε και πάλι στο Μπρόγξ, στη ζούγκλα πάλι, εκεί που δεν μας πήγαινε ο ταξιτζής. Είχε πιο πολλά εστιατόρια εκεί. Και μας πήγαν σ' ένα εστιατόριο. Μας βάλαν σε μια λούμπα (λακκούβα). Δούλευα βράδ'. Μας έδουνι 1 δολλάριο την ώρα. Δούλευα 70 ώρες, 70 δολλάρια. Δηλαδή τίποτα. Σκεφτόμασταν μετά. . . Μας παρασύραν οι πιό παλιοί εκεί. "Κάντε λίγο υπομονή. Να μάθετε πιο πολύ". Αυτοί παίρναν πιο πολλά λεφτά. Δουλεύαν στην κουζίνα.  Εμείς κοιτάγαμε. Δε θέλαν να σε βοηθήσουν να μάθεις. Ό,τ' αρπάξ' μι του μάτ'. Κι απ' τη λούμπα να κοιτάς τι κάνουνε, τι βάζουνε, ν' ακούς να βγάζουνε τα τρόφιμα για να μπεις μπροστά και συ. Αν θες κάτι παραπάνω. Αλλά η εκμετάλλευση * ήταν μεγάλ'. Και . . . δε μπόρεσα ν' αντέξω. Σε 3 μήνες τηλεφώνησα το Τζίμ το Δάμπλια και του λέω:
-Κάτι πρέπει να γίν'. Ή θα πάω πίσω, ή θα' ρθεις να με πάρεις πίσω.
Ήρθε ένα βράδ' εκείνος και με πήρε με το αυτοκίνητο. Μόνο μένα. Απ' την πίσω την πόρτα. Ούτε πληρώθκα, ούτε τίποτα. Κι μ' έφιρι στο Ιντζέρσι πάλι. Κι έμεινα μαζί του. Μέναμε σ' ένα δωμάτιο μαζί. Επί αρκετό καιρό μέχρι που άνοιξε μια θέσ' εκεί στο ίδιο μαγαζί και ήμουνα εκεί βοηθός. Πέντ', έξ χρόνια.
Ταλαιπωρία. Και όλοι συνήθως κάνουν το ίδιο πράμα. Ο Τζίμης έκατσι' κει σ'  ένα μαγαζί, αρκετά χρόνια. Όλα τα χρόνια.
-Δήμητρα: Παρόλ' αυτά εκεί εσύ, επιμονή.
-Επιμονή!
Μετά ήρθε η ηλικία στρατού και μας έφαγε κι αυτή η αγωνία **. Να πάμε να υπηρετήσουμε, σκεφτόμασταν κι άλλα 2 χρόνια στρατό. Και οι άλλοι, οι πιο παλιοί, εκεί σε παρασύρουν. Και που θα πας, θα χάσεις άλλα 2 χρόνια. Κι να σι πω,  όσοι το χάσανε, το μετανοιώσαν. Ήταν λάθος. Κλειστήκαν για 20 χρόνια πίσου. Δε μπορούσι να 'ρθει κανένας. Ακόμα είναι παιδιά εκεί και δε μπορούν να 'ρθουν. Ντ  μπάρμπα Γόλα εδώ (ντ' Γρηγόρ'). δεν έτ' χι να του πετύχ' όταν ήταν ελεύθερο, να το πληρώσ'. Και τώρα δε δίν' παραμονή. Αλλάζ' ο νόμος κάθε μέρα. Και το παιδί ι Αποστόλς τ' Πολυχρού δεν το πέτχι. Κι ι Αντώντζ ***.
-Δήμητρα: Δηλαδή τώρα πόσα χρόνια λείπεις;
Το ' 72 βγήκα εκεί. Από δω έφυγα το '70.
----------
* η «εκμετάλλευση» στα ξένα σε αποκαρδιώνει. Σκέφτεσαι αυτό που λεν στο χωριό «η Αμερική είνι για μερικοί», για λίγους. Ρωτήστε τους ομογενείς «εν τη ξένη» να μάθετε το νόημα της υπομονής.
** σε ξένο χώρο η αγωνία για τις στρατιωτικές σου υποχρεώσεις σου γίνεται ανυπόφορος βραχνάς. Όσοι αποφεύγουν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, πληρώνουν για πολύ χρόνο την αποκαθήλωσή τους σε «ξένο τόπο κι απομακρινό». Απεναντίας όσοι τακτοποιούν τις στρατιωτικές υποχρεώσεις στην Ελλάδα, απαλλάσονται από την αγωνία της μετακίνησης απ΄τη μια χώρα στην άλλη (βλέπε Πουτιό "τς Μαργαρίτας"-Δημήτριο Μήτσιο του Γεωργίου και της Μαργαρίτας).
*** ο Αντώνης ήταν γιος των Διονύση Νικολού και Ουρανίας Κοτσιβού -Μακασή- (αδέρφια: Πελαγία, Γιάννης, Θανάσης, Γραμματούλα, Αθανασία)



2008 στο Νιου Τζέρσεϊ. Διακρίνονται από αριστερά: α) Δήμητρα
και σύζυγος Γιάννης Καλιαμπός, β) οικογένεια Παπαγεωργίου:
Δήμητρα, κόρη, Νάνσυ και Κώστας, γονείς, Γιάννης, γιος.
Μάης μήνας και το τραπέζι στρώθηκε.

                                                 Μάης 2008 στο Μπρόνξ Αμερικής. Διακρίνονται
                                                 από αριστερά: Γάννης Καλιαμπός, Δημ. Μήτσιος,
                                                 Κώστας Παπαγεωργίου.

οι οικογένειες Καλιαμπού και Παπαγεωργίου στο 
γάμο Κρίστιαν και Μαργαρίτας στο Μπρονξ (8.6.2008)


*** ο
------




         

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου