Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

Ιερατείο: το παπαδοχώρι Σκοτίνα






Αποκαλούν (πολλοί) τη Σκοτίνα παπαδοχώρι. Αυτό φαίνεται από το ότι ενορίες της Πιερίας -και όχι μόνο- έχουν επανδρωθεί από Σκοτινιώτες κληρικούς. Όσο μπόρεσα συμμάζεψα στοιχεία ιερωμένων που κατάγονται από τη Σκοτίνα. Στην αρχή μνημονεύω  ονόματα αρχιερέων της Μητρόπολης Κίτρους* του πρόσφατου παρελθόντος. Πέραν αυτών, στην κορυφή της σειράς τίθεται (και είναι φυσικό) ο Σκοτινιώτης πατριάρχης Αλεξανδρείας Καλλίνικος.

Πληροφοριακά στοιχεία έχω: α) την προσωπική μου εμπειρία, β) τη συλλογή φωτογραφιών του σεβαστού και φίλου παπά Γιώργη Μπιλιάγκα, οι οποίες είναι αναρτημένες στην αίθουσα του ναού «Αγιάννης» που βρίσκεται στην κορυφή του χωριού, στα «Μνημόρια» της Κάτω Σκοτίνας. Η εκκλησία είναι ιδιόκτητη, αφιερωμένη στον  αείμνηστο ιερέα Ιωάννη

      Μπιλιάγκα (βλέπε ιστοσελίδα: kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com, ανάρτηση 27.8.14), γ) τις καταθέσεις των συμπατριωτών μου, τους οποίους ευχαριστώ για την πολλή τους αγάπη και άδολο αυθορμητισμό.
---------
Σήμερα η Μητρόπολη φέρει τον τίτλο:  Ιερά Μητρόπολις Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος.
        ---------- 
        Σημείωση: το χωρίο "οι ιερείς σου ενδύσονται δικαιοσύνην" βρίσκεται στον 131                         Ψαλμό στίχος 9.

Αρχιερείς:

Καλλίνικος, πατριάρχης Αλεξανδρείας, 1800-1889
Παρθένιος Βαρδάκας, μητροπολίτης Κίτρους, 1867-1934
Κωνσταντίνος Κοϊδάκης, μητροπολίτης Κίτρους, 1876-1954
Βαρνάβας Τζορτζάτος, μητροπολίτης Κίτρουςτο, 1918-1985         
Αγαθόνικος Φατούρος, μητροπολίτης Κίτρους 1985-2014.
Γεώργιος Χρυσοστόμου, μητροπολίτης Κίτρους 2014-

Ιερείς (αλφαβητική σειρά) και τόπος υπηρεσίας.

Αγγέλης Εφραίμ-Ευάγγελος, 1914-2003, Μαλαθριά, Καρίτσα Πιερίας και, μετά τον θάνατο της πρεσβυτέρας, στο Μοναστήρι Αγίου Εφραίμ-Κουντουριώτισσα Πιερίας.
Βλέτσης Βασίλειος, 1927-, Μητρόπολη Νεαπόλεως-Σταυρουπόλεως.
Βλέτσης Γεώργιος, Μητρόπολη Νεαπόλεως-Σταυρουπόλεως.
Βλέτσης Κωνσταντίνος, Μητρόπολη Νεαπόλεως-Σταυρουπόλεως.
Βλέτσης Μιχαήλ, 1929-, Μητρόπολη Βεροίας.
Γερομιχαλός Αθανάσιος, 1872-1938, Λόφος Πιερίας.
Ζιώγας Αθανάσιος, 1850-1927, Βούρμπα Ελασσόνας.
Καλιαμπός Απόστολος, 1904-1995, Πιερία: Μόρνα, Κούκος, Καταφυγιώτικα, Αγ. Παρασκευή Κατερίνης.
Καρκαφίρης Αντώνιος, Τίρναβος
Καρκαφίρης Μιχαήλ, 1931-2001, Μητρόπολη Εδέσσης.
Κουκουσάς Διονύσιος, Σιάτιστα (διάκονος), Κορδελιό Θεσσαλονίκης.
Μπιλιάγκας Γεώργιος, 1926-, Πιερία: Γανόχωρα, Θεία Ανάληψη Κατερίνης.
Μπιλιάγκας Ιωάννης, 1897-1973, Κάτω Σκοτίνα.
Οικονόμου Αθανάσιος, 1928-1971, Κολινδρός Πιερίας.
Οικονόμου-Πινακάς Αθανάσος*, Σκοτίνα, αρχές 20ου αι.
Οικονόμου Λεωνίδας, 1880-1947, Άνω Σκοτίνα, χειροτονία  το 1932.
Παπαγιάννης, πατέρας της Τσιτσίλως* (τέλη του 19ου αι).
Παπαζιώγας Βασίλειος, 1905-1991, Πλαταμώνας, Κατερίνη: Αγ. Παρασκευή, Θεία Ανάληψη.
Σακελλάριος-Κανάκας Χρήστος*, Σκοτίνα.
Σκρέτας Ιωάννης, 1926-2008 Σκοτίνα.
Στύλος Αναστάσιος, 1958-, Μητρόπολη Κίτρους.
Στύλος Ιωάννης, 1951-, Μητρόπολη Κίτρους.
Τζιαβέτας-Παπαγεωργίου Γεώργιος *, Άνω Σκοτίνα.
Τσιαπάρης Μιχαήλ*, Άνω Σκοτίνα.
Τσιάρας Ιωάννης* Καρυά.

