Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: ένας παπάς



Ένας παπάς στον Εμφύλιο
         
Τον Απρίλη του 1945 ο Απόστολος Καλιαμπός του Ιωάννη χειροτονήθηκε ιερέας (στις 7 διάκος, στις 8 παπάς) από τον αείμνηστο δεσπότη Κωνσταντίνο Κοϊδάκη. Τοποθετήθηκε στη Μόρνα Πιερίας, χωριό ανταρτοκρατούμενο, απόμακρο, σκαρφαλωμένο στην πετρώδη πλαγιά. Οι χωριανοί του απρόσιτου αυτού χωριού σφιχταγκάλιασαν τον παπά. Κι ο παπάς προσφέρθηκε ολόψυχα στην  διαποίμανση των πιστών.  
Ο ίδιος ιερέας μου δίνει συνέντευξη το 1979. Εξιστορεί τη δράση του στον Εμφύλιο. Η αφήγησή του  σημειώνεται με έντονη γραφή.

Α. ΝΗΤΡΟΠΟΛΗ

          Για σιγουριά η εκκλησιαστική επιτροπή συντάσσει πρακτικό για το διορισμό του παπά. Αναθέτουν στον ψάλτη Κωνσταντίνο Παπανώτα να στείλει επιστολή στη Μητρόπολη. Ο Παπανώτας ήξερε γράμματα και ήταν ο «παντός καιρού» άνθρωπος.

ΙΔΙΩΜΑ:  Εντέλει, απ' λές, κάν' του πρακτικό. Κάν' κι ι Παπανώτας μια επιστουλή στο Σεβασμιώτατο:

          " Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Κίτρους,
          κ. κ. Κωνσταντίνον Κοϊδάκην.
              Παρακαλώ, όπως τον υποψήφιο να τον χειροτονήσετε. Να έχουμε την ευχή Σας.-
                                            Ο ιεροψάλτης
                                        Κωνσταντίνος Παπανώτας" (*)
                                                    (Απρίλης 1945)
         
Προκάτοχος του παπά Απόστολου ήταν ο παπά Χρήστος Τσολάκης, θύμα της γερμανικής Κατοχής και επόμενος ο παπά Δήμος Μυρωτής.
----------
* Παράλληλα ο Μέλιος Πίτσιας στο μυθιστόρημα «το τελευταίο δείπνο στη Μύρνα»  σημειώνει: «Ο Μάρκος Ζαμάνης…έφερε σε επικοινωνία το Λούκα, το δάσκαλο, τον Τόλιο Μεσσαρά και το Νότα Πρωτοψάλτη με μια Φιλική Εταιρία που ήξερε το τραγούδι: «ας έρθει ο χάρος για να δει, με ποιους έχει να κάνει»(σελίδα 373).

Β. ΥΠΟΔΟΧΗ.                                     

ΙΔΙΩΜΑ: Προυτού να φτάσουμι σ' τ' Στινούρα, έφυγι μπρουστά ι Βασταζάκους κι είπι στου γκόζμου: «Να χτυπήσουμι γκαμπάνα. Έρχιτι ι παπάς». Κι βγαίν' του χουργιό όλου όξου, η καμπάνα να χτυπάει. Νταν, νταν, νταν, νταν. Ούτι του δισπότ' έκαμαν έτσ'. Απού Γκατιρίν’ μέχρι τη βρύσ’ ήρθαμι μι του κάρου (30 χιλιόμετρα). ΄Υστιρα μας κατιβάζν ψουμί δυο πλαστά 'ικεί στη βρύσ'. Ήταν έθιμου.
          Κατέφκαν οι ανθρώπ' στου Ιργουστάσιου. ΄Ηφιραν κι τα ρούχα, τα άμφια ικεί κάτ'. Κι ύστιρα έκανάμι Παράκληση στουν άγιου Νικόλαο. Τους ευλόγησα. 

