Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

πρόσωπα: Γιώργος Ζιώγας




Α. ΑΦΙΕΡΩΣΗ:       «Σήμιρα είνι τ’ Αϊ-Γιουργιού» (23.4.’18) κι εγώ σπεύδω  να 



αφιερώσω μέρος της ιστοσελίδας μου (παρούσα ανάρτηση) στον αείμνηστο φίλο μου Γιώργο Ζιώγα (1938-2004), συνεπή δάσκαλο (θεολόγος καθηγητής) με άρτια επιστημονική κατάρτιση.

Β. η ΑΦΟΡΜΗ: Στις 26 Δεκεμβρίου 1995 πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση-ημερίδα στο ξενοδοχείο «Ορφέας» Σκοτίνας. Η ημερίδα οργανώθηκε με πρωτοβουλία της Κοινότητας Σκοτίνας και τη συνδρομή των  πολιτιστικών συλλόγων του χωριού. Σκοπός της ημερίδας ήταν να ακουστούν απόψεις για την επίλυση προβλημάτων της περιοχής. Από τα θέματα που συζητήθηκαν ήταν η ιστορία και τα μνημεία του χωριού.  

Γ. ΑΦΗΓΗΣΗ. Ο αείμνηστος Γιώργος Ζιώγας, έδωσε σημασία στις ρίζες του χωριού. Ο ίδιος αφηγείται: «…Έτσι, όλοι μαζί ενωμένοι, έχω την αίσθηση ότι μπορούμε να εξετάσουμε πιο καλά, με περισσότερη επιτυχία τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει το χωριό. Το είχα παράπονο και καημό από πολλά χρόνια πριν να γίνει αυτή η σύναξη. Δεν ήθελα, όμως, να κάνω την πρόταση εγώ. Ήθελα να γίνει πρόταση από παράγοντες του χωριού. Η συνάντηση αυτή τελικά έγινε σήμερα και δίνω θερμά συγχαρητήρια στον πρόεδρο (Παντελής Κοκράνης), αν και δεν κατάφερε να φέρει όλο το κοινοτικό συμβούλιο. Θα ήταν προτιμότερο να υπάρχει σύσσωμο το κοινοτικό συμβούλιο. Εν πάση περιπτώσει, ως αρχή, χαιρετίζω και συγχαίρω τον πρόεδρο  με όλο το συμβούλιο. Είναι μια αρχή που μας έδωσε την ευκαιρία να ακούσουμε πρωτόγνωρα πράγματα για τις ρίζες, τις ρίζες μας, για την ιστορία του χωριού μας.
Η έρευνα που  έκανε ο κ. Λευτέρης Καλιαμπός είναι επιστημονική, δεν είναι τυχαία. Δασολόγος του δασαρχείου Λαρίσης, ασχολείται και με άλλα επιστημονικά θέματα, ευρύτερου και επιστημονικότερου ενδιαφέροντος. Θέλω να
πιστεύω ότι οι απόψεις του είναι αληθινές και τεκμηριωμένες επιστημονικά. Ο κ. Καλιαμπός μας έδωσε τις πρώτες πληροφορίες για το χωριό μας, τις ρίζες μας, που όλοι τις αναζητούσαμε και δεν ξέραμε από πού ήρθαμε -ουρανοκατέβατοι είμαστε;- *
Θέλω να πω για την Παναγία, την εκκλησία της Άνω Σκοτίνας. Έκανα συζήτηση σε ένα επιστημονικό συνέδριο που έγινε στην Κατερίνη πριν 2-3 χρόνια. Ήταν παρόντες ο κ. Νίκος Δάμπλιας (δάσκαλος) και κάποιοι άλλοι από τη Σκοτίνα. Σ’ αυτό το τριήμερο συνέδριο συμμετείχαν καθηγητές πανεπιστημίου διαφόρων ειδικοτήτων. Ο λόγος για τα βυζαντινά μνημεία από ρωμαϊκής εποχής. Θα έλεγα μέχρι τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Με έκπληξη παρατήρησα ότι έγινε πολύς λόγος για τις ανασκαφές που γίνονται στο Κάστρο, και δικαιολογημένα. Αλλά δεν αναφέρθηκε τίποτα για την Άνω Σκοτίνα ή την Παναγία που έχουμε εκεί.
          Εξέφρασα την απορία μου για τα όστρακα και κεραμίδια του αγίου Παντελεήμονα και δεν αναφέρθηκε το χωριό Σκοτίνα. Στο οποίο βρίσκεται μια
εκκλησία που έχει παράδοση και ιστορία. Χτισμένη από το 1862 από έναν πατριάρχη που προέρχεται από αυτό το χωριό. Και δεν αναφέρθηκε καθόλου στις αγιογραφίες, στις εικόνες, στο ξυλόγλυπτο τέμπλο και εικόνες μεγάλης αρχαιολογικής αξίας που υπάρχουν στην εκκλησία, εκ των οποίων οι περισσότερες έχουν κλαπεί λόγω ελλείψεως ενδιαφέροντος. Δέστε τις τοιχογραφίες του Αγίου Αθανασίου που είναι κοντά στο χωριό, στο νεκροταφείο. Τις τοιχογραφίες του Χριστού. Έχω πληροφορίες από μια εργασία που έκανα ως φοιτητής, ότι αυτές είναι από τις αρχές του 17ου αιώνα, να μην πω από του 16ου.  
          Η κυρία  που προήδρευε με έπιασε ιδιαιτέρως σε ένα διάλειμμα και μου λέει: «κ. Ζιώγα, έχετε δίκιο, Θα τα κάνουμε αργότερα».
Ο Λευτέρης υποστήριξε την ύπαρξη κάποιου χωριού εκεί στο "Χριστό" κατά τον καιρό που οι Σκοτινιώτες ήρθαν στον Όλυμπο. Πρέπει να υπήρχε, αν λάβουμε υπόψη μας τα ερείπια που υπάρχουν στις Κότρες, στο «Χριστό» και τα
Μνημόργια.  Στα οποία Μνημόργια εγώ κάποτε έκαμα ανασκαφές, φοιτητής ων. Και ο κ. Παπαζιώγας, που είναι τώρα καθηγητής της ιατρικής σχολής στη Θεσσαλονίκη, ήταν φοιτητής τότε.  Σκάψαμε και βρήκαμε τάφους και οστά, τα οποία στείλαμε στο Πανεπιστήμιο για να τα εξετάσουν».
----------
* η εργασία του Λευτέρη είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα μου (13.11.14) με  τίτλο «Σκοτίνα Αντιχασίων-έρευνα»