Σημείωση: όσοι έχουν αστερίσκου στερούνται φωτογραφίας.

 Μη Σκοτινιώτες ιερείς που υπηρέτησαν στη Σκοτίνα:

 Βαστάζος Ελευθέριος, από Φωτεινά Πιερίας (ανέλαβε το 2008)
 Τσαρούχας Αθανάσιος, από Λεπτοκαρυά (2005-2008).

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
 Αρχιερείς;

Καλλίνικος

Παρθένιος Βαρδάκας


Κωνσταντίνος Κοϊδάκης


Βαρνάβας Τζορτζάτος
Αγαθόνικος Φατούρος
    

Γεώργιος Χρυσοστόμου 

Ιερείς:

Αγγέλης Ευάγγελος

Βλέτσης Βασίλειος

Βλέτσης Γεώργιος








                                                     
Βλέτσης Κωνσταντίνος
Βλέτσης Μιχαήλ















                                









Σκρέτας Ιωάννης

Γερομιχαλός Αθανάσιος
Καλιαμπός Απόστολος


Καρκαφίρης Μιχαήλ










Κουκουσάς Διονύσιος
Μπιλιάγκας Γεώργιος











Μπιλιάγκας Ιωάννης



Οικονόμου Αθανάσιος










Οικονόμου Λεωνίδας
Παπαζιώγας Βασίλειος

Στύλος Ιωάννης











Στύλος Αναστάσιος












Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Κατοχή: Γερμανοί στη Μόρνα


 
       Ο Κώστας Βαστάζος από τα Φωτεινά μιλάει για την Κατοχή. Η συνέντευξη έγινε το Φθινόπωρο του 1985. Αναφέρεται στην εμφάνιση και δράση των Γερμανών στη Μόρνα κι εγώ καταχωρώ δυο θέματα: α) το Χρώμιο (εκμετάλλευση) και β) τα θύματα του χωριού.

