Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Εκκλησίες: Άγιος Αθανάσιος



                                                

                
                                  Πάνω στο καραούλι η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου.
                                  Μπροστά μας αριστερά το Εικονοστάσι του Μάρμαρου

Στην απόκρημνη πλαγιά του Μάρμαρου, ψηλά στο καραούλι   του Κοιμητηρίου φαντάζει σκαλωμένη η εκκλησιά του Αγίου Αθανασίου. Εκείνος που θα ασχοληθεί επιμελώς με την ιστορία του ναού θα ‘ναι πολύ ευτυχής. Η προσφορά του στο χωριό θα θεωρηθεί πολλαπλώς θετική. Εν προκειμένω όλο το θέμα εξετάζεται από δυο πλευρές:
 
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ: Εκκλησία

Άγιος Αθανάσιος με την καμπάνα



Ιστορικός ναός (μονόχωρος) με πλούσιο αγιογραφικό υλικό του 17ου αιώνα. Αποσπά το 1ο βραβείο Βρυξελλών στις 25.11.1995 (βλ. τεχνογράφημα 15.2.1996 της Χαρούλας Σιαξαμπάνη αρχιτέκτονος της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων). Η αγιογράφηση πρέπει να έγινε από κάποια συνεργεία έμπειρων Μακεδόνων ζωγράφων. Ο ναός είναι κτισμένος στο ύψωμα (υψ. 750 μ), προς το βόρειο μέρος της Άνω Σκοτίνας. Συγκεκριμένα στα δεξιά του δρόμου που πάει από Τρανό πλάτανο προς Καρόπλα. Ο ναός έχει τρεις εισόδους (βόρεια, νότια, δυτικά). Χρησίμευε ως νεκροταφειακός ναός μέχρι τον Εμφυλιο. Αποτελεί έργο των χρόνων, που η παρουσία .των Σκοτινιωτών είναι πια εμφανής. Κατά την περίοδο του αιώνα που αναφερόμαστε κτίζονται και σπίτια στο χωριό*. Όλο το αγιογραφικό υλικό είναι  σκηνές από την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη).
     Η κ. Σιαξαμπάνη δίνει αξιόλογα πληροφοριακά στοιχεία. Αποσπασματικά αντιγράφω μερικά από αυτά: «1. ο μεταβυζαντινός αυτός ναός, ο κοσμημένος με τοιχογραφίες εξαίρετης τέχνης βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον οικισμό, 2. πρόκειται για μονόκλιτη βασιλική με νάρθηκα και στοά στη νότια πλευρά,  Οι συνολικές διαστάσεις του ναού είναι 22,5Χ11 μ., 3.  το δάπεδο του ιερού παρουσιάζει την ιδιομορφία, αντί να υψώνεται κατά ένα σκαλοπάτι από τον κυρίως ναό, βρίσκεται χαμηλότερα κατά 13 εκ. Ο ναός έχει κατασκευαστεί έτσι, ώστε να προσαρμόζεται στη μορφολογία του εδάφους, ακολουθώντας βαθμιδωτά την κλίση του, 4. Φάσεις κατασκευής: ο ναός δεν έχει κτιστεί από την αρχή όπως εμφανίζεται σήμερα. Το αρχικό κτίσμα του 1656, αν πιστέψουμε την επιγραφή, αποτελούν ο κύριος ναός και ο νάρθηκας. Στον αρχικό αυτό πυρήνα ήρθαν να προστεθούν αργότερα και διαδοχικά, πρώτα η νότια στοά με τον δυτικό χώρο και στη συνέχεια έρχεται το φράξιμο της στοάς, στο ανατολικό άκρο της, στα 1876, όπως μας πληροφορεί η επιγραφή πάνω από την είσοδο του χώρου».     

     Στο «Υδρείον», φ.1 (5. 11. 2001) ο Βαγγέλης Παπαθανασίου σημειώνει: «στα νότια προσκολλάται ανοιχτή στοά, η τελευταία πεσσοστήρικτος είναι του 1876, βάσει χαρακτής επιγραφής άνωθεν της εισόδου σε δωμάτιο διημερεύσεως (στο οποίο απολήγει η στοά στα ανατολικά): ΕΠΙΤΡΟΠΕΥΩΝ {Ε}Ν 1876 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ /6 ΜΑΣΤΟΡΟ/ΓΕΩΡΓΗΣ».

Σχετική εργασία (έρευνα) παρατηρούμε στο «Οδοιπορικό στην Άνω Σκοτίνα. Οι τοιχογραφίες της Κόλασης» της Ευλαμπίας Τσιρέλη, που αναρτήθηκε στο διαδίκτυο (Life, Science and Fiction by Evlampia Tsireli).


     Ο Άγιος Αθανάσιος γιορτάζει δυο φορές το χρόνο. Μια στις 18 Ιανουαρίου και μια στην ανακομιδή των λειψάνων του αγίου, στις 2 Μαΐου, όπου έχουμε και το επίσημο πανηγύρι. Δυστυχώς από τη δεκαετία του 1990 ο ναός είναι κλειστός. Να ευχηθούμε γρήγορα να ξαναλειτουργηθούμε.

----------

                * ενδεικτική είναι μικρή επιγραφή σε λίθινο πλακίδιο που φυλάσσεται
        στον ξενώνα του Θάνου Συντριβάνη. Στην επιγραφή αυτή σημειώνεται:
        «ΕΠΗ ΤΟ 1692».     

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: Λαϊκή παράδοση

 



1. στην ανάρτηση της 8.1.15 με τίτλο «τα γίδια στο Κοιμητήριο» γίνεται εκτενής αναφορά στη λαϊκή παράδοση που σχετίζεται με τον Άγιο Αθανάσιο.

2. το 1945, τσοπανόπουλο δέκα ετών, έκαμα μια κατεργαριά:  έμπασα τις γίδες στον ξένο μπαξέ στην τοποθεσία «Κατράνη»*. Για να τρώνε τις φασουλιές αμέριμνα, βούλωσα τα κυπριά με χόρτα
(για αποφυγή θορύβου). Στην επιστροφή προσπερνώντας τον Άγιο Αθανάσιο μ’ έπιασε κρύος φόβος. Ο νους μου πήγε στο κακό. Μήπως ξεσηκωθούν οι πεθαμένοι. Ήταν «μούρκια», σούρουπο. Ακαριαία παίρνω σωτήρια απόφαση. Χώνομαι στη μέση του κοπαδιού, Ανοίγω όλα τα κυπριά,  παροτρύνω τις γίδες να τρέχουν και το κουδούνισμα να είναι δυνατό. Στον Τρανό Πλάτανο ηρέμησα. Τα φαντάσματα εξαφανίστηκαν!