Δ. ΕΝΘΥΜΗΣΕΙΣ: 1. Στενή μου παρέα ήταν ο Γιώργος. Ζήσαμε μαζί (παιδιόθεν μέχρις εσχάτων).  Γνώρισα όλη του την ιδιοσυγκρασία. Η συμπεριφορά του ήταν ανθρώπινη, αρχοντική. Ο λόγος καθαρός, σαφής. Χαρακτηρίζονταν από πείσμα στη δουλειά. Στον κοινωνικό περίγυρο  αυστηρός και δίκαιος. Στην εξωτερική περιβολή άψογος. Στα ραντεβού συνεπέστατος.
2. Του άρεσε η υμνολογία της Εκκλησίας. Το μόνιμο παράπονο που το εξέφραζε τακτικά ήταν η φωνή του. Τον κατέτρωγε ο καημός «του ψάλλειν». Μου έλεγε συχνά: «αρά, Καλιαμπέ, δώσε και σε μένα ένα μέρος της φωνής σου».
3. Πρωτομαγιά του 2004. Συνεννοηθήκαμε να γιορτάσουμε μαζί στην εξοχή. Να απολαύσουμε τα γλαφυρά τοπία μιας άλλης πλευράς της Μακεδονίας (Νυμφαίο, Έδεσσα).
4. Δεκαπενταύγουστος 2004. «Μια μέρα τς Παναγίας», ενώ εμείς πανηγυρίζαμε στη Σκοτίνα, εκείνος προτίμησε την «απαρχήν άλλης βιοτής» ντυμένος με την «ευπρέπειαν της αφθαρσίας», δηλαδή την ωραιότητα της αθανασίας*. Μας αποχαιρέτησε. Αναπάντεχα «έφυγε».
Αιωνία του η μνήμη.
----------
* από τις Καταβασίες του Πάσχα, ζ’ ωδή. 

ΕΙΚΟΝΕΣ:

Φωτογραφίες στο Νυμφαίο (Πρωτομαγιά 2004).


Από αριστερά: Γιάννης Καλιαμπός, Γιώργος Ζιώγας, Μαίρη 
(σύζυγος του Γιώργου), Δήμητρα (σύζυγος του Γιάννη)




 

Λευτέρης 2018
                               
                                Λευτέρης Καλιαμπός, ο οποίος έκανε έρευνα 
                                                  για τις ρίζες του χωριού

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Έθιμα: Πασχαλιά στη Σκοτίνα



          Από το αρχείο του αείμνηστου δάσκαλου Νίκου Δάμπλια του Θεοχάρη από τη Σκοτίνα Πιερίας επιλέγω τρεις εργασίες μαθητών και μαθητριών του που αναφέρονται στο έθιμο της Πασχαλιάς στη Σκοτίνα. Πρόκειται για τους α) Μαγαλιά Παρασκευή (τάξη Στ’) β) Οικονόμου Νικόλαο (τάξη Στ’) και γ) Δάμπλια Χάιδω (τάξη Δ’) σχολικών ετών 1976 και 1977. Και τα τρία παιδιά δίνουν μια ωραία περιγραφή της περιόδου των διακοπών του Πάσχα τονίζοντας ήθη και έθιμα της Σκοτίνας.

Α’. Μαγαλιά Παρασκευή








Β’. Οικονόμου Νικόλαος





Γ’. Δάμπλια Χάιδω







Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2018

Κατοχή: Συλλαλητήριο



                                          
              

Στη γερμανική Κατοχή ο Κάτω Όλυμπος ενώνεται με τη νότια Πιερία και αντιδρά. Κορυφαία φάση αυτής της αντίδρασης είναι το συλλαλητήριο που οργανώθηκε από τα χωριά της νότιας Πιερίας (1943;). Τα γεγονότα τα εξιστορούν δυο πρόσωπα από την Σκοτίνα Πιερίας: α) Λευκοθέα Καρκαφίρη-Κοκράνη (συνέντευξη 1982) και β). Δημητρός Θ. Παπαγεωργίου  (συνέντευξη 1996).

ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΡΩΤΗ (Λευκοθέα 1932-2013)

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

΄Ηρθαν αντάρτις στου Χουριό (Άνω Σκοτίνα), φουβέρζαν:

«Ταΐζιτι τς αντάρτις ικεί που είστι.
Δίνιτι τς αντάρτις ψουμί».