1. Χρώμιο

Στη Μόρνα επάνω, προς το Λιβάδι υπήρχε μεταλλείο, οι Γερμανοί βγάζανε χρώμιο. Κοντά σε μας*. Εκεί κοντά έχουν οι Παπανικολαίοι χωράφια. Χρώμιο είναι το μέταλλο που βγαίνει σίδηρο. Απ’ το 1937 νομίζω ήταν εκείνο εκεί. Και το χρώμιο το κουβαλούσαν με τα μπλάρια, στη μπλάτ’ από κει γιατί (για μια περίοδο) δεν ήταν αυτοκινητόδρομος και το κατεβάζαν κάτω και το φορτώνανε οι Γερμανοί (σε αυτοκίνητα που ήταν στη βρύση πέρα). Οι Γερμανοί είχαν κάνει παράγκες κάτω στο Εργοστάσιο**. Έβλεπες χωριό με λυόμενα σπίτια, παράγκες. Και για το μεταλλείο μάζευαν όλα τα χωριά για αγγαρεία. Αϊ-Δημήτρη, Καρυές, Λόφο, Μηλιά, Ρητίνη, Ελατοχώρι. Μάσαν (μαζέψανε) καταστάσεις κι μι τς καταστάσεις έρχονταν και φεύγαν. Εμείς ανήκαμε στη Μηλιά. Επικεφαλής του χωριού ήταν ο Αναστάσιος Πίτσιας.  Ζούσι ο παπά Χρήστος.
Ο Γερμανοί φόρτωναν  με αυτοκίνητα το χρώμιο και πήγαιναν δεν ξέρω πού και το επεξεργάζονταν. (Πάντως από τα Μεταλλεία ξεκίναγαν δυο δρόμοι, ο ένας προς τον Άγιο Δημήτριο και ο άλλος προς Μόρνα). Το χρώμιο το φορτώναν στ' αυτοκίνητα κι από' κει στα τρένα, τα βαγόνια. Στη Μπάρα, μέσ' στο ανήλιο, κοντά στο μεταλλείο εκεί πήγινε ο δρόμος. Μ’ έβαλαν και μένα αγγαρεία.
-Ποιος έγραφε τα ονόματα των εργατών;
-Είχαμε έναν αστυνόμο, που δεν τον θυμάμαι. Αυτός έβγαζε γκατάσταση (την κατάσταση). Εντωμεταξύ έχανε τον διερμηνέα και ό, τι θέλαμε λέγαμε.
-Πόσο χρόνο κράτησε αυτή η δουλειά. Σας πλήρωναν;
-Κι αυτό κράτησε ένα, δυο χρόνια. Πλέρουμα τίπουτα. Μας δίναν καμιά φορά καμιά φάβα ...κι ένα τεταρτάκ΄ βρύζινο ψωμί. Ένα διάστημα τελευταία μας δίνανε 48 δραχμές το μήνα. Ήταν εργάτες εκεί στο μεταλλείο. Εγώ δούλευα δυο βδομάδες με τους Γερμανούς και μια βδομάδα καθόμουνα στο σπίτι. Πήγινα και για τον πατέρα μ' μια βδομάδα και για τον εαυτό μ' μια βδομάδα. Δούλευα κάτω στο εργοστάσιο, εκεί που ήταν οι παράγκες. Εγώ ήμουνα μικρός και έκανα δουλειές κουζίνας. Καθάριζα κρεμμύδια, πατάτες κλπ.
----------
* είναι η βουνοκορφή «Καραγιάννης» όπου συνορεύουν τα χωριά Μόρνα, Αϊ-Δημήτρης, Λιβάδι. Είναι ακριβώς πάνω από τη Μπάρα. Κρυονέρι λέγεται η τοποθεσία του Μεταλλείου.
Σημείωση: Για το χρώμιο ο Μέλιος Πίτσιας στο βιβλίο του (μυθιστόρημα) που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο "το τελευταίο δείπνο στη Μύρνα", υπογραμμίζει: "τα πλοκάμια του δάσους το έιχαν εξαφανίσει. Οι ξένοι όμως το βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι πλούτος κρυβόταν μέσα στις ετοιμόρροπες στοές του. Αγγάρεψαν τότε άντρες από μακρινά χωριά, τους όπλισαν με αξίνες και μασούρια δυναμίτη, τους έβαλαν ένα ηλεκτρικό μάτι στο μέτωπο και τους διέταξαν να τρυπώσουν στις στοές. Τους πήραν αμέσως το ροδοκόκκινο χρώμα και τους έδωσαν το μαύρο, το χρώμα των σκλάβων. Το χρώμιο το μετέφεραν στη Μύρνα και μετά το κατέβαζαν στον κάμπο με βαριά καμιόνια. Τα υπόλοιπα ήταν υπόθεση του τραίνου που αναλάμβανε να τα μεταφέρει στην κοιλάδα του Ρουρ" (σελίδα 371), ομόσπονδο κρατίδιο στη βόρεια Γερμανία).
** πρόκειται για το εργοστάσιο ξυλείας Σκοτεινών (βλέπε ιστοσελίδα: kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com, ανάρτηση 30.8.15).

Σημείωση: "1943: ένας δήμαρχος, 34 Α¨ι-Δημητριανοί και 5 Λειβαδιώτες: θύματα ποίων;" Έίναι ο τίτλος δημοσιεύματος του Αντώνη Ι. Ζαρκανέλα στο Ολύμπιο Βήμα της 29.2.16.

