Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπωνύμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τοπωνύμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017

Τοπωνύμια: η Κατή (α' μέρος)


Η Κατή είναι οροπέδιο νδ της Άνω Σκοτίνας, το «διεθνές» λεγόμενο, όπου συναντιούνται τα σύνορα των χωριών Σκοτίνας, Καλλιπεύκης, Κρανιάς, Παντελεήμονα, Πούρλιας, Αιγάνης. Η τοποθεσία πήρε το όνομα από τον Τούρκο κατή-δικαστή (καδής ή κατής). Δίκαζε τις υποθέσεις των κατοίκων των πλαϊνών χωριών. Λένε, πως ο Κατής πέθανε στη βρύση της περιοχής, η οποία πήρε το όνομα «Κατή». «Έσκυψι να πχει νιρό κι πέθανι».
Θυμάμαι την Κατή από τα παιδικά μου χρόνια. Φύλαγα τα γίδια στα μέρη Κουμάσια, Μαγκούρια, Γιαβάνο, Κατή, Στρογκλή, Χούχλο κλπ. Στα σημερινά χρόνια πληροφορίες έχω από τους συμπατριώτες μου Σκοτινιώτες. Για την συστηματική ενασχόληση με την Κατή με βοηθούν οι  ακόλουθες πηγές:

1. Βασίλης Τζιώλης

Τον γνώρισα ως ψάλτη και λαογράφο στον Πλαταμώνα. Για την Κατή ο αείμνηστος (ϯ 2016) Βασίλης σημειώνει: «Η τοποθεσία βρίσκεται σ' ένα πλατώ, σ' ένα μικρό οροπέδιο στο ψηλότερο μέρος του Κάτω Ολύμπου. Το οροπέδιο και οι γύρω πλαγιές δεν έχουν δένδρα παρά μόνο χόρτο και φτέρη. Περικλείεται όμως από τις ψηλότερες κορυφές του κάτω Ολύμπου και είναι κατάφυτες από οξιές, πεύκα και έλατα, ενώ μια πηγή χαρίζει το κρύο και πεντακάθαρο νερό της. Εκεί κοντά στου Κατή βρισκόταν άλλοτε η Παλιόχωρα*. Σ' αυτή τη γραφική τοποθεσία οδηγούν δρόμοι, απ' όλα τα γύρω χωριά, Παντελεήμονα, Σκοτίνα, Καρυά, Καλλιπεύκη, Κρανιά, Αιγάνη, Πούρλια και ως εδώ έφταναν τα σύνορα αυτών των χωριών. Επίσης στο πέρασμα αυτό συναντιούνται η Μακεδονία με τη Θεσσαλία. Εκεί στου Κατή γινόταν η μεγάλη ζωοπανήγυρη και εμποροπανήγυρη δυο και τρεις φορές κατά το καλοκαίρι. Το πανηγύρι στου Κατή δεν είχε μόνο εμπορικό χαρακτήρα, ούτε ήταν μια απλή προσωρινή διασκέδαση. Δημιουργούσε στενούς δεσμούς ανάμεσα στα χωριά,**  γίνονταν συνοικέσια, γέμιζε τη ζωή των κατοίκων του κάτω Ολύμπου. Εκεί ζωντάνευε ο πόθος και η ελπίδα για τη λευτεριά στα χρόνια της σκλαβιάς».
----------
* «χωριό κοντά στον Κατή. Ήταν μεγάλο χωριό, αλλ’ αναγκάστηκαν οι κάτοικοι να το εγκαταλείψουν από κάποια επιδημία. Λίγοι απ' αυτούς πήγαν στον Παντελεήμονα. Οι άλλοι κατέβηκαν δυο χιλιόμετρα πάνω από τους σημερινούς Πόρους κι έκτισαν καινούριο χωριό, το Παλιοχώρι. Κι αυτό όμως ερημώθηκε αργότερα» (Βασίλης Τζιώλης («άγιος Παντελεήμων και Πλαταμών Ολύμπου, 1983»).
** Η επικοινωνία των διπλανών χωριών στην Κατή μου φέρνει στο νου όχι μόνο την Κατή, αλλά και την τοποθεσία Πρότση (χαμηλότερα της Κατής). Θυμάμαι το 1946 τσοπανόπουλα των δυο χωριών Παντελεήμονα και Σκοτίνας κάναμε παρέα την ώρα του στάλου (τα γίδια σταλνούσαν στη δροσερή πηγή Πρότση). Εμείς παίζαμε και κατόπιν το ρίχναμε στην πάλη.  

