Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018

δοξασίες: Ζούζουλα


         
Οι χαράδρες, οι ρεματιές και πολλά τοπωνύμια «τς απαλνής» Σκοτίνας Πιερίας συνδέονται με παραδόσεις και παραμύθια που προξενούν πότε πίκρες, πότε χαρές. Λεν, πως τον παλιό καιρό στον Μάρμαρο και Άγιο Αθανάσιο έβγαιναν πολλά ζούζουλα (φαντάσματα). Εμφανίζονταν κατά τα "μούρκια" (σούρουπο). Για να προσπεράσεις τον Μάρμαρο ή τον Άγιο Αθανάσιο σ’ έπιανε φόβος και τρόμος, τρεμούλα και πανικός.  
Η γλαφυρότητα στην έκφραση των συναισθημάτων και ο φυσικός τόνος της αφήγησης, είναι χαρακτηριστικά του Γιώργου Καραλή στη συνέντευξη που μου έδωσε στις 30 Ιουλίου 1982.
         
1. Μάρμαρος

ΔΙΩΜΑ: Ένα βράδ' μι τα μούρκια έβγινάμι απού του γιφύρ' Τσιμ, σ' τσι Δυο Κατανιές. Ανέβινάμι κα του Μάρμαρου. Ικεί ι Μανόλς ι Ντάμπλιας είχι μια σκιά στου μπαχτσέ. Μαύρα σύκα. Ώσπου ν' ανιβούν σ' τ' σκιά αυτοί οι μιγαλύτιροι (ήταν νουμίζου ι Νικόλας ι Καρκαφίρς, ι Μανόλς ι Παπαζιώγας κι άλλ' δυο τρεις) ιγώ τηρούσα 'που κάτου. Δε μπρόλαβα ν' ανιβώ. Ακούμι κατ' βουγγίματα: «Μ...μ...μ...», νύχτα ήταν.
          -Τι 'νι αυτό 'ρα;
       Ι Μανόλς ι Ντάμπλιας είχι κι μια καρυά μιγάλ'. Η σκιά ήταν στου φράχτ'. Γλέπουμι απάν' ζ γκουρφή 'π' γκαρυά ένα όγκου μαύρου. Φουρούσι κάπα. Νύχτα ήταν. Κι κάθι βουγγιά που έκανι, έβγαζι φουτιά. «Μ...μ..., παφ μια φουτιά, μ...παφ φουτιά». Κι κατέβινι σιγά-σιγά.
Αρχινούμι τα κλιάματα. Παρατούμι τζ γίδις. Τα 'φσαμι ούλα τα γίδια λαρουμένα ζ Γκαψάλα. Αυτό βγαίν' στου δρόμου. Μ...κι παφ φουτιά. Φτάνουμι τρέχουντα στου Μάρμαρου στου Εικουνουστάσ'. Κι αυτό απού πίσου. Μαύρο. Ένας όγκος μαύρος. Κι μ...παφ φουτιά. Τρέχουμι στα σπίτια. Πάμι κει κι φουνάζουμι τς πατιράδις. «Τι τρέχ'; Τι είστι έτσ' κιουτιμέν'»; Μας λεν οι πατιράδις.
          -Βγήκι ζούζουλου στου Μάρμαρου κι  μας κυνηγάει.
          -Δε ντρέπισέστι, ποιο ζούζουλου, 'ρα. Πού άφσιτι τα γίδια;
          -Ζ Γκαψάλα.
          -Κάνας Μανόλς θα ήταν. Να μη ντου ντρώτι τς σκιές. Σκιπαζμένους μι καμιά κάπα σας φουβέρξι να μη ξαναπατήστι.
          Πήγαν οι πατιράδις κι έμασαν τα γίδια.
Ι Μανόλς, επειδής τουν χαλνούσαμι τα σύκα κι τς καρές,  αναγκάσκι να γέν' ζούζουλου, ανέφκι απάν' ζ γκαρυά κι να κατιβαίν' του γκουρμό σιγά-σιγά. Είχι του τσιακμάκ' κι "παφ" φουτιά κι "παφ" φουτιά. Ιμείς ξιπουδαργιάσκαμι. Παν κι τα μανάρια πάει κι ι Μάρμαρους.

ΚΟΙΝΗ: Κάποιο βράδυ με το σούρουπο, ανεβαίναμε από την τοποθεσία «Τσιμ του Γκιφύρ’» με κατεύθυνση τις «Δυο Καστανιές». Θέλαμε να πάμε στην τοποθεσία  «Μάρμαρος». Εκεί ο Μανόλης Δάμπλιας είχε στον μπαξέ μια συκιά. Η συκιά αυτή έκαμνε μαύρα σύκα. Στην παρέα μας ήταν μερικοί μεγαλύτεροί μας. Νομίζω ήταν ο Νικόλας Καρκαφίρης, ο Μανόλης Παπαζιώγας κι άλλοι δυο-τρεις. Ώσπου αυτοί να ανεβούν στη συκιά, εγώ παρατηρούσα από κάτω. Δεν πρόλαβα να ανεβώ στη συκιά. Κι ακούμε κάτι βογγητά: «Μ…μ…μ…», νύχτα ήταν.
          -Μωρέ, τι είναι αυτό που ακούγεται;
          Ο Μανόλης Δάμπλιας είχε μια μεγάλη καρυδιά. Η συκιά ήταν στο φράχτη. Παρατηρούμε πάνω στην κορυφή της καρυδιάς ένα μαύρο πράμα. Φορούσε κάπα και ήταν νύχτα. Σε κάθε βογκητό που έκανε, ξερνούσε φωτιά. «Μ...μ..., παφ μια φωτιά, μ...παφ φωτιά». Και να κατεβαίνει σιγά-σιγά η φωτιά.
Εμείς το βάζουμε στα κλάματα. Εγκαταλείπουμε τα γίδια. Τα λαρώσαμε (τα απλώσαμε) στην περιοχή «Καψάλα». Αυτό (το ζούζουλο) βγαίνει στο δρόμο. Μ…και παφ φωτιά. Το βάζουμε στα πόδια, περνούμε το ρέμα του Μάρμαρου και πλησιάζουμε την τοποθεσία λ«Εικονοστάσι». Το ζούζουλο να ακολουθεί από πίσω μας. Μαύρο, κατάμαυρο. Και μ…παφ, να βγάζει φωτιά. Τρέχουμε γρήγορα, πάμε στα σπίτια μας. Το λέμε στους πατεράδες. «Τι συμβαίνει; Γιατί είστε κιουτεμένοι»; Μας λένε οι πατεράδες.
          -Εμφανίστηκε ζούζουλο στον Μάρμαρο και μας κυνηγάει. 
          -Δε ντρέπεστε, ποιο ζούζουλο, μωρέ; Πού εγκαταλείψατε τα γίδια;
          -Στην Καψάλα (επίπεδη περιοχή. Καψάλιζαν κάστανα).
          -Σίγουρα, θα ήταν ο Μανόλης. Για να μην του τρώτε τα σύκα. Καλυμμένος με την κάπα σας φοβερίζει να μην ξαναπατήσετε στο κτήμα.
Πήγαν οι πατεράδες και συμμάζεψαν τα γίδια.
Ο Μανόλης, επειδή του κάναμε ζημιά με τα σύκα και τα καρύδια, σκέφτηκε να μεταμφιεστεί σε φάντασμα. Έκαμε σχέδιο: ανέβηκε πάνω στην καρυδιά και άρχισε να κατεβαίνει συρόμενος στον κορμό απαλά. Μαζί του έφερε τον αναπτήρα, τον οποίο αναβοέσβηνε. Το αποτέλεσμα ήταν εμείς να καταπονηθούμε από τον πολύ φόβο και το βάλαμε στα πόδια. Δε σκεφτήκαμε ούτε γίδια, ούτε Μάρμαρο.