2. θύματα

Αφού κίντζαν οι Γιρμανοί προς τα κάτ', είδαν τα γιλάδια κι τ' άβαλαν (πυροβόλησαν). Σκότωσαν δυο. Οι αντάρτις ήταν κρυμμέν' (στις 18.2.43 οι Γερμανοί συλλάβανε ομήρους της Μόρνας). Το 1943 σκοτώθηκε ο π. Χρήστος Τσολάκης, στις 17 Δεκεμβρίου*. Τότε μπερδεύτηκαν τα πράματα, σα γιάφκα δημιουργήθηκε και σκότωσαν εννέα άτομα. Πρώτα-πρώτα ένας νεαρός τ’ Τσιατσιά, αν θυμάσαι ντ’ Τσιατσιά. Το μικρότερο παιδί τ’ Τσιατσιάς το λέγαν Αριστοτέλη. Στο μέρος το δικό μας, από πάνω, στο μπαξέ, εκεί τον θέρσαν. Βάλαν απέναντι απ’ το χωριό. Στήσαν ενέδρα και τους παρακολουθούσαν. Οι Γερμανοί κυνηγούσαν τους αντάρτες, τους φέραν εδώ απ’ τα Γρεβενά. Πήραν τον κατήφορο κυνηγώντας τς αντάρτες. Σκοτώθηκε και ένας λοχαγός του ελληνικού στρατού, Νιφολακάτσος λεγόταν. Αυτός θερίστηκε απάν από το σπίτι μου σε κείνους τους κήπους. Πώς έκανε να φύγει, να πιάσει το ρεματάκι και να φύγει απάν, τον θέρισαν εκεί. Αντάρτης του δημοκρατικού στρατού. Ήταν λοχαγός και τον θέρισαν από απέναντι. 
Εκείν’ τη μέρα σκοτώσαν τρεις γυναίκες, μια είναι αυτή του Μήτρου Σκούμπα, που λέμε, ν’ Ελέν’, αν τ’ θυμάσαι, που ν’ έχ’ ι Τάκς ι Κακάρας, η μάνα τς τη μπήραν και τη σκότωσαν απ’ ν’ απέναντι μεριά, στη βρύσ’. Τζ γυναίκες τς έσφαξαν. Ι Γιάντζ τς Λυμπία (της Ολυμπίας) σκοτώθκι από ριπές, από ριπές μέσα στο σπίτ’. Τς θέρσαν από πέρα**. Ήταν η θεια Όλγα, η Ολυμπία τ’ Τσιρίμπαση κι η νύφ’ ντ Γιαννάκ’. Σκοτώθκαν εκεί στο γκιφύρ’ (γεφύρι). Αυτό έγινε εκείν’ τ’ μέρα που σκότωσαν τον παπά. Κάψανε και σπίτια***.
       -Οι Γερμανοί ήρθαν με αυτοκίνητα;
       -Με τα πόδια, απ’ το προσήλιο μεριά, απ’ τς Καρυές. Άλλ’ φορά μας βάλαν απ’ τον Άγιο Δημήτρη, απ’ το Μπούρνο (κοντά στα μεταλλεία). Μας βάλαν με τα πυροβόλα κι μας τάραξαν.
----------.
*Κάποια κυρία είχε ένα αγόρι, του φόρεσε φουστάνι, να το παρουσιάσει σαν κορίτσι, να το γλιτώσει από τους Γερμανούς. Κάποιος αντιλήφθηκε ότι ήταν αγόρι και λέει «μα μας κοροϊδεύετε;» και μάλιστα έλεγε «παπά κορίτσι, παπά κορίτσι». Και το θεώρησαν ότι κοροϊδεύει. Και έτσι, πάνω σ’ αυτό το θέμα γύρισε ένας και τον σκότωσε. Μπροστά ζ μπόρτα. Την ίδια μέρα που έγινε όλη η σφαγή» (Ελένη Βαστάζου-Στέφου).
** ο όρος «από πέρα» δηλώνει την περιοχή που βρίσκεται πέρα από το ποτάμι, απέναντι από το χωριό της Μόρνας. Εκεί βρίσκεται και η δροσερή βρύση από όπου οι Μορνιώτισσες κοπέλες με «φτσέλες» κουβαλούσανε νερό.
Σημειώσεις: 1.  "Η καλύτερη στιγμή ήταν η ώρα του δειλινού που σχολούσα από τη δουλειά μου. Μάζευα τα εργαλεία, έριχνα δυο χούφτες νερό στο πρόσωπο και χτένιζαν τη μπόλικα, γιατί σε λίγο θα περνούσε το Βγενάκι που ήταν στα δεκατέσσερα και κάθε μέρα, την ίδια ώρα περνούσε για τη βρύση" (Μέλιος Πίτσιας, στο μυθιστόρημα "το τελευταίο δείπνο στη Μύρνα", σελίδα 17).

2. Προσωπική εμπειρία: Αρχές του 1950. Στεκόμουνα στο Χροστάσι της Μόρνας έχοντας συντροφιά το νεαρό δάςκαλο του χωριού. Ακουμπούςα στον πλοκό του Κακάρα. Μου λέει: Γιάννη, ξέρεις καμιά καλή κοπέλα για καλό σκοπό;
     -Περίμενε. Πριν πέσει ο ήλιος θα περάσει η πανέμορφη Στέλλα. Θα της μιλήσω εγώ κι εσύ αποφασίζεις. Έτσι και έγινε. Περνώντας η κοπέλα φωνάζω εγώ:  "Γειά σου, Στέλλα, πώς πάει"; "Καλά, Γιάνν´, πααίνου απού Πέρα για νιρό. Ιςύ τι Κάντζ; Θα πααίντζ ζ Γκατιρίν;".
      -Λοιπόν, φίλε;
      -Τελειώσαμε!

