Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ο «Κατσαπλιάς» (3)




ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ: ΑΠΟΔΡΑΣΗ-ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟ

α. απόδραση. Του προυϊ έφυγάμι, πήγαμι απαν στουν Αγιάν’. Ικεί πίσου, κάτ’ π’ του Νιζιρό. Ναι. Ακού’ ένα απόγιμα:
          -Μπρός, φέγουμι, πάμι κα του Γράμμου. Θα φάτι ‘κεί μαρμιλάδις, θα ντυθείτι καλά.
          Ιγώ τι να κάνου. Λέου άλλουν έναν:
          -Φέγουμι;
          -Μ’ πώς θα φύγουμι.
          -Να έτσ’.
          Πάμι ‘κεί παρέκια, καμιά ‘κουσαριά μέτρα ήταν ένας σκοπός:
          -Πίσω, λέ’. Δεν είνι ώρα για νιρό.
          Καμιά διακοσαριά θα ήμασταν.  Σαλαβάτ’, άλλους έλιγι “δε μπουρώ”.  Δε λέου τίπουτα σι κανέναν. Μόλις φτάνου στ’ ραχούλα, αφουρμή να κάνου του νιρό. Ζαρώνου, κανένας δε μι βλέπ’. Του δίνου κάτ’, ίσια κάτ, σ’ τς Μύλ, έφυγα κάτ’ σ’ τς Κουπρισιές, δρόμου σιακάτ’, ούδι φοβούμι ούδ’ απού φίδ’, ούδι ‘που λύκουν, ούδι απού καγκαντίπουτα. Απ’ τ’ σκαντάλ’. Να μι σκουτώσ’. Να μή μπέσου παναθέ. Αυτό φουβούμαν.
          -Ποιον δρόμο ακολούθησες, όταν δραπέτευσες.
       
   -Απ’ Τουν Αγιάν’, κατέφκα κάτ’ στου Νιράκ’, απού ‘κεί ίσια κάτ στου Κάγκιλου, βγήκα όξου σ’ τ’ Σακράφ’ κι σ’ τς Κφάλις. Απού ‘κεί μπήκα ζ’ ντ’ Μπίκα, βρήκα κουρόμπλα κι μήλα κι ντ’ φκιάνου (τη γκλιά κατσιούρ), μαζώνου κι ένα γκόρφου, που λες, κι κατέφκα νύχτα μέσα ικεί στουν ΄Αγιου Νικόλα. Φουβήθκα μη βρω τιπουτα ινέδρις κι φλάγουμαν ικεί. Κατέφκα στα μαντριά, μπήκα μέσα σι μια πατλιά, έκατσα όλ’ νύχτα. Του προυΐ, ξημιρών’ ι ήλιους. Κάθουμι, ψηλών’ ι ήλιους. Μέσ ζ ντ μπατλιά, γιατί ήξιρα ότι φύλαγαν απού κάτ ζ’ ντ Μαζντέκ’ ως του Σκαλί. Φύλαγαν μάυδις, στρατιώτις. Ενέδρα.
          Πάει ένα φόρτουμα ι ήλιους, δε σκώνουμι ιγώ απ’ μπατλιά. Βλέπου έναν, δυο, τρεις, πέντι, δέκα, δικαπέντι νουματοί. Ήταν ψλά στα τσκάργια πέρα στου Λιφτουκαρίτκου. Φύλαγαν τα μουνουπάτχια, να πιράζν τίπουτα αντάρτις για να τς σκουτώζν. Στούσαν κι νάρκις στα μουνουπάτχια. Ιγώ πήγα ‘που μουνουπάτ’ κλειστό. Τζιουμπάνους ήμαν κι ήξιρα. Μόλις πάνου μέσ’ στ’ Λιφτουκαρυά, παραδόθκα. Ικεί δε μι βάρσαν.