ΚΟΙΝΗ: Πριν φτάσουμε στην τοποθεσία «Στενούρα», έτρεξε πρώτος ο Βασταζάκος (έτσι λέγανε τον Γιάννη Βαστάζο) και ειδοποίησε τον κόσμο: «Χτυπάτε την καμπάνα. Έρχεται ο παπάς».Η καμπάνα βαρούσε ασταμάτητα νταν, νταν, νταν. Το χωριό όλο στο πόδι. Ούτε στο δεσπότη επεφύλασσαν τέτοια υποδοχή. Από Κατερίνη μέχρι τη βρύση της Μόρνας ήρθαμε με κάρο. Ύστερα, εκεί στη βρύση,  οι κάτοικοι μας προσφέρουν δυο καρβέλια ψωμί. Έτσι ήταν το έθιμο.   
Κατηφορίζουν οι χριστιανοί, σταματούν στη βρύση. που βρίσκεται πλάι στο εργοστάσιο ξυλείας. Φέρανε τα ρούχα, τα άμφια. Παίρνουμε την ανηφόρα, κάνουμε Παράκληση στον Άγιο Νικόλαο, τους ευλόγησα (*).
----------
* Ο Μέλιος Πίτσιας στο μυθιστόρημά του  σημειώνει: «Ήταν η εποχή που ο παπά-Χρίστος είχε μετακομίσει στον ουρανό» και την ενορία ανέλαβε ο  Μάλαμας. «Ο Μάλαμας ήταν άνθρωπος ταπεινός…Μετά από ένα μήνα, γύρισε ντυμένος παπάς…Έγινε παπάς της καρδιάς και του ελέους και αν τον συναντούσες στο δρόμο ήταν έτοιμος για το ευχέλαιο. Το ράσο του δεν είχε τσέπες, γιατί μετά τη Λειτουργία μοίραζε όλο τον άρτο, κρατώντας για τον εαυτό του μόνο την τελευταία ψίχα» (σελίδα 385).

Γ. ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ

Εκείνη την εποχή, για να σταθεί παπάς στη Μόρνα, έπρεπε να αντιπαλέψει με δυο «στρατόπεδα». Το πρώτο ήταν οι αντάρτες στο χωριό. Σε κείνο το κλίμα δεν ήξερες πώς να φερθείς. Το δεύτερο η ταξιαρχία της Κατερίνης. Και εδώ δεν ήξερες πώς να φερθείς. «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα».

1. Μέτωπο ανταρτών.
α. βασιλεία

Στιφάνουνα έναν ικεί κι είπα “ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός”. Μ' έπιασαν κι μι λέν' “τι κάντζ, παπά, τι λες;”  Τς είπα «δε λέου ν' ιπίγεια βασιλεία». (Εκεί στη Μόρνα -στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου- στεφάνωνα ένα ζευγάρι. Ήρθε η στιγμή να πω «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός. Μερικοί αντάρτες κόβουν το Μυστήριο, με πιάνουν και μου λένε: «παπά, τι κάνεις, τι λες»; Απάντησα «Δεν εννοώ την επίγεια βασιλεία»).

β. βασανιστήρια

ΙΔΙΩΜΑ: Ήταν απουκριά. Βρέθηκα στο σπίτι του Αποστόλη του Μέλιου Πίτσια. Μιτά πήγα στουν Ηρακλή Πίτσια. Του ταχιά φτάν' ι αρχηγός. Για τς κρατούμενοι μι λέ' του πιδί τ' Αναγνώστ', ντ Γκουντή, απόχ' Μπλουχιρία. Πήγαμι απάν στ' αλώνια π' του λέν. Μι λέ' ι αρχηγός: «Σι θέλου, παπά. ΄Εμαθάμι για μια ουργάνουση «Μάη».  «Χαμπέρ' δεν έχου», λέου.
Άξαφνα να ικείνους ι  χουριανός μι του όπλου. «Συναγουνιστή, τι είνι αυτό»; «Αυτό είνι θκό μ', του παραδίνου». 
Πάν’ απ’ τ’ Αλώνια είχαν τς κρατούμενοι, τς χουριανοί. Πηγαίνου ιγώ ικεί. Τς είχαν στου σπίτ'. Στου σπίτ' τ' παπά Δήμου, του κινούργιου, στα Σίχνα π' του λεν. Πάνου ικεί μι λέν: «Θα τς πεις να παραδώσουν τα όπλα»;  «Αν έγν όπλα. Αν δεν έγν, τι να σας παραδώσν».  «Μα τι, παπά, μας λες; Κι συ μας λες έτς; Ιμείς έμαθάμι απ' νταξιαρχία, το Α2, ότι έχν όπλα».  «΄Αλλου τίπουτα έχς να τς πεις»; «Δεν έχου». 
΄Εφυγα ιγώ, ύστιρα. Πήγα στου σπίτ’. Το επαύριο ακού' κλιάματα! ΄Οτι έρξαν. Τρεις τς σκότουσαν. Τς εκτέλεσαν. Αυτό γίνουνταν γκαθαρή Διφτέρα.

