Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

ΠΟΛΕΜΟΣ: Αλβανικό Μέτωπο

                                                ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ "ΔΙΑ ΒΙΟΥ"


                   

Ο Θωμάς Μητσιάνης-Πολυχρός του Νικολάου γεννήθηκε το έτος 1912 στη Σκοτίνα Πιερίας. Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε στον στρατό, (στρατιώτης «δια βίου»). Η στρατιωτική του πορεία ήταν συνεχής και επίπονη. Την περιγράφει στη συνέντευξη που μου δόθηκε στις 2 Αυγούστου 1996:  

-Πότε πήγες στρατιώτης.

-Το 1933. Κι μιτά μι πήραν στα 21. Κι μέχρι ν’ Αλβανία πήρα εξ απουλυτήρια. ‘Εξ φουρές πήγα στρατιώτς. Σ’ ν’ Αλβανία μι πήγαν απ’ τη Βέροια μι αυτουκίνητα ώς του Αμύντιου. Κι απού κει μι τα πόδια. (Το 1933. Ύστερα επιστρατεύτηκα στα 21. Μέχρι τον καιρό που με κάλεσαν για την Αλβανία, είχα πάρει έξι απολυτήρια. Έξι φορές πήγα στρατιώτης. Στην Αλβανία πήγαμε από τη Βέροια. Μέχρι το Αμύνταιο με αυτοκίνητο και από ‘κει με τα πόδια).

-Στην Αλβανία είχες πατριώτες, συγχωριανούς μας;

-Του Θανάσ’ του Γιρμπχαλό, αξιουματικό, του γκαθηγητή. Είχα του Θανάσ’ τουν Αγγέλ’, του Θουμά του Μπινακά, του Μήτσιου του Γκάρα. (Είχα τον Θανάση Γερομιχαλό, αξιωματικό, τον καθηγητή. Είχα τον Θανάση Αγγέλη, τον Θωμά Πινακά, τον Μήτσιο Γκάρα).

-Θυμάσαι κανένα περιστατικό στις μάχες της Αλβανίας;

-Μια φουρά έκανι λάθους μπρουστά του πιζικό, -ήταν ουμίχλ’ μι του χιόν’ -κι η διμοιρία, η διλουχία πχιάσκαν ιχμάλουτ’. Οι μσοί πχιάσκαν ιχμάλουτ’ κι οι μσοί ’πισθουχώρσαν. Στου χουργιό Ζιρέτσ’. Ιμείς μι τα πυρουβόλα κράτσαμι άμυνα, ώσπου ήρθι ινίσχυσ’ άλλου τάγμα πιζικό. Οι


ιταλοί δε μπόρσαν να σπάζν,  να προυχουρέζν. Όταν ήρθαν οι Γιρμανοί η θκή μας η πυρουβουλαρχία δεν είχι ’πισθουχουρέσ’. Κι ταίριασι, οι Γιρμανοί ήρθαν μέχρι του Μέτσουβου απάν’. Ικεί στου Μέτσουβου έπχιασαν μάχ’ κι μας είπι ι Φιλιππίδης να πάμι για Μπρέβιζα. Ιγώ έφυγα ‘π’ Μπαραμυθιά, πήγα στα Γιάννινα κι απ’ τα Γιάννινα ήρθαμι’ δω σ’ ν’ Αλασσόνα κι κατέφκαμι ιδώ μι τα πουδάργια.
(Μια φορά το πεζικό, που προπορεύονταν, έκανε ένα λάθος. Επικρατούσε ομίχλη και χιόνι. Η διμοιρία, η διλοχία πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Οι μισοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οι μισοί οπισθοχώρησαν. Αυτό έγινε στο χωριό Ζιρέτσι. Εμείς με τα πολυβόλα κρατήσαμε άμυνα, ώσπου έφτασε ενίσχυση. Ήρθε άλλο τάγμα, πεζικό. Οι ιταλοί δεν τα κατάφεραν να σπάσουν, να προχωρήσουν. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, η δική μας πυροβολαρχία δεν είχε οπισθοχωρήσει. Και έτυχε, οι Γερμανοί να ‘ρθουν μέχρι πάνω στο Μέτσοβο. Εκεί στο Μέτσοβο πιαστήκαμε σε μάχη και ο Φιλιππίδης μας διέταξε να τραβήξουμε προς την Πρέβεζα. Εγώ έφυγα από την Παραμυθιά προς τα Γιάννενα και από τα Γιάννενα ήρθαμε εδώ στην Ελασσόνα και από την Ελασσόνα κατεβήκαμε εδώ με τα πόδια).

