Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Αρχαιολογία: Λείβηθρα




Τον Ιούνιο του 1975 ο αείμνηστος δάσκαλος Νίκος Δάμπλιας του Θεοχάρη μου έδωσε δακτυλογραφημένη εργασία του Δημητρίου Νικολάου Δάμπλια ή Δάπλη, στρατιωτικού ιατρού (χειρουργού). Πιθανώς να πρόκειται για τον Δημήτριο που ανήκει στην οικογένεια των Δαμπλαίων με τα παιδιά: Μανόλης, Δημήτριος, Βασίλειος, Γραμματή, Καλή. Ο Δημήτριος υπηρέτησε στη Σάμο ως στρατιωτικός γιατρός. Η εργασία φέρει επιγραφή «η Πιερία» και χρονολογία «Αύγουστος 1908». Από την εργασία αυτή επιλέγω μερικά αποσπάσματα που αναφέρονται στον αρχαιολογικό χώρο των Λειβήθρων.
Γράφει, λοιπόν, ο Δημήτριος Δάμπλιας ή Δάπλης:

«Ο Γάλλος αρχαιολόγος Ηenzey εξέδωκε τω 1860 βιβλίον επιγραφόμενον Le mont Olympe…» (το βουνό Όλυμπος). Ούτος περιήλθεν και διήλθεν κατά σπιθαμήν, δυνάμεθα να είπωμεν, τον 'Ολυμπον και πάντας τους περί τον 'Ολυμπον τόπους προς έρευναν και περιγραφήν ιδίως των σωζομένων αρχαιοτήτων. Ασφαλέστερον οδηγόν δεν ηδυνάμην να εύρω. Εξ αυτού, λοιπόν,  ηρανίσθην τας περιγραφάς των κυριωτάτων σημείων της κάτω Πιερίας.
Η αρχαία Πιερία, μέρος ούσα της Μακεδονίας, εξετείνετο από των εκβολών του Πηνειού μέχρι Αλιάκμονος. Πρώτη πόλις αυτής ήτο η Φίλα, όπου νυν ο Πυργετός και ακριβέστερον, κατά την εγγύς τούτου θέσιν Βουρού-βαρί. Βορειότερον έκειτο το Ηράκλειον, όπου νυν ο Πλαταμών. Μίαν δε περίπου ώραν προς β. του Πλαταμώνος είναι η Ζιλιάνα, ποτάμιον ευρύστομον. Μέχρι τούτου η ακτή είναι χαμηλή. Τουντεύθεν υψούται το έδαφος αποτόμως και γίνεται επικλινές από των ποδών του Ολύμπου μέχρι της θαλάσσης. Εκεί, όπου η βραχώδης αύτη κλιτύς συνάπτεται προς τον 'Ολυμπον, κείται το χωρίον Λεπτοκαρυά, εις απόστασίν τινα από της αριστεράς όχθης της Ζιλιάνας.
       Από του σημείου τούτου η όψις του Ολύμπου είναι καταπληκτική και μεγαλοπρεπής. Παρατηρούμεν εις το αυτό μέρος διανοιγομένας τέσσαρας στενάς φάραγγας εισχωρούσας βαθέως εις τα πλευρά του όρους. Δι’ αυτών εκχέονται τέσσαρες χείμαρροι, οίτινες ενούμενοι αποτελούσι την Ζιλιάναν. Αι δύο πρώται εξ αυτών κατέρχονται εκ του όρους προς β. του χωρίου Σκοτίνα, κεχωρισμέναι των άλλων υπό μεγάλου βράχου κατά κορυφήν τετμημένου, όστις ορθούται μεταξύ αυτών ως μεσότοιχον και καλείται Καραβίδα ή Δουργιανή. Η τρίτη είναι το στενόν της μονής των Κανάλων, δι ου κατέρχονται τα ύδατα της πεδιάδος της Καρυάς, η δε τετάρτη κατεβαίνει έκ τινος άλλου μικρού οροπεδίου, το οποίον καλείται Μπεκλέση. Η ονομασία αύτη έχει καταπληκτικήν αναλογίαν προς όνομα περίφημον εν τη αρχαία Γεωγραφία του τόπου, του των Λειβήθρων. Η δε συμφωνία των ονομάτων τούτων είναι γεγονός αξιοσημείωτον. Ο Τίτος Λίβιος, ίνα ορίση ακριβώς το μέρος, όπου κατέβη η στρατιά του Ρωμαίου υπάτου Φιλίππου, η κατά του Περσέως 

βαδίζουσα, λέγει ότι η κατάβασις εγένετο μεταξύ Ηρακλείου και Λειβήθρων. Σημειωτέον δε ότι οι Ρωμαίοι κατερχόμενοι των κλιτύων του κάτω Ολύμπου ώφειλον πάντοτε να οδεύωσιν εντεύθεν των στενών των Καναλίων, άτινα ήσαν εμπόδιον ανυπέρβλητον. Ο δε Στράβων λέγει ότι τα Λείβηθρα έκειντο πλησίον της Πιμπλείας κώμης της πόλεως Δίου. Αι δύο αύται μαρτυρίαι καταδεικνύουσι σαφώς ότι τα Λείβηθρα έκειντο μεταξύ Ηρακλείου και Δίου. Τα
Λείβηθρα είς των ιερών τόπων της Πιερίας και το μέγα ιερόν των πιερίδων μουσών. Ο Παυσανίας αληθώς διηγείται ημίν πώς η πόλις αύτη κατεστράφη υπό του Ζυός, χειμάρρου του Ολύμπου. Αλλά και η διήγησις αύτη είναι μυθική, ουδόλως ορίζουσα τον χρόνον του συμβάντος. Επίσης κατά τους χρόνους του Περσέως ή του Αλεξάνδρου ευρίσκομεν κατά τύχην εν τοις ιστορικοίς το όνομα των Λειβήθρων. Τοιαύτη είναι και η Ζιλιάνα και επειδή αι όχθαι αυτής δεν είναι ισοϋψείς, εκχυλίζει μανιωδώς επί της δεξιάς όχθης, η οποία είναι χαμηλοτέρα. Δια τον λόγον τούτον οφείλομεν να τοποθετήσωμεν τα Λείβηθρα επί ταύτης μάλλον ή (και όχι) προς το μέρος της Λεπτοκαρυάς, ήτις κείται επί της υψηλοτέρας (αριστεράς) όχθης και εκτός παντός κινδύνου»*.
----------
* Σε σχετικό διαφημιστικό φυλλάδιο του καφενείου «Λείβηθρα» (παλιά Λεπτοκαρυά 2001) αναφέρεται: «Στους πρόποδες του θεοκατοίκητου Ολύμπου τοποθετούνται ιστορικά και αρχαιολογικά τα Αρχαία Λείβηθρα, ο τόπος της ταφής του Μυθικού Ορφέα. Η καταστροφή της αρχικής πολίχνης  των Λειβήθρων έγινε όταν ο χείμαρρος Συς, που πήγαζε από τον ΄Ολυμπο, ξεχείλισε και γκρέμισε τα τείχη, τους ναούς και τα σπίτια των Λειβήθρων. Ο χρησμός έλεγε, ότι αν ο ήλιος έβλεπε τα οστά του Ορφέα, η πόλις θα καταστρέφονταν από τον Συν. (Συς=άγριογούρουνο).  Τελικά η καταστροφή δεν είχε μορφή τέρατος, αλλά μορφή φυσικής θεομηνίας. Ο τάφος και τα οστά του Ορφέα τότε μεταφέρθηκαν σε άλλο σημείο στους πρόποδες του Ολύμπου.