2. Αϊ-Θανάσης

ΙΔΙΩΜΑ. Ιγώ, ι Γιάντζ τς Μαρίας κι άλλ' καναδυό πιρνούσαμι τουν Άϊ-Θανάσ'. Πάντα έρχουμάσταν κι κοιτούσαμι να μη μας μουργκίσ' ι Άϊ-Θανάης. Άμα μούργκζι φουβόμασταν να πιράσουμι.
Μια φουρά πέθανι ικείν' η γναίκα, μια νέα γναίκα. Πιρνούσαμι μι τα μανάρια κι φουβούμασταν. Ήλιγαν "βγαίν' αυτή απού μέσα". Πιρνούσαμι του λακκούλ' απού κει μιριά κα του Ντρανό του Μπλάτανου. Μόλις φτάνουμι στου Ντρανό του Μπλάτανου, γλέπουμι απού πίσου:
          -Βρε! Έρχιτι πιθαμένους!
          Μας φάγκι σα να είχι του καπάκ' μι τα λουλούδια. Κι αυτή βάδιζι. Φαίνουνταν λουλούδια κι καπάκ'.
          Σκουτώθκα. Παράτσαμι τζ γίδις. Πότι να κατιβούμι στου Ντρανό του Μπλάτανου! Να πάμι απού κείν' μπάντα κλαίουντας στα σπίτια!
          Κι αυτός ποιος ήταν; Ήταν ένας κουπανάς απ’ του χουριό. Είχι φκιάσ' μια κουπάνα κι είχι κι μια αγκαλιά καστανιά, γκουπάνα σκιπαζμέν' κι μεις ήγλιπάμι καπάκ' μι λουλούδια!
          Ε, 'ρα Παναγία μ', τι τραβάμι!

ΚΟΙΝΗ. Εγώ μαζί με το Γιάννη της Μαρίας (Τράντα-Καραλούς) και με μερικούς άλλους περνούσαμε έξω από τα μνήματα του Αγίου Αθανασίου. Πάντοτε, όταν επιστρέφαμε από τη βοσκή, προσέχαμε μη μας νυχτώσει ο Άγιος Αθανάσιος. Όταν νύχτωνε φοβόμασταν να περάσουμε.
Ήταν η εποχή που είχε πεθάνει εκείνη η γνωστή, νέα γυναίκα. Περνούσαμε με τα γίδια και τρέμαμε απ' το φόβο. Φημολογούνταν πως βγαίνει αυτή από το μνήμα. Περνάμε το μικρό το λάκκο και φτάνουμε στην απέναντι όχθη προς τον Τρανό τον Πλάτανο. Μόλις πλησιάζουμε τον Τρανό τον Πλάτανο, βλέπουμε από πίσω μας κάτι.
          -Αμάν! Έρχεται πεθαμένος.
Μας φάνηκε σα να κρατούσε το καπάκι με τα λουλούδια απ' το φέρετρο. Και αυτή βάδιζε κανονικά. Διακρίνονταν τα λουλούδια και το καπάκι.
          Κατασκοτώθηκα να τρέχω. Τις γίδες τις εγκαταλείψαμε. Πότε να κατεβούμε στον Τρανό τον Πλάτανο! Να πιάσουμε τον κατήφορο και να πάμε στα σπίτια μας κλαίγοντας!
          Ξέρετε τι ήταν; Ήταν κάποιος κουπανάς (που φκιάχνει κουπάνες). Ο άνθρωπος κατασκεύασε μια κουπάνα (σκάφη) και μαζί με την κουπάνα κουβαλούσε ένα δέμα κλαδί από καστανιά. Καθώς η κουπάνα ήταν σκεπασμένη με το κλαδί, εμείς βλέπαμε το καπάκι με λουλούδια.
          Ω! ρε Παναγία μου! Τι έχουν να δουν τα μάτια μας!
----------
Προσωπική εμπειρία: Με τον μακαρίτη Αντώνη Τράντα-Μπατζιόλα (δεν θυμάμαι αν ήταν κι άλλοι), στις αρχές της δεκαετίας του ’40, φτιάχναμε μια προσωπίδα από κολοκύθα. Αδειάζαμε το περιεχόμενο τρυπούσαμε την κολοκύθα, σχηματίζαμε αυτιά, μάτια, φρύδια, μύτη, στόμα. Στο βάθος της κολοκύθας στερεώναμε ένα κερί αναμμένο. Κατά τα μούρκια (σούρουπο) κάναμε περιφορά στην κάτω γειτονιά της Άνω Σκοτίνας. Η κολοκύθα είχε πενιχρό φως. Έβλεπες, δηλαδή, ένα "ωχρό φάντασμα, όμοιο με σκιά" (*). Ξεκινούσαμε από Μουζά, παίρναμε την κατηφόρα προς την αυλή της Χρίστινας Τράντινας, περνούσαμε τα Τσινιανιάτκα και καταλήγαμε στα Χασιωτάτκα. Ύστερα αλλάζαμε μονοπάτι. Χωνόμασταν στην αυλή "τ' παππού ντ' Γόλ'" (Πινακαίοι) για να τρομάξουμε τους Σαουλαίους, Παπαζιωγαίους, Μπιλιαγκαίους και Μερίκο. Ξανά πίσω από το δρόμο που έφερνε στην αυλή "τζ Γιαννούλινας Τράντινας" και μέσω των Καλιαμπαίων δίναμε "τζιάπ" (πληροφορία, εμφάνιση) "σ' τς μανιάς Αντρένινας ν' αυλή", που εκεί μένανε οι Καλαμαραίοι, Ντιλιγιανναίοι, Ντουραλαίοι και άλλοι. Στη βρύση Μουζά σβήναμε την κολοκύθα (σαν να λέγαμε "δι ευχών...". Πάντως, χαιρόμασταν που τρομάζαμε τον κόσμο!
Ήμαρτον…!
----------  
* Οδύσσεια δ 846, αμαυρόν είδωλον.   

ΕΙΚΟΝΕΣ:



 Η λατρευτή σύζυγος του Γιώργου Όλγα Κουκουσά           του Αθανασίου. Αδέρφια της:
          α). Αντώνης
          β). Δημήτριος
          γ). Καλούδα
        







Φίλοι συμπατριώτες: Γιώργος Καραλής και Γιάννης Καλιαμπός. Για πρώτη φορά βγήκαν μαζί φωτογραφία στις 25 Αυγούστου 2018 στη Λεπτοκαρυά. Ήταν Σάββατο και διαβάστηκε το ετήσιο μνημόσυνο της Όλγας. Στα παλιά χρόνια δεν ξέραμε από φωτογραφίες.





Ο Μανόλης Δάμπλιας "τ' Πουτιού". Είχε μπαχτσέ στον Μάρμαρο. Εμείς οι πιτσιρικάδες του "κλέβαμε" σύκα. Για φοβέρα, μεταμφιέστηκε σε ζούζουλο. Κουκουλώθηκε με μια μαύρη κάπα, ανέβηκε πάνω στην καρυδιά και άρχισε να κατεβαίνει συρόμενος στον κορμό. Μαζί του έφερε τον αναπτήρα, τον οποίο αναβοέσβηνε. 





 

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ:  

Διαδρομή παρέας Γιώργου Καραλή: Τσιμ Γκιφύρ'-Δυο Καστανιές-Μάρμαρος-Εικονοστάσι-χωριό.

Διαδρομή κουπανά: Αϊ-Θανάσης-Τρανός Πλάτανος-Παρθένη-χωριό.









                                     
             
           

                                                                                                                                      

                                                                            


       
                                                                                    
               







Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ. Λύκοι στη Σκοτίνα


          Ο Θεοχάρης Συντριβάνης του Βασιλείου (1914-2002) μου δίνει συνέντευξη στις 1.12.1999 στο σπίτι του στην Κάτω Σκοτίνα. Η συζήτηση αναφέρεται στη ζωή του χωριού (γενικά) στις αρχές του περασμένου (20ου) αιώνα. Ένα περιστατικό θυμίζει την ποιμενική ζωή και, συγκεκριμένα, την εμφάνιση-επέλαση- αγέλης λύκων στη Σκοτίνα.