2. Αναμνήσεις από τον Εμφύλιο

Α. Θανάσης Καλιαμπός του Διονύση. Έζησε από κοντά την Κατή στα χρόνια μετά τον Εμφύλιο. Βοσκούσε τα πόβατα όπως και άλλοι βοσκοί από τα γύρω χωριά. Σε σχετική κουβέντα (καλοκαίρι 2001) τονίζει: «Ζ’ γΚατή το 1956 είχα βρει 5 κόκκαλα μεγάλα, τα οποία, όπως με ομολόγησε εμένα ο Γαλάνης (από άγιο Παντελεήμονα), ήταν του Εμφυλίου. Μια ομάδα έφυγε απ’ τη Λεφτοκαρυά για τις τελευταίες εκκαθαρίσεις. Το ’49 πρέπ’ να ήταν αυτή η υπόθεση. Μερικά, από τα κεφάλια ήταν χτυπημένα με ξιφολόγχες». Σημείωση: στην εμπόλεμη κατάσταση ο λογχισμός ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ο Δ. Καραμήτσος στο βιβλίο «ιστορία της νεότερης Ελλάδας, τ. α’ (1897-1941) υπογραμμίζει: «…τα δυστυχή θύματα δεν είχον σφαγεί αμέσως, αλλά εθανατούντο δια λογχισμών» (σελ 104) «…του έβγαλαν με ξιφολόγχη τα μάτια» (σελ. 195).
     
                                                    

Β. Λευκοθέα Καρκαφίρη (1932-2013), σύζυγος του Νικολάου Κοκράνη. Σε σχετική συνέντευξη (27.7.1982) μου είπε ότι στην Κατή ανέβαιναν γυναίκες από την Άνω

Σκοτίνα και μάζευαν χόρτα. «Ιτότι στ' ανταρτικό πηγινάμι ζ γΚατή (στην Κατή) κι μάζιβάμι σαλέπ' (σαν κουκουσίτσις). Σαλέπ' είνι ένα λουλούδ' ωραίου, μοβ. Πήγινάμι, μάζιβάμι ι Γιώρς τ' παπά, ι Γιώρς τς Μαρίας τς Τράντινας τς Καραλούς, ι Δημητράκς τ' παπά. Θυμάμι μια μέρα, ήταν Ιούνιος. Μόλις παρουσιάζουμέστι ικεί, βρίσκουμι ένα πιδί Ζιργιουτούλ' (από Καλλιπεύκη-Νεζερό) κι μας λέει: «Πού ήρθιτι, μωρέ! Ρε, τχιά Λιόλινα (μάνα μου), πού ήρθιτι»; «Να φύγουμι, λέ' ι Νικόλας ι αδιρφόζ μ’. Πάμι να φύγουμι. Θα μας πάρν' οι αντάρτις» (θα μας συλλάβουν).
Κάνουμι του γκατήφουρου ιμείς. Να δυο αντάρτις. Ένας απ’ του Παντιλέμηνου κι ι άλλους απ' τη Ραψιάν'. «Τχιά Λιόλινα, λέει, δεν έμαθέτι ότι πήραμι τους καλύτιρους; Απ' Γκαρυά τους βγάλαμι τα άντιρα όξου. Απ' του Νιζιρό τους καλύτιρους. Ισείς έρχισέστι, ιδώ ζ Γκατή (στην Κατή) κι μαζέβιτι σαλέπ! Φύγιτι». 

Γ. Ιωάννης Νικολός. Βοσκός στον Εμφύλιο, ύστερα χωροφύλακας. Στην Χωροφυλακή έγραφε σημειώσεις. Για την Περιοχή «Κατή» ο Γιάννης σημειώνει:
  «1946 καλοκαίρι. Στην Κατή πολύ ωραία πρασινάδα κι αέρας καθαρός. Έβοσκα τα γίδια επάνω στ’ ανήλιο, στο ρέμα απ’ τα Μαγγούρια μέχρι Στρογγλή και Κατή. Οι αντάρτες κάνανε την πρώτη εμφάνιση πάνω από το Χούχλο που δουλεύανε οι Καταφυγιώτες λατόμοι. Παρουσιάστηκαν 5-6 αντάρτες και τους πήραν όλο το ψωμί και ό,τι άλλα τρόφιμα είχαν. Είχε πολλές οστριές και ίταμους και τρώγανε τα γίδια. Άκουσα μια φωνή χωρίς να παρουσιαστεί μπροστά μου το άτομο αυτό: «Γιάννη, Γιάννη, να μην ξανάλθεις εδώ επάνω. Θα σε σφάξουμε εσένα και τα γίδια μαζί». 
 
Εμένα, χαρακτηριστικά, με πίεζε (από αγάπη) λέγοντας: «Γιάννη, άσε τα γίδια και πάνε να μάθεις γράμματα».


Η λίμνη Κατή. Στη φωτογραφία ο Δημήτρης Ρουκάς, Ασχολήθηκε επιμελώς με   την περιοχή του Κατή (θα γίνει εκτενής λόγος στην επόμενη ανάρτηση (δεύτερο μέρος).