3. το καλοκαίρι του 1993 ο Δημητρός Παπαγεωργίου μου εκμυστηρεύτηκε: «Μι του Θιουχάρ του Ντάμπλια είχαμι τα γίδια παναθέ ‘π’ τ’ Μοίρα [πιο πάνω από τη Μοίρα, κοντά στα Κοιμητήρια]. Πήρι βρουχή κι τα γίδια κόβν σιακάτ’ κι πααίν στου νάρθηκα ‘π’ τουν Αϊ-Θανάσ’. Μι λέ’: «πάρι μπρουκόβα κι τράβα σιακάτ’ [πάρε την προκόβα και πήγαινε κάτω στον Αϊ-Θανάση). Ιγώ θα κάτσου να μάσου του τυρί». Μπρουκόβα κουκούλα κι κόβου σιακάτ’. Του μπιρίμινα, του μπιρίμινα πότι να κατιβεί. Σα να μι πήρι λίγου ι ύπνους. Αυτός πάει απού πίσου, ‘π’ του πουρτί. [αυτός μπήκε από τη βορεινή πόρτα]. Μπαίν’, ανάβ’ τ’ λαμπάδα, πααίν’ στου ψαλτήρ’ «ααα, ααα». «Αμάν, βγήκαν οι πιθαμέν’». Ήταν κατά του 1934. Όξου βρουχή τουλούμπα.
4. όταν πέθανε ο μακαρίτης (…) και το φέρετρο με τη νεκρική συνοδεία έφτασε στην Παρθένη τς απαλνής Σκοτίνας, οι συγγενείς έκλαιγαν και η κόρη του έβγαζε θρήνο: «αχ! πατέρα μ'! μι πχιον να σι συντουμοιάσου!»
Κι ο μπαρμπα Γιαννούλς ο Τράντας φώναξε: «Ιά, μι γκαρυά τς Στάθους».
Εννοούσε τον κορμό της καρυδιάς της Στάθους, που ισκιώνει όλη την Παρθένη.
     Πάντα στον τόπο αυτό σταματούσε η νεκρική πομπή για να ξαποστάσει ο κόσμος, να πάρει μια ανάσα. Διότι από κει και πέρα η ανηφόρα μέχρι τον Τρανό Πλάτανο είναι απότομη, ανυπόφορη.
----------
* σε άλλη περίπτωση δεν την γλίτωσα, όταν  μια βραδιά «πάτησα» τον μπαχτσέ «τς Στύλινας σ’ τ’ Σκήπ’». Την επομένη έρχεται χαρτί στον πατέρα από τον Κακάλη Ντουραλή, αγροφύλακα με την υποχρέωση να πληρώσει ο πατέρας μου δέκα οκάδες χοντρά (γίγαντες) φασόλια.
----------
Επεγηγήσεις:

Καρόπλα, βλ. ανάρτηση 8.1.15
Κατράνη (η), τοπων. στα βόρεια της Άνω Σκοτίνας. Πευκόφυτη περιοχή. Από τους κορμούς των δέντρων οι Σκοτινιώτες βγάζανε δαδί, από το οποίο φτιάχνανε κατράνη.
Μάρμαρος, βλ. ανάρτηση 8.1.15
Μοίρα, βλ. ανάρτηση 8.1.15
Παρθένη, βλ ανάρτηση 8.1.15
Σκήπ’, βλ. ανάρτηση 5.2.15
Τρανός πλάτανος, Ανηφορίζοντας προς το πλατάνι, από Άνω Σκοτίνα προς Καλλιπεύκη.φτάνουμε "στου ντρανό του Μπλάτανου". Στον Τρανό τον Πλάτανο ο κόσμος όλος κατά τον εσπερινό του δεκαπενταύγουστου περίμενε την Παναγία των Κανάλων. Δηλ. μια επιτροπή έπρεπε από μέρες να προετοιμάσει τα πράγματα, ώστε η Εικόνα της Παναγίας να μεταφερθεί από το μοναστήρι των Κανάλων στο πανηγύρι της Σκοτίνας. Έτσι, στον Τρανό τον Πλάτανο γινόταν περίλαμπρα η υποδοχή της Παναγίας. Ακολουθούσε λιτανεία, στην οποία όλος ο κόσμος συμμετείχε με το παραδοσιακό "Κύριε ελέησον". .

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

Εμφύλιος: θάνατος Μανόλη Κ. Παπαγεωργίου


Στα θύματα του Εμφυλίου συγκαταλέγεται και ο Μανόλης Παπαγεωργίου του Κωνσταντίνου, από τη Σκοτίνα Πιερίας (βλέπε φωτογραφία). Στο χωριό τον ξέρανε με την επωνυμία «ι Μανόλς τς Κώτσινας». Το κάνανε αυτό για να μη τον μπερδεύουν με τον ξάδερφό του Μανόλη Παπαγεωργίου, τον ξακουστό δεξιοτέχνη στο κλαρίνο. Πληροφορίες για το θάνατο του Μανόλη δίνει η σχετική συνέντευξη που μου έδωσε ο Θανάσης Γερομιχαλός του Αποστόλου (καλοκαίρι 1996). Από τη συνέντευξη φαίνεται ότι ο Μανόλης σκοτώθηκε σε μια περιοχή του Λιτοχώρου καλυμμένη από πουρνάρια, κοντά στο μοναστήρι του αγίου Διονυσίου (Μετόχι) του Ολύμπου.