΄Ερχουντι κάτ’ (Κάτω Σκοτίνα). Μαζών ένα συλλαλητήριου. Μαζών’ τα κουρίτσια όλα, όλου του γυνικόπιδου ‘π’ του χουργιό. Μας έμασαν όξου ζ μπλατέα. Μας πααίν’ ζ ντ Βρουντού, μας πήγαν ζ Γκατιρίν’ μι τζ Γιρμανοί. Μπρουστά ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, η Μαργαρίτα, ιγώ, η Κατιρίνα, ι μπάρμπας ι Βαγγέλς ι Αγγέλς, ι Απουστόλς ι Γιρμπχαλός, αδιρφός τς Στάμους, τς Στέργινας ντ Γιρμπχαλού. Κι ήμασταν όλ’ μαζί.
          -Ποιοι σας μαζέψανε;
          -Οι αντάρτις κι οι θκοι μας. Κι ήταν μια ανταρτίνα, Βέρα ν’ ήλιγαν.  Σιγά-σιγά στ’ Λιφτουκαρυά κατέφκαμι σ’ ν’ απαλνή. Ιμείς μέρα μι νύχτα έφτασάμι στου Λιτόχουρου. Απ’ του Λιτόχουρου, πιζουπουρία πάλι, φτάνουμι μέσα στ’ Μαλαθριά, Ικεί μας νύχτουσι. ΄Αρχισαν οι Γιρμανοί να βάν’. «Μπαμ, μπουμ, μπαμ, μπουμ». Ι Γιώρς ι Ντάμπλιας, ι Κακάλς ι Ντουραλής, η Μαργαρίτα, η Κατιρίνα, η αδιρφή μ’, ιγώ, ι μπάρμπας ι Βαγγέλς, ι Θουμάς ι Γκαλιαμπός, γαμπρόζ μας. ΄Εκατσάμι ικεί σι μια πατλιά. «Αρά, λέ’ ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, θα μας σκουτώσν ιδώ πέρα. Θα χαθούμι».
          Χάραξι. Φτάνουμι ζ Γκαρίτσα. Απ’ Γκαρίτσα φτάνουμι ζ Γκουντουργιώτσα, μέσα σ’ ένα μπαΐρ’ μαζώθκαν τα χουριά όλα. Ο Γαβρής, η ΄Ολγα τ’ Χρυσκού, η Σουφία ντ Γαβρή, ΄Ολ’ οι χουριανοί. Λέ’ ι μπάρμπας ι Βασίλς ι Καρκαφίρς: «Πωπώ...κι τα κουρίτσια τ’ Λιόλια κιά τα δυο; Μη σώσ’ κι σκουτουθούμι, αρά, θα ζβήζν τα σπίτια».
          Φουβήθκαν. Αρχίτζαν ικεί να μαλών’ αναμιταξύ τς. Οι υπεύθυνοι αυτοί. Ήταν άλλ’ ουργάνουσι απ’ ν’ απαλνή, άλλ’ απ’ ν’ ακατνή Σκουτίνα. Τι να κάνουμι, τωρα, τι να κάνουμι! Λε’: «Θα μπούμι μι σειρά. Θα μπουν τα χουριά μι σειρά, λέ’. Θα μπει η Βρουντού πρώτα. Μαλαθριά, Καρίτσα, Λιτόχουρου, Λιπτουκαρυά κι Σκουτίνα.  Κι απού πίσου του Παντιλέμηνου».
          Πάμι, κάθουμάστι ικεί ζ Γκουντουργιώτσα. Ξικινούν ι κόζμους να πααίν’. Μι ζέστα. Μι λέν ιμένα: «Ισύ Λιφκουθέα, κάθισι ιδώ». Λεν’ ο μπάρμπας Βαγγέλς ι Αγγέλς, ο Βασίλς ο Καρκαφίρς, ο Στέργιους ο Χρυσκός. «Κάθισι ιδώ, γιατί έχουμι κι τα σακάκια. Να φυλάγς ισύ τα σακάκια».
          Κάθουμι ιγώ ικεί, Γιάν’, κινάν αυτοί, πααίν’. Κι τζ βάζν οι Γιρμανοί κατά πόδ’. Να πααίν’ να μπούν μέσ’ ζ Γκατιρίν’. Τι να γκάν Γκατιρίν’;
          Μπήκαν κάμπουσ’. Σκότουσαν κόμπουσουν κόζμουν. ΄Υστιρα αρχίτζαν να γυρνάει ι κόζμους. ΄Ολ’ ‘που πίσου. ΄Αλλ’ να πατούν καταή, άλλ’ να τς χτυπάν. Τζ βάζν μι τα χουνιά. Φώναζαν μι τα χουνιά, Να ξαναγυρίζν πίσου  κόζμους ζ Γκατιρίν’. Να πατήσουμι Γκατιρίν’. Μέρα μισμέρ’. ΄Εφιγναν οι Γιρμανοί να μπούμι ιμείς μέσα;      Φτάν’, ξανά, ζ Γκουντουργιώτσα κι λεν’: «Φέγουμι».
         