ΚΟΙΝΗ: Ήταν αποκριά του 1947. Έτυχε να παραβρεθώ στο σπίτι του Αποστόλη Πίτσια του Μέλιου. Στη συνέχεια επισκέπτομαι τον Ηρακλή Πίτσια. Την επόμενη μέρα πρωί φτάνει ο αρχηγός των ανταρτών. Όσον αφορά τους κρατούμενους με πλησιάζει το παιδί του Αναγνώστη, του Κώστα, που είναι παντρεμένος με την Πουλχερία και μου κάνει λόγο για την περιοχή «Αλώνια», όπου ήτανε το σπίτι των κρατουμένων. Ανηφορίζω την πλαγιά «Αλώνια». Εκεί με καλεί  ο αρχηγός: «Σε θέλω, παπά».Πληροφορηθήκαμε για μια οργάνωση «Μάη». «Δεν ξέρω τίποτα», του λέω.    
          Ξαφνικά παρουσιάζεται ένας χωριανός κρατώντας το όπλο. Του λέει ο αρχηγός: «Συναγωνιστή, τι είναι αυτό που κρατάς; Αυτό είναι δικό μου όπλο. Το παραδίδω».
          Πιο πάνω από τα Αλώνια είχαν έγκλειστους τους κρατουμένους, τους χωριανούς. Εγώ πηγαίνω εκεί. Τους είχαν κλεισμένους στο σπίτι. Ήταν ένα καινούριο σπίτι του παπά Δήμου. Η τοποθεσία εκεί λέγεται «Σίχνα». Οι αντάρτες με πλησιάζουν και μου λένε: «παπά, θα τους πεις να παραδώσουν τα όπλα»; «Αν έχουν όπλα. Αν δεν έχουν τι να σας παραδώσουν»; «Μα, τι μας λες, παπά! Και συ μας συμπεριφέρεσαι έταιο; Εμείς πληροφορηθήκαμε από την ταξιαρχία, από το Α2, ότι έχουν όπλα. Έχεις άλλο τίποτα να τους πεις»; «Όχι, δεν έχω».
          Τελικά εγώ έφυγα, απελευθερώθηκα. Πήγα στο σπίτι. Την επόμενη μέρα ακούμε κλάματα, πυροβολισμούς. Σκότωσαν τρεις. Τους εκτέλεσαν.
          Αυτά συνέβησαν την Καθαρή Δευτέρα του 1947 (*).  
----------
* Η Ελένη Βαστάζου σε συνέντευξη του 1999 ονοματίζει (όσους θυμάται) κρατουμένους: Γιάνννης Βαστάζος, Νίκος Σκούμπας, Νίκος Παπανικολάου, Στέργιος Παπανικολάου, Κώτσιος Παπανικολάου,  Δανιήλ Παπανικολάου, Ηρακλής Πίτσιας,  Τόλιος Πίτσιας, Βαγγέλης Πίτσιας, Μέλιος Πίτσιας, πατέρας του Τόλιου κ. ά.  Ο Μέλιος Πίτσιας στο μυθιστόρημα που προαναφέρθηκε υπογραμμίζει: «Θα είναι Τρίτη, τους είπε ο προφήτης, είκοσι εννιά του μηνός, μια μέρα «κεκλεισμένων των ουρανών» και τότε θα πρέπει να σκεπάσετε τους καθρέφτες με μαύρα πανιά!» (σελίδα 388). «Οι ίδιοι άγνωστοι άντρες περνούσαν στα σοκάκια της Μύρνας…,έσερναν το Μεσσαρά μαζί με τους μαθητές του Δανιήλ και Ηρακλή…πήγαιναν να τους δικάσουν με δεμένα τα χέρια…ο Πιλάτος…δίσταζε, αλλά τελικά έβαλε την υπογραφή του και τους παρέδωσε στο θάνατο»…». «καβάλα πήγε ο Χάροντας το Μεσσαρά στον Άδη» (σελίδα 390-398).

2. Μέτωπο ταξιαρχίας

ΙΔΙΩΜΑ: Εντέλει, κατέβηνα κάτ' ιγώ για να ψουνίσου. Μ' έδουναν παράδις: «Ιμένα θα μι πάρς ένα κουνιάκ', ιμένα θα μι πάρς μακαρόνια ένα πάκου, θα μας πάρς κι μι ουκά ρύζ', ξέρου 'γώ, θα μας πάρς κι δυό, τρία μπακέτα τσιγάρα».  Αυτά για να τα πάρς έπριπι να πιρά 'ις απ' νταξιαρχία. Ζ' νταξιαρχία ήταν τότι ι Νταλακυρίδης, μι τουν άλλου του Μπιρδίκ'. Ήταν λουχαγός η Πιρδίκς. Τς ταξιαρχίας τς Κατιρίντζ. ΄Ερχουμαν να ψουνίσου ιγώ δικά μ' πράματα κι έπιρνα κι για του γκόζμου.  Τα γραφεία της Ταξιαρχίας ήταν ζ μπλατέα.   Τώρα είνι μέγαρα. Αυτού που έχ' του συμβολαιογραφείο ο Δοϊτσίδης. 
-Αυτά για πού τα πάς, μι λέν. 
-Για του σπίτ' . 
Ι Νταλακυρίδης μι λέ':
-Τι θα τα κάμς, μήπους θα κάμς μπακαλίκ' ισύ;  
Μι παίρ' ξιχουριστά ι Πιρδίκς κι μι λέ: «Τώρα, παπά, δε μι λες. Πού τα έγν τα νουσουκουμεία αυτοί»;
-Μι μι λες τέτοια. Διότι ιγώ είμι ιερεύς. ΄Ολ' αυτά που λέτι τώρα ιδώ, θα φτάσν στ' αυτιά. . .
 