----------
Σημείωση. Από τον Άγιο Νικόλαο μέχρι Ζλιάνα εκτείνεται η πόλη των Λειβήθρων (σήμερα η περιοχή ονομάζεται «Αλώνια». Προπολεμικά τα Καλύβια Σκοτίνας φέρανε την  ονομασία. "Λείβηθρα". Οι παλιότεροι κάτοικοι θυμούνται πως στα σχολικά τους τετράδια γράφανε «εν Λείβηθρα».

 

       ΤΑ "ΑΛΩΝΙΑ" ΤΗΣ ΣΚΟΤΙΝΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗ ΖΛΙΑΝΑ

  "αι όχθαι αυτής (της Ζλιάνας) δεν είναι ισοϋψείς, εκχυλίζει 
  μανιωδώς επί της δεξιάς όχθης, η οποία είναι χαμηλοτέρα".
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                    Φαράγγια της Ζλιάνας

 
                    Ο λάκκος της Τούμπας ενώνεται με τον λάκκο της Δουργιανής. 
                    Αυτοί οι δυο λάκκοι παρακάτω ενώνονται με τον λάκκο «Σιουλνάρια» 
                    και μαζί χύνονται στη Ζλιάνα. Ο λάκκος της Μπεκλέση (οι ντόπιοι 
                    λένε Μπιχτέσ’), ενώνεται με το χείμαρρο «Κανάλια» για να 
                    καταλήξουν μαζί στη Ζλιάνα. 
       


      

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Κατοχή: Γιώργος Οικονόμου




          Ο Γιώργος Οικονόμου «τ’ παπά Λιουνίδα» μου δίνει συνέντευξη (17 Νοέμβρη 1981) στο σπίτι του στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης. Παραθέτω αυτούσια μερικές ενθυμήσεις του  από τα χρόνια της Κατοχής στην Άνω Σκοτίνα Πιερίας:

1. ΣΚΟΤΙΝΑ, τιφεκισμός παρά τρίχα

ΙΔΙΩΜΑ: Πηγαίνου ιγώ κα του Συντριβάν’ του σπίτ’, τραβώ κατά πέρα, γυρίζουμι κα του Ντημουπλιάτκου. Ήταν πολύς κόσμος ψηλά. Πήγαμι μι του Γιρμανό σιακεί. Αυτός μ’ απαράτσι ιμένα κι πήγι ζ μπόρτα κάτω κι αρχίντζι να χτυπάει. Απού πάν’ τα παράθυρα. Μόλις τουν είδαν κόζμους, τραβήθκαν μέσα απού τα παράθυρα για να μη φαίνουνται. Χτυπάει, χτυπάει, πού να σπάσ’ η πόρτα. Είχι στυλώματα. Όχ’ κλουτσιές, αλλά κι κανόν’ να έβαζις’ δε θα ντ’ γκριμούσι. Αφού είδι τα ζόρια, που δεν ανοίγ’, γύρσι κατά κάτ’. Ιγώ γυρίζω κι πάω προς το Τσιουρβάτκο το σπίτ’. Κι τουν παρακολουθώ τώρα τι κάν’. Αυτός δε μι πήρι χαμπάρ’ ιμένα πο ’φυγα. Γιατί χτυπούσι την πόρτα. Τώρα τουν βλέπω εγώ μι του πιστόλ’ να πααίν’ σιαπέρα. Κάθιτι στη βρύσ’. Στου Χασαπλιό. Ικείν’ ν’ ώρα η Καλούδα τ’ Αγγέλ’ έπιρνι νιρό. Απ’ τα νεύρα τ’  ι Γιρμανός γκάν’ μια φουρά "ου. . . ". Τρόμαξι η γυναίκα. Ιγώ από μακριά τον παρακολουθώ πού θα πααίν’. Ανέφκι στα Παπαχριστάθκα. Κι ’κεί τα ίδια. Πόρτες, αμπάρες. Πού να σπάσουν. 

Κάν’ προς τα κει’ δε ντουν ανοίγουν. Κάν’ προς τα Γκριμουράτκα, βρήκι κάτ’  κουτούλια, κότις. Κι άρχισι να ρίχν’ μι του πιστόλ’. Ιγώ έφυγα ’που κει, πάου στου σπίτ’. Μιτά φουβούμαν να βγω όξου. Ήθιλα να φύγου. Αυτοί άφσαν τα πολυβόλα ικεί όξου ’π’ του σπίτι μ’. Φουβόμαν μήπους μι δει. Ήθιλι να μι τφικίσ’ ικεί στου Μπλάτανου.