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

τοπωνύμια: «Κουρκουφουλιά»



            
 
          Η Κορκοφωλιά ή, όπως λέμε στη Σκοτίνα, Κουρκουφουλιά, είναι ο βράχος με τα βάια κοντά στη "Σμίξη" νδ της Κάτω Σκοτίνας. Η ονομασία οφείλεται στα πολλά κοράκια που κουρνιάζουν εκεί.  Έχουν φωλιές τα κοράκια (κόρακα φωλιά). Η τοπική παράδοση λέει ότι στην περιοχή αυτή (στα πολύ παλιά χρόνια) υπήρχε χωριό και οι κάτοικοι ονομάζονταν Κουρκουφουλίτες. 

ΕΙΚΟΝΕΣ


                            Οι δυο λάκκοι «Τρανός λάκκος» και «Καμίνια»
                             ενώνονται και σχηματίζουν τη «Σμίξη».



       Η φωτογραφία πάρθηκε από το μονοπάτι «Κρανιές». 
       Βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Κορκοφωλιά.


Από τη Σμίξη 
ξεκινάει ο λάκκος του Παπά για να καταλήξει στο Θερμαϊκό.



                Η «Κουρκουφουλιά»-Κορκοφωλιά. Στο πλάτωμα (κάτω) 
                διακρίνονται τα πυκνά βάια. Ανάμνηση: πρέπει να 
                ήμουνα παιδάκι («χνούδαλο»). Βοσκούσα μια κατσίκα. 
                Μου έφυγε και κρύφτηκε πάνω στην «Κουρκουφουλιά». 
                Ο πατέρας μου έτρεξε (μέναμε στην Άνω Σκοτίνα) και 
                   συμμάζεψε τη γίδα (1944). 

                    
                    Στο αριστερό της Κουρκουφουλιάς. Στο βάθος διακρίνεται 
                   η κουκούλα «Παππούς» στον άγιο Παντελεήμονα-Κάστρο.

Σημείωση: μια ανάμνηση: την άνοιξη του 1946 μαζί με τα γίδια πήρα μαζί μου και το «γρουνούλι» (μικρό γουρουνάκι). Σ' αυτό επέμενε η αδερφή μου Βαγγελούδα (πιεσμένη από λόγους που δεν εξαρτιώνταν από τη θέλησή της). Να, όμως που το κοπάδι έπρεπε να περάσει την απόκρημνη πλαγιά 
απέναντι της «Κουρκουφουλιάς» (σε βράχους της Κρανιάς). Τα κατσίκια τα κατάφεραν, πέρασαν. Το γουρουνάκι δε μπόρεσε, κατρακύλησε και έπεσε στη «μπουλντούκα», βαθιά μπάρα του ποταμού. Ο Θεοχάρης Μητός (μεγαλύτερός μου) έσυρε το γουρούνι από τη μπάρα και το έσφαξε. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή, νηστεύαμε. Ένας, όμως, δεν άντεξε. Έβαλε στο φούρνο το γουρουνάκι και του έγινε «λουκούμι» (Θεέ μου!). 

Στη φωτογραφία η Βαγγελούδα Καλιαμπού-Βαστάζου (1928-12.1.2017). Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1947 στην Περίσταση Κατερίνης. Εκεί μέναμε ως ανταρτόπληκτοι (1947-50).










Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

τοπωνύμια: Το Πλατάνι του Αριστείδη και Ψαράδες





          Παρατηρούμε ότι στην Παραλία της Σκοτίνας υπάρχουν δυσθεόρατα πλατάνια (στα δεξιά τοποθεσία «Γκάρας», στα αριστερά τοποθεσία «Παραμύθας» και στη μέση τα πλατάνια με την παλιά ονομασία «το Πλατάνι του Αριστείδη». Στο «Πλατάνι του Αριστείδη» (παλιότερα) υπήρχαν τα παραπήγματα των ψαράδων του χωριού. Αργότερα (δεκαετία του 70) οι καλύβες των ψαράδων γίνανε μόνιμες κτιριακές εγκαταστάσεις. Πληροφορίες για όλα αυτά έχω από τις δυο συνεντεύξεις των συμπατριωτών μου α) της Όλγας Χρυσικού, συζύγου του Γιώργου Μπιλιάγκα (καλοκαίρι 2005) και β) του Γιώργου Καλαμάρα-Καϊάκα- του Θεοχάρη (καλοκαίρι 2013).