                                          Αφήγηση:  Θανάσης Α. Γερομιχαλός
(
ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Στου Λτόχουρου μι δώσαν τφέκ’. Τρέχαμι στουν’ Όλυμπου κι δε σώναμι. Μας ανάγκασαν. Ή του παίρς, ή πας ζ  ντ  Γιούρα". Μας δώσαν τφέκ’ το 1948 μέχρι το ‘50. Το ‘χουμι πληρώσ’ μι αίμα, που λέν’. Ι Μανόλς ι Παπαγιώρς, τς Κώτσινας, ικεί σκουτώθκι. Είχι κι αυτός όπλου. Ι Μανόλς ήταν μαζί μι του Μανόλ’ του Μάνου, του Μπαντέκου, που λέμι, του Θανάσ’ του Μπουλυχρό, τ’ Μίχου τ’ Πουλυχρού. Αυτοί φυλάγαν φυλάκιου ικεί πάν’. Οι αντάρτις τς 

 παρακουλουθούσαν κάθι μέρα. Τς πιρικυκλώσαν γύρου γύρου ικεί, πριν πάμι στο Μιτόχ’, ικεί απού ‘νι κάτ’  δέντρα.  Ικεί ακριβώς ήταν. Αυτοί, πώς καθόταν ξαπλουμέν’. "Τα χέργια ‘παν’". Βάν’ ριπές.

           -Ποιοι είπαν "τα χέρια ‘πάν’ ".  

-Οι αντάρτις. Ιτούτ’ ήταν ξιγνιαζμέν’. Άλλους διάβαζι "επιστουλή",  ήταν ι Γιώρς ι Γανουτής. Ι Θανά ‘ης ι Πουλυχρός, πώς ήταν ξαπλουμένους -ήταν Μάης μήνας μέσ’  στα γαυριά -γαυριά μι γάτζια- κι άρπαξι του όπλου να του πάρ’  απ’  του γαυρί. Δε μπόρσι να του πάρ’, γιατί τς είδι απού δώ ίσια μι κεί, έρχουνταν αυτοί. Τ’  απαράτσι ουδ’ ικεί του όπλου. Κάμν’ του γκατήφουρου. Έπριπι να διανύσουν καμιά 500 μάτρα στ’ αρμάν’ να κατιβούν στου δρόμου. Ικεί ‘ταν του σφάλμα. Ι Μπατέκους σφυνώθκι μέσα σι κάτ’ βράχια κι δε μπόρσαν να τουν βγάλν’ κι παρέμεινι ‘κεί. Ι Μανόλς του γξέφυγι, πάει κάτ’ στου δρόμου. Οι αντάρτις του δρόμου τουν φύλαγαν. Κι σι μια στρουφή μι αυτόματου του γκαθάρσαν κατιφθείαν. Φάτσα, φάτσα. Του γξιντύσαν, του μπήραν τα ρούχα κι τουν άφσαν γυμνό, μόν’ μι μια φανιλίτσα κι ένα σώβρακου. Τα πήραν ούλα. Παπούτσια, ρούχα, ό,τ’ είχι. Τουν άφσαν ξαπλουμένουν στου δρόμου.  
-Νεκρό.  
-Νικρόν.  
Φύγαν, μιτά, αυτοί ύστιρα.  Ώσπου να φτάσ’ στρατός, αυτοί είχαν εξαφανιστεί. Η κηδεία έγινι στουν Αγιο Νικόλαο.  

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ Στο Λιτόχωρο μου δώσανε όπλο. Τρέχαμε πάνω στον Όλυμπο και δεν τελειώναμε. Μας εξανάγκασαν: «Ή το παίρνεις ή πας για τη Γιούρα» (εξορία στις φυλακές της Γιούρας). Μας έδωσε όπλο ο στρατός το 1948 μέχρι το 1950. Αυτό το όπλο το έχουμε πληρώσει με αίμα, καθώς λένε. Για παράδειγμα, ο Μανόλης Παπαγεωργίου, της Κώτσινας. Αυτός σκοτώθηκε στην περιοχή Λιτοχώρου. Κι αυτός είχε χρεωθεί όπλο από την υπηρεσία. Ο Μανόλης έτυχε να έχει συντροφιά τον Μανόλη Μάνο, τον Μπαντέκο*, που λέμε, και τον Θανάση Πολυχρό, παιδί του Μίχου Πολυχρού. Αυτοί φυλάγανε σκοπιά σε κάποιο φυλάκιο, λίγο παραπέρα από το Λιτόχωρο. Εντωμεταξύ οι αντάρτες κάθε μέρα τους είχαν υπό παρακολούθηση. Τους περικυκλώσανε γύρω-γύρω εκεί, στην περιοχή πριν φτάσουμε στο Μετόχι του αγίου Διονυσίου. Ακριβώς στο σημείο που συναντούμε μερικά δέντρα, βελανιδιάς. Σ’ αυτή την περιοχή φύλαγαν. Οι αντάρτες παραπέρα παραμόνευαν και, καθώς τους είδαν ξαπλωμένους, φώναξαν: «Τα χέρια επάνω». Και αμέσως ρίχνουν ριπές. 
          -Ποιοι είπαν «τα χέρια επάνω»;
          -Οι αντάρτες. Ετούτοι εδώ ήταν αμέριμνοι και ήσυχοι. Αρκεί να σου πω ότι άλλος διάβαζε «επιστολή»**. Ο Γιώργος Γανωτής. Ο Θανάσης Πολυχρός, όπως ήταν ξαπλωμένος -ήταν Μάης μήνας-ανάμεσα στα γαυριά. Και τι γαυριά! Απ’ αυτά που έχουν χοντρά ξύλα σα γάντζους. Αμέσως πλησιάζει το γαυρί για να ξεκρεμάσει το όπλο. Μάταια, όμως· δεν τα κατάφερε να το πάρει,  γιατί οι αντάρτες πλησίασαν κοντά. Τους είδε ξαφνικά μπροστά του. Βρέθηκαν μεταξύ τους σε πολύ μικρή απόσταση. Έτσι δεν πρόλαβε να πάρει το όπλο που ήταν κρεμασμένο στο γαυρί. Πετιούνται, τρέχουν προς την κατηφόρα. Έπρεπε να διανύσουν κάπου 500 μέτρα μέσα στο αρμάνι με τα χαμόκλαδα για να κατεβούν κάτω στο δρόμο. Αυτό ήταν το σφάλμα τους. Ο Μπαντέκος, δηλαδή ο Μανόλης Μάνος χώθηκε σε κάτι σπηλιές, ανάμεσα στα βράχια. Δεν τα κατάφεραν να πλησιάσουν, να τον ξετρυπώσουν από ‘κεί. Έμεινε εκεί μέσα κρυμμένος. Ο Μανόλης αποχωρίστηκε από αυτόν. Τρέχει προς τα κάτω, στο δρόμο. Οι αντάρτες φύλαγαν καλά το δρόμο. Και σε μία στροφή με αυτόματο όπλο τον καθάρισαν αμέσως, χωρίς καμιά καθυστέρηση. Συναντήθηκαν πρόσωπο με πρόσωπο. Τον ξέντυσαν, του βγάλανε τα ρούχα και τον εγκατέλειψαν γυμνό. Τον άφησαν μόνο με τη φανελίτσα και το σώβρακο. Του τα πήραν όλα. Παπούτσια,  ρούχα, ό, τι δηλαδή φορούσε ο άνθρωπος. Τον εγκατέλειψαν ξαπλωμένο στο δρόμο. 
          -Νεκρό;
          -Νεκρό.   
          Γρήγορα,  γρήγορα φύγανε αυτοί ύστερα. Ώσπου να ‘ ρθεί ο στρατός, οι αντάρτες εξαφανίστηκαν. 
          Η κηδεία έγινε στον άγιο Νικόλαο Λιτοχώρου. 
----------
*  Μπαντέκο τον βγάλανε από το όνομα κάποιου αντάρτη. Ένας Λιτοχωρίτης «μάυς» -Οικονόμου- που είχε κάνει στα ανταρτικά, είχε κάποιον ταγματάρχη Μπαντέκο. Ήταν κοντός στο ανάστημα, όπως και ο Μανόλης Μάνος (1917-2002). Μόλις ο Οικονόμου είδε το Μανόλη, του είπε: «Σα του Μπαντέκου είσι,  αρά,  που είχαμι απάν στου βουνό. Τουν μνιά ‘ιζ καταπληκτικά».  
**  πρόκειται για το φυλλάδιο "επιστολή του Χριστού". Θυμάμαι, πως η «επιστολή» αυτή κυκλοφορούσε ευρέως στα χρόνια του Εμφυλίου. Μας λέγανε ότι «όποιος διαβάσει την «επιστολή» μια φορά την ημέρα, όλες οι αμαρτίες εξαφανίζονται και λιώνουν». Ήμουνα ανταρτόπληκτος (1947-50) στην Περίσταση Πιερίας. Πολλοί συμμαθητές μου στο δημοτικό, μαζί κι εγώ,   διαβάζαμε επιμελώς την «επιστολή».    
----------
Σημείωση: Οι γονείς του Μανόλη ήταν Κώτσιος και Ουρανία. Είχε μια αδερφή, τη Γραμματούλα, παντρεμένη με τον Γιώργο Γανωτή.