ΚΟΙΝΗ: Ξεκινάω με κατεύθυνση το σπίτι του Συντριβάνη, ύστερα τραβάω προς τα πέρα και στη συνέχεια, μαζί με το Γερμανό, επιστρέφουμε προς το σπίτι το ψηλό της Ντημόπλινας, του Πλεξίδα, που λέμε. Πάνω στο σπίτι πολύς κόσμος. Παρέα με μένα ο Γερμανός. Για μια στιγμή ο Γερμανός  αφήνει εμένα ελεύθερο. Κατευθύνεται προς την πόρτα του ψηλού σπιτιού κι αρχίζει να χτυπάει επίμονα την πόρτα. Πάνω από αυτόν ήταν τα ψηλά παράθυρα του μπαλκονιού. Μόλις αντίκρισαν τον Γερμανό ο κόσμος, απομακρύνονται από τα παράθυρα για να μη δίνουν στόχο. Εξακολουθεί να χτυπάει και να ξαναχτυπάει την πόρτα. Επιδίωκε να τη σπάσει. Αλλά πού να σπάσει τέτοια πόρτα, η οποία από μέσα είχε γερά στηρίγματα. Όχι κλωτσιές, αλλά και κανόνι να χρησιμοποιούσες, η πόρτα δε θα χαλούσε. Γερή πόρτα. Αφού διαπίστωσε ότι δεν ανοίγει, έφυγε προς τα κάτω. Εγώ πάω προς το σπίτι του Τσιούρβα-Καρκαφίρη. Καθώς πήγαινα προς το σπίτι αυτό, παρακολουθούσα το Γερμανό για τις περαιτέρω ενέργειές του. Να σημειώσω, ότι αυτός εμένα δεν με αντιλήφθηκε που έφυγα από κοντά του, γιατί επέμενε να χτυπάει την πόρτα της Ντημόπλινας. Τώρα τον βλέπω να τρέχει προς τα πέρα κρατώντας το πιστόλι στο χέρι. Σταματάει στη βρύση, στο Χασαπλιό. Έτυχε εκείνη την ώρα η Καλούδα του Αγγέλη να παίρνει νερό από τη βρύση. Από τα νεύρα του ο Γερμανός την κάνει «ουουου...». Τρόμαξε η γυναίκα. Εγώ από μακριά παρακολουθώ πού θα πηγαίνει. Ανηφόρισε προς το σπίτι του Παπαχρίστου-Σακελλάρη. Κι εκεί συμπεριφέρθηκε κατά τον ίδιο τρόπο. Χτυπούσε πόρτες, αμπάρες. Αλλά πού να σπάσουν!
Κάνει, λοιπόν, προς τα εκεί, δεν τον ανοίγουν. Αναγκάζεται να πάει προς τα μέρη του Γκριμούρα. Συναντάει κάτι πουλάκια, μικρές κότες. Άρχισε να ρίχνει πιστολιές. Τρέχω εγώ, φεύγω απ, εκεί, πάω στο σπίτι μου. Μετά, όμως, κλείστηκα μέσα. φοβόμουνα να βγω έξω. Μέσα μου δημιουργήθηκε το συναίσθημα ότι έπρεπε να φύγω από το σπίτι. Παρατηρώ, στη συνέχεια, ότι οι Γερμανοί άφησαν τα οπλοπολυβόλα έξω από το σπίτι. Έτρεμα μήπως με δει ο Γερμανός. Δεν αποκλείεται ο ίδιος να έφυγε, αλλά εγώ φοβόμουνα, δεν είχα εμπιστοσύνη σε τίποτα. Αυτός ο γερμανός είχε σκοπό να με τουφεκίσει μέσα στην πλατεία.

2. ΚΑΣΤΡΟ, τα λάφυρα

ΙΔΙΩΜΑ: Όταν ήρθαν οι Γιρμανοί, ιγώ ήμαν στου Κάστριου. Πότι πχιάσκαν οι Γιρμανοί μι τς, Ιγγλέζ’. Τη μέρα ικείν’ ιγώ πήγα στου Κάστριου μι κατ’ άλλ’ Σκουτνιώτ’. Κι μας σταμάτσαν οι Ιγγλέζ’. Έγλιπαν τζ Γιρμανοί που 'ρχονταν απ’ του Βακούφκου. 
-Πίσου. Σήμιρα δεν έχ’  να πιράστι.
Μας σταμάτσαν ικεί. Μας δίν’ ντουμάν’. Δεν προλάβαμε να πάμι στου Κάστρου.
Αυτοί πχιάσκαν. Οι Γιρμανοί είχαν φτάσ’ στου Λιφτουκαρίτκου. Πρώτα έβαλαν οι Ιγγλέζ’ απ’ του Κάστριου μόλις οι Γιρμανοί πάτσαν του Ξηρουκάμ’. Έβαλαν οι Ιγγλέζ’ πρώτα κι γιρούστσαν μι τα αεροπλάνα οι Γιρμανοί. Γίνουνταν χαμός. Ήμασταν μι του Γιώρ’ του Συντριβάν’. Μέσ’ στα στιάργια γυρίζαμι κι απού παναθέ μας έριχναν οβίδις. Αλλά δε μας πήραν (οι σφαίρις).
Απ’ του Κάστριου για λάφυρου πήρα ένα πατόφκιαρου, του’ χαμι στου μαντρί. Η Συντριβάντζ πήρι ένα βαρέλ’ μι πετρέλαιο. Άλλ’ φουρά πήραμι συρματοπλέγματα, σφαίρες κι άλλα.