1. ΑΠΑΛΝΗ (Άνω) ΣΚΟΤΙΝΑ



ΙΔΙΩΜΑ: Η Σκουτίνα είχι λύκ’ πουλλοί. Στου απάν’ του Χουργιό ιτότι γιννούσαν τέσσιρις λύκσις σι τέσσιρις μιριές. Μια φουλιά ζ Ντούμπα, μια  σ’ τς Κουπρισιές, μια σ’ τ’ Στρουγγλή κι μια στου Γιαβάνου. Στου Γιαβάνου ήταν μια λύκσα, είχι ιφτά κτάβια. Τέτχια κτάβια, μιγάλα. Κι πέρασι ι Κουκράντζ ι Θουμάς. Αυτός είχι γιρά σκλιά, κι ξιπρώντζαν τ’ λύκσα απ’ τ’ φουλιά κι τα ’πνιξαν ούλα τα λυκούλια. ΄Ενα τρύπουσι μέσα σι μια τρύπα κι δε μπόρσαν να του πχιάζν. Πιρνούσα ιγώ μι τα γίδια σιαπάν’ μαζί μι του Μίχου του Γιρμπχαλό. Τ’ Μήτρ’ ντ Γιρμπχαλού τουν αδιρφό. Κι πάηναμι αλάτουρα. Δηλαδή έρχουνταν κουντά σι μένα. Παρέα, μαζί. Αυτό του λυκούλ’ ήταν μέσα, χουμένου. Ι Μίχους πάει τρύπουσι μέσα κι το ’πχιασι του λυκούλ’.  Ιγώ τουν φώναζα:
          -Βρε, φέγα απ’ αυτού, θα ’ρθεί η λύκσα κι  θα σι φάει.
          ΄Οχ’, αυτός πάει μέσα, το ’ πχιασι, έβγαλι του λουρί κι του έδισι του κουταβί κι του ’χι κουντά. Του κατέβασάμι στου χουργιό του βράδ’, στου Γκηψαρά. Γκουτζιάμ κουταβί, Λυκούλ’. Αλλά δεν έφτασι κι σι καναδυό μέρις ψόφσι. Δεν αγλίτουσι. Στιναχουρέθκι.

ΚΟΙΝΗ. Παλιότερα στη Σκοτίνα κυκλοφορούσαν πολλοί λύκοι. Στην Άνω Σκοτίνα γεννούσαν τέσσερις λύκισσες (λύκσες) σε τέσσερα σημεία. Μια λύκισσα είχε φωλιά στην Τούμπα, μια στις Κοπρισιές, μια στη Στρογγλή και μια στο Γιαβάνο. Στο Γιαβάνο ήταν μια λύκισσα, η οποία φύλαγε εφτά λυκόπουλα. Τόσο μεγάλα λυκόπουλα. Και έτυχε να περάσει από εκεί ο Θωμάς Κοκράνης. Αυτός είχε δυνατά σκυλιά που κυνήγησαν και έφυγε η λύκισσα από τη φωλιά της. Πνίξανε όλα τα λυκόπουλο. Ένα γλίτωσε. Μπήκε σε μια τρύπα και δεν μπόρεσαν να το συλλάβουν. Περνούσα εγώ με τα γίδια προς τα πάνω μαζί με τον Μίχο το Γερομιχαλό. Τον αδερφό του Μήτρου Γερομιχαλού. Και βαδίζαμε ο ένας πλάι στον άλλο. Δηλαδή με ακολουθούσε αυτός. Ήμασταν παρέα. Το σωσμένο λυκάκι ήταν χωμένο μέσα στην τρύπα. Ο Μίχος πλησιάζει προς την τρύπα, μπαίνει μέσα στην τρύπα και πιάνει το λυκόπουλο. Εγώ του φώναξα:
          -Βρε, φύγε από εκεί. Υπάρχει κίνδυνος να 'ρθεί η λύκαινα και θα σε φάει.
          Αυτός δε μ' άκουσε. Χώνεται μέσα στην τρύπα, πιάνει το λυκόπουλο, βγάζει τη ζώνη του και μ' αυτή δένει το λυκόπουλο και το έσερνε μαζί του. Το κατεβάσαμε στο χωριό το βράδυ, στη γειτονιά «Κηψαράς». Μεγάλο λυκάκι. Δεν έπαυε όμως να είναι λυκάκι. Αλλά δεν άντεξε, ώσπου σε λίγες μέρες ψόφησε. Δε γλίτωσε. Στενοχωρέθηκε.

2. ΑΚΑΤΝΗ (Κάτω) ΣΚΟΤΙΝΑ
           
ΙΔΙΩΜΑ. Ιδώ σιακάτ, του χειμώνα ήταν δυο λύκ’ παρέα, Γιάν, αμπδούσαν μέσ’ στα μαντριά. Ι ένας πάηνι κι έπιρνι τα σκλιά όξου κι ι άλλους αμπδούσι μέσα κι έπιρνι κατσίκια (*). ΄Επιρνι ένα κατσίκ’, έφιγνι όξου. Ήρθαν κι στου θκό μ’ μια βραδιά. Πήρι χαμπάρ’ του σκλί, σκώθκα ‘γώ, δε μπρόλαβα ν’ αμπδήσου στου μαντρί. Γιρούστσαν τα σκλιά, έκαμαν σιαπέρα, ακριβώς πού έχ’ ι Τρέβλας του χουράφ’  από ’χ’ τα πρόβατα στου Ξηρουκάμ’. Τσακώθκαν ι λύκους μι του σκλί  του θκό μ’. Απάλιβαν δηλαδή. Καμιά φουρά ήρθι ένα σκλί απ’ τα Γιρμπχαλάτκα τα μαντριά, ‘που πάν’,’π’ αυτόν του Γιάν’, του Μπουρανά, που λέμι. Γιρούστσι παναθέ, του μπχιάν’ του λύκου απού δω απ’ του ζβέρκου. Αλλά ούρλιαξι ι λύκους.  Κι πααίν’ απ’ μπάντα του σκλί. Του θκο μ του σκλι του μάτσι, του μάτσι μι τα πουδάργια, του μαδούσι. Κι έφυγαν.
         
ΚΟΙΝΗ. Άλλο ένα περιστατικό, Γιάννη. Εδώ, στην Κάτω Σκοτίνα παρουσιάστηκαν δυο λύκοι μαζί. Ήταν χειμώνας και αυτοί πηδούσαν μέσα στα μαντριά. Ο ένας πήγαινε και ανάγκαζε τα σκυλιά να βγουν έξω από το μαντρί και ο άλλος πηδούσε μέσα και άρπαζε κατσίκια. Άρπαζε ένα κατσίκι, έφευγε έξω. Μια βραδιά ήρθαν και στο δικό μου μαντρί. Πήρε μυρωδιά το σκυλί, σηκώνομαι εγώ από τον ύπνο, αλλά δεν πρόφτασα να πηδήσω στο μαντρί. Ορμούν τα σκυλιά, πάνε προς τα πέρα, ακριβώς εκεί που έχει τα πρόβατα ο Τρέβλας στο χωράφι του στο Ξηροκάμι. Τσακώθηκαν ο λύκος με το δικό μου σκυλί. Παλεύανε μεταξύ τους. Κάποια στιγμή καταφτάνει ένα σκυλί από τα μαντριά των Γερομιχαλαίων, ακριβώς πάνω από το Γιάννη Μπουρανά, που λέμε. Εκείνο ορμάει και πιάνει το λύκο από εδώ το σβέρκο. Αλλά ο λύκος ούρλιαξε. Και το σκυλί πάει από τα πλάγια. Το δικό μου σκυλί το μάδησε (το γρατσούνισε), το μάδησε με τα πόδια. Το πλήγωσε. Ευτυχώς που φύγανε.