πρώτη-αφήγηση: Όλγα Χρυσικού-Μπιλιάγκα:

Αριστείδης ήταν τ’ όνουμάτ'. Καλαμάρας λέγουνταν του επώνυμου (Το πλατάνι του γιαλού πήρε το όνομα από κάποιον Καλαμάρα που το όνομά του ήταν Αριστείδης. Στο επώνυμο ήταν 

Καλαμάρας). Αδιρφός τ' παππού τ' Καϊάκα. Ι Αντώντζ ι Καϊάκας, ι Γιαννούλς ι Ντιλιγιάντζ -παρατσούκλ' αυτό- όλ' Καλαμαραί λέγουνταν. Είχαν βάρκα. Ι πιθιρόζ μ' είχι καλύβα μι τουν Αριστείδη κι μι τουν Αντών του Γκαϊάκα (τον Καϊάκα). Είχαν καλύβα κι είνι γραμμένα μι διαθήκ' στ' Ραψιάν' (όλα είναι γραμμένα σε διαθήκη που συντάχθηκε στη Ραψάνη). Αλλά ποιος να πάει να ν' ανοίξ'. Άμα ζούσι ι κουμπάρουζ μ' ι Ντουραλής θα πάηναν να ν' ανοίξουμι τζ διαθήκις (Αν ζούσε ο κουμπάρος μου Θεοχάρης Ζιώγας-Ντουραλής, ίσως να φρόντιζαν να πάνε για να ανοίξουμε τις διαθήκες). Του πήρι ι αεροπορία τζιάμπα κι βιρισέ. Είχαν διαθήκ' γκαλύβα που είχαν αυτού μέσα.
-Ποιος έκανε διαθήκη.
-Ι μπαρμπα Αντώντζ ι Καϊάκας μαζί μι του μπιθιρό μ'.
          -Πόσα αδέρφια ήταν αυτοί;
          -Τέσσιρα. Νάσιους, Αντώντζ, Αριστείδης κι Γιάντζ. Ι Νάσιους γυναίκα είχι τ' Μανόλ' Ντάμπλια ν' αδιρφή, Πηνιλόπ'. Ι Γιάντζ είχι γναίκα Μητσιάτκ' (από το σόι το Μητσιάτικο), ν' αδιρφή τ' παππού τ' Πουτιού τ' Μήτσ', ντ Βασιλκούδα. Ι Αριστείδης πήρι απ' Μπλαταμώνα. Νουμίζου θα ν' ήλιγαν Κατιρίνα. Ή Κατιρίνα ή Ρεβέκα γιατί η κόρη τς έχ' ένα κουρίτσ' που του ‘λιγαν Ριβέκα. Τα πιδιά τ' Αριστείδη ήταν: Τουν έναν τουν ήλιγαν Θουμά, τουν άλλουν Πέτρου, Βασίλς, Αριάδα. Ζ Μπλαταμώνα μιγάλουσαν κι 'κεί πέθαναν. Η Αριστείδινα είχι ένα σπίτ' πάνου απ' του Χρυσκάτκου, που είνι κι τώρα ικεί παναθέ (Άνω Σκοτίνα). Πάν' απ' του Χασαπλιό (πάνω από το σπίτι του Χρυσικού, παραπάνω από τη βρύση του Χασαπλιού). Του είχαν πάρ' απού έναν Γιαννιό. Του πούλσαν ύστιρα κι έφυγαν κι πήγαν όλ' ζ Μπλαταμώνα (στον Πλαταμώνα).
                                                                                                                                                                                                           
δεύτερη αφήγηση: Γιώργος Καλαμάρας-Καϊάκας του Θεοχάρη

Μετά τον επαναπατρισμό (1950) μέναμι ιδώ ζ ντ Βασίλα κι μιτά κάναμι μια παράγκα κάτω στο Γιαλό. Ο πατέρας μου και όλ’ οι ψαράδες. Δε μπουρούσαμι να ζήσουμι αλλιώς. Εκεί στον πλάτανο της παραλίας «Αριστείδης Καλαμάρας». Από Σκοτίνα πήγε Πλαταμώνα όπου πέθανε. 