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

Ήρθαν αντάρτες στην Άνω Σκοτίνα και φοβέριζαν τον κόσμο: «Δώστε τρόφιμα τους αντάρτες, μια και βρίσκεστε στο βουνό. Δώστε στους αντάρτες φαγητό». Κατεβαίνουν οι αντάρτες στην Κάτω Σκοτίνα. Διοργανώνουν ένα συλλαλητήριο.  Μαζεύουν όλα τα κορίτσια. Όλα τα γυναικόπαιδα από το χωριό. Μας συγκέντρωσαν έξω στην πλατεία. Μας πάνε στη Βροντού, μας οδηγούν προς Κατερίνη, να τα βάλουμε με τους Γερμανούς. Θυμάμαι τους επικεφαλής που ήταν: ο Ποτιός ο Δάμπλιας, η κόρη του Μαργαρίτα, εγώ, η αδερφή μου Κατερίνα, ο θείος μου Βαγγέλης Αγγέλης, ο Απόστολος Γερομιχαλός, αδερφός της Στάμως, της Στέργινας Γερομιχαλού. Και ήμασταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί.
          -Ποιοι σας μαζέψανε;
          -Οι αντάρτες και οι δικοί μας. Μαζί τους ήταν κι μια ανταρτίνα. Βέρα την έλεγαν. Σιγά, σιγά, περάσαμε στη Λεπτοκαρυά, την επάνω, στο παλιό χωριό. Εμείς κατά το σούρουπο φτάσαμε στο Λιτόχωρο. Από το Λιτόχωρο, πάλι πεζοπορία, φτάνουμε μέσα στη Μαλαθριά. Εκεί, πια, μας νύχτωσε. Αρχίσανε οι Γερμανοί να πυροβολούν. «Μπαμ, μπουμ, μπαμ, μπουμ». Ο Γιώργος  Δάμπλιας, ο Θεοχάρης Ζιώγας-Ντουραλής, η Μαργαρίτα, η αδερφή μου Κατερίνα, εγώ, ο θείος Βαγγέλης, ο Θωμάς Καλιαμπός, γαμπρός μας, όλοι ζαρώσαμε εκεί σε μια κρύπτη από θάμνο. «Μωρέ, λέει ο Ποτιός ο Δάμπλιας, θα μας σκοτώσουν εδώ πέρα. Θα χαθούμε».
          Χάραξε. Φτάνουμε στην Καρίτσα. Από την Καρίτσα προχωράμε για την Κονταριώτισσα. Τακτοποιούμαστε σε ένα ανοιχτό μέρος, ψηλό πλάτωμα, όλα τα χωριά. Κι ο Γαβρής, η Όλγα Χρυσικού, η Σοφία του Γαβρή, όλοι, γενικά, οι χωριανοί. Λέει ο θείος μου Βασίλης Καρκαφίρης: «Αμάν! και τα δύο κορίτσια του Λιόλια εδώ! Αλίμονό μας αν σκοτωθούμε. Θα σβήσουν τα σπίτια».
          Έδειχναν  τρομαγμένοι. Άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Δηλαδή αυτοί οι υπεύθυνοι: Άλλη οργάνωση είχε η Άνω και άλλη η Κάτω Σκοτίνα. Και τώρα τι να κάνουμε; Πώς θα αντιμετωπίσουμε την κατάσταση; Λέει ο υπεύθυνος: «Θα μπούμε με τη σειρά. Τα χωριά, λέει, θα μπουν με τη σειρά. Πρώτα θα μπει η Βροντού. Στη συνέχεια: Μαλαθριά, Καρίτσα, Λιτόχωρο, Λεπτοκαρυά και Σκοτίνα. Στην τελευταία σειρά, από πίσω, το Παντιλέμηνο».
          Καθόμασταν, λοιπόν, εκεί στην Κονταριώτισσα. Ξεκινάει ο κόσμος με προορισμό το συλλαλητήριο. Μέσα στη ζέστη. Μου λένε εμένα: «Εσύ, Λευκοθέα, κάθισε εδώ». Λεν’ ο θείος Βαγγέλης Αγγέλης, θείος Βασίλης Καρκαφίρης και ο Στέργιος ο Χρυσικός. «Κάθισε εδώ, γιατί έχουμε και τα σακάκια. Να φυλάγεις εσύ τα σακάκια».
          Κάθομαι εγώ εκεί, Γιάννη. Οι άλλοι όλοι ξεκινάνε για το συλλαλητήριο. Και πλακώνουν οι Γερμανοί από πίσω τους. Σου λένε: «με ποιό δικαίωμα αυτοί πάνε να καταλάβουν την Κατερίνη; Τι δουλειά έχουν να πάνε μέσα στην Κατερίνη;».
          Αρκετοί μπήκαν στην Κατερίνη. Σκοτώθηκε αρκετός κόσμος. Τελικά, ο κόσμος άρχισε να οπισθοχωρεί. Κι όλοι ακολουθούσαν από πίσω. Άλλοι, μπερδεμένοι, να πέφτουν καταγής, άλλοι να τους χτυπάνε.           Εντωμεταξύ τους αναγκάζουν να πάρουν χωνιά. Φώναζαν με τα χωνιά. Να ξαναγυρίσει πίσω ο κόσμος. Πίσω για την Κατερίνη. Μας φέρανε στην Κατερίνη με σκοπό να την καταλάβουμε. Μα, άφηναν οι Γερμανοί την Κατερίνη να την καταλάβουμε εμείς; Στην επιστροφή ξαναπερνάνε από την Κονταριώτισσα και λένε: «Φεύγουμε».
                   
ΑΦΗΓΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ (Δημητρός (1921-2011)

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ

Φέγουμι απ’ Γκουντουργιώτσα κι μας λέν’:

«Θα γιρουστήστι* μέσα. Δε θα φοβθήτι τίπουτα».

Κατιβαίνουμι στου Μπέλικα, που λες, του βράδ’. Τ’ αυλάκ’ νιρό πουλύ. Πουλύς λαός. Πιρνούμι ‘π’ του Μπέλικα ‘που ‘κείν’ μπάντα. Βλέπουμι ένα πουλυβόλου μέσ’ στ’ μέσ’ του δρόμου. Είχαμι μια υπεύθυνη -Βέρα ν’ ήλιγαν- ανταρτίνα. Κι αυτή να μας λέ’: «Μη φουβάστι. Γιρουστήστι να τς πχιάσουμι». Μα, αυτοί φώναζαν: «Τσουρούκ (zurΰck), τσουρούκ.
          Μ’ μι του “πίσου” αυτό, γιρουστούμι, που λες. Κάτ’ φράχτις μι παλιούργια τς πήραμι στα κιφάλια. Τρίπουσαν οι πρώτ’ μπρουστά κι οι φράχτις πάηναν απού πίσου στα κιφάλια μας. Κι κάνουμι σιαπάν’ απού λες, πίσου ούλ’. Γύρσαν. Δε σταμάτσαν μι κάναν τρόπο. Να γλέπς μέσ’ στου Μπέλικα...σαντάλια, παπούτσια...Ούλα τ’ απαράτσαν. Τς έφυγναν. Απ’ τ’ φύβγα. Να παν ζ Γκουντουργιώτσα. Κι πάμι ‘κει, που λες. Ικείν’ τηρ μέρα οι Γιρμανοί απού κείν’ μπάντα σκότουσαν δυο νουματοί. Πίσου να πα τς πάρουμι αυτούς τς σκουτουμέν’. ΄Αφαντοι, έφυγαν ι κόζμους. Αυτό που είδαν, ποιος πάηνι να σκουτουθεί. ΄Εφυγάμι, που λες, κι ήρθαμι ιδώ  όλα τα χουριά.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