ΚΟΙΝΗ: Εντωμεταξύ εγώ κατέβαινα πότε-πότε στην αγορά της Κατερίνης για ψώνια. Οι ενορίτες μού δίνανε χρήματα με εντολές: «εμένα θα μου φέρεις ένα κουνιάκι, για μένα θα αγοράσεις ένα πάκο μακαρόνια, θα μας φέρεις και μια οκά ρύζι, ξέρω εγώ, και θα μας φέρεις και δυο-τρία πακέτα τσιγάρα». Όλα αυτά για να τα κουβαλήσεις, έπρεπε πρώτα να τα περάσεις από την ταξιαρχία προς έλεγχο. Ευτυχώς που στην ταξιαρχία, τότε, υπηρετούσαν γνωστά πρόσωπα, όπως λ.χ. ο Δαλακιουρίδης μαζί με τον άλλο, τον Περδίκη. Ο Περδίκης υπηρετούσε ως αξιωματικός στην ταξιαρχία Κατερίνης. Εγώ ερχόμουνα στην Κατερίνη για δικά μου ψώνια, αλλά ψώνιζα και για τον κόσμο. Τα γραφεία της ταξιαρχίας στεγάζονταν στην πλατεία της πόλης. Τώρα έχουν υψωθεί μέγαρα. Ακριβώς στο μέγαρο που έχει το συμβολαιογραφείο ο Διατσίδης.
          -Αυτά τα ψώνια για πού προορίζονται; Μου λένε.
          -Για το σπίτι μου.
          Πετιέται ο Δαλακιουρίδης και μου λέει:
          -Τι θα τα κάνεις τόσα πολλά; Μήπως σκοπεύεις να ανοίξεις μπακάλικο; (*).
          (Υπόψη ότι  ο ιερέας είχε γεμάτους τροβάδες με ψώνια και φάρμακα).
          Ο λοχαγός Περδίκης με παραμερίζει, με τραβάει ξεχωριστά στην άκρη και μου λέει:
          -Παπά, τώρα κατάλαβα. Δε μου λες, σε παρακαλώ, σε ποιο σημείο έχουν τα νοσοκομεία οι αντάρτες;
          -Μη ζητάς τέτοια πράγματα, σε παρακαλώ. Με τέτοια ζητήματα δεν ασχολούμαι. Γιατί εγώ είμαι ιερέας. Και να ξέρεις, πως, όλα αυτά που λέγονται τώρα εδώ, θα φτάσουν στ’ αφτιά…
----------
* «Ο Τάκης Δαλακουρής…ήξερε τόσα πολλά, ώστε δεν υπήρχε φυσικό φαινόμενο που να μην μπορεί να το ερμηνεύσει» (Μέλιος Πίτσιας στο ως άνω μυθιστόρημα σελ. 344).

3. ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ:

Αναγνώστης: Πρόκειται για τον Γκουντή (Κώστα) Μυρωτή. Η επωνυμία «Αναγνώστης» οφείλεται στο ότι ο παππούς Μυρωτής είχε χειροθετηθεί από το δεσπότη ως ψάλτης, αναγνώστης.
Βρύση «απού πέρα». Βρίσκεται στην από πέρα πλευρά του χωριού, όπου και το εργοστάσιο ξυλείας Σκοτεινών. Φυσικό όριο ανάμεσα στο χωριό και εργοστάσιο είναι το μεγαλύτερο ποτάμι της Πιερίας που το λένε Μαυρονέρι. Από τη βρύση αυτή οι κάτοικοι με τις «φτσέλες» κουβαλούσαν νερό.
Στενούρα: Τοπωνύμιο-στενωπός πιο πάνω από το την τοποθεσία «Είκοσι). Το βραχώδες έδαφος συγκλίνει έτσι ώστε να σχηματίζεται στενό. Φυσικό σύνορο μεταξύ του ανήλιου στα δυτικά (εξ ου και Σκοτεινά) και του προσήλιου ανατολικά (εξ ου και το χωριό Φωτεινά). 
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ
 

Κωνσταντίνος Κοϊδάκης (1876-1954), Μητροπολίτης
Κίτρους. Χειροτόνησε τον Απόστολο Καλιαμπό:
σε διάκο στις 7 Απρίλη 1945 στη Θεία Ανάληψη
Κατερίνης, σε πρεσβύτερο στις 8 Απρίλη (την ίδια 
χρονιά) στον Άγιο Νικόλαο Λιτοχώρου.