-Μήπως πρόκειται για τον πλάτανο που εγώ στον Εμφύλιο στάλιζα τα γίδια;*
-Α, μπράβο, αυτός είναι ο πλάτανος τ’ Αριστείδη κι ο άλλος απ’ ν’ άλλ’ μεριά είναι φυτεμένος από τον Γιωργάκ’ τον Πινακά. Άβαλι παλούκ’ κι έγινι πλάτανος, δίπλα σ’ ν’ Αεροπορία. Ικεί που είνι ένα κουρίτσ’ τ’ Κακάλ’ ντ Γόλ’, η Χαϊμαδή (πριν δυο χρόνια τη χάσαμε την Χαϊμαδή).
-Ποιοι κάνατε καλύβες;
-Όλο το Καλαμαρέικο. Τς είχαν πιο μπροστά (τις είχαν κοντά στο κύμα), αλλά η μια κάηκε από αστροπελέκ, τ’ Θωμά Καλαμάρα. Πιο μπροστά από το 1938, παλιά (αυτό συνέβη πριν το 1938). Κι ο παππούς ο Καλαμάρας, ο Θανάσης, σκότωσε ένα Τούρκο πήρε τα παιδιά του και έφυγε. Όταν γύρισε εδώ του κάνανε 12 χρόνια εξορία.
-Πού πήγε, όταν έφυγε;
-Στο ελληνικό, Τσάγεζι. Και μετά το 1912 γύρισε πάλι. Είχε καλύβα επί Τουρκίας. Κατέβηναν απ’ ν’ απαλνή Σκοτίνα με τα δαδιά και δούλεβαν τράτες. Και είχε τόσα ψάρια που τ’ ‘φκιαναν θυμουνιά όξου. Παλαμίδα και βάλε, σουρό ψάρια. Τα φόρτουναν κι τα πήγιναν στο Λτόχουρου. Επί τουρκοκρατίας και τα πουλούσι ο Γιωργάκης Πινακάς, σ’ ένα άλογο καβάλα και τ’ άλλο ψάρια. Ο κόσμος κουβαλούσι πέτρα, μεταλείο από την Άνω Σκοτίνα και τα ξεφόρτωναν ικεί στη Σκάλα μπροστά στο πλατάν’ του Καλαμάρα Αριστείδη και τα πήγιναν μι βάρκα στου βαπόρ για την Αμερική. Κουβαλούσαν κι ξύλα, κουριά** στη Σκάλα.
----------
* Μετά τον Εμφύλιο οι αλλαγές των καιρών έφεραν το «κατάντημα» του τοπίου. Για το Πλατάνι του Γιαλού της Σκοτίνας γίνεται λόγος στο βιβλιο μου «η Σκοτίνα» 2007. Το θέμα φέρει τον τίτλο «το ινατωμένο πλατάνι». Επιγραμματικά στον πρόλογο σημειώνω:  «Όταν η "εισβολή" έφτασε στο γιαλό της Σκοτίνας, ο γράφων υπηρετούσε στην Κεφαλονιά και Αχαΐα. Πληροφορήθηκε ότι "η θάλασσά μας" έπεσε σε άλλα χέρια. Από τη μια πλευρά το Κάμπιγκ, από την άλλη ο στρατός. Του έρχεται το παράπονο. Χαράσσει ετούτες τις γραμμές (δεκαετία '70 στον "Ελληνικό Βορρά"). Φαντάζεται το γέρικο πλατάνι του γιαλού να οργίζεται και να  θλίβεται γοερά».
** κουργιά) τα), φορτία καυσοξύλων σε "μπλάρια", "πήγι κουργιά στου Λ'τόχουρου",  ρ. κουριάζου=κάνω το δέντρο κουριά (κομμάτια), και κουρίζου =κλαδοτομώ (ρ. κείρω=ψαλιδίζω, περικόπτω, κουρεύω).

 Σημείωση 1, τον Γιώργο Καλαμάρα τον φωνάζουν Καραντάου. Ήταν κάποιος αντάρτης Καραντάος (..."ο Διονύσης Καραντάος...με την ομάδα του είχε αφοπλίσει τους Ιταλούς στα Φάρσαλα...ήταν ορμητικός και ατίθασος..." (βλ. Στ. Κούλογλου, μαρτυρίες για τον Εμφύλιο...σ. 158).
Σημείωση 2. Καϊάκας, παρατσούκλι για τον παππού των Καλαμαραίων στη Σκοτίνα, πληθ. οι Καϊακαί. Ίσως από την ασχολία τους με τα καΐκια.

Άμεσοι συγγενείς: Καλαμάρας:

Α. Θεοχάρης, σύζυγος απ’ Τσιαπαραί. Παιδιά του:

1. Γιαννούλης-Ντιλιγιάννης, σύζυγος Φώτω Μήτσιου
2. Νάσιος, σ. Πηνελόπη Δάμπλια (αδερφή του Μανόλη).
3. Αντώνης, σ. Καλούδα Μ. Δάμπλια  
4. Κατερίνα, σ. από Νιζιρό

          1. Παιδιά του Γιαννούλη:
α. Θεοχάρης, σ. Ουρανία Ανδριά Καραλή. Παιδιά του Θεοχάρη:
-Γιάννης-Φώτω-Μαρία-Θανάσης 
           β. Νικόλας, σ. Τασιώ Κατσιαντώνη από Πούρλια. Παιδιά:
-Γιάννης-Αλεξάνδρα-Τάκης-Θωμάς-Βασιλική
γ. Κώτσιος, σ. Παρασκευή Ν. Κοτσιβού, παιδιά:
                    -Νικόλας-Θεοχάρης-Φωτούλα-Βαγγελιώ-Θανάσης-Γιάννης,
δ. Ανέτα
ε. Αθανάσιος, σ. Κωνσταντία Γ. Μπιλιάγκα