Φεύγουμε από την Κονταριώτισσα και μας λένε: «θα ορμήσετε μέσα στο ποτάμι. Δεν υπάρχει κανένας φόβος». Προχωράμε, Το βράδυ φτάνουμε στον ποταμό Πέλεκα. Το ποτάμι γεμάτο από πολύ νερό. Πολύς λαός. Περνάμε, τελικά, στην άλλη πλευρά του ποταμού. Παρατηρούμε ένα στημένο πολυβόλο στη μέση του δρόμου. Μαζί μας είχαμε μια υπεύθυνη ανταρτίνα. Τη λέγανε Βέρα. Αυτή μας δίνει θάρρος: «Μη φοβάστε! Ορμήστε να τους πιάσουμε». Αλλά οι αντάρτες αλλάξανε γνώμη και φώναζαν: «Τσουρούκ, τσουρούκ, πίσω, πίσω».
        
  Μόλις ακούσαμε τη φράση «πίσω», ορμάμε κατ’ επάνω τους. Από τη μεγάλη ορμή, μερικούς φράχτες με αγκαθωτούς θάμνους τους σβαρνίσαμε με τα  κεφάλια μας. Οι μπροστινοί μας κρύφτηκαν και οι φράχτες έπεφταν από πίσω στα κεφάλια μας. Και το κόβουμε προς τα πάνω, που λες, όλοι πίσω. Κάμανε στροφή προς τα πίσω. Με κανένα τρόπο δεν τους σταματούσες. Να βλέπεις τον Πέλεκα ένα οικτρό θέαμα. Σανδάλια, παπούτσια, όλα παρατημένα εκεί. Έφευγαν γρήγορα. Όλα γινότανε άτσαλα από τη γρήγορη φευγάδα. Να πάνε στην Κονταριώτισσα. Φτάνουμε, τελικά, εκεί. Την ίδια μέρα οι Γερμανοί σκοτώσανε δυο άτομα. Και μεις κάναμε πίσω για να φροντίσουμε αυτούς τους σκοτωμένους. Και να βλέπεις τον κόσμο να κόβει πέρα. Όλοι άφαντοι. Αυτό που αντίκρισαν, ποιος πήγαινε για θάνατο! Φύγαμε, που λες, και όλα τα χωριά ήρθαμε εδώ.
----------
* γιρουστώ, ορμώ εναντίον κάποιου, αλλού γιουρουστώ,  στην Επανομή γιουρουντώ. "η νύφ' πουλιμάει του μήλου κι τα πιδιά γιρουστούν να τ' αρπάξν", δηλ. η νύφη καθώς    προσκυνάει έξω από την Εκκλησιά στο τραγούδι ανέβα μήλο κατέβα ρόϊδο, πετάει το μήλο προς τα πίσω και τα παιδιά τρέχουν να το πιάσουν.   


                               Στο χάρτη διακρίνονται τα χωριά της νότιας Πιερίας 
                                                    και η πρωτεύουσα Κατερίνη

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

έθιμα: η Τσιαγκάλα




         Στη Σκοτίνα Πιερίας οι αποκριάτικες εκδηλώσεις κορυφώνονται με το στήσιμο της Τσιαγκάλας στο μέσο του χωριού. Αυτό γίνεται κατά το σούρουπο της Κυριακής «τς Τυρούς» (Τυρινής). Πρωτύτερα οι χωριανοί (κυρίως η νεολαία) κουβαλάνε από το βουνό ένα κορμό πεύκου. Εντωμεταξύ κόβουν πουρνάρια, τα οποία μεταφέρουν και  τοποθετούν στο σημείο της πλατείας, όπου πρόκειται να στηθεί η Τσιαγκάλα. Στήνεται και στολίζεται η Τσιαγκάλα. Ο χώρος πλημμυρίζει από κόσμο. Με αγωνία περιμένουν να καμαρώσουν το θέαμα (άναμμα) της Τσιαγκάλας.
       Το αρμόδιο πρόσωπο δίνει «φόκο» και η Τσιαγκάλα γίνεται «μπαρμπατζιάνα» (φωτιά με μεγάλη φλόγα). Τα τραγούδια παίρνουν «φωτιά» κι χορός φουντώνει.
       Περισσότερα για το αποκριάτικο έθιμο της Τσιαγκάλας βλέπε ιστοσελίδα μου (ανάρτηση 19.2.16). Σήμερα περιορίζομαι στα παρακάτω:

1. ΤΟΠΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τσιαγκάλα μ' ποιος, τσιαγκάλα μ' ποιος σι στόλισι
κι είσι στουλισμένη τσιαγκάλα μου καημένη.
Πρώτους εινί (είναι), πρώτους εινί ι Γιώρς τ' Χασιώτ'
κι δεύτιρους ι Τράντας, κι δεύτιρους ι Τράντας (τζ Γιαννούλινας).
Η μάνα μου μι στόλισι κι ι δόλιους ι αδιρφός μου.