ΚΟΙΝΗ: Όταν ήρθαν οι Γερμανοί (1941) στα μέρη μας, εγώ βρισκόμουνα στην περιοχή του Κάστρου (του Πλαταμώνα). Ακριβώς ήταν η εποχή που πιάστηκαν οι Εγγλέζοι (Νεοζηλανδοί) με τους Γερμανούς. Την ίδια μέρα εγώ με μια άλλη παρέα Σκοτινιωτών ξεκίνησα να πάω στο Κάστρο για λάφυρα. Και οι Εγγλέζοι μας σταμάτησαν, δεν μας επέτρεψαν να πλησιάσουμε. Βλέπανε αυτοί τους Γερμανούς που καταφτάνανε από το βακούφικο κτήμα (εκκλησιαστικό κτήμα της Παναγίας, στη φτέρη, κοντά στη σιδηροδρομική γραμμή).
-Πίσω, σήμερα δεν επιτρέπεται να περάσετε.
Μας σταμάτησαν, λοιπόν, εκεί. Μας δίνουν δρόμο (δρόμο επιστροφής, δεν προλάβαμε να πάμε στο Κάστρο.
Μεταξύ τους, Γερμανοί και Εγκλέζοι, πιάστηκαν σε μάχη. Ήδη οι Γερμανοί προχώρησαν. Είχαν φτάσει στο έδαφος της Λεπτοκαρυάς. Μόλις φτάσανε στο Ξηροκάμι, οι Εγκλέζοι βάλανε πυρ. Πρώτοι πυροβόλησαν οι Εγκλέζοι και οι Γερμανοί ορμήσανε με τα αεροπλάνα. Γινότανε πανδαιμόνιο. Συντροφιά είχα τον Γιώργο Συντριβάνη. Περπατούσαμε μέσα στα σιτάρια (στάχυα) και οι οβίδες πέφτανε φωτιά.  Ευτυχώς που οι σφαίρες δε μας πέτυχαν.  
          Από το Κάστρο για λάφυρο πήρα ένα πατόφτυαρο, το οποίο κρατήσαμε στο μαντρί. Ο Συντριβάνης πήρε ένα βαρέλι με πετρέλαιο. Άλλη φορά πήραμε συρματοπλέγματα, σφαίρες και άλλα.

4. ΜΥΔΡΑΛΙΑ, στο χωριό

ΙΔΙΩΜΑ: (Οι Γερμανοί) το Μάη μήνα  στούσαν τα μυδράλια. Ιγώ ήμαν στα Μαγγούρια κι στ’ Στρουγγλή. Ι μακαρίτς ι Κουκουλιάρας τς έβγαλι σιαπάν’ (Άνω Σκοτίνα) απού του λάκκου Βαϊνά. Βγήκαν σ’ τς Μόρφους, σ’ ν' Αζβισταριά κι γύρσαν μέσ’ στου χουργιό. Πήγιναν κι έκαναν έρευνες. Είχαν μαζί τς Λιφτουκαρίτις. Η μάνα μ’ γνώρισε έναν  απ’ αυτούς. Ντυμένουν στα γιρμανικά: Πήγινι να χαλάσ’ ένα μπαούλο. Δεν είχαμι τα κλειδιά να τ’ ανοίξ’. Κι πήγινι να του χαλάσ’ ο Γερμανός. Ικείνους λέει στον Έλληνα: «Ισύ ξέρς, μην το χαλάς. Άγξτο ισύ».
          Ύστιρα απού δυο μέρις, ικεί στου Ντρανό του μπλάτανου, είχαν σκουτώσ’ κάτ’ άλουγα. Αυτά μι λέ’ ι Γιώρς ι Συντριβάντζ’. Τουν είπα ιγώ για τς σέλις. 


ΚΟΙΝΗ: Το Μάη μήνα (1941) οι Γερμανοί στήνανε τα μυδράλια στο χωριό. Εγώ απουσίαζα. Το λημέρι μου ήταν από Μαγγούρια μέχρι Στρογγλή. Ο μακαρίτης ο Κουκουλιάρας τους έδειξε το δρόμο για την Άνω Σκοτίνα. Τους οδήγησε από το λάκκο του Βαϊνά (Καμίνια και πάνω). Από το λάκκο βγήκαν στην τοποθεσία «Μόρφους», από ‘κεί στην Ασβεσταριά και στη συνέχεια από τα πλάγια μπαίνουν στο χωριό. Στο χωριό άρχισαν να κάνουν έρευνες στα σπίτια. Για διευκόλυνση είχαν μαζί τους Λεπτοκαρίτες. Η μάνα μου γνώρισε έναν απ’ αυτούς. Ήταν ντυμένος στα γερμανικά. Αυτός προσπαθούσε να ανοίξει ένα μπαούλο. Δεν τα κατάφερνε και ο Γερμανός πήγαινε να το χαλάσει. Δεν είχαμε κλειδιά για να τ’ ανοίξει. Στην προσπάθεια να το ανοίξει, λέει ο Γερμανός στον έλληνα: «Εσύ ξέρεις από αυτά. Μην χαλάς το μπαούλο. Άνοιξέ το εσύ».
          Ύστερα από δύο μέρες, εκεί στον Τρανό τον πλάτανο αυτοί σκοτώσανε μερικά άλογα. Αυτά τα πληροφορήθηκα από το Γιώργο Συντριβάνη. Αυτός, φαίνεται, έψαξε και βρήκε τα άλογα σκοτωμένα, γιατί εγώ του είχα πει, πως εκεί βρίσκονται πεταμένες οι σέλες από τα άλογα.

2. ΜΑΥΡΟΝΕΡΙ, το πέρασα «γκαϊγκούσ’»

ΙΔΙΩΜΑ: Στου Μαυρουνέρ’ του βράδ’ χτυπούσαν οι Γιρμανοί κι μπήκαμι απού μέσ’ τ’ θάλασσα. Του Μαυρουνέρ’ είχι νιρό. Κι μι λέ’ ι Θανά ’ης ι  Μπαρμπάκας, απ’ τη Λεπτοκαρυά, «να μη βραχείς κι συ, ανέβα σι μένα να πιράσουμι του πουτάμ’». Παλικάρ’ πιδί. Μι πήρι γκαϊγκούσ’ κι μι πέρασι απού κείν’ τ’ μιριά. (Μ’ αυτόν ήμουνα στη μεγάλ’ μάχ’ του Κούκου. Σκουτώθκι δίπλα μ’). Πέρασάμι απ’ ν’ άκρια’ π’ τ’ θάλασσα. Κλείσκαμι ‘που κάτ’ ιμείς. Μι του μπασιά πχιάσαμι έναν Γιρμανό σκουπόν απ’ του ιπάνου μέρους. Ιμείς ήμασταν στου κάτου μέρους. Κόβαμι τα σύρματα, αλλά μας πλάκουσαν οι Γιρμανοί. Μια ‘μαξουστoιχία θουρακιζμέν’ μι κάτ’ τέτχις σφαίρις, ποφ, ποφ, ποφ. Ιμείς γυρίσαμι του γκατήφουρου κα τ’ ν’ άκρια τουν άμμου να κρυφτούμι. Θα μας πχιάναν στου  Σταθμό. 

