Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

τέχνη: Ο Μανόλης με το κλαρίνο





Μανόλης Παπαγεωργίου (1917-1989)



Με τον παραπάνω τίτλο γνώρισαν οι κάτοικοι της Σκοτίνας Πιερίας τον ξακουστό κλαριντζή και συμπατριώτη τους Μανόλη Παπαγεωργίου. Πριν τον Εμφύλιο τον έζησαν στην «απαλνή» Σκοτίνα (Άνω Σκοτίνα). Μετά τον Εμφύλιο, στην «ακατνή» (Κάτω Σκοτίνα). Στον «Πλάτανο» 1 χόρευε ο κόσμος και γλεντούσε όταν το επέτρεπαν οι περιστάσεις. Ο ευρύτερος κύκλος, Ελλάδα 2 και εξωτερικό, τον αναγνώρισε ως τον καλύτερο μαέστρο στο είδος του κλαρίνου. Αναγνώρισε το προσωπικό του ταλέντο και την πλούσια κοινωνική προσφορά. Απομένει στη γενέτειρα να αποδώσει την πρέπουσα τιμή. Σίγουρα οι μελλούμενες γενιές δε θα παραλείψουν να το κάνουν πράξη. Το καλοκαίρι του 2005 κουβεντιάσαμε με τη λατρευτή σύζυγο του Μανόλη, Ευδοξία Γερομιχαλού (1917-2005). Η συνέντευξη θυμίζει λαμπρές στιγμές του καλλιτέχνη: 