" Έτερον θύμα της γερμανικής θηριωδίας ήτο ο ιερεύς
Χρήστος Τσολάκης, εφημέριος Αγίου Νικολάου Σκοτεινών.
Ούτος εξετελέσθη την 9 Δεκεμβρίου 1943 προ της οικίας 
του, εις την οποίαν κατόπιν οι Γερμανοί έθεσαν πυρ. 
Την στιγμήν καθ' ην εξετελέσθη εκράτει εις χείρας του
τον Τίμιον Σταυρόν" (Κ. Α. Βοβολίνη, η εκκλησία εις τον 
αγώνα της ελευθερίας).

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Ποιμενική ζωή: παΐδις (παγίδες)




          Στη Σκοτίνα Πιερίας οι Πολυχραίοι φημίζονταν για τις παγίδες που στήνανε στο βουνό για το πιάσιμο θηραμάτων. Για το θέμα αυτό ο Διονύσης Μητσιάνης του Μιχαήλ (1913-1998) μου δίνει συνέντευξη το καλοκαίρι του 1997.

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Τ' αδέρφια μ' βουσκούσαν τα ζώα  σιαπάν' σ' τς Κότρις. Ι Νάσιους βουσκούσι τα γίδια κι ι Κώτσιους τα γιλάδια. Στ' Νικουλή του μαντρί φτάν' οι λύκ'. Τσέτα ουλόκληρ'. Ι ένας έπνιγι τη μια γίδα, ι άλλους έπνιγι την άλλ'.
Στούμι παΐδα γρουνουπάϊδα, να τσακών' γρούν', παΐδα να τσακών' λαγοί, να τσακών' αλπές. Μι τσιαβέτα κι μι στιφάνια. Τώρα, είπαμι να στήσουμι τς παΐδις να τσακώσουμι τς λύκ’. Του βράδ' βγαίνουμι μι του μπατέρα, στούμι τς παΐδις. Αυτοί 'ταν ζ Μπέτρα τ' Κουκουλιάρα. Έστσαμι τς παΐδις σιαπάν' σ' τς Κότρις. Ικεί που έφαγαν τζ γίδις.
Ικεί που στούσαμι τς παΐδις, ακούμι ζ Μπέτρα τ' Κουκουλιάρα ουρλιούνταν οι λύκ'. Φώναζαν, "αού, αού, αού!".
Έφυγάμι. Του προυΐ πήγαμι να τς κοιτάξουμι. Ζωντανός ι λύκους. Ήταν μέσα ζ μπαΐδα.
Η παΐδα έχ' αλσίδα κι γάτζουν, όπους η άγκυρα -τσιγγέλ' του 'λιγαν- δεν έφυγνι απ' ικεί. Λοιπόν, αφού τουν βρήκαμι πού είντους (ήταν μέσ’ ζ μπατλιά γατζουμένους)- ι πατέρας τουν χτυπάει μια, γυρνάει κα τιμένα. Τουν σκιάζου 'γω, πααίν κατ' ικεί πάλι. Τουν χτυπάει 'κόμα μια. Τουν σκιάζου 'γω,  πααίν σι αυτόν. Λέου: "Θα μι φάει, ξιγατζιώθκι". Έπριπι να πιράσ' απ' τιμένα για να φύγ'. Κι είχα παπούτσι φρέσις κι μ' έβγιναν. Ικεί που τήρσα για να φύγου, πέφτου καταή. "Τώρα θα μι φάει", λέου. Έβαλα του χέρ' έτσ'. Είχα ένα χιτώνιου, ι λύκους του στόμα ανοιχτό. Έβαλι του χιτώνιου μι του χέρι μ' μέσ' στου στόμα. Αλλά του δόντ' δε ντου κριατσιάντζι του χέρ'. Μόνου το 'βαλι κι μι πήρι του χιτώνιου κι μι του ξέσξι μέχρι κάτ'. Άμα κι έκαμνι πως του σφίγγ', κουκαλίτσια θελ να μι του φκιάσ'. Αλλά είχι του φόβου 'π' του μπατέρα κι έκαμι του γκατήφουρου. Κοιτώ του χιτώνιου, ξισκιζμένου κι γιμάτου αίματα.
-Έφυγι, λέ'.
-Έφυγι του γκατήφουρου, τουν λέου.
-Σι χτύπσι; Σι πόνισι;
-Μ' δε μι πόνισι, μα του χιτώνιου του ξέσξι. Ήρθαν κι τα τζιουμπανούλια. Ι Νάσιους ι Ντάμπλιας, ι Νάσιους ι θκόζ μ'.
-Έφυγι του γκατήφουρου, τς λέου. Κα τ' Στλαματιά.