          2. Παιδιά του Νάσιου:
α. Μήτσιος (1920-), σ. από Κρανιά, παιδιά του Μήτσιου:
-Θανάσης-Γρηγόρης-Πηνελόπη-Χάιδω-Χαρίκλεια
β. Νικόλας ((1904-2000;), σ. Μαρία από Πυργετό, παιδιά:
-Θανάσης, σ. Ελένη Θωμά Καλιαμπού (τέκνα: Νίκος, Μάκης)
-Σωτήρης, σ. Βαγγελιώ Θ. Νικολού (τέκνα: Νικόλας, Μαρία)        
-Ελενίτσα, σ. Μήτσιος Τζιόλης
γ. Θωμάς, (1907-), σ. Χρυσούλα Γκουντιλιά από Παντιλέμηνο, παιδιά:             -Σοφία-Πηνελόπη-Κατίνα                
δ. Θεοχάρης, σ. Ανέτα Ιω. Στύλου-Μπίκα, παιδιά:
-Αθανάσιος, σ. Αλεξάνδρα Β. Κουκουσά
-Πηνελόπη, σ. Γιάννης Ν. Βλέτσης
-Γιώργος, σ. Μαρία Πινακά
-Λεμονιά, σ. Ιω. Διον. Καλιαμπός
-Τασιούλου, σ. από τα ξένα (ξ)
-Γιάννης, σ. ξ.
          ε. Γρηγόρης, σ. Παρασκευώ Δ. Δάμπλια, παιδιά:.
-Αντώνης, σ. Παρασκευώ Μ. Δάμπλια (τέκνα: Γρηγόρης, Τάκης
-Πηνελόπη, σ. Ελευθ. Θ. Κοτσιβός
-Κατίνα, Νίκος Δ. Τσιαπάρης     
-Νίτσα, σ. Στέργιος Μαλαμάς από Νιζιρό
-Τάκης, πέθανε στα 18.
στ. Καλλιόπη, σ. Γρηγόρης Μπιλιάγκας
ζ. Μαρία, σ. Νικόλας Γεργολάς
η. Τριανταφυλλιά, σ. Στέργιος Γκουντιλιάς, Παντιλέμηνο
θ. Αγγέλου, σ. Κώστας Ιω. Τράντας
ι. Ουρανία, σ. Διονύσης Σακελλάρης

3. παιδιά του Αντώνη.
α. Φώτω σ. Θεοχάρης Ζιώγας-Ντουραλής

Β. Αριστείδης, από το Καργατσί-Πλαταμώνα
παιδιά:
1. Βαγγέλης, 2. Βασίλης, 3. Αριάδα, 4. Αγλαϊώ, 5. Πουτιός            
----------
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                 
                                                        Οι λουόμενοι στην Παραλία



                          

                                 Οι κτηριακές εγκαταστάσεις των ψαράδων
                         
                                                              
                                                      
                                 Το "ινατωμένο" πλατάνι. Κάποιο χέρι έκοψε "την ανάσα"



                                   Περιοχή Γκάρα. Η φωτογραφία παρμένη από Θάλασσα



                                     Περιοχή Γκάρα. Η φωτογραφία βλέπει προς θάλασσα

                                    Στα αριστερά της τοποθεσίας "Πλατάνι του Αριστείδη" 
                              υψώνονται τα πλατάνια της περιοχής ΕΟΤ Σκοτίνας, τα οποία 
                           είναι συνέχεια αυτών που υψώνονται στην τοποθεσία "Παραμύθας".




Η καλύβα κοντά στην "Κεραμίδα, στον οικισμό "Βασίλα". Εκεί και το εργαστήριο του ψαρά κατά τη χειμερινή περίοδο.

Οι τρεις γείτονες "οι κατοικούντες εν Βασίλα" της Σκοτίνας. Από αριστερά Γιάννης Καλιαμπός, Γιάννης Πινακάς, Γιώργος Καλαμάρας. Ο Πινακάς μας "έφυγε" εφέτος το καλοκαίρι. Ας είναι η μνήμη του αιωνία.
Ο Γιώργος Καλαμάρας (ο κόσμος τον φωνάζει Καραντάου) δουλεύει "αόκνως" στο εργαστήριό του, το οποίο βρίσκεται στα Καϊακάτκα. Συγκεκριμένα πλάι στην παλιά βρύση "Κεραμίδα". Τον έχω επισκεφθεί κατεπανάληψη και, σε κάθε βελωνιά, μου εξηγούσε τα καθέκαστα της εργασίας που σχετίζεται με τη θάλασσα.




            


Σωρός από δίχτυα που ο Γιώργος επεξεργάζεται. Δηλαδή τροφοδοτεί υλικό απαραίτητο στους ψαράδες. Αυτοί ικανοποιούνται που ένας πατέρας συμμετέχει στη δική τους παραγωγή.


Στο πλάτωμα των Καϊακαίων το σπίτι του Γιώργου και της Μαρίας (Πινακά) φαντάζει όμορφο, ωραίο μπαλκόνι της Βασίλας.