-Πού έμαθε κλαρίνο ο Μανόλης.
    -Μαναχός τ'. Πάει στου μπάρμπα Λιόλια τουν Αγγέλ' 3 κι δε ντουν έδειχτι. Έκρυβι του κλαρίνου, τα δάχλα, πού τα πάηνι τα κλειδιά, δε ντουν έδειχτι. [Μόνος του. Πήγε και παρακάλεσε το θείο του Λιόλια τον Αγγέλη (αυτός έπαιζε κλαρίνο) να του δείξει τον τρόπο μάθησης. Εκείνος δεν του έδειχνε. Εξαφάνιζε το κλαρίνο, δεν του έδειχνε τα δάχτυλα και πώς αυτά κανονίζουν τα κλειδιά του κλαρίνου]. Πάει στου μπαμπά τ' κι λέει: «Μπαμπά, ιμένα δε μι δείχτ' ι μπάρμπα Λιόλιας». [Επέστρεφε στον πατέρα του άπρακτος και με παράπονο: «Μπαμπά, δε με βοηθάει ο θείος μου Λιόλιας, δε μου δείχνει πώς να παίξω το κλαρίνο».
    -Δε σι δείχτ';
    -Δε μι δείχτ'.
    Κι έφυγι απού 'κεί. Κι ύστιρα έβαλι μπρος μαναχός τ'. Έπιζι τ' φλουέρα. Κι το 'μαθι σιγά, σιγά, σιγά. Έπιρνι του Λιόλια του Γιργουλά, ύστιρα, συντρουφιά. Πάηνι σιαδώ, σιακεί, ωσπού ξιανοίθκι ύστιρα. Έμαθι καλά. ετά εγκατέλειψε το θείο του. Μετά το έβαλε πείσμα να μάθει μόνος του 4   
Στην αρχή έπαιζε τη φλογέρα. Το κλαρίνο το έμαθε σιγά-σιγά με υπομονή. Μαζί του έπαιρνε το Λιόλια Γεργολά. Τον είχε στην παρέα του. Πήγαινε μια εδώ, μια εκεί, ώσπου ξανοίχτηκε, έμαθε καλά]. 
    -Ο Λιόλιας ο Γεργολάς τι έπαιζε;
   -Λαγούτου. Ι Γιαννούλς ι Ντάμπλιας βιουλί. [Ο Λιόλιας έπαιζε λαούτο. Ο Γιαννούλης Δάμπλιας -παππούς του γράφοντος- βιολί].
    -Και ήταν μαζί αυτοί.
   -Μαζί ήταν, μαζί ήταν. Ιά, πάηναν σιαδώ, σιακεί. [Να, πώς να στο πω, γύριζαν πότε σε μια πλευρά, πότε σε άλλη].
    -Σε ποια χωριά πήγαινε με το κλαρίνο;
    -Ιδώ γύρου, Παντιλέμηνου, Καρυά...Ύστιρα τουν έμαθαν και του γκαλούσαν όξου. [Στην αρχή εδώ κοντά, στον Παντελεήμονα, στην Καρυά. Αργότερα μάθανε τη φήμη του τον και καλούσαν στο εξωτερικό].
    -Ποιες παρέες είχε έξω.
    -Μ' αλλού είχι του Θανάσ' του Μπαύλου κι του Θιουχάρ' του Μπαντίδη. Αυτός είχι λαγούτου. Είχι κι του Μπέτκου απ' Γκατιρίν', Κώστας Πέτκους, έπιζι κιθάρα. Κι ι Κάκαλους ι Γιάντζ, ακόμα ζάει, απ' του Λτόχουρου. Λαγούτου έπιζι αυτός. [Πέρα από το χωριό είχε τον Θανάση Παύλου (βιολί και τραγούδι) και τον Θεοχάρη Παντίδη. Αυτός έπαιζε λαούτο. Είχε και τον Πέτκο από την Κατερίνη. Λεγότανε Κώστας Πέτκος και έπαιζε κιθάρα. Επίσης στην παρέα του ήταν και ο Γιάννης Κάκαλος -ζει ακόμα-  από το Λιτόχωρο. Αυτός έπαιζε λαούτο].
    -Τραγουδίστριες είχε;
   -Είχι του Θανάσ' τη γναίκα. Του Θανάσ' του Παύλου. Ικεί πάρθκαν, που έπιζαν. Αγαπήθκαν. Γίγκαν αντρόγυνου. Απ' του Βόλου ήταν ι Θανάης αυτός. Είχι κι Ντζίτρα....Πάει κι στου Γκαναδά ένα μήνα κι σι άλλου ένα κράτους πάει κι άκατσι. Ήταν τα Γιργουλούλια τα πιδιά ικεί. Τς Μαρίας, στου Γκαναδά. [Είχε τη γυναίκα του Θανάση. Του Θανάση Παύλου. Εκεί ο Θανάσης γνώρισε τη γυναίκα του. Γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν. Εκεί πού παίζανε, αγαπήθηκαν. Γίνανε αντρόγυνο. Ο Θανάσης αυτός κατάγονταν από το Βόλο. Είχε και τη Νίτσα Τσίτρα...Πήγε και στον Καναδά για ένα μήνα. Επίσης πήγε και σε ένα άλλο κράτος, όπου κάθισε αρκετά. Στον Καναδά έτυχε να βρίσκονται  τα παιδιά του Γεργολά (μετανάστες). Τα παιδιά της Μαρίας].
    -Ο Μανόλης υπηρέτησε φαντάρος; Πού υπηρέτησε;
   -Πηρέτσι στη Βάβδου, 5 ξέρου 'γώ, ήταν μι τουν Αντών' του Στύλου, πέθανι, τουν σκότουσαν ουδ' ικεί τουν Αντών'. Κι μι του Γιώρ (το Δάμπλια) ήταν συνουμίλκ'. Τς πήραν χουρουφυλακ'. Ι Γιώρς ήταν μια κλάσ' μι του Μανόλ' κι μι τουν Αντών'. [Υπηρέτησε στη Βάβδο Χαλκιδικής, αν δε με ξεγελάει η μνήμη. Μαζί του ήταν και ο Αντώνης Στύλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μάχη με τους αντάρτες. Μαζί τους ήταν και ο Γιώργος Δάμπλιας. Ο Γιώργος με τον Αντώνη ήταν συνομήλικοι, ίδιας κλάσης].