ΚΟΙΝΗ: Οι Γερμανοί χτυπούσαν με σκοπό να καταλάβουν την περιοχή του Μαυρονερίου. Εμείς βρήκαμε τρόπο να ζυγώσουμε το Μαυρονέρι. Σκεφτήκαμε να μπούμε στο ποτάμι από την πλευρά της θάλασσας. Το Μαυρονέρι ήταν γεμάτο νερό. Και μου λέει ο σύντροφός μου Θανάσης Μπαρμπάκας, από τη Λεπτοκαρυά: «Για να μη βραχείς κι εσύ ανέβα στις πλάτες μου για να περάσουμε το ποτάμι». Παλικάρι παιδί. Με πήρε στις πλάτες του και με πέρασε από την αντίπερα όχθη του ποταμού. (Μαζί ήμασταν στη μεγάλη μάχη του Κούκου. Σκοτώθηκε δίπλα μου). Τελικά περάσαμε από την ακρογιαλιά. Αποκλειστήκαμε στην κάτω πλευρά. Με τον πασιά, δηλαδή τον Γιάννη Τσινιάνη, πιάσαμε τον Γερμανό σκοπό, που φύλαγε την επάνω πλευρά. Εμείς βρισκόμασταν στο κάτω μέρος. Κόβαμε τα συρματοπλέγματα. Αλλά πρόλαβαν οι Γερμανοί και μας πλακώνουν στα γρήγορα. Καταφτάνει μια αμαξοστοιχία, η οποία ήταν πλήρως εξοπλισμένη με κάτι τέτοιες σφαίρες· ποφ, ποφ, ποφ. Αναγκαστικά εμείς πιάνουμε την κατηφόρα και προσπαθούμε να κρυφτούμε κοντά στην αμμουδιά. Οι Γερμανοί σκόπευαν να μας συλλάβουν στον σιδηροδρομικό σταθμό.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

Η Καλούδα Αγγέλη πήγε στον Χασαπλιό να πάρει νερό. Οι Γερμανοί την τρομάξανε. Πού να ξέρανε πως αυτή η μαυροφορούσα θρηνούσε τον λατρευτό της άντρα Τάσο Οικονόμου. Πριν λίγο καιρό η Καλούδα έλαβε γράμμα με μαύρη κορδέλα. Το μήνυμα ερχότανε από την Αλβανία και έλεγε ότι ο Τάσος σκοτώθηκε. Ο Τάσος ήταν ο πρώτος αδερφός της οικογένειας του παπά Λεωνίδα (1880-1947). Όλα τα παιδιά ήταν: 1. Τάσος, 2. Διονύσης, 3. Γιώργος,  4. Αφροδίτη, 5. Δημητράκης, 6. Ελένη, 7. Θανάσης, 8. Παναγιώτης



 





Η Ντημόπλινα ήταν κόρη του Ποτιού Πλεξίδα 
και είχε άντρα τον Γιώργο Οικονόμου, αδερφό 
του παπά Λεωνίδα.



                   Μπροστά μας το "Οικονομάτκο" στη "Βασίλα" της Κάτω Σκοτίνας,
             (τα σπίτια των αδερφών Οικονόμου). Το πρώτο του Γιώργου Οικονόμου. 
          Στα δεξιά, ανάμεσα στις πελώριες καστανιάς, κρύβεται η βρύση "Νταλίγκα". 
    Στο βάθος πέρα φαντάζει το Κάστρο του Πλαταμώνα και η θάλασσα του Θερμαϊκού.
                    Η φωτογραφία τραβήχτηκε από το Καλιαμπέικο ("Βασίλα").


                                Το σπίτι του Γιώργου Οικονόμου στην Κάτω Σκοτίνα 
                              ("Νταλίγκα"), όπως φαίνεται από την μπροστινή πλευρά

  

Ο ιστορικός Πλάτανος με την καμπάνα. Διακρίνεται η "κφάλα" (κουφάλα, όπου παίζανε τα πιτσιρίκια του χωριού. Στη 10ετία του '40 ο Θανάσης Οικονόμου του παπά Λεωνίδα (μετέπειτα εφημέριος στον Κολινδρό Πιερίας) κανόνιζε πότε η καμπάνα θα βαράει λυπητερά και πότε χαρμόσυνα.













 
 

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

αγάπη: ο Γάμος της Γενοβέφας


     

          Ένα παλικάρι (τέλη δεκαετίας του 1930) μπαίνει με φόρα στον «Πλάτανο»-πλατεία της Άνω Σκοτίνας και απευθύνεται στην παρέα του καφενείου: «Ρε, σεις! εγώ βάνου στοίχημα, θα κλέψου ντ Γινουβέφα». Πρόκειται για το παλικάρι Μίχο Τσιαπάρη (1914-2007), που αμέσως καταστρώνει σχέδιο για την απαγωγή της Γενοβέφας Γκόρη. Την όλη σκηνή  μου αφηγείται η ίδια Γενοβέφα ((ϯ 2009), όταν στις 5 Ιουλίου 2007 με δέχεται στο σπίτι της και μου δίνει σχετική  συνέντευξη. Το σπίτι της Γενοβέφας βρίσκεται στη γειτονιά «Τσιαπαράτκα» στην Κάτω Σκοτίνα. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε καθαρή Σκοτινιώτικη ντοπιολαλιά:

Στοίχημα: Ήμαν αρραβουνιαζμέν’ τρία χρόνια κι παντρεύκαμι απρόπτα (ξαφνικά).
          -Κλεμμένοι;
  
