Τρίτη 17 Μαΐου 2022

ΑΓΑΠΗ: Χρυσούλα: "ιμένα μι χάρσαν"

          

                                           Το πιστό αντρόγυνο στα νιάτα:

                                  Θανάσης Αγγέλης και Χρυσούλα Δάμπλια

 

          Στις 25 Ιουλίου 1996 η Χρυσούλα Δάμπλια-Αγγέλη (γεννημένη το 1914) μου δίνει συνέντευξη στο σπίτι της (Κάτω Σκοτίνα). Θυμάται τα παιδικά της χρόνια και συγκεκριμένα την ώρα που βρέθηκε η γιαγιά Πιπιλιάνινα και την συμμάζεψε στο σπίτι της στη Λεπτοκαρυά. (Φρόντισε η γιαγιά να προστατέψει το κορίτσι).  Το γεγονός που την σημάδεψε ιδιαίτερα ήταν η βρύση «Βλαχάτη» (*) (Άνω Σκοτίνα).  Από εκεί έγινε το ξεκίνημα για Λεπτοκαρυά.

         

ΙΔΙΩΜΑ: Ιγώ γιννήθκα σ' ν' απαλνή τ' Σκουτίνα. Μι χάρσαν στ' Λιφτουκαρυά (**). Δικαπέντι χρόνια είχα που γύρσα 'π' τ' Λιφτουκαρυά. Μι χάρσαν ζ Μπιπιλιάνινα. Αυτή είνι πρώτ' αξαδέρφ' μι του μπατέρα μ'. Ν' είχα μανιά ιγώ.

-Η Πιπιλιάνινα ποιον είχε άντρα.

-Είχι του Νάσιου του Μπιπιλιάν'.

-Εσύ πού ήσουνα τη στιγμή που σε πήρε η Πιπιλιάνινα;

-'Ημαν ζ ντ Βλαχάτ', δεν ακούς; Έπιζάμι μι 'Ολγα τζ Μπαλάσινας. Είχι του Νικόλα τ' Κουτσιβού.  Μικρή ήμαν. Πέντι χρόνια είχα. Ν' είχαν κάν΄ μάια Μπιπιλιάνινα. Ψλά στου σπίτ' ριγμένα κόκκαλα (μυστικά) που πιθαμένουν.  

-Λοιπόν, σε πήρε η Πιπιλιάνινα,.

-Μι πήρι ΄π' τη Βλαχάτ΄.

-Μιτά ΄που μέρις Ιγώ έκλιγα. Ικεί ζ Μπιπιλιάνινα. Μ' είχαν πιδί αυτές. Πάηνα σκουλειό. Είχα μιράκ' πουλύ να μάθου γράμματα ιγώ. Ύστιρα σκέφτουμαν του χουριό. Τ΄ μάνα κι του μπατέρα. Μια μέρα Λούσκα, σλαρώθκα, πήγα σκουλειό.

Σκώθκα κι έφυγα. Χαραή. Σίμασα του μπόγου μ'. Του ρουχιζμό, να πούμι. Δεν είχα κι τίπουτα. Κάτ' τσιόλια, κάτ' χαμένα. 'Ηξιρνα του δρόμου.  Θα ήρθα 'π' αυτού του μύλου ντ' Μπακάλ'.

Απ' τζ' Ζλιάνα πέρασα μόνη μ' κι βγήκα σ' ν' απαλνή τ' Σκουτίνα. Βγήκα μι ν' 'Ολγα τ' Κουκουσά. "Θα σι βγάλου ιγώ", είπι η 'Ολγα. Ήταν τρανή η Όλγα. Πέθανι απού μάτ'. 'Εσκασι του καημένου του κουρίτσ'. Τι κουρίτσ'! Νταϊλιάνα. 'Εσκασι μέσ' στου χουρό. "'Που μάτ' πάει", είπαν.

Η Πιπιλιάνινα δε μ΄ άφνι να φύγου. Ίλιγι: "Ιγώ τ' Λέγκου ν' έχου έτσιάια". Λέγκου μ' ήλιγαν. Μ' είχαν τ' όνουμα γυρζμένου. Χρυσούλα ήταν τ' όνουμα του θκό μ'. Τ' άλλαξι αυτή. Πέθανι του κουρίτσ', που τού 'λιγαν Λέγκου.

Παρουσιάσκα στ' μάνα. Μ' είπι "καλά έκαμις, κουρίτσι μ' που έφυγις". Χάρκαν κι ι πατέραζ μ' κι η μάνα μ'.