    -Υπάρχει συνήθεια να ρίχνουν λεφτά στο κλαρίνο. Στο Μανόλη έπεφτε μπουρμπουάρ;
-Ήταν κι τσιγκούνδις. Χόριβαν, αμπδούσαν κι δε μπιτούσαν λιφτά. Ήταν άλλ', μ' ένα γύρου κι πιτούσαν. Ανάλουγα τουν άνθρουπου). Τς τυραγνούσαν. Ώς να τζ βάλν στου ντουζέ. Να πχιούν κι ύστιρα να χουρέψν. Άμα δεν ήπιναν δε γένουνταν μουαμπέτ. [Υπήρχαν και τσιγκούνηδες. Χορεύανε, χαίρονταν, γλεντούσαν, πήδαγαν χωρίς να πληρώνουν στα όργανα. Υπήρχαν και άλλοι, που με την πρώτη γύρα στο χορό πετούσαν χρήματα στα όργανα. Ανάλογα με την περίπτωση. Τους τυραννούσαν. Μέχρι να 'ρθει η ώρα να ανάψει το κέφι. Πρώτα να πιουν και μετά να μπουν στο χορό. Αν δεν έπιναν δε γινότανε γλέντι]. 
    -Δηλαδή αν δεν έπιναν, δεν έριχναν λεφτά.
    -Άμα πχεις θα ρίξ λιφτά. Άμα είσι στα καλά σ', πιτάς λιφτά; [Αν πιεις, ρίχνεις λεφτά. Αν είσαι στα συγκαλά σου, πετάς λεφτά; 6).
----------
1. «Πλάτανος» είναι η πλατεία της Άνω Σκοτίνας. Πήρε το όνομα από τον ιστορικό αιωνόβιο πλάτανο, που βρίσκεται πλάι στην εκκλησία της Παναγίας. 
2. Ο Μανόλης προσκαλούνταν σε εκδηλώσεις από όλα τα μέρη της Ελλάδας (στεργιά και θάλασσα). Περισσότερο τον απόλαυσε η Μακεδονία και ιδιαίτερα ο χώρος της Χαλκιδικής.
3. Ο Λιόλιας -Γεώργιος Αγγέλης- (1887-1957 ήταν καλός οργανοπαίχτης και εξυπηρετούσε τη Σκοτίνα και τα περίχωρα. Ανήκε σε αρχοντική οικογένεια. Είχε σύζυγο τη Βαγγελιώ Μπιλιάγκα, αδερφή του παπά Γιάννη (1889-1979). Απέκτησαν τα παιδιά: Καλούδα, Νάσιο και Βαγγέλη (μετέπειτα παπά Βαγγέλη Αγγέλη). Ο Μανόλης, καθώς μεγάλωνε, επεδίωκε να γεύεται ακούσματα από διαφόρους κλαριντζήδες της περιοχής. Από πληροφορίες του Δημητρού Παπαγεωργίου, ξάδερφου του Μανόλη, ο Μανόλης ρωτούσε τον Βάιο Μαλλιάρα, όταν εκείνος επισκέπτονταν τη Σκοτίνα. Ο  Βάιος Μαλλιάρας (1907-1988, από Πυργετό) του έλεγε τα "κόλπα" στο κλαρίνο και ο Μανόλης άκουγε με πολύ προσοχή.
4. Ο Λάκης Παπανικολάου, χοράρχης της 100μελούς βυζαντινής χορωδίας «Ιωάννης ο Δαμασκηνός» Θεσσαλονίκης, στις 27. 9. 2002 μου είπε .ότι ο Μανόλης ήταν «συρτατζής», δηλ. συνήθιζε να παίζει συρτά. Συντροφιά είχε: στο κλαρίνο τον Μανόλη Καζλάρη ή Τσανάκα, από τη Γαλάτιστα, στο βιολί τον Τρακαφούρη, από το Ζαγκλιβέρι, στο τραγούδι τη Σμυρνιά Αθανασία Σπανού.
5. Την κανονική θητεία την πέρασε στη στρατιωτική μπάντα της Βέροιας. Όταν έγινε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος, παρουσιάστηκε Στα Σέρβια και Σαραντάπορο. Στα χρόνια του Εμφυλίου υπηρέτησε στην Ελληνική Χωροφυλακή (Βάβδος, Γαλάτιστα Χαλκιδικής).
6. Υπάρχει και η περίπτωση που το κέφι ανάβει από άλλα συναισθήματα, χαράς, αγάπης, αυθορμητισμού. Τότε «πετάς» λεφτά στο κλαρίνο από λογική και ενθουσιασμό. Η πεθερά για τη νύφη, η μάνα για το παιδί, ο γιος για τους γονείς, ο αρραβωνιαστικός για την αρραβωνιαστικιά κλπ. Θυμάμαι στο Κοτσέκι (πλατεία στην Κάτω Σκοτίνα), το 1969 (καφενείο Πλεξίδα) «πέταξα» στα όργανα πεντακοσάρι την ώρα που η αρραβωνιαστικιά μου χόρευε μπροστά.
----------
Σημείωση 1: Η Σκοτίνα έβγαλε αρκετούς κλαριτζήδες. Σημειώνουμε τους γνωστούς: Λιόλιας Αγγέλης, Μανόλης Παπαγεωργίου,  Νάσιος Γεργολάς, Βασίλης Πινακάς (Μπλέτσιους), Ηλίας Πινακάς, Τάσος Πινακάς, Αντώνης Κουκουσάς, Θωμάς Γερομιχαλός («Σαλέας»), Μανόλης Γ. Τσιαπάρης, Θανάσης Δ. Μήτσιος.