ΚΟΙΝΗ: α. απόδραση.Το πρωί αναχωρήσαμε για τον Αγιάννη, που βρίσκεται εκεί πίσω, πιο κάτω από την Καλλιπεύκη. Έξαφνα κάποιο απόγευμα ακούω μια είδηση:
          -Μπρος, φεύγουμε, πάμε για το Γράμμο. Στο Γράμμο θα φάμε μαρμελάδες. Ντυθείτε καλά.
          Εγώ προβληματίστηκα. Τι να κάνω! Απευθύνομαι σε κάποιον άλλο και του λέω:
          -Φεύγουμε
-Μα, πώς θα φύγουμε!.
          -Να, όπως σου τα λέω.
          Πάμε λίγο παραπέρα. Στα είκοσι  περίπου μέτρα φύλαγε ο σκοπός.
          -«Πίσω», μας φωνάζει αυτός. «Δεν είναι ώρα για νερό».
          Ίσως να ήμασταν γύρω στα διακόσια άτομα. Πολύ φασαρία ανάμεσά μας. Άλλος φώναζε «δε μπορώ»! Εγώ τσιμουδιά. Σηκώνομαι, πλησιάζω τη ραχούλα και ήταν αφορμή να κάνω το νερό. Ζαρώνω ήσυχα χωρίς να με πάρει κανείς μυρωδιά. Σαν το δίνω προς τα κάτω, ίσια την κατηφόρα. Φτάνω στους Μύλους, προχωράω προς τα κάτω στις Κοπρισιές. Παίρνω το δρόμο προς τα κάτω. Δε φοβόμουνα ούτε φίδι, ούτε λύκο, ούτε τίποτα. Φοβόμουνα μόνο τη σκανδάλη. Να με δει κανένας αντάρτης, να πατήσει τη σκανδάλη και να με σκοτώσει. Φοβόμουνα μήπως, τυχόν, πέσω πάνω τους.
          -Όταν δραπέτευσες, ποιον δρόμο ακολούθησες;
          -Από τον Αγιάννη, κατέβηκα στο Νεράκι. Από εκεί ίσια κάτω προς το Κάγκελο, βγήκα έξω στη Σακράφη και στη συνέχεια στις Κουφάλες. Από εκεί μπαίνω μέσα στο περιβόλι του Στύλου-Μπίκα, βρίσκω κορόμηλα και μήλα και φτιάχνω την κοιλιά ταράτσα (χόρτασα), μαζεύω και έναν κόρφο, που λες, και νύχτα κατηφορίζω προς τον άγιο Νικόλαο. Φοβήθηκα μήπως πέσω σε καμία ενέδρα. Φυλαγόμουνα πολύ εκεί. Κατέβηκα στα μαντριά, χώνομαι μέσα σε μια πατλιά (θάμνο) κι εκεί κάθισα όλη τη νύχτα. Ησυχάζω εκεί. Το πρωί ο ήλιος ξημέρωσε. Κάθομαι, ανεβαίνει ο ήλιος ψηλά. Εγώ ανάμεσα στους θάμνους, γιατί γνώριζα πως φύλαγαν από την τοποθεσία "Μπασδέκη" μέχρι το Σκαλί της Ζλιάνας. Φύλαγαν μάυδες, στρατιώτες. Εκεί υπήρχε ενέδρα.
          Ανέβηκε ο ήλιος ένα φόρτωμα (αρκετά ψηλά). Εγώ δεν το κουνάω από την πατλιά. Παρατηρώ πέρα ένα, δυο, τρία, πέντε, δέκα, δεκαπέντε άτομα.  Βάδιζαν προς την απέναντι όχθη της Ζλιάνας, στο έδαφος της Λεπτοκαρυάς.  Φυλάγανε τα μονοπάτια, μήπως, ενδεχομένως, περάσουν αντάρτες και  επιτεθούν. Αυτοί βάζανε και νάρκες στα μονοπάτια. Εγώ κινήθηκα από κλειστό μονοπάτι, στενό. Τσομπάνος, άλλωστε ήμουνα και είχα πείρα από αυτά. Μόλις έφτασα στη Λεπτοκαρυά, παραδόθηκα. Το παράδοξο: εκεί δε με δείρανε.

β. ΙΔΙΩΜΑ: ΄Υστιρα μι λέν’:
          -Γιατί έφυγις;
          -Πήγα να μάσου τα γίδια κι μι τσάκουσι  ινέδρα, οι αντάρτις.
Ψέματα είπα, τι να πώ.
          -Ω, ρα, είπαν! "οι αντάρτις". Ω, ρα , τα ζαγάρια! Άμα πάηναμι θα μας βάριναν.
          Απού ‘κεί  μι παίρν στου Λιτόχουρου. Ψείρα κάργα. Μι παίρν απ’ Γκατιρίν κι σ’ Νέα Χαλκηδόνα, που λες.
          -Γιατί;
          -Εμ, να σι ‘ξιτάζν, αρά. Πώς έφυγις, πώς πήγις, πώς έκαμις...Βέβαια. Λεν έναν αντάρτη:
          -Αυτός σ’ ένα μήνα κι έφυγι. Ισύ, ένα χρόνου, πώς δε μπόρισις να φύγς;
          Κι αυτά, που λες, Γιάν’. Κι τιλειώνου.
          -Πόσες μέρες έκατσες στη Χαλκηδόνα.
          -Μιά βδομάδα..
          -Εδώ πάνω στη Στρογγλή;
          -Ιδώ άλλαξάμι δυο τρία γιατάκια. Δε σ’ είπα, όταν πήγαμι στουν Αγιάν’, πέρασι η στρατός έκαψι τς καλύβις, τς χάλασι.
          -Δηλαδή, τι είχαν στη Στρογγλή;
          -Καλύβις, αρά. Νουσουκουμεία. ΄Αρμιγαν του γάλα, το ‘δουναν σ’ τς τραυματιζμέν’. ΄Εκουβαν πρώτα τα στείρα κι ύστιρα τα γαλάργια.

β. ανακρίσεις στο στρατό.         


΄Υστιρα μι λέν’:
          -Γιατί έφυγις;
          -Πήγα να μάσου τα γίδια κι μι τσάκουσι  ινέδρα, οι αντάρτις.
Ψέματα είπα, τι να πώ.
          -Ω, ρα, είπαν! "οι αντάρτις". Ω, ρα , τα ζαγάρια! Άμα πάηναμι θα μας βάριναν.
          Απού ‘κεί  μι παίρν στου Λιτόχουρου. Ψείρα κάργα. Μι παίρν απ’ Γκατιρίν κι σ’ Νέα Χαλκηδόνα, που λες.
          -Γιατί;
          -Εμ, να σι ‘ξιτάζν, αρά. Πώς έφυγις, πώς πήγις, πώς έκαμις...Βέβαια. Λεν έναν αντάρτη:
          -Αυτός σ’ ένα μήνα κι έφυγι. Ισύ, ένα χρόνου, πώς δε μπόρισις να φύγς;
          Κι αυτά, που λες, Γιάν’. Κι τιλειώνου.
          -Πόσες μέρες έκατσες στη Χαλκηδόνα.
          -Μιά βδομάδα..
          -Εδώ πάνω στη Στρογγλή;
          -Ιδώ άλλαξάμι δυο τρία γιατάκια. Δε σ’ είπα, όταν πήγαμι στουν Αγιάν’, πέρασι η στρατός έκαψι τς καλύβις, τς χάλασι.
          -Δηλαδή, τι είχαν στη Στρογγλή;
          -Καλύβις, αρά. Νουσουκουμεία. ΄Αρμιγαν του γάλα, το ‘δουναν σ’ τς τραυματιζμέν’. ΄Εκουβαν πρώτα τα στείρα κι ύστιρα τα γαλάργια.