ΑΛΛΑ ΘΕΜΑΤΑ

Ο αείμνηστος Θεοχάρης  αναφέρθηκε και σε άλλα θέματα που αφορούν την ιδιωτική του ζωή, όπως:
1. Βοσκός. «Στα δικαπέντι χρόνια ανέλαβα τα γίδια, τζιουμπάνους. Είχαμι καμιά 250 κιφάλια».
2. Σχολείο. «πήγα ντιτάρτ’ τάξ’ (μέχρι την τετάρτη τάξη)  στου δάσκαλου του Μπλέτσιου (Αθανάσιος Βλέτσης). ΄Ηταν κι ι Ηλίας απ’ Μπούρλια (Χατζηχαμπέρης» (δάσκαλος από τους Πόρους).
3. Γάμος. Ο γάμος έγινε το ’41, «ι παπά Γιάντζ (Μπιλιάγκας) μι στιφάνουσι.  Ήμαν 24 χρόνια».
4. Στρατός. Ως στρατιώτης υπηρέτησε α) Θεσσαλονίκη (πριν την Αλβανία), β) Αλβανικό μέτωπο, γ) Εμφύλιο. «Του 1948 ξαναπήγα πίσου (ξανά) φαντάρους. Εθνοφρουρίτς. Κατατάθκαμι ζ Γκατιρίν’ (παρουσιαστήκαμε στην Κατερίνη). Μιτά πήγα στου Λιτόχουρου, του 71 τάγμα πιζικό ήταν στου Λτόχουρου. Διοικητής Διουνύσιους Μπαρμπαρίκους».
5. Εμφύλιος. «Ως ανταρτόπληκτους μας πήγαν α) «στ’ Λιφτουκαρυά ζ’ Τσιάρινα (στην οικογένεια Τσιάρα), β) στου Λιτόχουρου, Πουλύμιρους λέγουνταν».
6. Σπίτι. «Σ’ ν’ απαλνή Σκουτίνα μέναμι στου Συντριβανάτκου του σπίτ’. Ξιχουριστό κι είχι μια σούδα (στενωπός) απ’ τ’ Πλιξίδα. Ι Πλιξίδας του πούλσι στουν Απουστόλ’ Παπαζιώγα».
7. Παπάδες. «Παπάδες ήταν τρεις: Αθανάσιος Οικονόμου, Χρήστος Σακελλάρης, Αθανάσιος Παπαζιώγας».
8. Καταγωγή. «Οι Συντριβαναί ήρθαν απ’ τζ Βέργιας τα μέργια. Απ’ τα Παλατίτσια». Ήταν δυο αδέρφια. Ι ένας ήταν κιχαϊάς κι ι άλλους γιουργός. Ι κιχαϊάς, ψόφσαν τα πρόβατα τ’, ξέρου, ‘γώ, κι έφυγι ξανά. Ι άλλους, ι γιουργός έκατσι ιδώ».
9. Σαραντάμιρα. «Στου Μιτόχ’ (στο μετόχι, σαν μοναστήρι) του σπίτ’ τ’ Μιχαήλ’ Συντριβάν’ έβγηναν σαραντάμιρα (φαντάσματα). Άμα διάβαζι ι παπάς, αυτά έφυγναν» (**).
----------
* δική μου ανάμνηση: Ήταν χιονιάς του 1945. Βοσκούσα τις γίδες στο προσήλιο του Αϊ-Λιά. Στην απέναντι ράχη (πλαγιά του Πρίπουρα) διαδραματίζεται μια φοβερή σκηνή. Πεντέξι λύκοι χώρισαν στα δυο το κοπάδι του μακαρίτη Διονύση Τράντα. Χάζεψα: οι μισοί λύκοι «τρώγονταν» με τα σκυλιά, οι άλλοι μισοί «βαρέσανε» τα γίδια προς το ποτάμι. Σώθηκαν όσα πέσανε στις «μπουλντούκες» (βαθιές μπάρες).
** Ο Θάνος Θ. Συντριβάνης στις 15.7.2002 θα προσθέσει: «…ξικινούσαν οι καλικατζαραί μι τα βγιουλιά, μι τα κλαρίνα, μι τις ουρές κλπ. κι πειράζαν του γκόζμου. Πάηναν σ’ όλα τα σπίτια. Οι γέρ’ ήλιγαν «ήρθαν οι καλικατζαραί κι χάλασαν τα ξύλα». Η μάνα μ’ έλεγε ότι τη νύχτα που δούλευαν στους αργαλειούς,  πήγαιναν αυτοί οι καλικάντζαροι κι έλεγαν: «Νύχτα μιγάλ’ κουκιά μη γκαθαρίζιτι».
----------

Πηνελόπη Γκάρα (1922-2008), σύζυγος 
του Θαοχάρη Συντριβάνη. Η γνωστή ως
Πηλινιώ.


                                                        "Να 'σαν τα νιάτα...".
                                   Το ζεύγος Θεοχάρη και Πηνελόπης Συντριβάνη


                             Το σπιτικό του Θεοχάρη Συντριβάνη στην Κάτω Σκοτίνα 


   


 Το Κάστρο (στο βάθος) παρμένο από τα 
"Συντριβανάτκα".                






 Το σπίτι του Αποστόλη Συντριβάνη του Θεοχάρη. 
Η φωτογραφία είναι παρμένη από το σπίτι 
(μπαλκόνι) του Βασίλη Συντριβάνη του Θεοχάρη.
Καλοκαίρι του 2018.

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Εκκλησίες: και το όνομα αυτού: Καλλίνικος





Α. ΓΕΝΙΚΑ: Οι κάτοικοι της Σκοτίνας Πιερίας για να τιμήσουν τον συγχωριανό τους πατριάρχη Καλλίνικο, αξιοποίησαν τον υπόγειο χώρο του ενοριακού ναού αγίου Γεωργίου και τον αφιέρωσαν  στη μνήμη του αγίου μεγαλομάρτυρα Καλλινίκου. Το γεγονός αυτό είναι αξιοσημείωτο και αξιοσέβαστο. Ο κόσμος τιμά έναν άγιο, νεοφερμένο στο χωριό, τον Καλλίνικο. Οι χρονολογίες που ακολουθούν φαντάζουν ανεξίτηλες.



2013 (29 Ιουλίου): «Αφ εσπέρας» τελούνται τα Θυρανοίξια των ιερών ναών Αγίου Γεωργίου και Καλλινίκου στη Σκοτίνα. Ως ναός του αγίου Καλλινίκου χρησιμοποιείται ο χώρος του υπογείου του αγίου Γεωργίου (*).

2015 (22 Απριλίου): Γίνονται Διπλά εγκαίνια των προαναφερθέντων ναών  από τους  αρχιερείς Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος Γεώργιο και Ελασσόνας Χαρίτωνα.

2018 (29 Ιουλίου). Γίνεται πανηγυρική αρχιερατική θεία Λειτουργία. Συμμετέχουν πολλοί ξένοι προσκυνητές, μεταξύ των οποίων και η πολυμελής εκκλησιαστική χορωδία της ορθόδοξης εκκλησίας της Ουκρανίας.



Β. ΣΗΜΑΣΙΑ: Ο ναός του αγίου Καλλινίκου στη Σκοτίνα αποτελεί σημαντικό γεγονός για τους εξής λόγους: 1) τιμούμε τη μνήμη του αγίου, που η Εκκλησία όρισε να γιορτάζει την 29η Ιουλίου. 2) το όνομα παραπέμπει σε ένα άλλο πρόσωπο, τον Καλλίνικο Πατριάρχη Αλεξανδρείας, που είναι γνήσιο τέκνο της Σκοτίνας. Επομένως η ύπαρξη στη Σκοτίνα του ναού με το όνομα «Άγιος Καλλίνικος» οφείλεται στο πρόσωπο του πατριάρχη Καλλινίκου. 3)  από όσο γνωρίζω, στο νομό Πιερίας δεν υπάρχει ναός που να φέρει το όνομα αυτό και 4) οι επίσημες αρχές της περιοχής θα έχουν λόγο επίσκεψης στο χωριό κατά την εορτάσιμη μέρα του Μάρτυρα.