Στα αριστερά της "Κεραμίδας" διακρίνεται η βοριοανατολική πλαγιά "Τς Παναϊάς". Το Καϊακαίικο αποτελεί συνέχεια της καταπράσινης πλαγιάς της Παναϊάς.





Θεοχάρης Καλαμάρας του Αθανασίου ή, όπως τον ξέρουν στο χωριό, "ι Κακάλς ι Καϊάκας". Πατέρας του Γιώργου.











                               Πέρα από τον "Γκάρα", στην πλευρά "κα του Παντλιμονίτκο" 
                          (προς τον Άγιο Παντελεήμονα) εκτείνεται το κτήμα του Ροδόπουλου

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Τοπωνύμια: Γιαταγάνας





Ο Απόστολος Καλιαμπός του Ιωάννη (1904-1995), ιερέας και πατέρας του γράφοντος, αναφέρεται στην τοποθεσία «Γιαταγάνας» που βρίσκεται ανάμεσα στην Άνω Σκοτίνα και Καλλιπεύκη. Σε σχετική συνέντευξη  (1976) αφηγείται:

"Σιαπάν, στα κρύα τα νιρά φάγκι ι Γιαταγάνας ο ληστής απ' το Παντιλέμινο. Τον ακολουθούσαν κι άλλοι από τα διπλανά χωριά κι απ' τ' Σκουτίνα μερικοί. Ήταν κι ένας απ' τ' Ραψιάν' Λαρίσης -το επίθετο δεν το θυμάμαι- επί τουρκοκρατίας εποχή. Ημερομηνία δεν ηξεύρω. Πάντως καλοκαίρι ήταν. Εις το νερό το κρύο "Μονοβασιά" έσφαξαν ένα πρόβατο του Καρκαφίρη και το έφαγαν εις το κρύο το νερό. Τη στιγμή εκείνη ο Γιαταγάνας κοίταξε την πλάτη από το πρόβατο και είπε:
-Δεν πάμε καλά.
-Τι συμβαίνει; ρωτούν οι άλλοι.
-Να φύγουμι ζ Ντουργιανή.
Μερικοί, μαζί μ' έναν πλούσιο, προσπαθούσαν να τον χαρακώσουν (να τον εκτελέσουν). Αυτό μας το είπε ο μακαρίτης Αθανάσιος Καϊάκας. Συνέβηκε, δηλαδή, το εξής.  ο μακαρίτης ο πατέρας μου έχασε τα γίδια στο Κτσιούκ’ κι έστειλε το θείο μου τον Απόστολο μαζί με το μακαρίτη τον Αντώνη Στύλο να τα βρουν. Αυτοί πήραν μαζί τους ένα κυπρί. Τα γίδια, άμα ακούν κυπρί, μαζεύουντι (όταν τα γίδια ακούν κουδούνι, συμμαζεύονται).
Εκείνη την ώρα συναντήθηκαν με την παγάνα.
-Τι θέλετε 'δω;
-Αραδούμι τα γίδια.
-Εσείς φυλάγετε τους κλέφτες.
Η παγάνα τους πήρε μαζί τους. Τράβηξαν το δρόμο απ' τη Μοναχιά Καστανιά, Γαργάνη, για το Νιζιρό. Ο Μελεζούμης είδε πατσές και λέγει: ανά πέντε βήματα.
Και βάδιζαν ανά πέντε. Φτάσανε στο Νεράκι, σ' τς Μύλ'. Έκατσαν αθόρυβα στου λάκκου. Απού κάτω ακριβώς το δρόμο, στο λάκκο, ο Γιαταγάνας νίβονταν. Όπως έβγαλε την πετσέτα να σφουγγιστεί,  έριξαν με το όπλο και τον τραυμάτισαν εις το στήθος. 'Ερ'ξι κι αυτός. Εάν ο Μελεζούμς δε γυρνούσε το κεφάλι, θα σκοτώνονταν. Σε λίγο ο Γιαταγάνας ξεψύχησε.  Ξεψύχησε σε κείνον τον τόπο,  σ' εκείνον τον λάκκο, που 'γινε ιστορικός με το όνομα αυτού "Γιαταγάνας". Κι ο κάτω Όλυμπος δε σταμάτησε το τραγούδημα:
                                  
                                               Αν πας, πουλί μ’, κα τ’ Άγραφα,
                                                                 αν πας κα του Ρωμαίικο,
                                                                 να χαιρετάς τους Έλληνες.

                                                                 Κι αυτόν τον Γιαταγάνα,
                                                                 να πεις να κάτσει φρόνιμα,
                                                                 πολύ ταπεινωμένα.

                                                                -Δεν είναι περσινός καιρός,
                                                                προπέρσινος χειμώνας,
                                                                να τρέχεις, βρε Μήτρου μ’, στα χωριά,
                                                                να βιζιτέρς στα σπίτια.