 

ΚΟΙΝΗ: Εγώ γεννήθηκα στην ;Aνω Σκοτίνα. Με χάρισαν στη Λεπτοκαρυά. Έχω  δεκαπέντε χρόνια που επέστρεψα από τη Λεπτοκαρυά. Με χάρισαν στην  Πιπιλιάνινα από τη Λεπτοκαρυά. Αυτή είναι πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου. Την είχα γιαγιά.

-Η Πιπιλιάνινα ποιον είχε άντρα.

-Τον Θανάση τον Πιπιλιάνη.

-Εσύ πού ήσουνα τη στιγμή που σε πήρε η Πιπιλιάνινα;

-Βρισκόμουνα στη βρύση "Βλαχάτη". Εκεί έπαιζα, δε μ' ακούς; Παίζαμε με την Όλγα του Μπαλάση. Αυτή είχε άντρα τον Νικόλα Κοτσιβό. Μικρή ήμουνα. Κορίτσι πέντε ετών (άρα γύρω στο 1919 με χάρισαν στην Πιπιλιάνινα). Την Πιπιλιάνινα της είχαν κάνει μάγια. Πάνω στο σπίτι είχαν ρίξει κόκκαλα από νεκρό σώμα.

-Λοιπόν σε πήρε η Πιπιλιάνινα

-Με πήρε από την Βλαχάτη.  

-Μετά από μέρες μου πήραν τα κλάματα. Ικεί ζ Μπιπιλιάνινα. Με είχαν σαν δικό τους παιδί.  Πήγαινα σχολείο. Είχα μεράκι στα γράμματα. Ύστιρα άρχισα να σκέφτομαι το χωριό, τη μάνα και τον πατέρα. Κάποια μέρα λούστηκα, τακτοποιήθηκα, πήγα σχολείο.

Χαράματα. Σηκώθηκα πολύ πρωί. Έδεσα τα πράγματά μου σε ένα μπόγο. Ετοίμασα τα ρούχα μου, να πούμε, τα ατομικά μου ρούχα. Άλλωστε, δεν είχα και σπουδαία πράγματα. Κάτι κουρέλια, κάτι άχρηστα. Ξεκίνησα κάποιο πρωί και πήρα το δρόμο του μύλου του Μπακάλη.

Έφυγα, λοιπόν, πέρασα από τη Ζλιάνα μόνη μου και τράβηξα κατευθείαν στην Άνω Σκοτίνα. Παρέα είχα την Όλγα Κουκουσά. "Θα σε βγάλω εγώ", είπε η Όλγα. Ήταν μεγαλύτερη η Όλγα. Πέθανε από μάτι. Έσκασε το κακόμοιρο το κορίτσι. Και τι κορίτσι! Σαν τη Νταϊλιάνα. Έσκασε εκεί που χόρευε. "Από μάτι πάει", λέγανε.

Η Πιπιλιάνιινα δεν ήθελε να φύγω. Έλεγε: «Εγώ την Λένκω την έχω στα όπα-όπα». Με φώναζαν Λένκω. Μου αλλάξανε το όνομα. Το όνομά μου είναι Χρυσούλα. Αυτή το άλλαξε και βάλανε το όνομα της πεθαμένης κόρης.

Παρουσιάστηκα στη μάνα μου, η οποία είπε: «κορίτσι μου, καλά έκανες και έφυγες». Χάρηκαν οι γονείς μου!

 

 

Οι γονείς της Χρυσούλας: Ιωάννης Δάμπλιας και Όλγα Γερομιχαλού.

 

 

 

----------

(*) Η βρύση «Βλαχάτη» βρίσκεται στο δεξιό καραούλι της Άνω Σκοτίνας. Την συναντούμε στο δρόμο που βγάζει από την επάνω γειτονιά (σπίτι Γιαννούλη Δάμπλια) προς τοποθεσία «Μοίρα». Εκεί ο Ηρακλής Δάμπλιας, αδερφός της Χυσούλας έπαιζε τη φλογέρα και «έσκουζε» η Σκοτίνα όλη.