Γ. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο Άγιος Καλλίνικος, «ο εν Γάγγραις», έζησε και μαρτύρησε στη Μικρά Ασία (Γάγγρα Παφλαγονίας, πιθανόν τον 1ο αιώνα). Καταγότανε από πλούσιους και σπουδαίους γονείς. Ήταν λόγιος και δεινός ρήτορας. Το τέλος του, όμως, εντυπωσιακά οικτρό. Χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα από τη βιογραφία του:

«…Περιερχόμενος ο Καλλίνικος διαφόρους πόλεις και κηρύττων, εστάθμευσεν εις Άγκυραν της εν Μικρασία Γαλατίας και ήρξατο του έργου του μετά πολλής επιτυχίας. Πληροφορηθείς όμως τα γενόμενα ο ηγεμών της πόλεως Σακέρδως, συνέλαβεν αυτόν και υπέβαλεν εις παντοίας βασάνους, ήτοι δαρμούς δια βουνεύρων,(**) ξεσμούς σώματος δια σιδηρών ονύχων και όσας άλλας συνηθίζοντο τότε. Τέλος, ηνάγκασε τον μάρτυρα να βαδίση από Αγκύρας εις Γάγγραν, φέρων εις τους πόδας υποδήματα με ορθούς ήλους (καρφιά). Καθ’ οδόν όμως εδίψησαν οι συνοδεύοντες τον μάρτυρα ιππείς και παρεκάλεσαν αυτόν να τους συγχωρήση και να εξεύρη ύδωρ. Τότε προσευχηθέντος του αγίου, ανέβλυσεν ύδωρ έκ τινος λίθου. Ευγνώμονες οι ευεργετηθέντες ιππείς, έθεσαν επί τινος ίππου τον μάρτυρα και ούτως έφθασαν εις Γάγγραν, ένθα ήναψαν άκοντες και δια την δειλίαν αυτών κάμινον, εις την οποίαν έρριψαν τον Καλλίνικον, ενώ έψαλλε δαβιδικούς ψαλμούς. Το μαρτύριον συνέβη την 29ην Ιουλίου καθ’ ην τελείται και η μνήμη του Καλλινίκου  (Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαιδεία, τ. 7, σελ. 242).



4. ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ. Το απολυτίκιο του Αγίου:




----------

* Υπενθυμίζεται ότι ο ναός του Αγίου Γεωργίου μέχρι το 1952 ήταν μια μικρή εκκλησούλα. Το1952 κατεδαφίστηκε  και κτίστηκε νέος ναός που κράτησε μέχρι το 1999.  Στις 20 Φλεβάρη 1999 έγινε η θεμελίωση του καινούριου τωρινού ναού.

** βούνευρο (το), μαστίγιο για την κατασκευή του οποίου χρησιμοποιείται το δέρμα ή το αυχενικό νεύρο του βοδιού (Μπαμπινιώτης), βούρδουλας.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ



                       Καλλίνικος πατριάρχης Αλεξανδρείας (1800-1889), 
                       ο οποίος "έφερε" στη Σκοτίνα τον Άγιο Καλλίνικο.
                             
  Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Σκοτίνας. Στον υπόγειο χώρο στεγάζεται ο ναός του Αγίου Καλλινίκου. (η φωτογραφία είναι παρμένη από την ανατολική πλευρά του ναού. Στο βάθος δεξιά διακρίνεται ο βράχος της Δουργιανής).


                                      
                                             Η πολυμελής εκκλησιαστική χορωδία 
                                          της ορθόδοξης εκκλησίας της Ουκρανίας

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Αρχαιολογία: Λείβηθρα




Τον Ιούνιο του 1975 ο αείμνηστος δάσκαλος Νίκος Δάμπλιας του Θεοχάρη μου έδωσε δακτυλογραφημένη εργασία του Δημητρίου Νικολάου Δάμπλια ή Δάπλη, στρατιωτικού ιατρού (χειρουργού). Πιθανώς να πρόκειται για τον Δημήτριο που ανήκει στην οικογένεια των Δαμπλαίων με τα παιδιά: Μανόλης, Δημήτριος, Βασίλειος, Γραμματή, Καλή. Ο Δημήτριος υπηρέτησε στη Σάμο ως στρατιωτικός γιατρός. Η εργασία φέρει επιγραφή «η Πιερία» και χρονολογία «Αύγουστος 1908». Από την εργασία αυτή επιλέγω μερικά αποσπάσματα που αναφέρονται στον αρχαιολογικό χώρο των Λειβήθρων.
Γράφει, λοιπόν, ο Δημήτριος Δάμπλιας ή Δάπλης:

«Ο Γάλλος αρχαιολόγος Ηenzey εξέδωκε τω 1860 βιβλίον επιγραφόμενον Le mont Olympe…» (το βουνό Όλυμπος). Ούτος περιήλθεν και διήλθεν κατά σπιθαμήν, δυνάμεθα να είπωμεν, τον 'Ολυμπον και πάντας τους περί τον 'Ολυμπον τόπους προς έρευναν και περιγραφήν ιδίως των σωζομένων αρχαιοτήτων. Ασφαλέστερον οδηγόν δεν ηδυνάμην να εύρω. Εξ αυτού, λοιπόν,  ηρανίσθην τας περιγραφάς των κυριωτάτων σημείων της κάτω Πιερίας.
Η αρχαία Πιερία, μέρος ούσα της Μακεδονίας, εξετείνετο από των εκβολών του Πηνειού μέχρι Αλιάκμονος. Πρώτη πόλις αυτής ήτο η Φίλα, όπου νυν ο Πυργετός και ακριβέστερον, κατά την εγγύς τούτου θέσιν Βουρού-βαρί. Βορειότερον έκειτο το Ηράκλειον, όπου νυν ο Πλαταμών. Μίαν δε περίπου ώραν προς β. του Πλαταμώνος είναι η Ζιλιάνα, ποτάμιον ευρύστομον. Μέχρι τούτου η ακτή είναι χαμηλή. Τουντεύθεν υψούται το έδαφος αποτόμως και γίνεται επικλινές από των ποδών του Ολύμπου μέχρι της θαλάσσης. Εκεί, όπου η βραχώδης αύτη κλιτύς συνάπτεται προς τον 'Ολυμπον, κείται το χωρίον Λεπτοκαρυά, εις απόστασίν τινα από της αριστεράς όχθης της Ζιλιάνας.
       Από του σημείου τούτου η όψις του Ολύμπου είναι καταπληκτική και μεγαλοπρεπής. Παρατηρούμεν εις το αυτό μέρος διανοιγομένας τέσσαρας στενάς φάραγγας εισχωρούσας βαθέως εις τα πλευρά του όρους. Δι’ αυτών εκχέονται τέσσαρες χείμαρροι, οίτινες ενούμενοι αποτελούσι την Ζιλιάναν. Αι δύο πρώται εξ αυτών κατέρχονται εκ του όρους προς β. του χωρίου Σκοτίνα, κεχωρισμέναι των άλλων υπό μεγάλου βράχου κατά κορυφήν τετμημένου, όστις ορθούται μεταξύ αυτών ως μεσότοιχον και καλείται Καραβίδα ή Δουργιανή. Η τρίτη είναι το στενόν της μονής των Κανάλων, δι ου κατέρχονται τα ύδατα της πεδιάδος της Καρυάς, η δε τετάρτη κατεβαίνει έκ τινος άλλου μικρού οροπεδίου, το οποίον καλείται Μπεκλέση. Η ονομασία αύτη έχει καταπληκτικήν αναλογίαν προς όνομα περίφημον εν τη αρχαία Γεωγραφία του τόπου, του των Λειβήθρων. Η δε συμφωνία των ονομάτων τούτων είναι γεγονός αξιοσημείωτον. Ο Τίτος Λίβιος, ίνα ορίση ακριβώς το μέρος, όπου κατέβη η στρατιά του Ρωμαίου υπάτου Φιλίππου, η κατά του Περσέως 