*** με τον Κώτσιο είχαμε την στιχομυθία που ακολουθεί:

          -Ποια σπίτια κάηκαν.
       -Του Γιώργου του Βαστάζου, του Κώστα του Φώτ’, του Γιώργου του Αδάμου, τ’ Καλιακού, τ’ Μήτρ’ τ Σκούμπα, τ’ Μέλιου τ’ Πίτσια, τ’ Κατανά του Λάζου, του Μακρή Παπανικολάου, του Βαϊτσόπουλου του Αστέριου, του Γιργούλα του Μυρωτή, του Παλιαρούτα τ’ Κώτσιου,  Τσιρίμπαση. Τα ‘βαλαν φουτιά οι γιρμανοί. Πήγαν ικεί κι τα ‘βαλαν φουτιά.
          -Με τι τα ‘βαλαν φωτιά.
          -Μι πιτρέλαια, μι ξύλα, δαντιά. Όλα τα ξύλα είχαν δαδί τότε. Φουτιά το δαδί.
          Ιμείς ήμασταν στα βουνά κρυμμέν’ κι καίγουνταν τα σπίτια.
          -Και κάηκαν εξολοκλήρου;
          -Μωρέ, δε βρήκαμι τίπουτα, πιδούλι μ’. Καίγονταν επί ένα μήνα τα στάρια, τα φασόλια, τα καλαμπόκια. Επί ένα μήνα γινόταν ταφές

          -Ποιανού ήταν το κορίτσι;
 Τ’  Πίτσια. Αγόρι. Κατιρίνα η μάνα τ’ κι η πατέρας τ’ Νίκους. Το αγόρ’ το λέγαν Κώστα. Του σκότουσαν απού πάν’ από το σπίτι μας του Βασταζάτκου. Ιμείς ήμασταν κρυμμέν’ στα βνα. 
          -Με πιστολιά ή με ντουφέκι.
        
-Με τον υποκόπανου απ’ του τφέκ’. Το κορίτσι του Γάκη σκοτώθηκε στο Κτίριο (Το Κτίριο ήταν ένα κτίσμα, μένανε οι οικογένειες των υπαλλήλων του Δασαρχείου. Κτίστηκε μεταξύ 1938-39. Μαζί με το εργοστάσιο. Και σήμερα έχει την ίδια μορφή.  

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2016

τραγούδι: Σαλαμπριά


 
     Στη Σκοτίνα (φαντάζομαι και στα άλλα χωριά του Κάτω Ολύμπου) τραγουδάνε τη Σαλαμπριά. Το τραγουδάνε σε χαρές (συρτός πεταχτός), το τραγουδάνε και σε λύπες (μοιρολόι). Στη δεύτερη περίπτωση γίνεται λόγος για χωρισμό κι αντάμωμα.

Σαν εισαγωγή υπογραμμίζονται τα ακόλουθα:

1. «Το κοινόν όνομα αυτού Σαλαμβριάς ανάγεται εις τους μεσαιωνικούς χρόνους, πρώτη δ’ αποκαλεί τον ποταμόν τούτον Σαλαμβρίαν η Άννα η Κομνηνή (1150) (εγκυκλοπαίδεια Δρανδάκη τ. Κ).


2 . Ο Νίκος Μαλαβάκης (ετυμολογημένα Τρικαλινά τοπωνύμια 2001, σελ. 139) γράφει: «η Σαλαμπριά ή Σαλαμοριάς (ο Πηνειός): 1. λέξη βαρβαρική με θρακική κατάληξη  -bria (=φρούριο), 2. (στο διαδίκτυο σαλάμβη (=τρύπα απ’ όπου μπαίνει φως).

3. Στην κορφή του βουνού Περιστέρι της Πίνδου ζούσαν τρία αγαπημένα αδέρφια. Ο σοβαρός Άραχθος, η όμορφη Σαλαμπριά (Πηνειός) και ο ατίθασος ΄Ασπρος (Αχελώος). Ένα βράδυ η Σαλαμπριά, κρυφά από τα αδέρφια της που κοιμόταν, κατηφόρισε προς τον κάμπο για να συναντήσει κρυφά κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου. Μάταια όμως. Απογοητευμένος πήγε στο Αιγαίο και πνίγηκε. Ο Άσπρος, όταν έμαθε ότι έλλειπε η Σαλαμπριά, ανησύχησε και ορμητικός όπως ήταν κατρακύλησε χωρίς σκέψη τα βουνά ψάχνοντας την αδελφή του. Ο Άραχθος στενοχωρημένος για τα αδέρφια του που χάθηκαν, άρχισε να τριγυρνά την Ήπειρο για να τα βρει. Όταν κατάλαβε ότι έχασε οριστικά τα αδέρφια του, έπεσε στο Ιόνιο και πνίγηκε (blogs. Sch.gr).

Στη συνέχεια παραθέτω το τραγούδι, όπως, ακριβώς, ακούγεται στη Σκοτίνα:

Μια μάνα πο ´χει δυο παιδιά στον πόλεμο σταλμένα
Πές της να μη ντα καρτερεί να μη ντα περιμένει.
Η Σαλαμπριά κατέβασε* με ήλιον με φεγγάρι,
οχ, σέρνει βουνά κι αμάν κι οχ αμάν, αμάν
σέρνει βουνά, σέρνει κλαδιά.