(**) Θυμάμαι παρόμοια περίπτωση του 1947. Ήμασταν ανταρτόπληκτοι στην

 Περίσταση Πιερίας. Πολύτεκνη οικογένεια στριμωχτήκαμε  σε ένα δωμάτιο. Ο μικρότερος αδερφός (Λευτέρης) τριών χρονών παιδί.  Βρέθηκε κάποιος που δεν είχε παιδιά. Ζήτησε το παιδί και οι γονείς μου το χάρισαν. Χάρηκαν για την «ευκαιρία». Μετά από λίγες μέρες βλέπουμε τον Λευτέρη να επιστρέφει τρέχοντας! Όταν μεγάλωσε, τον ρώτησα: "Λευτέρη, γιατί έφυγες από το πλούσιο σπίτι"; Η απάντησή του ήταν: "Προτίμησα παρέα και οικογένεια"' (*)

---------- 

 

(*) Λεπτομέρειες για την σημερινή πρόοδο του Λευτέρη βλέπε: Διαδίκτυο Lefteris Kaliampos. 

 

  

   


 


 

 

Τετάρτη 11 Μαΐου 2022

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: Νικόλαος Κοκράνης (1927-2007)

 

                                     ΘΛΙΒΕΡΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

         

 

 Στις 30 Ιουλίου του 1982 ο Νικόλαος Κοκράνης του Παντελή θυμάται οικτρά γεγονότα του Εμφυλίου (στη συνέντευξη  παρούσα και η σύζυγός του Λευκοθέα Καρκαφίρη.

 

 

 

 

 

Α ΓΕΓΟΝΟΣ: Ιστορία του πατέρα Παντελή. Εκτέλεση στην Καρυά Ολύμπου.                                                     

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Ο μπαμπάζ μ’ (βλέπε φωτογραφία στο πλάι) βγήκι στ’ αποσπάσματα το 1945 μι αρχηγό του Μήτσιου. Ο Μήτσιου είχι το βαθμό του ανθυπομοίραρχου. Ένα χρόνο



είχαν τα όπλα κι πουλιμούσαν άνευ μισθοδοσία. Εθελονταί από 1945-46.

Το 1946, 25 Σεπτεμβρίου έγινι η μάχη στη Λιφτουκαρυά. Ο Μήτσιου δεν ήταν τότι στη μάχ’. Ήταν σ’ τ’ Σαλουνίκ’. Στη Λοφτουκαρυά σκουτώσαν το Ματό, τον Κατέλα Λευτέρ’, ένα χωροφύλακα Περπερή (μόνιμος).

Του μπαμπά μ’  κι του Γκατέλα τς πχιάσαν αιχμάλωτοι κι τς πήγαν ζ Γκαρυά. Ικεί τς άλειψαν μι πιτρέλαιο μέσ’ ζ μπλατέα κι τζ δώσαν φουτιά μι του τσιακμάκ’. Αυτό μας το είπαν Καρυώτις εκ των υστέρων. Κάηκαν ζωντανοί. Λιώσαν. Σκέτο κερί. Το μάθαμι το 1950 που επαναπατρίσκαμι. Όταν τους πήραν από τη Λεφτοκαρυά, τους βγάλαν όλα τα ρούχα, τς πήγαν γυμνοί σιαπάν’ κι ’κεί μόν’ μι τ’ φανέλα κι του σώβρακου τζ δώσαν φουτιά.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Ο πατέρας μου βγήκε στα αποσπάσματα Χωροφυλακής το 1945 με αρχηγό τον Μήτσιου. Ο Μήτσιου είχε τον βαθμό του ανθυπομοίραρχου. Κρατούσαν τα όπλα για ένα χρόνο και πολεμούσαν χωρίς καμία χρηματική αμοιβή. Εθελοντές από το 1945-46.

Το 1946, 25 Σεπτεμβρίου έγινε η μάχη στη Λεπτοκαρυά. Ο Μήτσιου, τότε, απουσίαζε από τη μάχη. Βρισκότανε στη Θεσσαλονίκη. Στη μάχη της Λεπτοκαρυάς σκοτώθηκαν οι: Ματός, Κατέλας Λευτέρης, ένας χωροφύλακας μόνιμος Περπερής.


Τον πατέρα μου και τον Κατέλα τους πιάσανε αιχμαλώτους και τους φέρανε πάνω στην Καρυά. Εκεί τους βασάνισαν φριχτά: Μέσα στην πλατεία τους αλείφουν με πετρέλαιο και με τον αναπτήρα δώσανε φωτιά. Αυτό το πληροφορηθήκαμε εκ
των υστέρων από Καρυώτες. Κάηκαν ζωντανοί. Λιώσανε. Σκέτο κερί. Μάθαμε τα γεγονότα το 1950, όταν είχαμε επαναπατριστεί. Μας πληροφόρησαν, ότι, μόλις τους συλλάβανε από τη Λεπτοκαρυά, τους βγάλανε όλα τα ρούχα, τους οδήγησαν γυμνούς προς τα πάνω και εκεί πάνω, στην Καρυά τους δώσανε φωτιά, φορώντας μόνο τη φανέλα και το σώβρακο.