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Εκκλησίες: Παναγία Φανερωμένη Σκοτίνας







      Τα εννιάμερα της Παναγίας του 2015


     Και εφέτος η «Παναγία Φανερωμένη» Σκοτίνας τιμήθηκε με τον πλέον επίσημο τρόπο. Στην Παραλία του χωριού συγκεντρώθηκε πολύς κόσμος (ντόπιοι, περίχωρα και ξένοι). Το πανηγύρι παρουσίασε  μεγαλύτερη αίγλη στην Ακολουθία του Εσπερινού. Ο Σεβασμιότατος (Μητροπολίτης Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος) κ. Γεώργιος ήταν παρών στον Εσπερινό και ανήμερα (Όρθρος και Θεία Λειτουργία). Ενώπιον πλήθους πιστών ο Σεβασμιότατος τόνισε:

«…Πέρυσι (2014), που κτίσαμε τον ιερό ναό επ’ ονόματι της Παναγίας της Φανερωμένης, τελέσαμε την πρώτη πανήγυρη, η οποία πλέον καθιερώνεται ως ετήσιος λειτουργικός θεσμός εδώ στην Παραλία της Σκοτίνας και γενικότερα για την ιερά Μητρόπολή μας. Και σίγουρα, όπως για κάθε γιορτή, έτσι και η σημερινή γιορτή μας δίδει την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στο περιεχόμενο του εκκλησιαστικού αυτού γεγονότος που είναι η πίστη προς το Θεό και η μνήμη προς την Υπεραγία Θεοτόκο, την Κοίμηση της οποίας εορτάζουμε. Και μέσα στο καύμα του καλοκαιριού η αποψινή δροσιά έρχεται να συνοδεύσει την πνευματική αύρα της εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου, η οποία αποδίδεται σήμερα.



…Όταν άνθρωποι πλησίασαν την Παναγία για να την τιμήσουν, η Παναγία είπε σ’ αυτούς: «τον γνωρίζετε το Χριστό, τον Υιό του Θεού;» «Τον γνωρίζουμε». «Αυτού ακούετε»*.
     Αυτό μας λέει η Παναγία σήμερα, κι αυτή θα πρέπει να είναι η υπόσχεσή μας. Διότι τιμούμε την Παναγία, προσκυνούμε την ιστορική Εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας από την Άνω Σκοτίνα, η οποία φυλάσσεται στο σημερινό χωριό και κάθε χρονιά τη μεταφέρουμε εδώ και σήμερα την λιτανεύουμε μαζί με τον Επιτάφιο. Μια γιορτή ολοκληρώνεται, όταν, μετά το «δι’ ευχών» και αφού πάρετε τον άρτο από το χέρι μου, θα φύγουμε όλοι μας από δω με μια σταθερή απόφαση: να τιμήσουμε αυτό που είπε η Παναγία σ’ αυτούς που την τιμούν: «Αυτού ακούετε».
Μπορούμε να κάνουμε το θέλημα του Θεού κανόνα της ζωής μας με την πνευματική χάρη του Αγίου Πνεύματος; Μπορούμε να σκεφτούμε ως άνθρωποι πνευματικοί και όχι ως άνθρωποι κοσμικοί; Αυτή είναι η δικαίωση του επιχειρήματός μας. Τότε μόνο θα ολοκληρωθεί ο σημερινός εορτασμός, όταν ακριβώς, φεύγοντας από δω, από την παραλία της Σκοτίνας ολοκληρώνοντας τις καλοκαιρινές μας διακοπές. Θα φύγουμε πιο πλούσιοι πνευματικά και σίγουρα αναθεωρώντας και επαναπροσδιορίζοντας τις προτεραιότητες και τους στόχους της ζωής μας.
     Εύχομαι στο μέτρο που ο καθένας θα το κάνει, αυτό να γίνει μια πραγματικότητα για όλους εσάς που συμμετείχατε απόψε. Και μαζί μ’ αυτή τη δροσιά του αέρα, να έχουμε μέσα μας τη ζωντανή πνοή του Αγίου Πνεύματος. Μόνο αυτή μπορεί να ολοκληρώνει και τον πόνο και τα βάσανα και τις δυσκολίες της καθημερινότητας».
    