Σέρνει βουνά, σέρνει κλαδιά δεντρά ξεριζωμένα,
οχ, σέρνει και μια και αμάν κι οχ αμάν, αμάν
σέρνει και μια γλυκομηλιά.

Σέρνει και μια γλυκομηλιά τα μήλα φορτωμένη,
οχ, κι απάνω στα κι αμάν κι οχ αμάν, αμάν,
κι απάνω στα κλωνάρια της.

Κι απάνω στα κλωνάρια της δυο ‘δέρφια ‘γκαλιασμένα,
οχ, το ‘να στο α, αμάν κι οχ αμάν, αμάν,
το ‘νά στο άλλο έλεγε.

Το ‘να στο άλλο έλεγε, το ‘να στο άλλο λέγει:
οχ, σφίξ’ αδερφέ κι αμάν κι οχ αμάν, αμάν
σφίξ’ αδερφέ μου σφίξε με.

Σφίξ’ αδερφέ μου σφίξε με κι εγώ ν σφίξω εσένα,
οχ, σιαπού θα ξε κι αμάν κι οχ αμάν, αμάν,
σιαπού θα ξεχωρίσουμε.

Σιαπού** θα ξεχωρίσουμε, σιαπού θ’ ανταμωθούμε,
οχ εκεί που σμί αμάν κι οχ αμάν, αμάν
εκεί που σμίγουν τα νερά.

Εκεί που σμίγουν τα νερά, ακεί που σμίγν οι μάνες,
οχ, εκεί θα ξε αμάν κι οχ αμάν, αμάν,
εκεί θα ξεχωρίσουμε.

Εκεί θα ξεχωρίσουμε, εκεί θ’ ανταμωθούμε,
οχ, σφίξ’ αδερφέ κι αμάν κι οχ αμάν, αμάν
σφίξ’ αδερφέ μου σφίξε με.
----------
* η Σαλαμπριά κατέβασε νερά, πλημμύρισε.
** σιαπού=τοπικό ιδίωμα, προς τα πού «σιαπού θα πάμι, σιαδώ θα ‘ρθούμι».

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Εμφύλιος: μπαμπεσιά "ζ ντ Μπασιάλα"




.
Η συζήτηση γίνεται στο σπίτι του Βασίλη Στύλου το καλοκαίρι του 1996 (συνοικία της Αγίας Τριάδας, στη Σκοτίνα)