Βρίσκουμι πάλι του λύκου γατζουμένουν αλλού. Τουν τφικούμι.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Τα αδέρφια μου βοσκούσανε τα ζώα επάνω στις Κότρες. Ο Νάσος βοσκούσε τα γίδια κι ο Κώτσιος τα γελάδια. Στο μαντρί του Νικολή Γερομιχαλού παρουσιάζονται λύκοι. Φτάνουν εκεί οι λύκοι: Ολόκληρη τσέτα (πολλοί λύκοι μαζί). Ο ένας λύκος έπνιγε τη μια γίδα, ο άλλος την άλλη. 
Στήνουμε παγίδα, γουρουνοπαγίδα. Να πιάνει γουρούνι, να πιάνει λαγούς, να πιάνει αλεπούδες. Παγίδα με σιδερένια ελάσματα και με στεφάνια. Ύστερα από αυτά, σκεφτήκαμε να στήσουμε τις παγίδες για να συλλάβουμε τους λύκους. Πράγματι, το βράδυ βγαίνουμε με τον πατέρα, στήνουμε τις παγίδες. Οι λύκοι αυτοί βρισκότανε πέρα, στην Πέτρα Κουκουλιάρα. Στήσαμε τις παγίδες πάνω στις Κότρες. Στο σημείο που οι λύκοι φάγανε τις γίδες. 
Εκεί που στήναμε τις παγίδες, ακούμε ουρλιαχτά από λύκους στην Πέτρα Κουκουλιάρα. Φώναζαν, "αού, αού, αού!".
Απομακρυνόμαστε. Το πρωί πήγαμε να  παρακολουθήσουμε το αποτέλεσμα.  Ήταν ζωντανός ο λύκος. Ήταν πιασμένος στην παγίδα. 
Η παγίδα έχει αλυσίδα και γάντζο, όπως η άγκυρα. Κι όπου εμφανιστεί (ο λύκος) γαντζώνεται στην άγκυρα (τη λέγανε τσιγκέλι) και δε μπορούσε να απομακρυνθεί από το σημείο της παγίδας. Λοιπόν, αφού εντοπίσαμε το μέρος που βρίσκονταν ο λύκος (ήταν γαντζωμένος μέσα στην κρύπτη), ο πατέρας μου του δίνει μια, στρέφεται προς την πλευρά μου. Τον φοβερίζω εγώ, ξαναγυρίζει προς τα εκεί. Τον φοβερίζω πάλι εγώ, πάει προς τα εκεί και ο πατέρας μου του δίνει άλλη μια. Αυτός ξαναγυρίζει προς τα εδώ. Τον σκιάζω εγώ, ξαναπάει προς τα εκεί. Λέω τρομαγμένος: "Θα με φάει, ξεγαντζώθηκε". Το δυσάρεστο ήταν, ότι, για να φύγει το ζουλάπι, έπρεπε να περάσει από μπροστά μου. Και, το χειρότερο, φορούσα αντί για παπούτσια, φθαρμένα παπούτσια σαν παλιές παντόφλες. Αυτές, ενώ περπατούσα, μου βγαίνανε. Έκανα μια προσπάθεια να φύγω, σωριάζομαι καταγής. "Τώρα θα με φάει", σκέφτηκα. Φέρνω τα χέρια μπροστά στα μάτια μου. Φορούσα ένα χιτώνιο, που λες και πώς είχε το στόμα ανοιχτό ο λύκος, έβαλε το
Προσθήκη λεζάντας
χιτώνιο μαζί με το χέρι μέσα στο στόμα του. Αλλά του δόντι του λύκου δε λιάνισε το χέρι. Μόνο δάγκασε το χιτώνιο και μου το ξέσχισε μέχρι κάτω. Αν επιχειρούσε να σφίξει το χιτώνιο, θα μου λιάνιζε το χέρι και θα το έκαμνε κοκαλάκια. Αλλά -και ευτυχώς- φοβότανε τον πατέρα μου, που παραμόνευε από πίσω. Και πήρε δρόμο προς την κατηφόρα. Παρατηρώ το χιτώνιο, ήταν ξεσχισμένο και γεμάτο από αίματα.
-Πάει, έφυγε, λέει.
-Ναι, έφυγε προς την κατηφόρα, του λέω.
-Σε χτύπησε; Σε πόνεσε;
-Βεβαίως με πόνεσε. Αφού μου ξέσχισε το χιτώνιο. Ήρθαν εκεί και τα άλλα τσομπανόπουλα, όπως ο Νάσιος ο Δάμπλιας και ο Νάσιος ο δικός μου.
-Ο λύκος έφυγε προς την κατηφόρα. Κατά τη Σταλαματιά. 
Ψάχνοντας, ψάχνοντας, βρίσκουμε το λύκο γαντζωμένο σε άλλο σημείο. Δε χάνουμε καιρό, τον τουφεκίζουμε. 
----------
Σημείωση: Σε ερώτηση σχετικά με την κατασκευή της παγίδας, ο Γιώργος Πολυχρός (1915-2001), αδερφός του Διονύση μου αφηγήθηκε (Αύγουστος 1998):