     Τη γιορτή λάμπρυνε η παρουσία της χορωδίας του Μητροπολιτικού ναού της Θείας Αναλήψεως Κατερίνης.** Τα ψάλματα κατανυκτικά και εντυπωσιακά. Η Αρτοκλασία τελέστηκε υπαίθρια σε ειδική εξέδρα, που ήταν ορατή από όλες τις πλευρές της λαοθάλασσας των προσκυνητών. Ήρθαν τα «μούρκια» (βράδιασε για καλά). Ωραίο το φαινόμενο. Το τροπάρι «Πλούσιοι επτώχευσαν» το ψέλνανε όλοι μαζί, χορός και λαός. Συνάμα τα βλέμματα των πιστών ήταν στυλωμένα στις «σουγλερές» βουνοκορφές της Σκοτίνας. Κουμάσια, Μαγγούρια, Στρογγλή, όπως κι άλλες, κορφές φάνταζαν να ‘ναι γατζωμένες στον ουρανό. «Φιγγάρ’ μέρα».
----------
* «Αυτού ακούετε», φράση από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου (17,5) που αναφέρεται στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος. «Έτι αυτού λαλούντος ιδού νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και ιδού φωνή εκ της νεφέλης λέγουσα: Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα. Αυτού ακούετε» (Ενώ μιλούσε ακόμα, ένα φωτεινό σύννεφο τους σκέπασε, και μετά από το σύννεφο ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Αυτός είναι ο αγαπημένος μου Υιός, αυτός είναι ο εκλεκτός μου, αυτόν να ακούτε» (μετάφραση Βιβλική εταιρία 1985).
** την επιμέλεια της χορωδίας είχε ο πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Φωτίου.

ΕΙΚΟΝΕΣ

Οι προσκυνητές περιμένουν την Παναγία

Οι ψάλτες "μπήκαν" στα Κεκραγάρια. (Κεκραγάρια είναι τροπάρια 
που ψάλλονται στον Εσπερινό κάθε γιορτής. Ακολουθούντον ήχο που
 βροβλέπει το τυπικό. Λέγονται έτσι από τη φράση "Κύριε εκέκραξα". 
Οι ήχοι είναι οχτώ (οχτώηχος-οχταήχι) 

Ώρα λατρείας, κατάνυξης

Ο Επιτάφιος στο Γιαλό της Σκοτίνας




Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Εμφύλιος: Γρηγόρης Μπιλιάγκας



Γρηγόρης Μπιλιάγκας 
του Γεωργίου,
θύμα του Εμφυλίου.
                                                       
 
Νάρκα στη βάρκα

Η Όλγα Χρυσικού (1922-2014), σύζυγος του Γιώργου Μπιλιάγκα εξιστορεί με λεπτομέρεια τον οικτρό θάνατο του πεθερού της Γρηγόρη που συνέβη τον Μάη του 1948 στην παραλία Λεπτοκαρυάς (απόσταση 7 χιλμ. Από Άνω Λεπτοκαρυά). Η συνέντευξη δόθηκε στο Γιαλό της Σκοτίνας στις 21.06.2005.

          ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Στη Λεπτοκαρυά καθόμασταν σ' ένα σπίτ', Κούκου του' λιγαν στου ιπίθιτου. Έφυγι ι πιθιρόζ μ' κα τς ουχτώ η ώρα, προυΐ, πώς πάηναν να σηκώζν ντράτα. Η τράτα ήταν ντ Γρηγόρ’ ντ Γριβινίτ’. Είχαν έναν αργαλειό κι ύφινα ικεί. Καμιά φουρά ακούμι ένα "μπάαααμ". Ακούσκι νάρκα. Μαζώθκαν ι κόζμους, όλ' η Λιφτουκαργιά ειχι βγει σ' ν' αγία Τριάδα. Βγαίνου κι γώ. Ήταν οι χουριανοί μας όλ'. Η Γραμματούλα αυτή η Κουκουσού, οι αξαδέρφιζ μ' αυτές ντ Μπουζιώ, η Τσιβώ αυτή η Κουκάρινα. Κι μι λέ' -τ' θυμούμι Γκουκουσού αυτήν-:
                    -Ιδώ είσι Όλγα;
                    -Ναι, γιατί;
                    -Μας είπαν ότι αυτή η νάρκα ότι σκουτώθκι κι η πιθιρός σ'.
                    -Τι είπις;
                    -Σκουτώθκι...
Τώρα τί να κάνου. Είχα του κουρίτσ' στου χέρ'. Βρίσκου ν' αξαδέρφη μ' αυτήν Γκουκάρινα:
                    -Τσιβώ!
                    -Α, μουρή Όλγα, είπαν ότι σκουτώθκι κι η πιθιρός σ'. Η πιθιρά σ' έφυγι κι του κουρίτσ' μι του γαϊδούρ' πάηνι σιακάτ'.
-Ποιο κορίστι πήγαινε προς τα κάτω;
-Η Χαϊμαδή.
                    Κι σαν ξικινώ, ιγώ ανά τρεις παλιουρές αμπδούσα. Βρήκα μπιθιρά μ' στου δρόμου, ν' απαράτσα, βρήκα τ' Χαϊμαδή μι του γαϊδούρ', ν' απαράτσα. Όσ' ξικίντζαν να βρουν, όλ' τς έφτασα, όλ' τς απαράτσα. Κι ι στρατός απόμεινι έτσ'! Λέ': "τί είνι αυτή!". Πώς πιρνούν τα λάφια, που λεν, τέτχιου πράμα. Κι πάνου ευθεία, τουν βρήκα στουν άμμου. Τουν είχαν στουν άμμου ξιαπλουμένουν. Έβγαζι αίμα 'π' του στόμα. Όπους ήταν η νάρκα, πιτάθκαν κάτ' ξύλα τέτχια. Ξιφλουδίσκαν απ' ντ βάρκα κι ένα μπήκι ιδώια μέσα, στου ...λάρυγγα. Κι χτυπμένους στου κιφάλ' κι όλους. Αυτοί τουν είχαν καταή. Τραβώ, βγάζου του ξύλου. Είχα ένα μαντήλ' στου κιφάλ', βγάζου του μαντήλ', τουν δένου καλά ιδώ να μη μπαγλάρσ' (;), να μή ντρέχ' του αίμα. Είχι κι ένα πουκάμσου, τουν σκίζου κι του πουκάμσου, τουν δένου όπ' είχι αίματα.
-Ζούσε.  
                    -Ζούσι ώσπ' που τουν βγάλαμι στ' μέσ' του δρόμου. Ζούσι κι φώναζι. Ζούσι, που λες, κι τουν βγάλαμι σ' ένα σπίτ' -του είχαν σα φαρμακείου ι στρατός- Καζαμίας λιγόταν. Ήταν κι ι Βαγγέλς ι Πατούνας. Ι Βαγγέλς τραυματίσκι του πουδάρ'. Ι Θουμάς ι Σακιλλάριους σκουτώθκι επιτόπου ένα κι ένα. Ι Χρήστους αυτός ι Σακιλλάριους είχι τραυματιστεί κι αυτό του πιδί. Ι δικός μας έζησι ώς τα μισάνυχτα. Χαραές. Ι Κακάλς ι Καϊάκας -θεσχουρέστουν, μπάρμπαζ μ'- ήταν μάυς. Τς πήραν κι τς έφιραν σιαπάν κι τς έβαλαν σι αυτό του σπίτ' απού ‘ταν φαρμακείου, μήπους καλυτιρέψ', μήπους αυτόσ', επειδή μιλούσι λίγου. Όχ', δε μιλούσι, μόνου που φώναζι. Κι ήλιγι: "βάρα". Όπους ήλιγι βάρα, βάρα, βάρα, να τραβήξουν ντ βάρκα. Του "βάρα" απόμεινι. Ικείνου φώναζι. Τέλους πάντουν, πήγαμι μέσα ικεί, δε μας άφναν να μπούμι τζ γναίκις. Μπιθιρά μ΄ δε ν' άφσαν. Δε ν' άφνι ι σκουπός. Ήταν δυο φαντάρ'. Λέου:
                    -Γιατί δε μας αφήνιτι να μπούμι;
                    -Δεν επιτρέπιτι, λέ.
                    Κι που λες, "δεν επιτρέπιτι; δεν επιρέπιτι;", τουν αρπάζου τουν ένα 'π' του χέρ' του γκάνου έτσια, παίρου κι τουν άλλουν. Τουν λέου:
          «Ιδώ που είσι 'σύ κι φλάγς, ι θκόζ μ' ι άντρας είντους στουν Αρχέγγιλου, στα σύνουρα κι φλάγ' ισένα ιδώ».
                    Ι Γιώρς ήταν φαντάρους.
                    -Ι θκόζ μ' ι άντρας φλάγ', είντους στα σύνουρα, λέου, κι σι φλάγ' ισένα ιδώ. Κι αυτόν απού ‘νι μέσα τουν έχου πιθιρόν κι θέλου να πάου μέσα.
                    Φώναξι τουν αξιωματικό: «Αφήστι την, αφήστι την να πιράσ'», είπι.
                    Πήγα μέσα ωσπού ξημέρουσα ικεί. Φώναζι, τουν άλλαζα, τουν έκανα. Ύστιρα έκαμι μιτό, καναδυό, τρία κιλά αίμα 'που μέσα. Αλλά ήταν κι ι Κακάλς ι Καϊάκας μέσα. Έρχουνταν αυτός, λίγου έτσ'. Ήταν η Λιόλινα η Καρκαφίρινα για του Βαγγέλ', η Πατούνινα η Καλλιόπα. Αλλά του Βαγγέλ, μόλις χάραξι, έφιξι, του μπήραν ύστιρα, του μπαν σ' τ' Σαλουνίκ' αυτόν. Έκατσι πουλύν γκιρόν σ' τ' Σαλουνίκ' κι απού 'κεί τουν έστειλαν σ' ν' Αθήνα. Είχι γλιτώσ' αυτός. Του μακαρίτ' του Θουμά του Σακιλλάρη του μπαν ούδι 'π' του βράδ' σ' ν' αγία Τριάδα, σ' ν' Ικκλησία. Ι θκοζ μ' ύστιρα, αφού ξιψύχσι τς χαραές, του μπήγαμι σ' ν' αγία Τριάδα κι μιτά έγινι η κηδεία. Τς θάψαμι ούδ' ικεί σ' ν' αγία Τριάδα.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Κατοικούσαμε σε ένα σπίτι, που το νοικοκύρη τον λέγανε Κούκο στο επώνυμο. Έφυγε ο πεθερός μου κατά τις οχτώ το πρωί. Ήταν η ώρα που θα τραβούσανε την τράτα. Η τράτα ήτανε του Γρηγόρη Γρεβενίτη. Είχαν εκεί αργαλειό και ύφαινα. Καμιά φορά ακούμε ένα "μπάαααμ". Ακούστηκε σκάσιμο νάρκης. Όλη η Λεπτοκαρυά συγκεντρώθηκε στην αγία Τριάδα. Βγαίνω κι εγώ έξω. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί όλοι μας οι χωριανοί. Η Γραμματούλα αυτή του Κουκουσά, οι ξαδέρφες μου αυτές του Μπουζιώ, η Τσιβώ η Κουκάρινα και θυμάμαι καλά, πως αυτή η Κουκουσού μου είπε:
                    -Εδώ είσαι, Όλγα;
                    -Ναι, γιατί;
                    -Μα είπαν ότι ο κρότος που ακούστηκε ήταν νάρκη και μάλιστα λένε ότι σκοτώθηκε και ο πεθερός σου.
                    -Τι είπες;
                    -Σκοτώθηκε...
Και τι να κάνω εκείνη τη στιγμή! Κρατούσα και το κορίτσι από το χέρι. Συναντώ την ξαδέρφη μου αυτή την Κουκάρινα και φωνάζω:
                    -Τσιβώ!
                    -Έλα, μωρή Όλγα, διαδόθηκε ότι σκοτώθηκε ο πεθερός σου. Η πεθερά σου ήδη έχει φύγει προς τα κάτω. έχει αρκετή ώρα και το κορίτσι με το γαϊδούρι πήραν τον κατήφορο.
-Ποιο κορίστι πήγαινε προς τα κάτω;
          -Η Χαϊμαδή.
                    Με την κακή αυτή είδηση, το ότι σκοτώθηκε ο πεθερός μου, δε χάνω καιρό· ξεκινώ στα γρήγορα προς τα κάτω. Σαν ελάφι πηδούσα τα παλιούρια. Συναντώ την πεθερά μου στο δρόμο, την προσπερνώ, συναντώ τη Χαϊμαδή με το γαϊδούρι, την προσπερνώ. Όλοι τους ξεκίνησαν με σκοπό να βρούνε τα αδικοχαμένα πρόσωπα, όλους τους πρόλαβα, όλους τους ξεπέρασα. Απόρησε και ο στρατός. Κάποιος σκοπός λέει: "μωρέ τι γυναίκα  είναι αυτή"! Πώς πηδάνε τα λάφια, που λένε, έτσι ακριβώς έτρεχα εγώ. Τρέχω, τραβώ κατευθείαν στη θάλασσα. Βρίσκω τον πεθερό μου στην άμμο. Τον είχαν ξαπλωμένο στην άμμο. Έβγαζε αίμα από το στόμα. Όπως έσκασε η νάρκη, πετάχτηκαν κάτι πελώρια ξύλα, τέτοια. Η νάρκη έβγαλε τις φλούδες και πετάχτηκαν πέρα και μπήκαν εδώ μέσα, στο λαρύγγι. Είχε χτυπήματα στο κεφάλι και παντού. Οι άνθρωποι εκεί τον είχαν καταγής. Εγώ τραβώ, βγάζω το ξύλο. Είχα ένα μαντήλι στο κεφάλι μου, βγάζω το μαντήλι, τον δένω καλά για να μη διαλυθούν οι σάρκες και για να σταματήσει η αιμορραγία. Φορούσε και ένα πουκάμισο, σκίζω το πουκάμισο, δένω τις πληγές που είχαν αίματα.
-Ζούσε.
                    -Ζούσε,  ώσπου τον σύραμε μέχρι τη μέση του δρόμου. Ζούσε, που λες, και τον οδηγήσαμε σε ένα σπίτι -το χρησιμοποιούσε ο στρατός σαν φαρμακείο- Καζαμίας λεγότανε ο νοικοκύρης. Εκεί ήταν και ο Βαγγέλης ο Αγγέλης, ο Πατούνας. Ο Βαγγέλης τραυματίστηκε στο πόδι. Ο Θωμάς ο Σακελλάρης σκοτώθηκε επιτόπου ακαριαίως. Τραυματίστηκε επίσης και ο γνωστός σε όλους μας Χρήστος Σακελλάρης. Ο δικός μας άρρωστος -πεθερός μου- έζησε μέχρι τα μεσάνυχτα. Ξεψύχησε βαθιά χαράματα. Ο Θεοχάρης Καλαμάρας, Καϊάκας -Θεός να τον συγχωρέσει, θείος μου- υπηρετούσε στους μάυδες. Όλοι τους φρόντισαν να μεταφέρουν τους τραυματίες σ' αυτό το φαρμακείο. Προσπάθησαν να προσφέρουν και στον πεθερό μου τις πρώτες βοήθειες, μήπως καλυτερέψει ο άνθρωπος. Και τα χείλη του ψέλλιζαν: "βάρα, βάρα, βάρα", δηλαδή να τραβήξουν τη βάρκα. Η λέξη "βάρα" μας έμεινε στη μνήμη μας. Αυτή τη λέξη έλεγε. Τέλος πάντων, μπαίνουμε μέσα σ' αυτό το σπίτι, αλλά δεν επιτρέπουν να πλησιάσουμε τον άρρωστο. Δεν επέτρεπαν τις γυναίκες. Δεν επέτρεπαν ούτε την πεθερά μου. Απαγόρευε ο σκοπός. Φύλαγαν εκεί δυο φαντάροι. Εγώ δεν άντεξα, λέω στο σκοπό:
                    -Γιατί απαγορεύετε να μπούμε μέσα;
                    -Δεν επιτρέπεται, λέει.
                    Εγώ δεν καταλάβαινα από τέτοια, που λες. Με το "δεν επιτρέπεται, δεν επιτρέπεται", του αρπάζω το ένα χέρι, τον στριφογυρίζω έτσι, του αρπάζω και το άλλο και του λέω:
                    -Εσύ φυλάγεις σκοπιά στο σημείο αυτό, ο δικός μου άντρας υπηρετεί στον Αρχάγγελο, στα σύνορα και φυλάγει εσένα, να έχεις εσύ την ελευθερία σου εδώ.
                    Υπόψη ότι ο Γιώργος ο άντρας μου υπηρετούσε στρατιώτης. Του ξαναλέω: 
                    -Ο δικός μου ο άντρας φυλάγει την Ελλάδα, υπηρετεί πάνω στα σύνορα και φυλάγει και εσένα εδώ. Και αυτόν τον ετοιμοθάνατο που βρίσκεται μέσα στο φαρμακείο τον έχω πεθερό. Επιθυμώ, λοιπόν, να μπω μέσα να τον ιδώ. 
                    Φώναξε τον αξιωματικό, πήρε την εντολή:
                    -Αφήστε την, αφήστε την να περάσει, είπε. 
                    Προχώρησα μέσα, έμεινα εκεί μέχρι τα ξημερώματα. Έβγαζε φωνές ο πεθερός μου, εγώ του άλλαζα, τον φρόντιζα. Ύστερα έκανε εμετό. Έβγαλε καναδυό με τρία κιλά αίμα από το στόμα. Ευτυχώς που εκεί μέσα παρευρίσκονταν ο Θεοχάρης Καλαμάρας. Φρόντιζε αυτός να μπαίνει και να προσφέρει ό,τι του περνούσε από το χέρι. Ήταν και η Λιόλινα Καρκαφίρινα και φρόντιζε τον αδερφό της το Βαγγέλη Αγγέλη. Η γνωστή σαν Καλλιόπη Πατούνινα.
Έφεξε καλά, χάραξε. Το Βαγγέλη τον παίρνουν και τον μεταφέρουν στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη έμεινε αρκετό καιρό. Από εκεί τον στείλανε στην Αθήνα. Είχε τύχη αυτός, γλίτωσε. Τον δικό μας άρρωστο, όταν έφεξε για καλά, του αλλάξαμε ρούχα και στη συνέχεια τον μεταφέραμε στην αγία Τριάδα. Το μακαρίτη Θωμά Σακελλάρη τον μετέφεραν αποβραδίς στην αγία Τριάδα, στην Εκκλησία. Ο δικός μας, ύστερα, αφού ξεψύχησε κατά τα χαράματα, τον μεταφέραμε στην αγία Τριάδα, όπου έγινε και η κηδεία. Τους θάψαμε στο ίδιο σημείο, εκεί στην αγία Τριάδα.  