Ο Βασίλης Στύλος αφηγείται

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ. Πατέραζ μ’  ι Μήτσιους ι Στύλους είνι αυτός που τουν έσφαξαν οι αντάρτις στ’  Αλώνια.
-Την ξέρεις την ιστορία του;
-Εμ, πώς δε γξέρου; Ήμαν στρατιώτς 5 χρόνια ιγώ. Απ’ του ‘45 του Μάρτ’ του ‘49 τουν Οκτώβριο απουλύθκα. Κι όταν έσφαξαν του μπατέρα μ’  ιδώ, ιγώ δεν ήμαν. Ήμαν στου Μπέλις. Απού ‘κεί άκουσα ότι σ’ τ’ Σκουτίνα έκαψαν ντ δάσκαλ’ του σπίτ’ ,σκότουσαν του Γκουκουλιάρα, έσφαξαν του μπατέρα μ’ κι του μπαρμπα Θουμά του Στύλου. Ι πατέραζ μ’, ιτότι που τουν σκότουσαν είχι 62 χρόνια. Βάρισαν οι αντάρτις τ’ Λιφτουκαρυά.  Τότι πήραν κι του Μπαντιλή του Γκουκράν’ σιαπάν’, σκότουσαν του Ματό κι ήρθαν ιδώ. Οι θκοί μας άκουσαν ότι πάτησαν τ’ Λιφτουκαρυά οι αντάρτις. Κι απού κει προυχώρσαν προς τς Σκουτίνα. ‘Εστειλαν ιδώ ένα μικρό, ντ’ Μπαζδέκ’ πιδί. Ιτούτ’ τφικούσαν απ’ ιδώ τ’ Αλώνια. ‘Εγλιπαν τ’ μάζα πού ’ρχονταν σιαδώ κι έβαζαν αριά, αριά. Κι παίρν’ του πιδί αυτό κι του στέλουν:
-Σύρι να τους πεις ότι δεν είμιστι αντάρτις.  Είμιστι στρατό. 
Να κουντουσταθούν ικεί. Κι όπους κουντουστάθκαν. ‘Ηρθι του πιδί στου μπατέρα μ’ κι τουν είπι:
-Μπαρμπα Μήτσιου, μη βά ’ιζ καθόλου.  Είνι στρατό.  Θκό μας. 
Κι κουντουστάθκι ι πατέραζ μ’. Ι πατέραζ μ’ ήταν σ’ τ’ Κουκουσά του μαντρί. Οι άλλ’ ήταν ‘απ’ παναθέ. Ι μπάρμπα Θουμάς ι Στυλους κι ι Κουκουλιάρας. Ήταν ακριβώς ζ ντ Μπασιάλα.  Του ξέρς ζ ντ Μπασιάλα. 
-Το ξέρω. 
-Α, γεια σου.  Ικεί ήταν κι τς έζουσαν ‘που παναθέ κι τς έπχιασαν κι τς  σήκουναν απάν’ κι τς χτυπούσαν. Ήγλιπαν οι Κουκραναί απού δω πέρα. Πώς τς χτυπούσαν κι τς απόσουσαν.  Τς άφκαν ουδ’ ικεί. Μι μαχιρές, μι τ’ αυτό, τς απόσουσαν του γκόζμου. 
Λοιπόν. Του μπατέρα, αφού έφτασαν ικεί, τουν λέ’ του πιδί αυτό "σταμάτα, μπάρμπα Μήτσιου, μή φέγς, είνι στρατό".  Σταμάτσι κι η μπαμπάζ μ’, τώρα, να φτάζν οι στρατιώτις. 
       ‘Οταν τς είδι ι μπαμπάζ μ’, πίστιψι ότι δεν είνι στρατό. ‘Ηταν αντάρτις. ‘Εκαμι να φύγ’. Του ντραμάτσαν. Δέκα μέτρα έπισι, όπους μ’ ήλιγι ι Βασίλς ι Κουκουσάς κι η γναίκα μ’, -που πάει κι του μπήρι μι τς συγγινίδις- κι χώθκι σι μιά πουρναριά μέσα ι πατέραζ μ’. Αφού χώθκι ’κει, παν κι τουν έβγαλαν τα παπούτσια, τς κάλτσις κι τουν έδουκαν χαριστική βουλή στου κιφάλ’ . 
Ιγώ ήμαν στου Μπέλις. Στου Μπέλις πήρι ασύρματους. Κι μι φουνάζ’ ένας ανθυπουλουχαγός, Αναστάσιος Μούζας:
-Έλα’ δω. Του χουριό σ’  το ’καψαν. 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ, Ο πατέρας μου λεγόταν Μήτσιος Στύλος. Αυτόν που τον σφάξανε οι αντάρτες στην περιοχή «Αλώνια» της Σκοτίνας.
-Τη γνωρίζεις την ιστορία του;
-Αλίμονο! Εγώ έκανα πέντε χρόνια στρατιώτης. Από το Μάρτη του 1945 που κατατάχτηκα, απολύθηκα τον Οκτώβρη του 1949. Τη μέρα που σφάξανε τον πατέρα μου εδώ στη Σκοτίνα εγώ απουσίαζα. Υπηρετούσα στο Μπέλες. Από εκεί πληροφορήθηκα ότι στη Σκοτίνα κάψανε το σπίτι του δάσκαλου, του Παραμύθα, ότι σκότωσαν τον Κουκουλιάρα, ότι σφάξανε τον πατέρα μου και το θείο μου Θωμά Στύλο. Ο πατέρας μου, τότε που τον σκότωσαν, είχε 62 χρόνια. Οι αντάρτες «χτύπησαν» τη Λεπτοκαρυά. Τότε συνέλαβαν και τον Παντελή Κοκράνη και τον πήραν μαζί τους πάνω στο βουνό. Τότε σκότωσαν και τον Ματό από τη Λεπτοκαρυά και στη συνέχεια πήραν το δρόμο να ‘ρθούν εδώ. Οι δικοί μας πατριώτες πληροφορήθηκαν ότι οι αντάρτες κυρίεψαν τη Λεπτοκαρυά. Ύστερα προχώρησαν προς τα μέρη της Σκοτίνας. Πριν μπουν στο έδαφος της Σκοτίνας στέλνουν εδώ ένα παιδάκι, παιδί του Μπασδέκη. Οι δικοί μας, οι Σκοτινιώτες, έριχναν τουφεκιές στην περιοχή «Αλώνια», πλάι στη Ζλιάνα. Βλέπανε το μπουλούκι που έρχονταν προς τα εδώ και ρίχνανε αραιά-αραιά τουφεκιές. Από απέναντι, το Λεφτοκαρύτικο, οι αντάρτες καλούν αυτό το παιδί και το στέλνουν σ’ αυτούς που μάχονταν στο Σκοτινιώτικο μέρος. Το ορμήνευσαν κατάλληλα:
            -Πάνε απέναντι, στο Σκοτινιώτικο, και πες τους ότι δεν είμαστε αντάρτες. Είμαστε στρατός.
            Σκέφτηκαν έτσι, ώστε, οι Σκοτινιώτες να καθυστερήσουν. Δεν υπάρχει λόγος να το κουνήσουν. Κι όπως, πράγματι., δεν κουνήθηκαν από το σημείο εκείνο, (νομίζοντας ότι έρχεται κοντά τους ελληνικός στρατός). Το παιδί έφτασε στο μέρος του πατέρα μου και του λέει:
            -Θείο Μήτσο, μην πυροβολείς καθόλου. Αυτοί που έρχονται προς τα εδώ, είναι δικοί μας, στρατός μας.
            Ακούγοντας αυτά ο πατέρας μου, έμεινε στη θέση του. Στεκότανε ο πατέρας μου ακριβώς στο μαντρί του Κουκουσά. Οι άλλοι, της παρέας του, βρισκότανε παραπάνω, ψηλωμένα. Δηλαδή ο θείος μου Θωμάς Στύλος και ο Κουκουλιάρας. Στο μέρος που το λέμε «Μπασιάλα». Γνωρίζεις, φαντάζομαι, πού το λέμε «στη Μπασιάλα».
            -Ναι το γνωρίζω.
            -Α, γειά σου, λοιπόν. Πολύ ωραία. Στο σημείο ακριβώς εκείνο στεκότανε οι οπλίτες του χωριού και οι αντάρτες τους περικύκλωσαν βαδίζοντας από τα ανηφορικά μέρη. Τους πιάσανε αμαχητί κι αρχίζανε να τους βασανίζουν· τους ανάγκαζαν να σηκώνονται επάνω και τους χτυπούσαν αλύπητα. Το φριχτό αυτό θέαμα το βλέπανε οι Κοκραναίοι από τη γειτονιά τους (η Μπασιάλα, άλλωστε, βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τα σπίτια τους). Βλέπανε πώς τους τυραννούσαν τόσο, ώστε τους αποτελείωσαν. Στο τέλος τους εγκαταλείπουν εκεί που τους σκότωσαν. Με μαχαιριές και με βασανιστήρια τους αποτέλειωσαν τους ανθρώπους.
            Να, λοιπόν, η μπαμπεσιά: Μόλις αυτοί (οι αντάρτες) πλησίασαν, το παιδί αυτό λέει στον πατέρα μου: «Σταμάτησε εδώ, θείο Μήτσο, μην απομακρύνεσαι από ‘δώ. Αυτοί που έρχονται είναι στρατός». Πίστεψε ο πατέρας μου, τώρα, σταμάτησε κάθε ενέργεια ώσπου να φτάσουν και να υποδεχτεί τους στρατιώτες.
          Αυτοί, όμως, φέρθηκαν μπαμπέσικα· ρίξανε σφαίρα και τραυμάτισαν τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου, ασφαλώς, μόλις τους είδε μπροστά του, κατάλαβε ότι έπεσε σε γκάφα. Πίστεψε ότι αυτοί δεν είναι στρατός. Ήταν αντάρτες. Προσπάθησε, βέβαια, να φύγει, αλλά αυτοί πρόλαβαν και τον τραυμάτισαν. Στα δέκα μέτρα έπεσε και ξεψύχησε. Αυτά μου τα ομολογούσε ο Βασίλης ο Κουκουσάς και η γυναίκα μου, η οποία, μετά τη μάχη πήγε στο μέρος εκείνο με τους συγγενείς και τον συμμάζεψαν. Πρόλαβε ο πατέρας μου, πριν ξεψυχήσει, να χωθεί μέσα σε μία κρύπτη από πουρνάρι. Αφού χώθηκε μέσα στην πουρναριά ο πατέρας μου, οι αντάρτες τον πλησιάζουν, του βγάζουν τα παπούτσια, τις κάλτσες και, μετά, του δίνουν χαριστική βολή στο κεφάλι.       
            Όταν έγινε το γεγονός αυτό, ο θάνατος του πατέρα μου, εγώ υπηρετούσα τη στρατιωτική θητεία στο Μπέλες. Εκεί δούλεψε ο ασύρματος. Ένας ανθυπολοχαγός, ο Αναστάσιος Μούζας, με φωνάζει:
            -Έλα εδώ. Το χωριό σου το κάψανε.
---------- 
Σημειώσεις: 1. Για τον Βασίλη Στύλο βλέπε αναρτήσεις 12.10.13
2.  Μέτσοβο, τοπων. στην Κάτω Σκοτίνα ανάμεσα Κότρες και Αλώνια.
3. Σχετικό θέμα βλέπε στην ανάρτηση 15·11.15