Στη Λεπτοκαρυά οι αρμόδιοι από το στρατό με ανακρίνουν:
          -Γιατί έφυγες από μας;
          -Πήγα να βρω τα γίδια, να τα συγκεντρώσω. Αλλά έπεσα σε ενέδρα. Με πιάσανε οι αντάρτες.
          Ψέματα τους είπα. Τι να τους πω!
          -Μωρέ, τα ζαγάρια. Αν τους πλησιάζαμε, θα μας χτυπούσαν θα μας καθάριζαν.
          Με παίρνουν από τη Λεπτοκαρυά, με πάνε στο Λιτόχωρο. Ψείρα, ένα σωρό. Μέσω Κατερίνης με πάνε στη Νέα Χαλκηδόνα, που λες.
          -Πόσες μέρες έκατσες στη Χαλκηδόνα;
          -Μια βδομάδα.
           -Στη Στρογκλή τι είχαν οι αντάρτες;
          -Μωρέ, καλύβες, νοσοκομεία, εκεί αρμέγανε τα γίδια, βγάζανε το γάλα, το έδιναν στους τραυματισμένους. Σφάζανε πρώτα τα στείρα γίδια και ύστερα τα γαλάρια. 

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ο «Κατσαπλιάς»


 
ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΖΩΗ ΣΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ

          Στη συνέχεια ο «Κατσαπλιάς» αναπολεί περιπέτειες που διαδραματίστηκαν σε γνωστούς τόπους του Κάτω Ολύμπου στη διάρκεια του Εμφυλίου.

ΙΔΙΩΜΑ: α. το φέρετρο. 

Απού ‘κεί μι παίρν’, τρώμι μιά φασλάδα σ’ ντχιά Γκαλούδα ντ Γραβάνινα. Μέσ’ στου Παντλέμηνου. Ψόφσα απ’ μπείνα. Του προυΐ έρχιτι ι μπάρμπα ‘Πουστόλς ι Γαλάντζ. Λέ’:   «Πιδιά, θα πάτι τώρα πάν».
Κι μας παίρν απού ‘κεί, του προυΐ πάμι απάν στ’ Κατή, βρήκαμι σκουπιές. Μας κατιβάζν στουν Αγιάν’. Μας έβαναν, έσκαβάμι για να παραχών τα κιφάλια, τζ μπζούκις. Απ’ τα γίδια από κουβαν. Μας έβαναν, στουμπούσαμι μπαρούτχια, να φκιάν νάρκις.
          Μια μέρα, ήφιραν άναν αντάρτ’ απ’ Μπούρλια, που σκουτώθκι. Πάμι ιγώ κι άλλ’ τζιουμανοί να βγάλουμι σανίδια να του γκάνουμι                                                                                                                                                                                                                                                                                                     σιντούκ’. Φέρετρο. Ικεί βλέπου του Νιζιρό. «Ωρέ, καλά είμιστι».

β. εκπαίδευση

          Αρχίντζαν μας παίδιβαν (εκπαίδευαν). ΄Εβανι του ένα του «πουλυβόλου «κο κο κο», προυχουρούσι τ’ άλλου «κο κο κο». Φτάνουμι στα είκουσ’ μέτρα: «Αέραααα»!
          Του πήραμι του βουνό. Σ’ τς σκουπιά μας έκαναν μι πραγματικά πυρά. Στ’ σκουπιά:
-Αλτ, τι είσι;
          -Αντάρτς.
          -Προυχώρα.
          ΄Εφτανι στα είκουσ’ μέτρα: «Του παρασύνθημα».
          Μι του «παρασύνθημα», κουλτούμπα ικείνους. «Κρρρρρρρ» μι τ’ αυτόματου. Στ’ Στρουγκλή μας διάβαζαν: «σήμιρα έχουμι διλτίου, τς έχουμι μέσ’ σ’ τς πόλεις, τς έμασάμι κουβάρ’».

γ. κορόμηλα

Μια μέρα ακού’: "΄Ερχιτι στρατός".
Πιριπέτεια τρανή. Ήταν νύχτα κι μας κατιβάζν ιδώ στου Μπεύκου χαμπλά, στα Καβακούλια, (απ’ τ’ Θουμα τ’ Μάν’ τη βρύσ’ πιο πάν’). Ήμασταν καμιά τριανταριά ικεί πέρα. Μας έβαλαν, έφαγάμι ψουμί. ΄Εκατσάμι καναδυο τρεις μέρις.
          -Τώρα, λέει, ποιος ξέρ’ που έχ’ κουρόμπλα, καλές κουρουμπλές σ’ ν’ απαλνή τ’ Σκουτινα;
          -Ιγώ, λέου, ξέρου. ΄Αλλ’ μια μανιά ‘π’ του Νιζιρό, Φώτου ν’ ήλιγαν, Κουκράνινα.
          Μαζεύουμι, που λες, κι πάμι σιαπάν’ κι τς έδουκάμι ούλ’ απού μια καραβάνα κουρόμπλα.
          -Από πού πήρατε κορόμηλα.
          -Απ’ τ’ παπά Βασίλ’ κι απ’ άλλις κουρουμπλές. Κι έφυγάμι σιαπάν.
          -Δε μου λες. Για κορόμηλα πήγες μόνος ή κι άλλοι μαζί;
          -Κι άλλ’, αρά. Καμιά δικαπινταριά άτουμα. Οι αντάρτις μ’ είχαν μι του τφέκ’. Του βράδ’ έψηναν. Κι μας είχαν δυο στου καζάν’ κι δυο στ’ σούβλα. Ψητά, να φαν τριάντα νουματοί. Ικεί μας έβλιπαν πού κατρούσαμι...Λέου:
          -Θά πάνου κι ‘γώ.
          -Δε θα πας, μι λέ’.
          Δε μ’ άφνι ένας Παντλιμουνίτς, δε γξέρου πώς λέγιτι, του γκιαρατά. Γιατί κι ιγώ έψνα λίγου σκώτ’, στ’ σούβλα.