 

Β. ΓΕΓΟΝΟΣ, ο Μήτσιου.

 

ΙΔΙΩΜΑ: Πήγινι στ’ Κατή. Συνιργάσκι μι τς αντάρτις. Έκανι τουν αντάρτ’. Έπιρνι μυστικά κι τα κατέβαζι ζ Γκατιρίν’. Τι δύναμη έχ’


ιδώ, τι δύναμη έχ’ ικεί κλπ. Έφυγι απ΄ τ΄ Σκουτίνα κι πάει στου Λ΄τόχουρου. Ιδώ, στο Νομό Πιερίας, το Μήτσιου τουν αγαπούσαν όλ’. Πουλέμσι, έδρασι. Μέχρι τελευταία έλαβι μέρος μέχρι το Πάικο, Καϊμακτσαλάν.

Στο Λιτόχωρο τραυματίσκι. Κι οι δικοί μας οι Μάιδις τς Σκοτίνας, Λεπτοκαρυάς και Πούρλιας τον βοηθήσαν. Θα τουν έπιρναν αιχμάλουτον οι αντάρτις. Τον πήραν, τον βάλαν σε αμάξ’ στρατιωτικό, ντόϊτς, τον πήγαν στην Κατιρίν’ τραυματία κι απού κει Σαλουνίκ’, στο νοσοκομείο. Τότι τουν είχαν βγάλ’ τραγούδ’  ιδώ στου μέρους το δικό μας:

 

              Απ’ όλα τ’ αποσπάσματα του Μήτσου μου αρέσει,

              πόχει παιδιά διαλεχτά και το ραβδί στη μέση.

              Ψηλά σε κείνο το βουνό πουλιά δεν ανεβαίνουν,

              μόνο του Μήτσου τα παιδιά ανεβοκατεβαίνουν.

 

ΚΟΙΝΗ: Ο Μήτσιου πήγαινε στην Κατή. Εκεί συνεργάστηκε με τους αντάρτες. Έκανε τον αντάρτη, Έκλεβε μυστικά και τα μετέφερνε στην Κατερίνη. Δηλαδή τι δύναμη υπάρχει εδώ, τι δύναμη υπάρχει εκεί κλπ. Εγκατέλειψε τη Σκοτίνα, πήγε στο Λιτόχωρο. Εδώ, στο νομό Πιερίας, όλος ο κόσμος αγαπούσε τον Μήτσιου. Εδώ πολέμησε, έδρασε. Μέχρι το τέλος του πολέμου, έφτασε μέχρι το Πάικο, το Καϊμακτσαλάν.

Στο Λιτόχωρο τραυματίστηκε. Και τον βοήθησαν πολύ οι δικοί μας Μάηδες από Σκοτίνα, Λεπτοκαρυά και Πούρλια. Αν δεν ήταν αυτοί θα τον αιχμαλώτιζαν οι αντάρτες. Οι πατριώτες τον περιέθαλψαν, φρόντισαν να τον πάρουν, να τον επιβιβάσουν σε αμάξι στρατιωτικό, το ντόιτς, να τον μεταφέρουν στην Κατερίνη σαν τραυματία και από Κατερίνη κατευθείαν Θεσσαλονίκη, στο νοσοκομείο. Τότε στην περιοχή μας του βγάλανε σχετικό τραγούδι.

 

Γ. ΓΕΓΟΝΟΣ Νάσιος Μαρνέλας. Βασανίστηκε από ομάδα ανταρτών. «Ένας αντάρτς κρέμασι του Νάσιου Μαρνέλα στου σπίτ’ απού μια ιλιά κι έβαλι δυο μπάλις άχυρο απού κάτ’. Το άναψαν κι πάηνι ο καπνός μέσα στου σώμα τ’. Τότι φώναξι η Νάσινα Μαρνέλινα:

-Ή θα ξιδέ ’ις του πιδί, ή σκότουσέ μι ιμένα. (Κάποιος αντάρτης κρέμασε τον Θανάση Μαρνέλα σε μια ελιά και κάτω από το σώμα του κρεμασμένου έβαλε δυο αχυρένιες μπάλες. Ανάψανε τις μπάλες και ο καπνός σκέπαζε το σώμα. Τρομαγμένη η Νάσινα φώναξε: «Ή θα λύσεις το παιδί ή σκότωσε εμένα».

Αυτό έγινι του 1947.»