Κατά τον Αθανάσιο Καϊάκα, η παγάνα έκοψε το κεφάλι του Γιαταγάνα και το έφερε στον Κισλά της Καρυάς Ελασσόνας, στην οποία υπήρχε μεγάλο ασκέρι. Τα σύνορα, τότε, μεταξύ του ελληνικού και τουρκικού ήταν η γραμμή "Καρακόλι-Καραβίδα", λίγο πιο χαμηλά απ' το Νιζιρό κατεβαίνοντας προς τη Σκοτίνα. Λένε πως το «αυλάκι του Γιαταγάνα για Σκοτίνα το έφκιασε ένας από τους δυο αδερφούς που ήρθαν στο χωριό κατά τα μέσα του 17ου αι. Ο δεύτερος έχτισε το «Χριστό» και «Άγιο Αθανάσιο».
----------
ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ

αραδούμι τα γίδια=ψάχνουμε, γυρεύουμε τα γίδια, αραδώ, 1. ψάχνω να βρώ, "τουν αράτσι ι Απουστόλ'ς", πρμ. του λύκου τουν γλέπς, του ντουρό αραδάς" (όταν πρόκειται για πράγμα ολοφάνερο), 2. περνώ, αραδίζου, "αραδούν τα πρόβατα"=περνούν τα πρόβατα, "οι κουπέλις βαν' τα ιπίσημα κι αραδούν όξου για χουρό"=ντύνονται στα καλά τους  και πάνε στην πλατεία για το μεγάλο χορό, (βλ. Λαϊκή παράδοση στον κάτω Όλυμπο, τ. α, σελ. 20, Ιω. Καλιαμπός).
Αυλάκ' (Αυλάκι), πρόκειται για το αυλάκι που έκαμαν οι Σκοτινιώτες για τη μεταφορά του νερού «απ’ τς Μύλ’» (από την τοποθεσία Μύλοι) στο χωριό. Προσωπικά θυμάμαι: μετά τον επαναπατρισμό, στις αρχές δεκαετίας του ’50, ένα άτομο από κάθε οικογένεια (κι εγώ μαζί) υποχρεωθήκαμε σε προσωπική εργασία για τη διόρθωση και επισκευή του Αυλακιού. Όσοι διέθεταν μουλάρια τους υποχρέωσαν (επί πληρωμή) να μεταφέρουν άμμο και χαλίκι από τη Ζλιάνα. Ένας κατεργάρης έκανε απατεωνιές: Δήλωνε στον επιστάτη ένα αγώι τις πρωινές ώρες, έκρυβε το μουλάρι κάπου στο δάσος και το απόγευμα δήλωνε για δεύτερη φορά το ίδιο αγώι.
Γαργάνη, βλέπε ανάρτηση 6.5.15
Καραβίδα, βλέπε ανάρτηση 22.9.14
Καρακόλι, τοπωνύμιο κοντά στην Καραβίδα.
κισλάς: στρατόπεδο (τουρκ. kisla = στρατώνας, χειμαδιό, βοσκότοπος (ενοίκιο). Στα Πιέρια «κουσλάς, τόπος κατάλληλος για βοσκή» (Ευανθία Δουγά-Παπαδοπούλου-Χρήστος Τζιτζιλής «το γλωσσικό ιδίωμα της  ορεινής Πιερίας» Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006.).
Κτσιούκ’, βλέπε ανάρτηση 2.10.14.
μελεζούμης: αξιωματικός τουρκ. στρατού, αστυνόμος, αλλού μιλιζούμς, "Μιλιζούμ' εφέντη" (Γιώργος Μελίκης (αρραβωνιάσματα Ρουμπλουκιού,  1977)
Ντουργιανή (Δουργιανή) (η), (βλέπε αναρτήσεις 21.1.14 και 8.3.15).
Μονοβασιά (η), τοπων. περιοχής Άνω Σκοτίνας. Εκεί κατεβαίνει το νερό του Χούχλου.
Μοναχιά καστανιά ή Μαναχιά καστανιά (η), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα, πιο πάνω από τη Μοίρα, καθώς ανεβαίνουμε προς το Νιζιρό (Καλλιπεύκη). Το όνομα οφείλεται στην πελώρια γέρικη ξακουστή καστανιά. 
Νεράκι τοπων.  κοντά στην Καλλιπεύκη, "κάτ' απ' τς Μύλ'" (πιο κάτω από τους Μύλους). 
παγάνα (η), «παγίδα, καρτέρι, σερβοκρ. πaganja» (Ελληνικά διηγήματα, Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς, Γ. Γρηγοριάδου-Μ.Κοντολέων).
Χούχλο, τοπων. προς δ. της Άνω Σκοτίνας. Πρόκειται για μια δροσερή πηγή, που το νερό φαίνεται σαν να χοχλάζει. Μτφ. στη φρ.  "χούχλου του αίμα". Έχουμε "Απάνω και Κάτω Χούχλου".