ΚΟΙΝΗ: α. φέρετρο. Με παίρνουν από εκεί. Πρώτα τρώμε μια φασολάδα στη θεία μου την Καλούδα Γραβάνινα. Μέσα στον Παντελεήμονα. Πέθανα από την πείνα. Το πρωί καταφτάνει εκεί ο Αποστόλης ο Γαλάνης. Λέει αυτός: «Παιδιά, πηγαίνετε τώρα εσείς προς τα επάνω».
Μας παίρνουν από 'κεί, το πρωί φτάνουμε στην Κατή. Στην Κατή πέσαμε μπροστά σε σκοπιές. Από την Κατή μας κατεβάζουν στον Αγιάννη. Μας υποχρέωσαν να σκάβουμε λάκκους και να παραχώνουμε τα κεφάλια, κοιλιές. Δηλαδή από τα σφαγμένα γίδια. Μας υποχρέωναν να στουμπίζουμε μπαρούτια για να κατασκευάζουν νάρκες.
          Μια μέρα φέρανε έναν αντάρτη από τους Πόρους, ο οποίος σκοτώθηκε εκεί. Εμείς οι βοσκοί φροντίσαμε να κατασκευάσουμε ξύλινο φέρετρο με σανίδια, που θα τα φέρναμε από άλλο σημείο, φέρετρο. Πέρα αγναντεύω την Καλλιπεύκη. «Μωρέ, καλά είμαστε εδώ», σκέφτηκα.

β. εκπαίδευση

          Αρχίσανε να μας εκπαιδεύουν. Έριχνε το ένα πολυβόλο «κο, κο, κο». Προχωρούσε το άλλο πολυβόλο: «κο, κο, κο». Μόλις φτάσαμε στα είκοσι μέτρα, ακούμε: «Αέραααα»!
          Καταλάβαμε το βουνό. Όταν πλησιάσαμε το σκοπό, έβαλε πραγματικά πυρά. Μαθαίναμε τα της σκοπιάς:
          -Αλτ, τις ει.
          -Αντάρτης.
          -Προχώρησε.
          Πλησίαζε τα είκοσι μέτρα:
          -Το παρασύνθημα.
          Με το «παρασύνθημα» κουλουτούμπα εκείνος. «Κρρρρρ» με το αυτόματο.
 Στη Στρογκλή μας ανακοίνωναν: «Σήμερα έχουμε δελτίο: τους κρατάμε μέσα στις πόλεις, τους φέραμε σε κλοιό, κουβάρι».

γ. κορόμηλα

          Μια μέρα ακούω: «Έρχεται στρατός».
          Μεγάλη περιπέτεια! Ήταν νύχτα και οι αντάρτες μας κατεβάζουν  εδώ στα χαμηλά, στον «Πεύκο», στα Καβακούλια (από τη βρύση του Θωμά Μάνου πιο πάνω). Εκεί πέρα συμμαζευτήκαμε καμιά δεκαπενταριά. Μας ετοίμασαν φαγητό, φάγαμε. Εκεί καθίσαμε γύρω στις 2-3 μέρες.
          -Τώρα, λέει ο αρχηγός, ποιος από σας γνωρίζει τοποθεσία στην άνω Σκοτινα που να υπάρχουν κορόμηλα; καλές κορομηλιές;
          -Εγώ, λέω, ξέρω. Επίσης προθυμοποιήθηκε για κορόμηλα μια γιαγιά από την Καλλιπεύκη. Τη λέγανε Φώτω Κουκράνινα.
          Μαζεύουμε, που λες, κορόμηλα και πάμε πάνω και μοιράζουμε σε όλους από μια καραβάνα τον ένα. Φάγαμε.
          -Από πού πήρατε κορόμηλα;
          -Από του παπά Βασίλη Παπαζιώγα και από άλλες κορομηλιές. Και πήραμε το δρόμο προς τα πάνω.
          -Δε μου λες. Για κορόμηλα πήγες μόνος σου ή και άλλοι μαζί;
          -Μωρέ, και άλλοι μαζί. Ήμασταν καμιά δεκαπενταριά άτομα. Οι αντάρτες καιροφυλαχτούσαν με το ντουφέκι στο χέρι. Το βράδυ ψήνανε. Μας αγγάρεψαν εμάς. Δυο στο καζάνι και δυο στη σούβλα. Ψητά τόσα πολλά, για να φάνε τριάντα άτομα. Μας βλέπανε και τη στιγμή που κατουρούσαμε. Ζήτησα και εγώ:
-Θα πάω κι εγώ για κατούρημα.
-Δε θα πας, μου λέει.
          Δε μου επέτρεψε να πάω για κατούρημα ένας Παντελεημονίτης. Δε θυμάμαι το όνομά του, τον κερατά. Έτυχε κι εγώ να ψήνω στη σούβλα λίγο συκώτι εκείνη την ώρα.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ο «Κατσαπλιάς»