Σημείωση 2: Χαρακτηριστικό της τέχνης του Μανόλη ήταν ο αυτοσχεδιασμός, ο δικός του τρόπος εκτέλεσης, η δική του «δαχλιά».

Σημείωση 3: Θα μείνει στην ιστορία το πασίγνωστο Συγκρότημα του “Μανόλη Παπαγεωργίου”.  Με λαογράφο τον Τάκη Σαμαρά γύρισε όλη τη Μακεδονία. Κύριος σκοπός, η καταγραφή των τραγουδιών της Μακεδονίας. Μόνιμοι συνεργάτες του ήταν: Κώστας Πέτκος, Γιάννης Κάκαλος, Κώστας Κουφογιάγκος, Νίτσα Τσίτρα, Ξανθίππη Καραθανάση, Μαρία Καραβάρα, Χρήστος Παναγιωτίδης, Σωτήρης Φωτόπουλος, Σωτήρης Σκούφης, Χαρίλαος Κιτσούκος, Δημήτρης Τρακατσούρης. Το 1965  αντιπροσωπεύει την Ελλάδα στο φεστιβάλ των Βαλκανίων στη Βουλγαρία. Το συγκρότημά του παίρνει το πρώτο βραβείο για την καλύτερη ερμηνεία της δημοτικής μας μουσικής.

Σημείωση 4: Μεγαλώνει κοντά στους γονείς του τον Βασίλη τον οποίο οι χωριανοί τον λέγανε «Βασιλάκ’» («ι Μανόλς ντ Βασιλάκ’») και τη Μαρία. Η Μαρία ανήκε στο γένος Μητσιάνη με το παρατσούκλι «Γουρνάρ’» («η Μαριγώ ντ Γουρνάρ’»). Παππούς του ήταν ο Μανόλης Τζιαβέτας, ο οποίος έγινε ιερέας με το όνομα Γεώργιος. Ύστερα άλλαξε και το επώνυμο σε Παπαγεωργίου. Τα πρώτα γράμματα ο Μανόλης τα μαθαίνει στο δημοτικό της Άνω Σκοτίνας. Δάσκαλός του ο Αθανάσιος Βλέτσης (1889-1982). Η φλογέρα ήταν η πρώτη του συντροφιά («στου ζνάρ’ ν’ είχι τ’ φλουέρα ι Μανόλς» = στη ζώνη του φύλαγε τη φλογέρα ο Μανόλης).

Σημείωση 5: βλ. εφημερίδα Ολύμπιο Βήμα, 13.8.1999, 29.1.2000 και Ιούνιος 2013, δημοσιεύσεις του γράφοντος.



Διευκρίνιση: Οι περισσότερες φωτογραφίες που παρατίθενται είναι παρμένες από το αρχείο του Βασίλη Μανόλη Παπαγεωργίου. Με προθυμία πολλή και ανέκφραστη καλοσύνη με κάλεσε στο σπιτικό του για να συζητήσουμε διάφορα προβλήματα που σχετίζονται με την καλλιτεχνική ζωή του πατέρα του (δημοτική μουσική και παράδοση). Τον ευχαριστώ εγκάρδια.


                                                                           
   Αριστερά:η Ευδοξία, σύζυγος του Μανόλη.

Δεξιά: οι γονείς του Μανόλη, Βασίλης (στο χωριό γνωστός ως Βασιλάκς) και Μαριγώ Μητσιάνη.  

Το σπιτικό του Μανόλη στη Σκοτίνα





Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Κατοχή: Η γαλαρία Τεμπών το 1943





Κυριάκος Οικονομίδης
καπετάν Οξιάς

            [Οι Γερμανοί πάθανε μεγάλη πανωλεθρία το Μάη του ’43, όταν οι αντάρτες του Κάτω Ολύμπου, σε μια τους νυχτερινή επιχείρηση, ανατίναξαν τις γραμμές και το τρένο με Γερμανούς, στη γαλαρία της Αγίας Παρασκευής των Τεμπών. Αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού είναι ο Κυριάκος Οικονομίδης, από την Καρυά του Ολύμπου, ο οποίος, σε σχετική συνέντευξη (1982), τονίζει:
           