Πέθανι ι Κριάτους πέθανι, ψυχουραγάει ι Τύρους.
Ταράζ' ι Πράσους την ουρά κι ι κρόμδαρους τα γένια.
Τσουκνίδα που 'ζι συ (πού είσαι συ)
να πάρου τη γκουρφή σου, να σι κουρφουλουγήσου.  
  
         Με το τραγούδι αυτό, παλιότερα (στην Άνω Σκοτίνα), ο κόσμος «εξεθείαζε»  τους          πρωτεργάτες της Τσιαγκάλας.

2. ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΤΣΙΑΓΚΑΛΑΣ: Η απάντηση δίνεται από το όλο τελετουργικό, του οποίου εξωτερικά στοιχεία είναι: φωτιά, χοροί, χαρές, τραγούδι, ξεφάντωμα. Η εσωτερική, όμως, επιθυμία του λαού κρύβεται στην αναζήτηση της «κάθαρσης». Για την κάθαρση αυτή οι χριστιανοί αγωνιωδώς περιμένουν το «ξημέρωμα» της «Καθαρής Δευτέρας».
3. ΣΥΓΝΩΜΗ-ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ: Συνηθίζεται στη Σκοτίνα, πριν την εκδήλωση της Τσιαγκάλας, οι νεότεροι να ζητάνε συγχώρηση από τους γονείς και παππούδες. Στην «απαλνή» Σκοτίνα, θυμάμαι, όλα παίρνανε μορφή   ιεροτελεστίας. Ο νέος με τα δυο
χέρια κρατώντας την ματσούκα (βέργα σαν τον πλάστη), υποκλίνονταν μπροστά στο γονιό, έκανε κανονική μετάνοια και με σεβασμό έλεγε «συγνώμη». Άκουγε τη φράση «σι σχουρνάου» και πήγαινε στο καλό.




4. ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ:
α. ο όρος «τσιαγκάλα» συναντιέται σε διάφορα μέρη. Στην Ήπειρο αναφέρεται ως τζαμάλα. Τα παιδιά τραγουδούσαν: «'Αηστε παιδιά για ξύλα, στουν καλόν τον λόγγον, κι οι κοπέλες για μανούσια, κι οι νιες για ιτιές, κι οι γριές για βατσνές». Άλλα ονόματα της τσιαγκάλας: αλαγούζα, γκριτζάλα (υψηλή εκ ξύλων πυρά). Στον Πόντο έχουμε τη λέξη τσιαγκάλια=μεγάλα ξύλα σηκωμένα προς τα πάνω (Ιω. Τσαγκαλίδης, Κατερίνη).

β. μπαρμπατζιάνα (η), φωτιά με μεγάλη φλόγα, τουρκ. μπαρμπατζιάν= παλικαράς. Στον Κολινδρό μπουμπούνα=φωτιά, φλόγα, μτφ. το κοκκινωπό πρόσωπο, στη Ρούμελη τζιαραμπίνα=μεγάλη φωτιά.

Σημείωση: Παράλληλα με την Τσιαγκάλα μου ‘ρχονται στο νου οι πιτσιρικάδες της Άνω Σκοτίνας με το παιχνίδι «γουμάρες». Πρόκειται για κατασκευή της "γουμάρας" (από ξύλα πεύκου),  την οποία σέρνουν τα μικρά παιδιά παίζοντας στους μαχαλάδες της Σκοτίνας. Διατηρώ την προσωπική μου ανάμνηση: Στα πέντε μας περίπου χρόνια με τον Θόθωρο Μερίκο (θέσχωρέστον), τρέχαμε στα «Κιλιά», κόβαμε «πιφκούλια» (μικρά πεύκα) και φτυάχναμε τη «γουμάρα». (Οι ντόπιοι γνωρίζουν τα σημεία του δάσους, από όπου προμηθεύονται κλαδιά για  Τσιαγκάλα και "γουμάρα".



                     Η τοποθεσία "Κιλιά" από όπου κόβαμε κλαδιά α) οι μεγάλοι για 
                           την Τσιαγκάλα και β) οι μικροί για το παιχνίδι "γουμάρα"

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

οικία: κουταλοθήκη, λανάρι




Οι συνεντεύξεις που παίρνω από τους συμπατριώτες μου είναι άκρως αυθεντικές κι εγώ καταγράφω όπως τις λένε οι άνθρωποι. Αν οι νεότεροι δυσκολεύονται να καταλάβουν τη ντοπιολαλιά, μπορούν να καταφύγουν στη μετάφραση που αποδίδω στο κείμενο*. 
     ----------
* Η ομορφιά του γλωσσικού ιδιώματος χάνεται,  καθώς η γλώσσα κακοποιείται από εκείνους που πάνε να μιμηθούν την ομιλία των χωρικών. Τάχα διορθώνουν. Όμως, χωρίς να το καταλαβαίνουν, νοθεύουν κάθε είδος ντοπιολαλιάς.
      
Αφήγηση: Όλγα Γερομιχαλού-Μήτσιου

      Το καλοκαίρι του 1994 γίνεται κουβέντα με την Όλγα Γερομιχαλού-Μήτσιου (Καραμπίνινα)* στο σπίτι της στην Κάτω Σκοτίνα. Τα θέματα είναι ποικίλα και  ταξινομούνται σε κατηγορίες. Μια απ’ αυτές αναφέρεται σε μερικά στοιχεία που σχετίζονται με το νοικοκυριό (Άνω Σκοτίνα). Σε κάθε περίπτωση καταγράφεται η ντοπιολαλιά και στη συνέχεια η απόδοση στην κοινή γλώσσα.

Στη φωτογραφία η Όλγα (1930-2008). 