βαδίζουσα, λέγει ότι η κατάβασις εγένετο μεταξύ Ηρακλείου και Λειβήθρων. Σημειωτέον δε ότι οι Ρωμαίοι κατερχόμενοι των κλιτύων του κάτω Ολύμπου ώφειλον πάντοτε να οδεύωσιν εντεύθεν των στενών των Καναλίων, άτινα ήσαν εμπόδιον ανυπέρβλητον. Ο δε Στράβων λέγει ότι τα Λείβηθρα έκειντο πλησίον της Πιμπλείας κώμης της πόλεως Δίου. Αι δύο αύται μαρτυρίαι καταδεικνύουσι σαφώς ότι τα Λείβηθρα έκειντο μεταξύ Ηρακλείου και Δίου. Τα
Λείβηθρα είς των ιερών τόπων της Πιερίας και το μέγα ιερόν των πιερίδων μουσών. Ο Παυσανίας αληθώς διηγείται ημίν πώς η πόλις αύτη κατεστράφη υπό του Ζυός, χειμάρρου του Ολύμπου. Αλλά και η διήγησις αύτη είναι μυθική, ουδόλως ορίζουσα τον χρόνον του συμβάντος. Επίσης κατά τους χρόνους του Περσέως ή του Αλεξάνδρου ευρίσκομεν κατά τύχην εν τοις ιστορικοίς το όνομα των Λειβήθρων. Τοιαύτη είναι και η Ζιλιάνα και επειδή αι όχθαι αυτής δεν είναι ισοϋψείς, εκχυλίζει μανιωδώς επί της δεξιάς όχθης, η οποία είναι χαμηλοτέρα. Δια τον λόγον τούτον οφείλομεν να τοποθετήσωμεν τα Λείβηθρα επί ταύτης μάλλον ή (και όχι) προς το μέρος της Λεπτοκαρυάς, ήτις κείται επί της υψηλοτέρας (αριστεράς) όχθης και εκτός παντός κινδύνου»*.
----------
* Σε σχετικό διαφημιστικό φυλλάδιο του καφενείου «Λείβηθρα» (παλιά Λεπτοκαρυά 2001) αναφέρεται: «Στους πρόποδες του θεοκατοίκητου Ολύμπου τοποθετούνται ιστορικά και αρχαιολογικά τα Αρχαία Λείβηθρα, ο τόπος της ταφής του Μυθικού Ορφέα. Η καταστροφή της αρχικής πολίχνης  των Λειβήθρων έγινε όταν ο χείμαρρος Συς, που πήγαζε από τον ΄Ολυμπο, ξεχείλισε και γκρέμισε τα τείχη, τους ναούς και τα σπίτια των Λειβήθρων. Ο χρησμός έλεγε, ότι αν ο ήλιος έβλεπε τα οστά του Ορφέα, η πόλις θα καταστρέφονταν από τον Συν. (Συς=άγριογούρουνο).  Τελικά η καταστροφή δεν είχε μορφή τέρατος, αλλά μορφή φυσικής θεομηνίας. Ο τάφος και τα οστά του Ορφέα τότε μεταφέρθηκαν σε άλλο σημείο στους πρόποδες του Ολύμπου.

----------
Σημείωση. Από τον Άγιο Νικόλαο μέχρι Ζλιάνα εκτείνεται η πόλη των Λειβήθρων (σήμερα η περιοχή ονομάζεται «Αλώνια». Προπολεμικά τα Καλύβια Σκοτίνας φέρανε την  ονομασία. "Λείβηθρα". Οι παλιότεροι κάτοικοι θυμούνται πως στα σχολικά τους τετράδια γράφανε «εν Λείβηθρα».

 

       ΤΑ "ΑΛΩΝΙΑ" ΤΗΣ ΣΚΟΤΙΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΖΛΙΑΝΑ

  "αι όχθαι αυτής (της Ζλιάνας) δεν είναι ισοϋψείς, εκχυλίζει 
  μανιωδώς επί της δεξιάς όχθης, η οποία είναι χαμηλοτέρα".
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                    Φαράγγια της Ζλιάνας

 
                    Ο λάκκος της Τούμπας ενώνεται με τον λάκκο της Δουργιανής. 
                    Αυτοί οι δυο λάκκοι παρακάτω ενώνονται με τον λάκκο «Σιουλνάρια» 
                    και μαζί χύνονται στη Ζλιάνα. Ο λάκκος της Μπεκλέση (οι ντόπιοι 
                    λένε Μπιχτέσ’), ενώνεται με το χείμαρρο «Κανάλια» για να 
                    καταλήξουν μαζί στη Ζλιάνα. 
       


      

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Κατοχή: Γιώργος Οικονόμου




          Ο Γιώργος Οικονόμου «τ’ παπά Λιουνίδα» μου δίνει συνέντευξη (17 Νοέμβρη 1981) στο σπίτι του στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης. Παραθέτω αυτούσια μερικές ενθυμήσεις του  από τα χρόνια της Κατοχής στην Άνω Σκοτίνα Πιερίας:

1. ΣΚΟΤΙΝΑ, τιφεκισμός παρά τρίχα

ΙΔΙΩΜΑ: Πηγαίνου ιγώ κα του Συντριβάν’ του σπίτ’, τραβώ κατά πέρα, γυρίζουμι κα του Ντημουπλιάτκου. Ήταν πολύς κόσμος ψηλά. Πήγαμι μι του Γιρμανό σιακεί. Αυτός μ’ απαράτσι ιμένα κι πήγι ζ μπόρτα κάτω κι αρχίντζι να χτυπάει. Απού πάν’ τα παράθυρα. Μόλις τουν είδαν κόζμους, τραβήθκαν μέσα απού τα παράθυρα για να μη φαίνουνται. Χτυπάει, χτυπάει, πού να σπάσ’ η πόρτα. Είχι στυλώματα. Όχ’ κλουτσιές, αλλά κι κανόν’ να έβαζις’ δε θα ντ’ γκριμούσι. Αφού είδι τα ζόρια, που δεν ανοίγ’, γύρσι κατά κάτ’. Ιγώ γυρίζω κι πάω προς το Τσιουρβάτκο το σπίτ’. Κι τουν παρακολουθώ τώρα τι κάν’. Αυτός δε μι πήρι χαμπάρ’ ιμένα πο ’φυγα. Γιατί χτυπούσι την πόρτα. Τώρα τουν βλέπω εγώ μι του πιστόλ’ να πααίν’ σιαπέρα. Κάθιτι στη βρύσ’. Στου Χασαπλιό. Ικείν’ ν’ ώρα η Καλούδα τ’ Αγγέλ’ έπιρνι νιρό. Απ’ τα νεύρα τ’  ι Γιρμανός γκάν’ μια φουρά "ου. . . ". Τρόμαξι η γυναίκα. Ιγώ από μακριά τον παρακολουθώ πού θα πααίν’. Ανέφκι στα Παπαχριστάθκα. Κι ’κεί τα ίδια. Πόρτες, αμπάρες. Πού να σπάσουν. 

Κάν’ προς τα κει’ δε ντουν ανοίγουν. Κάν’ προς τα Γκριμουράτκα, βρήκι κάτ’  κουτούλια, κότις. Κι άρχισι να ρίχν’ μι του πιστόλ’. Ιγώ έφυγα ’που κει, πάου στου σπίτ’. Μιτά φουβούμαν να βγω όξου. Ήθιλα να φύγου. Αυτοί άφσαν τα πολυβόλα ικεί όξου ’π’ του σπίτι μ’. Φουβόμαν μήπους μι δει. Ήθιλι να μι τφικίσ’ ικεί στου Μπλάτανου.