-Ποιος σας είπε στην Πρέβεζα «να φύγετε και να πάτε σπίτι σας».

-Ι λουχαγός ι Φιλιππίδης. Απ’ ν’  Αλασσόνα ήρθα ζ’ Γκαργιά, απ’ Γκαργιά ζ’ ζ’ Μπουλιάνα, Γκαλλιπεύκ’ κι απ’ Γκαλλιπεύκ’ ιδώ. Στου σπίτ’ μι πιρίμινι ι πατέραζ μ’ κι η μάνα μ’. Η γναίκα μ’ κι δυο μικρά.  Είχα τ’ Χρυσούλα κι του Νικόλα. (Ο λοχαγός Φιλιππίδης. Μέσω Ελασσόνας έφτασα στην Καρυά, από Καρυά στην ίΠολιάνα, Καλλιπεύκη κι από την Καλλιπεύκη εδώ. Στο σπίτι με περίμεναν πατέρας, μάνα, γυναίκα και παιδιά (Χρυσούλα και Νικόλας).

 

Γλυκερία, σύζυγος του Θωμά Μητσιάνη. Ανυπόμονα 

περιμένει τον τελειωμό του πολέμου. Καρτερεί 

τον άντρα και πατέρα των παιδιών της.

 

 

----------

Ανάμνησή μου):  Τις παραμονές του 1940 ήμουνα παιδί 5 ετών. Στην 

επίταξη ζώων θυμάμαι το μουλάρι. Πριν φύγει για Αλβανία από την αυλή 

του Καλιαμπού (Άνω Σκοτίνα), το πλησιάζω και χαϊδεύω την ουρά. 

Εκείνο άρεσε την χειρονομία μου. Αρχίζει να με γλύφει κουνώντας 

την ουρά. Αποχαιρετώντας με,  "τραβάει" για το Μέτωπο.

 

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

 

ΙΣΤΟΡΙΑ: ΕΟΤ  Σκοτίνας

 

ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ

 


Το 1970 έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση των παραλιακών κτημάτων Σκοτίνας. Οι ιδιοκτήτες των κτημάτων ενήργησαν για την χρηματική αποζημίωση από τον ΕΟΤ (Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού). Από συνεντεύξεις συμπατριωτών μαθαίνουμε την έναρξη και εξέλιξη του ΕΟΤ και Κάμπινγκ Σκοτίνας.

          Για πειστική ενημέρωση παραθέτω συνέντευξη του τότε προέδρου Σκοτίνας  Γιάννη Τσινιάνη (1925-2018), του γνωστού με το παρώνυμο «Πασιάς». Η συνέντευξη έγινε στις 6 Σεπτέμβρη 2012 στο σπίτι του (συνοικία «Φέσα»).

 

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ:  Έγινα πρόεδρος το 1966. Ιγώ υπόγραψα για να πληρουθούν απ’ τα χουράφια ι κόζμους. Του 1970-72. Υπόγραψα στο δικηγορικό σύλλογο. Ήταν αρκετοί δικηγόρ’. Χρήστος Παπαδόπουλος, Καζαντζίδης Λαυρέντης, πρόεδρος του συλλόγου. Μι ήφιραν τα χαρτιά, όλα τα πιστοποιητικά. Δε ντα ‘χαν καλά. Κι ήρθι ι δικηγορικός σύλλογος απόξου, στο Κοτσέκ’.   Κι ήταν δυο κούτις, 6- 7 δικηγόρ’.

Λέου, «θα τα μελετήσω, θα τα υπογράψω κι θα τα πάρτι». Ήταν κι ι Σκλιουπίδης.

Αφού τς είπαν ότι εγώ τα έχου έτοιμα, διατάζν τουν ένα απού ‘ταν ο πιο


μικρός απ’ αφνούς, το Χρήστο Παπαδόπουλο. Ανακατέφκαν αυτοί.
 Τς λέου: «Ήμαν μικρός κι άκουσα έναν παππού μια βουλά ότι τ’ μούντζα να προυσέξ πού ντ βάντζ».