 
 
                                                                 1930-2017
 
Αθανάσιος Α. Μήτσιος στον Εμφύλιο

          Έρχονται στιγμές που η μνήμη ξαναγράφει ιστορία. «Κατσαπλιά» λέμε στη Σκοτίνα τον Θανάση Μήτσιο επειδή κρατήθηκε ως όμηρος από τους αντάρτες του Εμφυλίου. Κι αυτός άκουγε την προσωνυμία περιχαρής. Επίμονα μου έλεγε: «Γιαννάκη (έτσι με αποκαλούσε) να με λες «Κατσαπλιά».
Στην επίμαχη περίοδο η ποιμενική του ζωή σκόνταφτε σε δυο μέτωπα: α) τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος (Δ.Σ.Ε), δηλαδή τους αντάρτες και β) τον Εθνικό Στρατό, δηλαδή τους Έλληνες στρατιώτες. 
Ύστερα από μισό αιώνα, συγκεκριμένα στις 17 Μαρτίου του 2001 τον συναντώ να βοσκάει τις κατσίκες (όχι κοπάδι) στον ελαιώνα του Καλιαμπού στη «Βασίλα» Σκοτίνας. Τον πλησιάζω κρατώντας στο χέρι μου το εργαλείο-κασετόφωνο. Η κουβέντα στρέφεται σε γνωστά και άγνωστα περιστατικά του Εμφυλίου. Από τα πολλά που μου είπε θα επιδιώξω να τα συμμαζέψω στις παρακάτω (4) ενότητες.

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ: ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΑΠΟ ΣΤΡΑΤΟ ΚΑΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ

ΙΔΙΩΜΑ: σύ λέγεσαι Αθανάσιος Μήτσιος του Αθανασίου. Γιατί του Αθανασίου;
          -Ιμένα μι’ άφσι στη γκλιά ι πατέραζ μ’. Πέθανι ι πατέραζ μ’ κι μ’ είπαν Νάσιου, στου μπατέρα μ’.
          -Λοιπόν, ποια είναι η ιστορία σου στον Εμφύλιο;
Ήμασταν τέσσιροι τζιουμπανοί. Τρεις απ’ τ’ Λιφτουκαρυά. Τουν έναν τουν ήλιγαν Γιώργο κι τουν άλλουν τουν ήλιγαν Χρήστου. Είχαμι πεντακόσια κιφάλια γίδια. Του ’49 τουν Ιούλιο τα στάλζαμι στου Γκάναλου.
          Νειρεύβιτι ένας τζιουμπάνους τάχα κατέβασι ι λάκκους  νιρό, θουλό νιρό κι μας έμασι τα γίδια.
          Τα σκώνουμι τα γίδια ‘π’ του στάλου, τα κάνουμι σιαπάν’, κα του χουργιό, τ’ Λιφτουκαργιά. Ιδώ απαγουρεύουνταν να τα φέρουμι. Φτάν οι αντάρτις, έμασαν διακόσια κιφάλια γίδια ‘π’ τα Γκαλιαμπάτκα. Τα μαζεύν κι τα παν ικεί ζ’ ντ Γιάν’ ντ Γκριμούρα του ιλιουτριβείου. Έφυγα απ’ ντ Γιάν’ ντ Γκριμούρα, απ’ τς Κιρασιάς τ’ αυλάκ’, σ’ τ’ Κουμουρτζή. Φέγου ‘γώ πάνου σ’ τς μάυδις. Τζ βρήκα ‘κεί ζ ντ’ Μαζντέκ’, ζ ντ Ζλιάνα. Μάυδις (ΜΑΥ=Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου) κι στρατός μαζί. Λέ’: "Γιατί τα πήγιτι τα γίδια στ’ απαγουρημένου"; Αρχινούν  ιμένα μια παταριά, ι ένας κλουτσιά. Του σκάζου, φέγου. «Πάνου σ’ τς αντάρτις, λέου, μήπους μι γυρίσν ιμένα τα γίδια».                   
Στου Παντιλέμηνου, στ’ απαλνό του χουριό βρίσκου έναν Κώτα απ’του Λιτόχουρου. Τα γίδια τα 'φιβγαν απάν για τ’ Κατή. Πήγα κι τουν βρήκα ικεί, μπαλώνουνταν, απόξου, σι  μια βρύσ’. «Αρά, μας έβγαλις τη Μπαναγία. Είπαμι να μην πήγις κα τς μάυδις», είπαν αυτοί. «Πχοι μάυδις, αρά».        
Τς είπα ψέματα. Θα είχαν μείν’ ακόμα τριακόσια κιφάλια γίδια. «Αρά δε μπόρισέτι να πάρτι κι τ’ άλλα να τα φαν οι λύκ’».
          Κι σκώνιτι, Γιάν’, κι παίρ’ τ’ αυτόματου: «Θα σι δώσου μια, μι λέ’, κι δε θα σι κλάψ’ η μάνα σ’».