ΚΟΙΝΗ: Ξεκινάω με κατεύθυνση το σπίτι του Συντριβάνη, ύστερα τραβάω προς τα πέρα και στη συνέχεια, μαζί με το Γερμανό, επιστρέφουμε προς το σπίτι το ψηλό της Ντημόπλινας, του Πλεξίδα, που λέμε. Πάνω στο σπίτι πολύς κόσμος. Παρέα με μένα ο Γερμανός. Για μια στιγμή ο Γερμανός  αφήνει εμένα ελεύθερο. Κατευθύνεται προς την πόρτα του ψηλού σπιτιού κι αρχίζει να χτυπάει επίμονα την πόρτα. Πάνω από αυτόν ήταν τα ψηλά παράθυρα του μπαλκονιού. Μόλις αντίκρισαν τον Γερμανό ο κόσμος, απομακρύνονται από τα παράθυρα για να μη δίνουν στόχο. Εξακολουθεί να χτυπάει και να ξαναχτυπάει την πόρτα. Επιδίωκε να τη σπάσει. Αλλά πού να σπάσει τέτοια πόρτα, η οποία από μέσα είχε γερά στηρίγματα. Όχι κλωτσιές, αλλά και κανόνι να χρησιμοποιούσες, η πόρτα δε θα χαλούσε. Γερή πόρτα. Αφού διαπίστωσε ότι δεν ανοίγει, έφυγε προς τα κάτω. Εγώ πάω προς το σπίτι του Τσιούρβα-Καρκαφίρη. Καθώς πήγαινα προς το σπίτι αυτό, παρακολουθούσα το Γερμανό για τις περαιτέρω ενέργειές του. Να σημειώσω, ότι αυτός εμένα δεν με αντιλήφθηκε που έφυγα από κοντά του, γιατί επέμενε να χτυπάει την πόρτα της Ντημόπλινας. Τώρα τον βλέπω να τρέχει προς τα πέρα κρατώντας το πιστόλι στο χέρι. Σταματάει στη βρύση, στο Χασαπλιό. Έτυχε εκείνη την ώρα η Καλούδα του Αγγέλη να παίρνει νερό από τη βρύση. Από τα νεύρα του ο Γερμανός την κάνει «ουουου...». Τρόμαξε η γυναίκα. Εγώ από μακριά παρακολουθώ πού θα πηγαίνει. Ανηφόρισε προς το σπίτι του Παπαχρίστου-Σακελλάρη. Κι εκεί συμπεριφέρθηκε κατά τον ίδιο τρόπο. Χτυπούσε πόρτες, αμπάρες. Αλλά πού να σπάσουν!
Κάνει, λοιπόν, προς τα εκεί, δεν τον ανοίγουν. Αναγκάζεται να πάει προς τα μέρη του Γκριμούρα. Συναντάει κάτι πουλάκια, μικρές κότες. Άρχισε να ρίχνει πιστολιές. Τρέχω εγώ, φεύγω απ, εκεί, πάω στο σπίτι μου. Μετά, όμως, κλείστηκα μέσα. φοβόμουνα να βγω έξω. Μέσα μου δημιουργήθηκε το συναίσθημα ότι έπρεπε να φύγω από το σπίτι. Παρατηρώ, στη συνέχεια, ότι οι Γερμανοί άφησαν τα οπλοπολυβόλα έξω από το σπίτι. Έτρεμα μήπως με δει ο Γερμανός. Δεν αποκλείεται ο ίδιος να έφυγε, αλλά εγώ φοβόμουνα, δεν είχα εμπιστοσύνη σε τίποτα. Αυτός ο γερμανός είχε σκοπό να με τουφεκίσει μέσα στην πλατεία.

2. ΚΑΣΤΡΟ, τα λάφυρα

ΙΔΙΩΜΑ: Όταν ήρθαν οι Γιρμανοί, ιγώ ήμαν στου Κάστριου. Πότι πχιάσκαν οι Γιρμανοί μι τς, Ιγγλέζ’. Τη μέρα ικείν’ ιγώ πήγα στου Κάστριου μι κατ’ άλλ’ Σκουτνιώτ’. Κι μας σταμάτσαν οι Ιγγλέζ’. Έγλιπαν τζ Γιρμανοί που 'ρχονταν απ’ του Βακούφκου. 
-Πίσου. Σήμιρα δεν έχ’  να πιράστι.
Μας σταμάτσαν ικεί. Μας δίν’ ντουμάν’. Δεν προλάβαμε να πάμι στου Κάστρου.
Αυτοί πχιάσκαν. Οι Γιρμανοί είχαν φτάσ’ στου Λιφτουκαρίτκου. Πρώτα έβαλαν οι Ιγγλέζ’ απ’ του Κάστριου μόλις οι Γιρμανοί πάτσαν του Ξηρουκάμ’. Έβαλαν οι Ιγγλέζ’ πρώτα κι γιρούστσαν μι τα αεροπλάνα οι Γιρμανοί. Γίνουνταν χαμός. Ήμασταν μι του Γιώρ’ του Συντριβάν’. Μέσ’ στα στιάργια γυρίζαμι κι απού παναθέ μας έριχναν οβίδις. Αλλά δε μας πήραν (οι σφαίρις).
Απ’ του Κάστριου για λάφυρου πήρα ένα πατόφκιαρου, του’ χαμι στου μαντρί. Η Συντριβάντζ πήρι ένα βαρέλ’ μι πετρέλαιο. Άλλ’ φουρά πήραμι συρματοπλέγματα, σφαίρες κι άλλα.

ΚΟΙΝΗ: Όταν ήρθαν οι Γερμανοί (1941) στα μέρη μας, εγώ βρισκόμουνα στην περιοχή του Κάστρου (του Πλαταμώνα). Ακριβώς ήταν η εποχή που πιάστηκαν οι Εγγλέζοι (Νεοζηλανδοί) με τους Γερμανούς. Την ίδια μέρα εγώ με μια άλλη παρέα Σκοτινιωτών ξεκίνησα να πάω στο Κάστρο για λάφυρα. Και οι Εγγλέζοι μας σταμάτησαν, δεν μας επέτρεψαν να πλησιάσουμε. Βλέπανε αυτοί τους Γερμανούς που καταφτάνανε από το βακούφικο κτήμα (εκκλησιαστικό κτήμα της Παναγίας, στη φτέρη, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή).
-Πίσω, σήμερα δεν επιτρέπεται να περάσετε.
Μας σταμάτησαν, λοιπόν, εκεί. Μας δίνουν δρόμο (δρόμο επιστροφής, δεν προλάβαμε να πάμε στο Κάστρο.
Μεταξύ τους, Γερμανοί και Εγκλέζοι, πιάστηκαν σε μάχη. Ήδη οι Γερμανοί προχώρησαν. Είχαν φτάσει στο έδαφος της Λεπτοκαρυάς. Μόλις φτάσανε στο Ξηροκάμι, οι Εγκλέζοι βάλανε πυρ. Πρώτοι πυροβόλησαν οι Εγκλέζοι και οι Γερμανοί ορμήσανε με τα αεροπλάνα. Γινότανε πανδαιμόνιο. Συντροφιά είχα τον Γιώργο Συντριβάνη. Περπατούσαμε μέσα στα σιτάρια (στάχυα) και οι οβίδες πέφτανε φωτιά.  Ευτυχώς που οι σφαίρες δε μας πέτυχαν.  
          Από το Κάστρο για λάφυρο πήρα ένα πατόφτυαρο, το οποίο κρατήσαμε στο μαντρί. Ο Συντριβάνης πήρε ένα βαρέλι με πετρέλαιο. Άλλη φορά πήραμε συρματοπλέγματα, σφαίρες και άλλα.

4. ΜΥΔΡΑΛΙΑ, στο χωριό

ΙΔΙΩΜΑ: (Οι Γερμανοί) το Μάη μήνα  στούσαν τα μυδράλια. Ιγώ ήμαν στα Μαγγούρια κι στ’ Στρουγγλή. Ι μακαρίτς ι Κουκουλιάρας τς έβγαλι σιαπάν’ (Άνω Σκοτίνα) απού του λάκκου Βαϊνά. Βγήκαν σ’ τς Μόρφους, σ’ ν' Αζβισταριά κι γύρσαν μέσ’ στου χουργιό. Πήγιναν κι έκαναν έρευνες. Είχαν μαζί τς Λιφτουκαρίτις. Η μάνα μ’ γνώρισε έναν  απ’ αυτούς. Ντυμένουν στα γιρμανικά: Πήγινι να χαλάσ’ ένα μπαούλο. Δεν είχαμι τα κλειδιά να τ’ ανοίξ’. Κι πήγινι να του χαλάσ’ ο Γερμανός. Ικείνους λέει στον Έλληνα: «Ισύ ξέρς, μην το χαλάς. Άγξτο ισύ».
          Ύστιρα απού δυο μέρις, ικεί στου Ντρανό του μπλάτανου, είχαν σκουτώσ’ κάτ’ άλουγα. Αυτά μι λέ’ ι Γιώρς ι Συντριβάντζ’. Τουν είπα ιγώ για τς σέλις. 