        -Κλιμμέν'.
          -Πώς έγινε αυτό;
          -Εμ πώς έγινι, πήγα να κόψου κλαδί κι ήρθι κι μι πήρι απ' του κλαδί.
          -Πού πήγες για κλαδί;
          -Στη Μτσιάρα. Αν ν' έχς ακουστά. Απού κάτ' απ' του μύλου ντ Γκαλιαμπού (στην τοποθεσία Μητσιάρα πιο κάτω από τον μύλο του Καλιαμπού).  Ικεί είνι τα πλατάνια. Ανέφκα ψλα στου πλατάν'. Αυτός (ο Μίχος) έβαλι στοίχημα όξου (στο καφενείο) μι τα πιδιά (με την παρέα του)· "άμα θέλτι τώρα μπουρεί να πάου να μπάρου ντ Γινουβέφα" (αν θέλετε, εγώ τη στιγμή αυτή τολμάω να κλέψω τη Γενοβέφα).
          -Με ποια παιδιά έβαλε στοίχημα;
          -Ι Ντάμπλιας ι Γιώρς τς Στάμους κι άλλα πιδιά (ο Γιώργος Δάμπλιας, (σύζυγος της Στάμως Γεομιχαλού) και η συντροφιά του.   
          -Γιατί δεν παντρευόσασταν, αφού θέλατε και οι δυο.
          - Αφού δεν είχαμι σπίτ' να κοιμθούμι.
          -Όταν ήσασταν αρραβωνιασμένοι είχατε επικοινωνία;
          -Α, πα, πα, πα! Δεν είχαμι ούτι σκέσεις (σχέσεις). Έρχουνταν, έφυγνι.
          -Πού ήταν οι άλλοι που βάλανε στοίχημα.
          -Στου Μπλάτανου (στην πλατεία) . Κατάλαβι, πάει στου σπίτ' κι είδι που δεν είμι ικεί Σι λέ' "θα πάει στου κλαδί". Τουν γλέπου καμιά φουρά, "βρουστ", ήρθι ιδώ, μ' αρπάζ' απ' τα μαλλιά κι σιακάτ', του Γκουτσουπλάτανου σιαπέρα. Ιγώ ήμαν ψλα στου μπλάτανου, κατέβαζα μπρούσφλου (κατάλαβε τις διαθέσεις μου, τράβηξε για το σπίτι και διαπίστωσε πως έλειπα. Σιγουρεύτηκε πως πήγα στο δάσος για να κόψω κλαδιά-τροφή για τα ζώα. Κάποια στιγμή τον βλέπω ξαφνικά μπροστά μου, με πιάνει από τα μαλλιά και πάμε κάτω προς την τοποθεσία «Κουτσοπλάτανος». Εγώ ήδη ήμουνα σκαλωμένη στον πλάτανο και προσπαθούσα να κόψω κισσό).
          -Δηλαδή σε ποιον πλάτανο.
          -Απού κάτ' 'π' του Γκαλιαμπού του μύλου, π' του λέμι, σ' τ' Σκήπ'. Η Μαριγούλα μέριαζι τ' φουρτουσιά ,να ντ βγάλουμι στου Χουργιό (πιο κάτω από το μύλο του Καλιαμπού που η τοποθεσία λέγεται «στους κήπους». Η αδερφή μου Μαριγούλα τακτοποιούσε, μοίραζε το κλαδί σε δέματα να τα φέρουμε στο χωριό).

ο «λόγος» -Είχες κανένα κλαδευτήρι;
          -Είχα σιαντράτσ' (μεγάλο κλαδευτήρι). Φώναζι η Μαριγούλα "κατέβα τώρα" έτοιμη η φουρτουσιά, "να φουρτουθούμι να φύγουμι". Γλέπου καμιά φουρά του Μιχάλ’:

         -Φέγουμι.
          -Πού, αρά!
-Έλα ΄δω, φέγουμι.
          -Πού πάμι;
          -Σι παίρου (σε παντρεύομαι).
          -Σώπα 'ρα!
          -Παρουσιάστηκε ο Μίχος και ήταν παρούσα και η Μαριγούλα;
          -Η αδιρφή μ'. Έφυγι, πάει στου σπίτ' αυτή κι 'γώ μι πήρι κι έφυγάμι. Κατέφκαμι ιδώ ύστιρα (αυτή έφυγε για το σπίτι και εμείς κλεφτήκαμε, φύγαμε. Κατεβήκαμε εδώ στην Κάτω Σκοτίνα).
          -Δεν αντέδρασε η Μαριγούλα; Δεν είπε "τι κάνει";.
          -Εμ, τι σαν είπι. Δε ν' άκουσι. "Τη δλειά σ' ισύ, τράβα, σύρι σπίτ' κι τήρα τη δλειά σ' ισύ" (οπωσδήποτε αντέδρασε η Μαριγούλα, αλλά δεν την άκουσε: Κοίταξε τη δουλειά σου εσύ, πάνε σπίτι).
          -Και συ τη φορτωσιά;       
          -Νάφσα ουδ' ικεί. Ν' απαράτσα. Ν' απαράτσα τ' φουρτουσιά (τη φορτωσιά την εγκατέλειψα, την άφησα καταγής).
          -Και φύγατε μαζί, χέρι-χέρι;
          -Πήραμι χέρι - χέρ' κι κατέφκαμι στου Γκουτσουπλάτανου κι έκατσάμι λίγου ικεί κι απού κει ήρθαμι ιδώ σιακάτ, στα σπίτια (πιαστήκαμε χέρι-χέρι και κατεβήκαμε στον Κουτσοπλάτανο. Καθήσαμε για λίγη ώρα εκεί και στη συνέχεια πήραμε το δρόμο για την Κάτω Σκοτίνα, στα σπίτια).
          -Πού είναι ο Κουτσοπλάτανος.
          -Μπέρα μπάντα που πααίν' στου Παντιλέμηνου. Σ' τς Μόρφους την απέναντι πλαυρά από την Άνω Σκοτίνα, καθώς πάμε για Παντελεήμονα. Στης Μόρφως).