Τα πήγαν σ’ ν’ Αθήνα. Αλλά σ’ ν’ Αθήνα πήγα ιγώ κι τα πήρα. Αλλιώς δε μπουρούσαν να πάρν τα λιφτά. Πήγα μι του μπρόιδρου του δικηγορικού συλλόγου Καζαντζίδη. Μι παίρ’ τηλέφουνου κι μι λέ’: «Ετοιμάσ’ για ν’ Αθήνα. Τα λιφτά, αύριου, ν’ άλλ’ μέρα χάνουντι». Ήρθι τ’ απόγιμα κι έφυγάμι μι μια κούρσα. Πάμι σ’ ν’ Αθήνα. Λέ’ αυτός: «Ήφιράμι τα χαρτιά για τ’ Μακιδουνία, τη Σκουτίνα».

Λέει: «αυτός, ποιος είνι»; «Είνι ι πρόιδρους, πααίν’ στουν υπουργό». Μι πρόλαβαν κάτου:

«Πρόεδρε έλα».


Κι έκανάμι τα χαρτιά. Κι
πήραν ι κόζμους τς παράδις.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Εκλέχτηκα πρόεδρος το 1966. Εγώ υπέγραψα για την αποζημίωση χωραφιών συμπατριωτών μας. Ήταν περίοδος 1970-72. Υπέγραψα ενώπιον του δικηγορικού συλλόγου. Παρουσιάστηκαν αρκετοί δικηγόροι, όπως ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ο Λαυρέντης Καζαντζίδης, πρόεδρος του συλλόγου. Μου παρουσίασαν όλα τα χαρτιά, πιστοποιητικά. Κατάλαβα πως δεν ήταν καλά διατυπωμένα. Ο δικηγορικός σύλλογος εμφανίζεται έξω από τα γραφεία της Κοινότητας, στην πλατεία «Κοτσέκι». τα χαρτιά ήταν συγκεντρωμένα σε δυο κουτιά, παρουσία 6-7 δικηγόρων.   

Τους λέω: «Θα τα μελετήσω καλά και αφού τα υπογράψω, τότε θα σας τα δώσω». Παρών ήταν και ο δικηγόρος Σκλιοπίδης.

Αφού κατάλαβαν ότι έχω έτοιμα τα χαρτιά, δώσανε εντολή στον νεότερο δικηγόρο Χρήστο Παπαδόπουλο να φροντίσει τη διαδικασία πληρωμής. Μεταξύ τους υπήρχαν διαφωνίες. Τους λέω κάτι που θυμήθηκα: «Βρισκόμουνα σε μικρή ηλικία και άκουσα κάποιον παππού να λέει: «να προσέχεις πολύ πού σκοπεύεις να βάλεις την υπογραφή».

Πήραν τα χαρτιά και πήγανε στην Αθήνα. Αλλά εγώ παρακολουθούσα από κοντά την υπόθεση. Κατέβηκα στην Αθήνα και τα παρέλαβα εγώ. Σκέφτηκα τον κόσμο, που, χωρίς τη δικιά μου παρουσία, δεν θα έπαιρνε τα χρήματα. Μάλιστα φρόντισα και πήγα στην Αθήνα μαζί με τον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου Καζαντζίδη. Μου τηλεφώνησε: «Ετοιμάσου για την Αθήνα. Τα λεφτά όσο περνάνε οι μέρες θα ξεχαστούν». Κατέφτασε ο άνθρωπος το απόγευμα και ξεκινάμε με το ΙΧ. Φτάνουμε στην Αθήνα, πάμε στην αρμόδια υπηρεσία και τους λέει: «Ερχόμαστε από την Μακεδονία και σας φέραμε τα χαρτιά της Σκοτίνας».

Κάποιος υπάλληλος λέει στον δικηγόρο: «Ποιος είναι αυτός που σε συνοδεύει»; «Είναι ο πρόεδρος της Σκοτίνας και ζητάει τον υπουργό».

          Μόλις που με προλάβανε:

«Πρόεδρε περάστε στο γραφείο». 

Έτσι, όλα λάβανε τέλος. Ετοιμάσαμε όλα τα δικαιολογητικά. Και…ο κόσμος πήραν τα λεφτά.