ΚΟΙΝΗ: Θανάση,εσύ λέγεσαι Αθανάσιος Μήτσιος του Αθανασίου. Γιατί του Αθανασίου;
Πεθαίνοντας ο πατέρας μου, εγώ ήμουνα στην κοιλιά της μάνας μου. Γι’ αυτό και με βάφτισαν Θανάση, μου δώσανε το όνομα του πατέρα.
-Λοιπόν; Πες μου την ιστορία σου. Αυτά που πέρασες στον Εμφύλιο.
Ήμασταν τέσσερις τσοπάνηδες, από τους οποίους οι τρεις κατάγονταν από τη Λεπτοκαρυά. (Από τους τρεις) τον ένα τον λέγανε Γιώργο και τον άλλο Χρήστο. Βοσκούσαμε πεντακόσια γίδια. Τον Ιούλιο του ’49 τα σταλίζαμε στην τοποθεσία «Κάναλος»  (όπου υπάρχουν πανύψηλα πλατάνια).
Ένας βοσκός βλέπει όνειρο ότι τάχα πλημμύρισε ο λάκκος, κατέβασε θολό νερό και πήρε σβάρνα τα γίδια.
Ξεσηκώνουμε τα γίδα από το στάλο, τα αναγκάζουμε να τραβήξουν προς τα πάνω, προς το χωριό, τη Λεπτοκαρυά. Στα μέρη μας απαγορεύονταν η βοσκή. Καταφτάνουν οι αντάρτες, μαζεύουνε διακόσια γίδια από την περιοχή «Καλιαμπάτικα». Τα πάνε στο σημείο όπου σήμερα υπάρχει το ελαιοτριβείο του Γιάννη Γκριμούρα. Φεύγω από το κτήμα του Γιάννη Γκριμούρα, περνάω το αυλάκι της Κερασιάς και έρχομαι στα μέρη του Κουμουρτζή. Μια και δυο στους μάυδες (ΜΑΥ=Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου).  Τους συνάντησα εκεί στου Μπασδέκη, στη Ζλιάνα. Με παρατηρούν: «Γιατί πήγατε τα γίδια στο απαγορευμένο μέρος»; Κι αρχίζουν να με δέρνουν. Ο ένας μου δίνει μια σφαλιάρα, ο άλλος κλωτσιά. Εγώ δεν άντεξα. Το σκάζω, φεύγω. Τους λέω: «Πάω στους αντάρτες, μήπως μου επιστρέψουνε τα γίδια».

Φεύγω, τρέχω. Στον Παντελεήμονα συναντώ κάποιον Κώτα, από το Λιτόχωρο. Εντωμεταξύ, τα γίδια τα φέρανε στην Κατή. Τον συνάντησα να μπαλώνει τα ρούχα εκεί κοντά στη βρύση. Μου λέει: «Πού χάθηκες, μωρέ; Μας έβγαλες την Παναγία. Μήπως πήγες με τους μάυδες, είπαν αυτοί. «Μωρέ για ποιους μάυδες μιλάτε»;
Τους είπα ψέματα. Θα είχαν απομείνει ακόμα τριακόσια γίδια. Τους λέω: «Μωρέ. δεν παίρνατε και τα υπόλοιπα γίδια να τα φάνε όλα οι λύκοι»;
          Και σηκώνεται, Γιάννη, αρπάζει το αυτόματο: «Θα σου δώσω μια και δεν θα σε κλάψει η μάνα σου».

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

ΠΟΛΕΜΟΣ: Σμύρνη



Αφήγηση: Φωτεινή Καζάκου

Στις 16 Φεβρουαρίου του 2015 συναντώ στη Θέρμη Θεσσαλονίκης την Μικρασιάτισσα κ. Φωτεινή Καζάκου. Την παρακαλώ να μου περιγράψει μερικές ενθυμήσεις των γονέων της από τα θλιβερά γεγονότα της Σμύρνης του 1922. Επιθυμούσα να έχω μια γενική αναφορά για τον Μικρασιάτη πρόσφυγα από πρώτο ειδικό χέρι. Εκείνη μετά χαράς αποφαίνεται:
  
Α. ΓΕΝΙΚΑ.

Το ’22 ήρθαν οι γονείς μου εδώ και άλλα τρία παιδιά. Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου ήταν νιόπαντροι. Η μαμά μου ήταν έγκυος 6 μηνών στη  Σμύρνη. Η μαμά μου γεννήθηκε στις Φώκιες. Ο μπαμπάς μου μέσα από τη Σμύρνη, από τον Άγιο Νικόλαο στο κέντρο της Σμύρνης. Ήταν μηχανικός σε ένα μεγάλο εργοστάσιο, Ρεζί, πρώτος μηχανικός και ζούσε με τη μαμά του. Πέθαναν εδώ 74 και 68 χρονών αντιστοίχως.

1. απελευθέρωση της Σμύρνης. Ήταν το 1919. Ένα παιδί, έφηβος, ο Μεγαλοοικονόμου, λέει: «Είδα μια περίεργη κίνηση. Όταν έφτασαν κοντά, είδα χιλιάδες κόσμου στους δρόμους και τα μπαλκόνια κι ο καθένας κρατούσε από μια σημαία και έψαλαν το «Τη Υπερμάχω…». Και είπα «πώς βρέθηκαν τόσες σημαίες, χιλιάδες σημαίες». Είχε απελευθερωθεί από τους Τούρκους η Σμύρνη. Είχαν παραδώσει ορισμένα νησιά και μαζί και τη Σμύρνη, η οποία ήταν κατεχόμενη πολλά χρόνια από τους Τούρκους.