ο Γάμος

Μι λέ' ι Μίχους: "'Αντι πρασώρσι του κακό (παρασώρωσε, παραέγινε), κι κάθουμι ακόμα; Άι στου διάουλου να πααίν. Θα παντριφτούμι τώρα. Κουμμάτια να γέν'".
          -Κατέφκαμι ιδώ σ' ένα σπίτ' ιδώ ζ ντ Δέσπου του μπαρμπα Κώτσιου του Φατέκα, σ' ν' ακατνή Σκουτίνα (κατεβήκαμε εδώ σε ένα σπίτι της Δέσπως του θείου Κώτσιου Φατέκα στην Κάτω Σκοτίνα).
          -Τι ώρα ήταν;
          -Νύχτα κατέφκαμι. Δέκα, έντικα.
          -Τι καιρός ήταν;
          -Καλουκαίρ' ήταν.  Ντ Δέσπου ν’ είχι  (σύζυγο) ι Διουνύσ' ι Τσιαπάρς. Έκατσάμι αυτού ένα βράδ'. Ήταν αδιρφός τς πιθιράζ μ' αυτός. Του ταχιά βγήκαμι στου Χουργιό (την επομένη ανεβήκαμε στην Άνω Σκοτίνα) πάλι. Μι τα πόδια.
          -Ποιον δρόμο ακολουθήσατε.
          -Απού δώια, τς Κότρις, Ντούκα τ' αλμάκια σιαπάν κι βγήκαμι στου Χουργιό. Κατιφθείαν στου σπίτ' τς πιθιράζ μ'. Στ' μανιά Τζιαπάρινα. Απάν στου λάκκου τ' Κουκράν' είχαμι ένα σπιτούλ'. Είχι κι μια καμαρούλα κι ένα χαϊάτ' απόξου. Έμαθαν ούλ' κι ι πατέραζ μ' φασάρζι κι ήλιγι: "αφού είνι αρραβουνιαζμέν' δε θα του κλέψ'; δε θα παντριφτούν;" Τράβξα ζ μπιθιρά μ'. Κι έρχουνταν του Πάσχα κάνα μήνα. Είπαμι του μπαπά να μας σιφανώσ' κι  λέ' "δε στιφανώνουμι τώρα, να φύγ' η Πασχαλιά κι υστιρα". Κι στιφανώθκαμι μιτά Μπασχαλιά (από δω τραβήξαμε προς τις Κότρες, ανεβαίνουμε την ανηφόρα «Δούκα Αλμάκια» και φτάσαμε στην Άνω Σκοτίνα. Πάμε κατευθείαν στο σπίτι της πεθεράς μου, στη γιαγιά Τσιαπάρινα. Κοντά στο ρέμα του Κοκράνη διατηρούσαμε ένα σπιτάκι, το οποίο είχε ένα μικρό δωμάτιο κι απ’ έξω ένα χαγιάτι. Τα μάθανε όλοι και ο πατέρας μου διαμαρτύρονταν δημιουργώντας φασαρία. Επέμενε: "Αφού είναι αρραβωνιασμένοι είναι επόμενο να κλεφτούν και να παντρευτούν". Πήγα κατευθείαν στην πεθερά μου. Σε ένα μήνα ερχότανε το Πάσχα. Είπαμε στον παπά να μας στεφανώσει, αλλά εκείνος επέμενε: «Δεν στεφανώνουμε τώρα. Ας περάσει η Πασχαλιά και ύστερα». Και στεφανωθήκαμε μετά το Πάσχα).
Μι πάντριψι ι παπά Λιουνίδας. Κουμπάρους ι Στύλους ι παππούς ι Γιάντζ (με στεφάνωσε ο παπά Λεωνίδας Οικονόμου. Κουμπάρος ήταν ο παππούς Γιάννης Στύλος).
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 
επεξηγήσεις: 1. η Γενοβέφα ξεκινάει από το σπίτι της (οικογένεια Γκόρη)-Άνω Σκοτίνα- να πάει στο δάσος για να κόψει κλαδί. 2. στη Μ’τσιάρα σε κάποιο πλατάνι, τρομάζει που
βλέπει το παλικάρι, Μιχάλη Τσιαπάρη. Της λέει «σι παίρου», δηλαδή σε παίρνω. Είναι ο περιπόθητος «λόγος» του Γάμου. 3. πάνε μαζί στον «Κουτσοπλάτανο» και τα λένε εκτενώς. Χέρι χέρι τραβάνε για την Κάτω Σκοτίνα. 4. στο σπίτι της Δέσπως, θείας  του Μιχάλη, φιλοξενείται την πρώτη βραδιά (Τσιαπαράτκα Κάτω Σκοτίνας). Τα ξημερώματα ξεκινάνε για την Άνω Σκοτίνα όπου το πατρικό του Μιχάλη. 5. στις Κότρες (πιθανώς στο «Χριστό» γίνεται ο πρώτος σταθμός. Μετά παίρνουν το μονοπάτι που βγάζει στο Χωριό (Άνω Σκοτίνα). 6. η μανιά Τσιαπάρινα υποδέχεται τη νυφούλα της Γενοβέφα στα Τσιαπαράτκα της Άνω Σκοτίνας. 


                 Στη φωτογραφία δεξιά η Γενοβέφα Τσιαπάρη του Γεωργίου, 
                 εγγονή της Γενοβέφας συζύγου του Μιχάλη. Υποβαστάζει 
                 την Εικόνα της Παναγίας στο πανηγύρι της Παναγίας το 2010. 


                                     Η Γενοβέφα με τον σύζυγό της Μιχάλη


                 Στη μέση της φωτογραφίας τα δυο αντρόγυνα (συμπεθεριό): 
                 α) Γενοβέφα Γκόρη και Μιχάλης Τσιαπάρης, 
                 β) Γρηγόρης Νικολός και Ελένη Μ. Πολυχρού.