 
---------- 


* Για το «Καραμπίνας», ο Βαγγέλης Γερομιχαλός μου  εξηγεί ότι πρόκειται για παρατσούκλι του Χρήστου Γερομιχαλού «που του 'φκιαξαν οι Σκοτινιώτες επειδή διατηρούσε καραμπίνα 2, 5 μέτρων».

1. Κουταλοθήκη

   ΙΔΙΩΜΑ. Ικεί μέσα, Γιάν', δεν ήταν γκουζίνα μικρή. Ήταν μακριναρίκ'. Όσου πχιάν' του σπίτ' ούλου απού κείια απόμεινάμι μέσα είχαμι ένα αμπάρ' μιγάλου. Μέσα του 'χαμι αλεύρ'. Είχι μια σκαμναριά έτσ' ι πατέρας ώς κάτ' μι τέτοια χουντρά σανίδια καστανίσια. Να έχς τα κατσαρόλια σ', τα ταψιά ψλά, τα υπάρχουντα ούλα. Τα φλιτζάνια τα 'βανάμι μι βιλόνις. Όλα μι σειρά, μι σειρά κριμαζμένα. Καφέμπρικα κι φλιτζάνια τα 'χαμι κριμαζμένα. Είχαν κι μια κάσα φκιαζμέν' κι έβαναν μέσα κουτάλια, έβαναν τα ιπίσημα. Έφκιαναν μια κουταλουθήκ' έτσ' μι σανίδ', απού δω στινή κι απού πίσου φαρδιά. Κι έτσ' σταματούσι του κουτάλ'. Αν ν' έφτασις δε γξέρου.
-Σαν ντουλαπάκι;
-Όχ, όχ. Έτσ', έτσ' γένουνταν. Απού δω στινό κι απού μέσα ήταν φαρδύ, ώστι απού δω να του βάντζ έτσ' κι απού μέσα να σταματάει. Όμουρφα να στέκιτι. Κουταλουθήκ'. Μι ν' αράδα τα πιρόνια, τα κουταλάκια κι ούλα. Κι άμα έβγαζις του δίσκου να κιρά 'ις τουν άνθρουπου, έβγαζις τ' λίμπα ουδέτσ', ουμά του γλυκό.
-Ποια;
-Λίμπα ν' ήλιγαν. Γυάλινη. Λίμπα κιντμέν' κι μι του καπάκ'. Πώς έχς ένα σερβίτς, ρε πιδί μ'. Στέκουνταν ουραία κι παναθέ καπάκ'. Κι τα κουταλάκια τα 'χεις καθαρά στη μπάντα. Η δίσκους στρουμένους, κιντμένους, καθαρά ούλα. Κι δυο κούπις καθαρές για νιρό. Έβγανις να κιρά 'ις. Έπιρνι του καθαρό του κουτάλ'  απού' κεί. Έπιρνι μαναχός τ' του γλυκό που ήθιλι κι του κουταλάκ' το 'βανι σ' ν'  άλλ' γκούπα. Απ' τη μια ήπινι του νιρό κι σ' ν' άλλ' έβανι του κουτάλ' του άπλιτου.  Έτσ' γίνουνταν αυτή η δλειά, απ' λες. Δε ντο 'βανις ισύ στου πιατάκ', όπους του βάν' τώρα.

ΚΟΙΝΗ. Μέσα στο σπίτι αυτό, Γιάννη, η κουζίνα δεν ήταν μικρή. Ήταν ένας μακρύς  χώρος. Να φανταστείς, όσο πιάνει όλο αυτό το σπίτι που μένω τώρα (στη Βασίλα). Πλάι μας υπήρχε  ένα αμπάρι μεγάλο. Το είχαμε γεμάτο από αλεύρι. Ο πατέρας μου είχε φτιάξει μια σκαμναριά, δηλαδή μια σειρά από σανίδια καρφωμένα στον τοίχο. Χοντρά σανίδια, από καστανιά. Να τακτοποιείς εκεί τις κατσαρόλες σου, να βάζεις επάνω τα ταψιά, τα απαραίτητα όλα. Τα φλιτζάνια τα στηρίζαμε σε καρφάκια. Όλα με τη σειρά, με τη σειρά κρεμασμένα. Μπρίκια του καφέ και φλιτζάνια, κανονικά κρεμασμένα. Είχαν φτιάξει και μια κάσα, κατάλληλη για τα κουτάλια. Φυλάγανε εκεί τα επίσημα είδη μαγειρικής. Κατασκεύαζαν έτσι μια κουταλοθήκη με σανίδι, από την μπροστινή πλευρά στενή και από την πίσω πλευρά φαρδιά. Κατά τρόπο που να σταματάει καλά το κουτάλι. Δεν ξέρω αν την πρόλαβες να τη δεις.
-Σαν ντουλαπάκι;  
-Όχι, όχι. Διαφορετικά την κατασκεύαζαν. Από τούτη την πλευρά ήταν στενή, στη μέση φαρδιά, ώστε να βάνεις το κουτάλι έτσι και από μέσα να σταματάει. Να στηρίζεται όμορφα. Αυτή ήταν η κουταλοθήκη. Με τη σειρά τα πιρούνια, τα κουταλάκια, όλα. Και όταν έβγαζες το δίσκο για κέρασμα στους ανθρώπους, έβγαζες το γλυκό, έτσι, ωμά με το ειδικό γυάλινο δοχείο, τη λίμπα.
-Ποια;
-Λίμπα τη λέγανε. Γυάλινη. Λίμπα κεντημένη και με το καπάκι μαζί. Πώς έχεις, ρε παιδί μου, ένα σερβίτσιο; Στεκότανε ωραία και καπάκι από πάνω. Και τα κουταλάκια τα κρατούσες στην άκρη καθαρά. Ο δίσκος στρωμένος, κεντημένος, όλα καθαρά, παστρικά. Και δυο κούπες καθαρές για νερό. Έβγαζες έτσι το δίσκο για να κεράσεις τον επισκέπτη. Αυτός έπαιρνε το καθαρό κουτάλι από την άκρη. Μονάχος του φρόντιζε να πάρει το γλυκό που επιθυμούσε και κατόπιν το κουτάλι το τοποθετούσε στην άλλη κούπα. Από τη μια κούπα έπινε το νερό και στην άλλη κούπα τοποθετούσε το άπλυτο κουτάλι. Έτσι γίνονταν αυτή η δουλειά, που λες. Δεν έβαζες το κουτάλι στο πιατάκι, όπως γίνεται σήμερα. 