2. Καταστροφή της Σμύρνης. Ε, δεν πρόφτασαν να περάσουν δυο χρόνια, να χαρούν την ελευθερία τους. Πάλι ένα πρωί ξεκινάνε και βλέπουν μια περίεργη κίνηση. Τι είναι, τι είναι, τι είναι, είχαν εισβάλει οι Τούρκοι να ξαναπάρουν τη Σμύρνη. Μπροστά προηγείτο το ιππικό, το 10 ιππικό των Τούρκων. 284 ήτανε οι ιππείς και πίσω χιλιάδες Τούρκων, τσέτες, ιππικό. Χιλιάδες στρατιώτες Τούρκοι με
άριστο εξοπλισμό. Εισέβαλαν από πέντε μέτωπα. Το πρώτο ήταν στο συνοικισμό των Αρμενίων. Με φωτιά και τα πέντε μέτωπα, λεηλασίες, βιασμούς, σφαγή μεγάλη. Ειδικά στον συνοικισμό των Αρμενίων. Γενοκτονία μπορεί να την πει κανείς. Και πολλούς αιχμαλώτους. Αλλά έσφαξαν και πάρα πολλούς.
          Άρχισε να πλησιάζει η φωτιά. Οπότε κατάλαβε ο κόσμος ότι κινδυνεύει και όσοι μπορέσανε  και σώθηκαν από αυτό, έτρεχαν στο λιμάνι, γιατί ήρθαν πλοία από την Πόλη, γαλλικά, αγγλικά και το δικό μας Αβέρωφ. Ήρθαν στο λιμάνι και έπαιρναν κόσμο, πληθυσμό.
          -Ο πατέρας σου τι έγινε;
          Ο πατέρας μου δεν πρόφτασε να μπει, γιατί μπλόκαραν οι τσέτες, το ιππικό και πίσω χιλιάδες οι Τούρκοι και άρπαζαν τους άντρες. Και τους έβαλαν στη σειρά και τους τράβηξαν στα βάθη της Μ. Ασίας. Αλλά πρώτα θα τελειώσω της μητέρας μου την ιστορία.

Β. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ.     


Η μαμά μου μόλις είδε ότι κινδυνεύει από τη φωτιά που πλησίαζε το σπίτι το ωραίο, το καινούργιο που είχαν κάνει νιόπαντροι, πήρε την πεθερά της με το ένα χέρι και με το άλλο χέρι πήρε ένα κιλίμι για να το στρώνει να κοιμούνται, μια Εικόνα την οποία είχα εγώ. Μεγάλο κειμήλιο. Η Εικόνα ήρθε από τη Σμύρνη αγκαλιά στο χέρι της μανούλας και με το ασήμι. Μεγάλης αξίας. Και κατόρθωσαν και μπήκαν σε ένα πλοίο (η Εικόνα είναι του Αγίου Νικολάου). Το πλοίο άραξε στην Πάτρα. Γυρίζει πίσω το πλοίο και έπαιρνε άλλους πρόσφυγες.
          Η μαμά μου τώρα βρέθηκε στην Πάτρα, έθαψε την πεθερά της και έμεινε ξένη μέσα στους ξένους. Δε γνώριζε κανέναν. Έψαχνε όμως. Έψαχνε όποιον έβρισκε πατριώτη. Έψαχνε να βρει τους συγγενείς, τον πατέρα μου.   Η μαμά ήταν η μεγαλύτερη από εφτά αδέρφια. Για να μην πουν «ποιος ξέρει πού γυρίζει», έψαχνε να βρει την αδερφή της πεθεράς της, την Παράσχω με τον Νικολάκη τον άντρα της. Ρωτούσε: «Πατριώτη, μήπως είδες τον Νικολάκη και την Παράσχω»; Κάποιος λέει: «τους είδα, είναι στη Θεσσαλονίκη στον Πλάτανο, στην οδό Ναυαρίνου, σε ένα σχολείο».
          Ξέχασα να σου πω, κ. Γιάννη, ότι είχε πολύτιμα χρυσαφικά. Τα έβαλε σε ένα ζωνάρι και τα λεφτά τους, τις παγκανότες (λίρες τουρκίας). Και ξεκίνησε κι έρχεται στη Θεσσαλονίκη και πάει εκεί στη Ναυαρίνου, στο σχολείο και βρίσκει τη γιαγιά την Παράσχω με τον Νικολάκη. Της δίνουν ένα δωμάτιο, μένει εκεί και γεννιέται η αδερφή μου σε τρεις μήνες. Η μεγάλη η Ηρώ.

Γ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ.

Μαζί με άλλους αιχμαλώτους προχωρούνε στα βάθη της Μ. Ασίας. Για πού,κανένας δεν ήξερε. Όταν προχώρησαν κάμποσο βαθιά, συνάντησαν έναν αλευρόμυλο. Μεγάλο αλευρόμυλο. Βγαίνει ο Τούρκος στην πόρτα και φωνάζει: «βρε σεις, γκιαούρ, είναι κανένας μηχανικός εδώ σε σας»; «Ο Δημητρός, ο Δημητρός», φώναξαν οι άλλοι αιχμάλωτοι.
Δημητρός ήταν ο πατέρας μου. και τον παίρνει ο μυλωνάς και ο μπαμπάς μου διορθώνει τον μύλο. Και ο μυλωνάς δεν τον άφησε να φύγει με τους αιχμαλώτους. Έμεινε εκεί 2 χρόνια.
Το ’24 έγινε η ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Δηλαδή δώσανε Τούρκους, πήραν Έλληνες. Είχε την τύχη ο μπαμπάς μου να γραφτεί στον κατάλογο της ανταλλαγής. Οπότε ο μυλωνάς δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά από τον νόμο και αναγκάστηκε να τον παραδώσει στις Αρχές.
Τον έβαλαν σε ένα πλοίο και το πλοίο αράζει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Μόλις έβλεπαν πλοίο οι εργάτες του λιμανιού έτρεχαν μήπως δουν κανένα πατριώτη. Κάποια στιγμή ένας από κάτω φωνάζει «Δημητρό». Δε γνωριζότανε, γιατί ήταν ρακένδυτος, ήταν με γένια, βρόμικος, με ψείρες, αγνώριστος. Τον γνώρισε κάποιος από τα μάτια. Μόλις φωνάζει από πάνω «Δημητρό», φωνάζει ο μπαμπάς μου «Χαρίδημε!».
Πρώτος του ξάδερφος, δούλευε στο λιμάνι: «Δημητρό, μη στενοχωριέσαι, η Κατίνα είναι μαζί μας. Έχεις μια κόρη 2 χρονών».

Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ.

Ήταν πολύ τυχερός. Τους παίρνουν και τους πάνε στο Καραμπουρνάκι. Εκεί
τους καθάρισαν από γένια, ψείρες κλπ. Τους έδωκαν καθαρά ρούχα. Λέει: «με παρέλαβε η μάνα Ελλάδα».
Στα πόδια του είχε τσουβάλια με σκοινιά δεμένα. Δεν είχανε παπούτσια.
-Τι τσουβάλια;
-Όταν ήταν αιχμάλωτος, χάλασαν τα παπούτσια και τους δώσανε τσουβάλια με σκοινιά για να μην πληγωθούν τα πόδια. Μ’ αυτά ήρθε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Μετά από κει, καθαρός, ωραίος, πλυμένος, παίρνει δρόμο και πάει και βρίσκει τη μαμά μου. Στην πλατεία Ναυαρίνου. Την παίρνει από κει και πηγαίνουν στην οδό Αρμενοπούλου. Νοικιάζει ένα σπίτι-παράγκα. Εκεί γεννήθηκαν άλλα τρία παιδιά: Μετά την Ηρώ ήτανε ο Νίκος, μετά ο Γιάννης. Μετά το Γιάννη ήμουνα εγώ. Έλεγαν «το μωρό της οικογενείας».
Ο μπαμπάς μου, άνοιξε ένα μαγαζάκι στην Αγία Σοφία, στην πλατεία Όθωνος, οδός Αργυρίου 3. Οι γονείς της γιαγιάς μου αράξανε στην Κρήτη με το πλοίο Αλμπάν. Όταν έγινε το μαγαζί στην πλατεία Όθωνος εγώ ήμουνα 4 χρόνων.
-Πώς μεγάλωσες;
-Απέναντι από την Αρμενοπούλου ήτανε ένα σχολείο. Ο διευθυντής λεγότανε  Μεγαλόπουλος. Λέει: Πάρτε μια τσάντα (για να μην κλαίει το παιδί).
Κι από ένα παντελόνι του μπαμπά μου, αυτό το μπατζάκι με ένα λουράκι τα ‘κανα τσάντα. Έβαλα και μια πλάκα μέσα με το κοντύλι και πήγαινα σχολείο.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ



Οικογενειακή φωτογραφία. 

Διακρίνονται (από αριστερά)
Δημητρός, πατέρας
Κατίνα, μητέρα
Παιδιά: Γιάννης, Φωτεινή, Νικολάκης, Ηρώ.








Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2019

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Δημοτικό σχολείο Σκοτίνας


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1976-77

          Για να ευοδωθεί το έργο του δασκάλου είναι ανάγκη να συντρέχουν μερικές απαραίτητες προϋποθέσεις. Οι πιο σπουδαίες είναι: α) μεράκι στη δουλειά και β) αγάπη στα παιδιά.
         
          Ο αείμνηστος δάσκαλος Νίκος Δάμπλιας (1944-2010) ήταν προικισμένος μ’ αυτές τις αρετές. Αυτό φαίνεται από εφημερίδα των μαθητών του στο  δημοτικό Σχολείο Σκοτίνας. Η εφημερίδα φέρει τον τίτλο «Μαθητική φωνή του δημοτικού σχολείου Σκοτίνας». Στη Χριστουγεννιάτικη περίοδο 1976-77 οι μαθητές του σχολείου, σε συνεργασία με τους δασκάλους τους, παρουσίασαν δραστηριότητες, που αφορούν έθιμα και ενδιαφέροντα θέματα του χωριού. Ενδεικτικά παραθέτω σε φωτοτυπία μερικές τέτοιες αθώες ενέργειες των παιδιών.  
         



                                                ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΜΑΘΗΤΩΝ

Α. Γεωργουλά Ουρανία

 

 Β. Μητσιάνης Θωμάς (του Νικολάου)

 

ΣΧΟΛΕΙΟ


 

η Βαγγελιώ

    Η σύζυγος του Νίκου, Βαγγελιώ Δάμπλια, το γένος Παπαγεωργίου,  στις 11 Σεπτεμβρίου 1917 μου δίνει σχετική συνέντευξη. Στο ερώτημά μου «Πώς τα προλάβαινε όλα ο Νίκος», μου εκμυστηρεύεται:
-«Όλες τις δουλειές τις έκανε εκτός μαθήματος. Άφηνε τα παιδιά εδώ και το βράδυ πήγαινε σχολείο. Ερχόταν να φάει και πάλι έφευγε. Κατέβαινε με τα πόδια. Ήταν στενάχωρος. Ήθελε να δουλέψει. Δεν ήθελε να πάει στο καφενείο. Όταν έγινε διευθυντής δούλευε πάρα πολύ».