ΚΟΙΝΗ: Το Μάη μήνα (1941) οι Γερμανοί στήνανε τα μυδράλια στο χωριό. Εγώ απουσίαζα. Το λημέρι μου ήταν από Μαγγούρια μέχρι Στρογγλή. Ο μακαρίτης ο Κουκουλιάρας τους έδειξε το δρόμο για την Άνω Σκοτίνα. Τους οδήγησε από το λάκκο του Βαϊνά (Καμίνια και πάνω). Από το λάκκο βγήκαν στην τοποθεσία «Μόρφους», από ‘κεί στην Ασβεσταριά και στη συνέχεια από τα πλάγια μπαίνουν στο χωριό. Στο χωριό άρχισαν να κάνουν έρευνες στα σπίτια. Για διευκόλυνση είχαν μαζί τους Λεπτοκαρίτες. Η μάνα μου γνώρισε έναν απ’ αυτούς. Ήταν ντυμένος στα γερμανικά. Αυτός προσπαθούσε να ανοίξει ένα μπαούλο. Δεν τα κατάφερνε και ο Γερμανός πήγαινε να το χαλάσει. Δεν είχαμε κλειδιά για να τ’ ανοίξει. Στην προσπάθεια να το ανοίξει, λέει ο Γερμανός στον έλληνα: «Εσύ ξέρεις από αυτά. Μην χαλάς το μπαούλο. Άνοιξέ το εσύ».
          Ύστερα από δύο μέρες, εκεί στον Τρανό τον πλάτανο αυτοί σκοτώσανε μερικά άλογα. Αυτά τα πληροφορήθηκα από το Γιώργο Συντριβάνη. Αυτός, φαίνεται, έψαξε και βρήκε τα άλογα σκοτωμένα, γιατί εγώ του είχα πει, πως εκεί βρίσκονται πεταμένες οι σέλες από τα άλογα.

2. ΜΑΥΡΟΝΕΡΙ, το πέρασα «γκαϊγκούσ’»

ΙΔΙΩΜΑ: Στου Μαυρουνέρ’ του βράδ’ χτυπούσαν οι Γιρμανοί κι μπήκαμι απού μέσ’ τ’ θάλασσα. Του Μαυρουνέρ’ είχι νιρό. Κι μι λέ’ ι Θανά ’ης ι  Μπαρμπάκας, απ’ τη Λεπτοκαρυά, «να μη βραχείς κι συ, ανέβα σι μένα να πιράσουμι του πουτάμ’». Παλικάρ’ πιδί. Μι πήρι γκαϊγκούσ’ κι μι πέρασι απού κείν’ τ’ μιριά. (Μ’ αυτόν ήμουνα στη μεγάλ’ μάχ’ του Κούκου. Σκουτώθκι δίπλα μ’). Πέρασάμι απ’ ν’ άκρια’ π’ τ’ θάλασσα. Κλείσκαμι ‘που κάτ’ ιμείς. Μι του μπασιά πχιάσαμι έναν Γιρμανό σκουπόν απ’ του ιπάνου μέρους. Ιμείς ήμασταν στου κάτου μέρους. Κόβαμι τα σύρματα, αλλά μας πλάκουσαν οι Γιρμανοί. Μια ‘μαξουστoιχία θουρακιζμέν’ μι κάτ’ τέτχις σφαίρις, ποφ, ποφ, ποφ. Ιμείς γυρίσαμι του γκατήφουρου κα τ’ ν’ άκρια τουν άμμου να κρυφτούμι. Θα μας πχιάναν στου  Σταθμό. 

ΚΟΙΝΗ: Οι Γερμανοί χτυπούσαν με σκοπό να καταλάβουν την περιοχή του Μαυρονερίου. Εμείς βρήκαμε τρόπο να ζυγώσουμε το Μαυρονέρι. Σκεφτήκαμε να μπούμε στο ποτάμι από την πλευρά της θάλασσας. Το Μαυρονέρι ήταν γεμάτο νερό. Και μου λέει ο σύντροφός μου Θανάσης Μπαρμπάκας, από τη Λεπτοκαρυά: «Για να μη βραχείς κι εσύ ανέβα στις πλάτες μου για να περάσουμε το ποτάμι». Παλικάρι παιδί. Με πήρε στις πλάτες του και με πέρασε από την αντίπερα όχθη του ποταμού. (Μαζί ήμασταν στη μεγάλη μάχη του Κούκου. Σκοτώθηκε δίπλα μου). Τελικά περάσαμε από την ακρογιαλιά. Αποκλειστήκαμε στην κάτω πλευρά. Με τον πασιά, δηλαδή τον Γιάννη Τσινιάνη, πιάσαμε τον Γερμανό σκοπό, που φύλαγε την επάνω πλευρά. Εμείς βρισκόμασταν στο κάτω μέρος. Κόβαμε τα συρματοπλέγματα. Αλλά πρόλαβαν οι Γερμανοί και μας πλακώνουν στα γρήγορα. Καταφτάνει μια αμαξοστοιχία, η οποία ήταν πλήρως εξοπλισμένη με κάτι τέτοιες σφαίρες· ποφ, ποφ, ποφ. Αναγκαστικά εμείς πιάνουμε την κατηφόρα και προσπαθούμε να κρυφτούμε κοντά στην αμμουδιά. Οι Γερμανοί σκόπευαν να μας συλλάβουν στον σιδηροδρομικό σταθμό.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

Η Καλούδα Αγγέλη πήγε στον Χασαπλιό να πάρει νερό. Οι Γερμανοί την τρομάξανε. Πού να ξέρανε πως αυτή η μαυροφορούσα θρηνούσε τον λατρευτό της άντρα Τάσο Οικονόμου. Πριν λίγο καιρό η Καλούδα έλαβε γράμμα με μαύρη κορδέλα. Το μήνυμα ερχότανε από την Αλβανία και έλεγε ότι ο Τάσος σκοτώθηκε. Ο Τάσος ήταν ο πρώτος αδερφός της οικογένειας του παπά Λεωνίδα (1880-1947). Όλα τα παιδιά ήταν: 1. Τάσος, 2. Διονύσης, 3. Γιώργος,  4. Αφροδίτη, 5. Δημητράκης, 6. Ελένη, 7. Θανάσης, 8. Παναγιώτης



 





Η Ντημόπλινα ήταν κόρη του Ποτιού Πλεξίδα 
και είχε άντρα τον Γιώργο Οικονόμου, αδερφό 
του παπά Λεωνίδα.



                   Μπροστά μας το "Οικονομάτκο" στη "Βασίλα" της Κάτω Σκοτίνας,
             (τα σπίτια των αδερφών Οικονόμου). Το πρώτο του Γιώργου Οικονόμου. 
          Στα δεξιά, ανάμεσα στις πελώριες καστανιάς, κρύβεται η βρύση "Νταλίγκα". 
    Στο βάθος πέρα φαντάζει το Κάστρο του Πλαταμώνα και η θάλασσα του Θερμαϊκού.
                    Η φωτογραφία τραβήχτηκε από το Καλιαμπέικο ("Βασίλα").


                                Το σπίτι του Γιώργου Οικονόμου στην Κάτω Σκοτίνα 
                              ("Νταλίγκα"), όπως φαίνεται από την μπροστινή πλευρά

  

Ο ιστορικός Πλάτανος με την καμπάνα. Διακρίνεται η "κφάλα" (κουφάλα, όπου παίζανε τα πιτσιρίκια του χωριού. Στη 10ετία του '40 ο Θανάσης Οικονόμου του παπά Λεωνίδα (μετέπειτα εφημέριος στον Κολινδρό Πιερίας) κανόνιζε πότε η καμπάνα θα βαράει λυπητερά και πότε χαρμόσυνα.