ΕΙΚΟΝΕΣ

Στα νιάτα τους οι: Γιώργος Μπιλιάγκας του Γρηγορίου και η σύζυγός του Όλγα to γένος Χρυσικού
Θανάσης Καλαμάρας του Θεοχάρη, γαμπρός των Μπιλιαγκαίων, που κατοικεί στην Παραλία Σκοτίνας
Η Όλγα και οι κόρες της: Καλλιόπη, Κωνσταντία, 
Καλούδα και Σταματία




τοπωνύμια: «Πλάκες»


 
 
          Οι «Πλάκες» βρίσκονται στα βόρεια της Άνω Σκοτίνας ή βορειοδυτικά της Κάτω. Λέγονται «Πλάκες» γιατί ο τόπος-βράχος ήταν και είναι γεμάτος από πέτρες-πλάκες, που τα παλιά χρόνια χρησίμευαν για τη σκεπή των σπιτιών. Η σημασία του τόπου είναι πολύ σπουδαία γιατί από κει (το φυσικό μπαλκόνι) αγναντεύεις απέραντα γραφικά τοπία με κύριο κορμό τους χείμαρρους της Ζλιάνας (Σακράφη, Δουργιανή, Τούμπα). Παλιότερα οι «Πλάκες» ήταν το σημείο συνάντησης των βοσκών της περιοχής. Οι τσοπάνηδες συνήθιζαν να χαράζουν στις πλάκες το όνομά τους με το «τσικί».
          Τοποθεσίες που περιβάλλουν τις «Πλάκες» είναι: Αριστερά του δρόμου οι «Κφάλις» (σύρριζα  στις «Πλάκες», οι κορυφογραμμές «τρία Ναυρικά» και «Σακράφ». Δεξιά ο Αϊ-Νικόλας-Χαλάλιος και πιο πέρα η τοποθεσία «Πριντζ», Κάτω («ζ μπατουσιά»), στο λάκκο, έχουμε το σημείο που σμίγουν οι χείμαρροι που προαναφέρθηκαν. Μπροστά οι «Πλάκες» ακουμπούν στο χάος, σε απόκρυμνες πλαγιές, που καταλήγουν στο λάκκο «Σακράφ».

Επεξήγηση των όρων:

Θυμιατήρι, θάμνος αειθαλής σαν κυπαρίσσι, που ορθώνεται στις «Πλάκες» και χαρακτηρίζει το χώρο (σήμα κατατεθέν). Στο χωριό το ξέρουν ως «του θυμιατήρ’ σ’ τς Πλάκις». Έχουμε και τοποθεσία «Θυμιατήρ» στο ανήλιο της τοποθεσίας «Κουπάνις», προς τα βορειοδυτικά της Κάτω Σκοτίνας, επειδή εκεί υπάρχουν πολλά θυμιατήρια.  
     Κφάλις (οι), τοπων. προς β. της Άνω Σκοτίνας. Απέραντα κασταναριά με πολλές κουφάλες, εξ ου και η ονομασία.
Πρίντζ', τοπων. ανάμεσα στις "Πλάκες" και "Άγιο Νικόλαο"-Χαλάλιο,
Σακράφ’ (η), στα αριστερά από τις «Πλάκες». Η μανιά μ’ (γιαγιά μου έλεγε: «μη γκοιτάς, μια βιλουνιά στ’ Πρότσ’ κι μια σ’ τ’ Σακράφ’». Εκφράζει την τεμπελιά, δηλαδή περνάς μια βελονιά (καθώς πλέκεις) στην τοποθεσία Πρότση και την επόμενη βελονιά την περνάς φτάνοντας στην τοποθεσία Σακράφ». Οι τοποθεσίες αυτές είναι στα άκρα της Άνω Σκοτίνας, στα νότια η Πρότση, στα βόρεια η Σακράφη.   
     Τρία Ναβρικά, τοπων. βδ του χωριού (τρία αναυρικά, πηγές). Το 1941 αρκετές οικογένειες από την Άνω Σκοτίνα κρυφτήκαμε εκεί «δια τον φόβον» των Γερμανών. Θυμάμαι το θόρυβο των γερμανών, καθώς ανέβαιναν από το διπλανό μονοπάτι με προορισμό το Νιζιρό (Καλλιπεύκη). Προσπαθούσαμε να λουφάξουμε τα μωρά από τα αναμενόμενα κλάματα.
τσικί (του), μαχαιράκι, σουϊάς (σουγιάς). 

ΕΙΚΟΝΕΣ


Το θυμιατήρι στις «Πλάκες». Πέρα στο βάθος κορυφογραμμή του Ολύππου

Ι.Α.Κ (Ιωάννης Αποστόλου Καλιαμπός).. 
Με βαθιά συγκίνηση φωτογραφίζω τα κεφαλαία αρχικά γράμματα 
του ονόματός  μου που χάραξα το 1945 στο τρόχαλο-πλάκα.
Ήμουνα τσομπανόπουλο.
Βοσκούσα τα γίδια με την παρέα Χρήστο Μάνο
και Θεοχάρη Μητό. Τοποθεσία "Πλάκες"




Θωμάς Α. Σκρέτας. Ήξερε γράμματα καλύτερα από μας 
που χαράζαμε το όνομα μόνο με κεφαλαία.

 
                                   Κάθομαι (4.9.2015) στη μεγάλη πλάκα, όπου 
                                               το 1945 έγραψα το όνομά μου
Οι δυο χείμαρροι της Ζλιάνας α) Τούμπα (μπροστά), β) Δουργιανή (πίσω)

Το λατομείο των Τσιαπαραίων (δεκαετία του 1980)


                                Το μπαΐρι της Τούμπας, γρέκι του τςέλιγκα Καλιαμπού

                             Μπάμπης Δ. Μητός (μαζί μου 3.9.15) στις «Πλάκες» 
                             με φόντο τους «Φούρνους» στο λάκκο Δουργιανής



Ο Μιχάλης Τσινιάνης (μαζί μου 4.9.15). Δεξιά και αριστερά 
διακρίνονται οι λάκκοι Τούμπας και Δουργιανής αντίστοιχα