ΙΔΙΩΜΑ. -Πώς έστηνες τις παγίδες.
          -Ιά, αυτή είνι η παΐδα, τ’ στήνου καλά, τ’ σκιπάζου μι χώμα, μι φύλλα κι ότ’ ζλάπ’ πιρνάει απού ’κεί, αλπού, γάτα, πατάει κι γραπ’ του τσιγκέλ’. Τραβάει του τσιγκέλ’ κι τσακώνιτι παραπέρα η παΐδα. Ξισκιπάζου του γάτζου κι φέγ’ μι μπαίδα κι όπ’ τσακουθεί πααίνου κι πχιάνου του ζλάπ’.

ΚΟΙΝΗ. -Πώς έστηνες τις παγίδες.
          -Να, ας πούμε ότι αυτή είναι παγίδα. Πάω στο βουνό, επισημαίνω την περιοχή, στήνω την παγίδα προσεκτικά, τη σκεπάζω με χώμα, με φύλλα. Και όποιο ζουλάπι-λύκος τύχει να περάσει από το σημείο εκείνο, αλεπού, ακόμα και γάτα, πατάει την παγίδα και "γραπ" κλείνει το τσκιγκέλι-διχάλα και πιάνεται το θήραμα. Η παγίδα  σύρεται παραπέρα, καθώς το τσιγκέλι είναι γαντζωμένο στο θήραμα. Αποκαλύπτω το γάντζο που σύρεται μαζί με την παγίδα και πιάνω το θήραμα
----------
Διευκρίνιση:  Στο χωριό μερικοί από την οικογένεια Μητσιάνη, γράφονται Πολυχρός. Λέγεται πως κάποιος από τους Μητσιάνηδες πήγε στο Λιτόχωρο ώς ψυχογιός σε κάποιον Πολυχρό. Επέστρεψε έπειτα στη Σκοτίνα κουβαλώντας το όνομα Πολυχρός.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ


                                         Ο Διονύσης Μητσιάνης με τη σύζυγό 
                                                   του Δημητρούλα Βλέτση

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Εκκλησίες: επίτροποι


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
 

     
          Από τη δεκαετία του 1970 και εξής το Εκκλησιαστικό συμβούλιο της Σκοτίνας (Άγιος Γεώργιος) απαρτίζονταν από τα πρόσωπα που αναγράφονται παρακάτω. Πληροφορίες μου δώσανε (αγόγγυστα) συγχωριανοί με κορυφαίο τον ιερέα του χωριού αείμνηστο παπά Γιάννη Σκρέτα (1926-2008). Προκάτοχός του ήταν ο π. Ιωάννης Μπιλιάγκας (1897-1973). Επόμενος για λίγο καιρό (2005-2008) ο π. Αθανάσιος Τσαρούχας. Έκτοτε, εφημέριος είναι ο π. Ελευθέριος Βαστάζος.