 
Το σπίτι του αντρόγυνου Τάκη και Όλγας Μήτσιου. Στη βεράντα που φαίνεται έγινε η συνέντευξη με την Όλγα.



2. Λανάρι

ΙΔΙΩΜΑ. Τα μαλλιά τα λανάρζαμι, τα έγνιθάμι, τα λανάρζαμι. Δεν ήταν μηχανές ιτότι. Τα ‘φκιανάμι στα χέρια, μι τα λανάρια. Λανάρις. Είχαμι ένα που κάτ’ του κούτσουρου κι  τ’ άλλου, γραπ-γραπ π’ τα λανάρια κι τα ‘φκιανάμι μια μπάλα. ΄Υστιρα τα ‘βανάμι σ’ τσικρίκις* κι έγνιθάμι. Του βράδ’ έγνιθα ιγώ, ού…κι τηρ μέρα ύφηνα. Μισάλια, τραπιζουμάντιλα, δεν έπιρνάμι τέτοια. ΄Εφκιανάμι. ΄Επιρνάμι στήμα, ‘π’ αυτό π’ φκιάν’ κηριά κι έπιρνάμι διάφουρα παρδαλά, τσιλέδις κι έβαζις τα παρδαλούδια όπους ήθιλις. ΄Επλικις ταντέλις γύρου γύρου, έβανις δυο φύλλα, έβανις ταντέλα μέσ’ στ’ μέσ’, έβανις ταντέλα γύρου γύρου. ΄Εχου. ΄Εχου. Κι είχις άλλου για τς ‘πίσημις, άλλου για τζ γιουρτές, άλλου για τα πνακουτά. Στα πνακουτά ουραία για τα ψουμιά. ΄Ηταν νοικουκυραίοι, σι λέου.

ΚΟΙΝΗ. Τα μαλλιά τα λαναρίζαμε. Τα γνέθαμε, τα λαναρίζαμε. Τότε δεν υπήρχαν μηχανές. Τα φτιάναμε στα χέρια, στα λανάρια. Είχαμε μεγάλες λανάρες. Ένα λανάρι κάτω από το κούτσουρο και το άλλο, γραπ-γραπ με τα λανάρια και κατασκευάζαμε μια μπάλα. Στη συνέχεια τα χρησιμοποιούσαμε τσικρίκες για το γνέσιμο. Το βράδυ έγνιθα εγώ, ούουου...και τη μέρα ύφαινα. Έφτιαχνα πετσέτες, τραπεζομάντιλα. Δεν αγοράζαμε τέτοια είδη. Τα κάναμε εμείς. Αγοράζαμε στημόνι, από αυτό που κατασκευάζουν κεριά. Αγοράζαμε επίσης διάφορα έγχρωμα, ζελέδες και κανόνιζες τα χρώματα, όπως επιθυμούσες. Έπλεκες γύρω-γύρω δαντέλες, έβαζες δυο φύλλα, έβαζες δαντέλα στο μέσο του σώματος, έβαζες δαντέλα γύρω-γύρω. Έχω ακόμα εγώ. Έχω για ενθύμιο. Και διέθετες άλλο για τις επίσημες μέρες, άλλο για τις γιορτές, άλλο για τα πινακωτά. Βάζαμε ωραία πράματα για τα ψωμιά. Σου λέω, ήταν άνθρωποι νοικοκυραίοι.   
----------
* τσικρίκα (η), το τσικρίκι, ξύλινο χειροκίνητο κλωστήριο, λακάτη, τ. cikrik (Ευάγ.  Αθ.  Μπόγκας, Ηπειρ.  Ιδιώματα), μτφ. γρηγοράδα, ταχύτητα, τρέξιμο, "δε ντου φτάντζ του Νάσιου. Πααίν' τσικρίκα" (δηλ. τρέχει πολύ),
     ---------- 
              Στη φωτογραφία ο Τάκης Μήτσιος, σύζυγος της Όλγας,  στο χορό με την παρέα του (4ος). Ο γάμος έγινε το 1950. Επιπλέον η Όλγα αποκαλύπτει: 

 
"Ζ Ντήμ’ ν’ αυλή γινόταν γενικός χορός (στην αυλή του Δήμου στήνονταν μεγάλος χορός).  Ικεί, πώς παίρν' τ' νύφ' μπρουστά κι του γαμπρό πίσου, ι Τάκης δε μπάηνι του συρτό (δεν τα κατάφερνε στον συρτό χορό). Πιρπατούσι, του μπατούσα. Ικείνα τα χρόνια του μπαρακοιτούσις του χουρό (Έδινες σημασία στο χορό). Γι’ αυτό ι πατέραζ μ' σήκουνι μύτις στου χουρό. Του ταχιά θα χουρνούσι (ο πατέρας μου ένιωθε περηφάνεια στο χορό. Αν ο γαμπρός δε χόρευε καλά, την επομένη θα τον χώριζε)". 

 Ο πατέρας της Όλγας Χρήστος Γερομιχαλός -"Καραμπίνας"- 
(1890-1976). Η μητέρα της Ουρανία κατάγονταν από Πούρλια.