                                  Θωμάς Τσιαπάρης του Μιχάλη (1948-2000)


                             Νικολού Γραμματούλα, σύζυγος του Θωμά Τσιαπάρη


                                     Παππούς και γιαγιά της Γραμματούλας: 
                                Γιαννούλς Νικολός (ϯ 1964) και Γραμματή Σκρέτα 
                 (παιδιά τους: Διονύσης, Ουρανία, Θωμάς, Πηνέλου, Γρηγόρης)

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

τέχνη: ο Μανόλης στη Γαλάτιστα




Η Χαλκιδική εξυμνεί τον Παπαγεωργίου

     

Ο Μανόλης Παπαγεωργίου (1917-1989) συνδέθηκε πολύ με την Χαλκιδική και ιδιαίτερα την Γαλάτιστα. Από την Γαλάτιστα κατάγεται και ο Μανόλης Παντζαρέλας, ο οποίος παίζει βιολί και ο Παπαγεωργίου τον έπαιρνε μαζί του στα πανηγύρια. Από τον Παντζαρέλα πήρα συνέντευξη στις 6 Φλεβάρη του 2014. Μιλάει για τον Μανόλη Παπαγεωργίου με τα πλέον επαινετικά λόγια:



Δούλεψα μαζί του όταν ήταν στη Θεσσαλονίκη. Μαζί μας ήταν και η Τσίτρα. Πηγαίναμε στα χωριά Χαλκιδικής. Ήμουνα γύρω στα 18-20 όταν γνώρισα τον Μανόλη. Μαζί του ήταν ο Γιάννης Κάκκαλος στο λαούτο. Στα χωριά της Χαλκιδικής ο Μανόλης είχε στην παρέα του τον Γιαλιά Αστέριο, έπαιζε ούτι. Έκανε πολλή δουλειά με έναν Μανόλη Τζελέπη από την Κρήνη, κλαρινίστα.      

-Τον αγαπούσε ο κόσμος;

-Α! Τρελαίνονταν με τον Παπαγεωργίου. Τον είχαν θεό εδώ πέρα. Κοίταξε να σου πω: Με μουσικούς είχα παίξει, με κλαρίνα τα καλύτερα μέσα στη Θεσσαλονίκη. Λοιπόν, σαν τον Μανόλη δεν είχε κλαρίνο.

-Αυτό πού οφείλεται;

-Να σου πω πού οφείλεται: ο Μανόλης είχε μια φύσα, φυσούσε κλαρίνο. Αν μάσεις όλους τους κλαριτζήδες, αυτή τη φύσα δεν είχε κανένας.

-Τι εννοείτε με τον όρο «φύσα»;

-Τον αέρα που έδωνε το κλαρίνο του. Αυτό που έβγαζε με τη φύσα ο Παπαγεωργίου κανένα κλαρίνο δε μπορούσε να τη βγάλει.

-Γιατί τάχα;

-Ήταν αυτό το καλό που είχε επάνω του. Αυτό που λέμε χάρισμα. Τα δάχτυλα είναι άλλο. Η φύσα είναι χάρισμα του καθενός. Άλλος φυσάει λίγο, άλλος φυσάει πολύ, άλλος φυσάει πολύ άγρια. Ενώ αυτός ήταν πολύ γλυκός. Στο Σταθμό που άκουγες, δεν ήταν ανάγκη να σου πούνε ποιος παίζει. Ο κόσμος ήξερε: «ο Παπαγεωργίου είναι».

Δηλαδή;

-Όταν ανέβαινε πάνω να παίξει κλαρίνο, ξεσήκωνε το ντουνιά όλον. Εδώ στη Χαλκιδική έχει μερακλήδες πολλούς. Ο Μανόλης ξεσήκωνε όλη τη Χαλκιδική. Δεν ξέρω αν στο χωριό σας «έπιασε».

-«Έπιασε» παντού.

-Στη Χαλκιδική τον τρέμαν άμα τον άκουγαν. «Σαν τον Παπαγεωργίου δεν υπάρχει άλλος».

-Μαζί σου πού πήγατε;

-Σε πολλά χωριά εδώ, κοντά με την Τσίπρα. Στον Άγιο Πρόδρομο, στη Βάβδο, στα Πετροκέρασα, στο Ζαγκλιβέρι. Όλα τα χωριά τα περπατήσαμε.

Όταν έγινε το 10ετές μνημόσυνο του Μανόλη στην ταβέρνα «Βασίλα» στη Σκοτίνα, ήταν δυο κλαρίνα. Το ένα ο Δαφνής από Θεσσαλονίκη (δούλευε μαζί με τον Μανόλη), ο άλλος ήταν από το Λιβάδι. Ήμουνα κι εγώ εκεί (1999). Πήγαμε και στο σπίτι του, είδαμε τη γυναίκα του.

-Δηλαδή, από τον Μανόλη διδαχθήκατε πολλά.

-Ε, ήταν κάτσε καλά.

----------

Σημειώσεις:



1. Ο Μανόλης στον Εμφύλιο υπηρέτησε στη Χαλκιδική (Χωροφυλακή) στα χωριά Βάβδο και Γαλάτιστα. Μαζί του και δυο συμπατριώτες του Σκοτινιώτες, Αντώνης Στύλος (θύμα στον Βάβδο) και Γιώργος Δάμπλιας.

2. Για τον Μανόλη Παπαγεωργίου μου είπε αρκετά ο Θρασύβουλος Παπανικολάου
(Γαλατσιανός την καταγωγή), άρχοντας μουσικοδιδάσκαλος του Οικουμενικού Θρόνου. Σε συζήτηση στις 27.9.2002 μου εκμυστηρεύεται ότι η Χαλκιδική λάτρευε τον Μανόλη. Από τα τραγούδια που έπαιζε, τα πιο πολλά ήταν συρτά, γι’ αυτό πήρε τον τίτλο «συρτατζής». Συντροφιά είχε τους: στο κλαρίνο τον Μανόλη Καζλάρη ή Τσανάκα, από τη Γαλάτιστα, στο βιολί τον Τρακαφούρη από το Ζαγκλιβέρι, στο τραγούδι τη Σμυρνιά Αθανασία Σπανού.

3. Περισσότερα για τον Μανόλη βλέπε στην ιστοσελίδα: kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.gr (ανάρτηση 1.12.13).
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ




                                     Μανόλης, Ευαγγελίτσα, Παύλου, Μητρούσης


                                          Καταρράκτες Έδεσσας, από αριστερά: 
                                             Παπαγεωργίου, Σαμαράς, Πέτκος


                                            Νίτσα Τσίτρα στο τραγούδι με το συγκρότημα 
                                                       του Μανόλη Παπαγεωργίου



                                                  Ζαγκλιβέρι 26.10.1967


                        Ο Θρασύβουλος Παπανικολάου από τη Γαλάτιστα διευθύνει 
                         το χορό ιεροψαλτών "Ιωάννης Δαμασκηνός" Θεσσαλονίκης