  
Α. ΘΗΤΕΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ

1972: πρόεδρος  ιερέας Ιωάννης Μπιλιάγκας Μέλη: Ιωάννης Μάνος,  Γεώργιος Γανωτής, Διονύσιος Καρκαφίρης, Πολύζος Γκοθώνας.
1973: όπως παραπάνω και επί πλέον Δημήτριος Μαρνέλας, Γεώργιος Γεργολάς.
1974: πρόεδρος ιερέας Ιωάννης Σκρέτας, μέλη Ιωάννης Μάνος, Γεώργιος Γανωτής, Δημήτριος Μαρνέλας.
1977: Ιωάννης Μάνος, Γεώργιος Γανωτής, Δημήτριος Μαρνέλας, Θωμάς Κοτσιβός, Γεώργιος Στύλος.
1980: Δημήτριος Μαρνέλας, Γεώργιος Γεργολάς, Αστέριος Μάνος, Αναστάσιος Γκριμούρας, Διονύσιος Γερομιχαλός,  Διονύσιος Καρκαφίρης.
1986: Νικόλαος Μαρνέλας, Δημήτριος Βαγγελάκος, Γεώργιος Πολυχρός, Παύλος Στύλος, Γεώργιος Δάμπλιας, Νικόλαος  Αγγέλης.
1990: Ιωάννης Καλαμάρας, Δημήτριος Βαγγελάκος, Δημήτριος Οικονόμου, Νικόλαος Αγγέλης.
1996: Ιωάννης Καλαμάρας, Δημήτριος Βαγγελάκος, Δημήτριος Οικονόμου, Αντώνιος Κουκουσάς, Δημήτριος Μαρνέλας.
1996: Ερανική επιτροπή: Διαμάντω Μάνου, Παγώνα Μάνου, Αναστασία Μητσιάνη, Ιωάννης Τσινιάνης, Νικόλαος Πλεξίδας, Δημήτριος Πλεξίδας.
1998: Ιωάννης Καλαμάρας, Αντώνιος Κουκουσάς, Δημήτριος Μαρνέλας, Δημήτριος Οικονόμου, 
1998. Ερανική Επιτροπή: Ιωάννης Τσινιάνης, Νικόλαος Πλεξίδας, Δημήτριος Πλεξίδας, Αναστασία Μητσιάνη,  Διαμάντω Μάνου, Παγώνα Μάνου.
2005: Παύλος Στύλος, Αθανάσιος Χριστινόπουλος, Αναστάσιος Αγγέλης, Χρήστος Μάνος, Δημήτριος Γκάρας, Παναγιώτης Στύλος, Αναστάσιος Αγγέλης.  
2005. Ερανική: Δημήτριος Γεργολάς, Απόστολος Καρκαφίρης, Νικόλαος Τσιαπάρης, Νικόλαος Στύλος, Δημήτριος Γερομιχαλός, Διονύσιος Γανωτής.
2011: Θωμάς Μάνος, Θωμάς Στύλος, Παναγιώτης Στύλος, Αθανάσιος Χριστινόπουλος, Διονύσιος Γανωτής.
2014: Γιώργος Δ. Παπαγεωργίου.
Σήμερα υπηρετούν: Ιωάννης Γερομιχαλός, Θωμάς Μάνος, Αθανάσιος Πινακάς, Νικόλαος Οικονόμου.

Β. ΡΟΛΟΣ του εκκλησιαστικού συμβουλίου:

1.  απαρτία: αποτελείται από τον πρόεδρο (εφημέριος ιερέας) και 4 λαϊκούς.  
2. διοίκηση: διαχειρίζεται τα του ενοριακού ναού.  
3. διορισμός: ο διορισμός (αμισθί) γίνεται από το Μητροπολιτικό συμβούλιο (εν προκειμένω της Μητρόπολης Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος). Γίνεται από κατάλογο επιλεγμένων ενοριτών και η θητεία είναι τριετής. 

                          Γ. Λίστα επιτρόπων σε αλφαβητική σειρά (φαίνεται η φωτογραφία  και χρόνος υπηρεσίας):


Αγγέλης Αναστάσιος

2005









Αγγέλης Νικόλαος

1986
1990 







 Βαγγελάκος Δημήτριος

1986
1990
1996








 Βαγγελάκος Νικόλαος. Σύμφωνα με τηλεφωνική επικοινωνία με τον Βασίλη Βαγγελάκο, ο παππούς του Νικόλαος γεννήθηκε το έτος 1874 και απεβίωσε το 1972.










Γανωτής Γεώργιος

1972
1996






Γανωτής Διονύσιος

2006









Γεργολάς Γεώργιος

1973
1990








Γερομιχαλός Βασίλειος. Γεννήθηκε το 1909 και απεβίωσε το 1998.










Γερομιχαλός Γεώργιος-Τσιόμης.

Υπηρέτησε μάλλον προ του 1970.



'




Γερομιχαλός Διονύσιος

1980









Γκάρας Δημήτριος

2005









Γκοθώνας Πολύζος

1972









Γκριμούρας Αναστάσιος

1980 









Δάμπλιας Γεώργιος

1986









Καλαμάρας Ιωάννης

1990
1996








Καρκαφίρης Αθανάσιος (Τσιούρβας).


Υπηρεσία: προφανώς προ του 1972.







Καρκαφίρης Διονύσιος (Τσιούρβας)

1972
1980









Κοτσιβός Θωμάς 

1977










Κουκουσάς Αντώνιος

1996










Μάνος Ιωάννης

1972
1977









Μάνος Αστέριος

1981









Μάνος Χρήστος

2005









Μαρνέλας Δημήτριος

1973
1977
1980
1986



Μαρνέλας Νικόλαος 

1986










Οικονόμου Δημήτριος

1990
1996












Πολυχρός Γεώργιος

1986









Στύλος Θωμάς 

2077










 Στύλος Παναγιώτης

2005










Στύλος Παύλος

1986
2005









Χριστινόπουλος Αθανάσιος

1996
2005







---------- 


ΣΗΜΕΡΑ υπηρετούν (από αριστερά): Μάνος Θωμάς, Γερομιχαλός Ιωάννης, Πινακάς Αθανάσιος και Οικονόμου Νικόλαος.