          
ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ:    Ήμαν σύνδιζμους. Πήρα του έγγραφου απού του αρχηγείου για να του πάου στουν Αντουνάκ’, που ήταν του μηχανικού της Θεσσαλίας. Η έδρα του ήταν λίγου πιο πάνου απού Μπούρλια. Σ’ ν’ Ιγάν’. Απού του σύνταγμα στέλνουν ένα έγγραφο στο δικό μας το μηχανικό. Το έγγραφο ήλιγι:
            -Να στείλς ένα δικό σου, να πααίν’ στουν Αντουνάκ’ να του δώσ’ αυτό το έγγραφο.
            Πήγα μι τα ζώα απού χουριό σι χουριό. Ακολουθησα το δρόμο απ’ ντ Βρουντού, πέρασα τα ριζά, απ’ ν’ άγια Κόρ’ κι απού ‘κει σ’ τ’ Σκάλα ‘π’ του Λτόχουρου. Απού ‘κεί στου Λτόχουρου. Ικεί ήταν η ουργάνουση, αντάρτις πουλλοί. Απού ‘κει Λιφτουκαρυά παλιά, Σκουτίνα, Παντιλέμηνου, Πούρλια. Απ’ ντ Βρουντού μέχρι του Λτόχουρου άλλου ζώου. Απού του Λτόχουρου-Λιφτουκαρυά χουρίς ζώου. Του ζώου γύρσι πίσου μι του μπουλίτ’. Είχα κι πουλίτ’ συνουδό. Απού Λιφτουκαρυά για Σκουτίνα μι ζώου. Σ’ τ’ Σκουτίνα έκατσα μια βραδιά, ζ ντ Δέσπου. Στου Τζιαπάρ’ του Διουνύσ’. Του μπλάρ’ έφυγι πίσου. Σ’ τ’ Σκουτίνα φουνάζου ν’ ουργάνουση, του Μπασιά. Αυτός ήταν σ’ ν’ ουργάνουση. Τουν λέου:
            -Ένα μπλάρ’ θέλου.
            Φουνάζ’ έναν, του Διουνύσ’ του Μπινακά. Ιγώ καβάλα, αυτός πιζός. Το έγγραφο του είχα κρυμμένου μέσ’ ζ τζέπ’. Απού του Παντιλέμηνου πήρα άλλου μπλάρ’ κι πήγα ζ Μπούρλια. Ζ Μπούρλια νύχτουσα. Του μπλάρ’ του γύρσα κι έμεινα ζ Μπούρλια. Πήγα σ’ ν’ ουργάνουση κι λέου:
            -Θέλου να βρω τουν Αντουνάκ’.
            Ι Αντουνάκς ήταν λουχαγός στ’ αντάρτικου Θεσσαλίας.
            Έφαγάμι στου σπίτ’ απ’ τουν υπεύθυνου μια κότα κι πίτα. Κα τζ δέκα η ώρα φύγαμι σ’ ν’ Ιγάν’. Σ’ ένα ισιάδ’ (Βουλτόπα). Φτάσαμι κουντά, ι σκουπός μας πήρι χαμπάρ’.
            Αλτ! τις εί;
            -Καπιτάν Οξιάς, αντάρτς.
            Ήμαν του φόβιτρου των Πιερίων ιγώ. Έχου ρίξ’ ξύλου σι καμπόσ’ που έπιζαν χαρτιά, κουμάρ’.
            -Παρασύνθημα; Λέ’ ι σκουπός.
            -Κόκκινους στρατός.
            Φτάνουμι ικεί. Πήγα στουν Αντουνάκ’.
            -Καλώς το συναγωνιστή. Τι γένιτι, Οξιά;
            -Αυτό κι αυτό. Διάβασι του έγγραφου. Ξέρου τι πρέπ’ να κάντζ, αλλά διάβαστου. «Αύριου βράδ’ πιρνάν αξιουματικοί, αδειούχ’, παν για τζ γναίκις, ζ ντ Γιρμανία».
            Ήταν του 1943, Μάιος μήνας.
            -Θα τζ γ...τ’ μάνα, λέει. Μη φουβάσι. Αύριου βράδ’ θα πάμι όλ’ στου Μπηνειό.
            Κατιβαίν’ αυτοί -κι γω μαζί- Κρανιά, Ραψιάν’. Απ’ τ’ Ραψιάν’ κατιβαίνουμι ‘π’ τα βράχια ‘που πάνου. Είχι ένα μουνουπάτ’ στα Τέμπη που κατιβαίν’ ακριβώς σ’ ν’ αγία Παρασκιβή δίπλα. Πιράσαμι ντ γαλαρία κι βάλαμι τζ δυναμίτις. Ακριβως απ’ ν’ αγία Παρασκιβή πιο πάνου. Πιράσαμι ντ γαλαρία κι πήγαμι απού κάτου για να μην αρθεί κι μας δει κάνα πιρίπουλου.
            Πήγαμι κι τς πχιάσαμι. Νύχτα ήταν. Έπισαν μέσα στα χέρια μας. Του φυλάκιο όλου. Τέσσιρις Γιρμανοί. Ήταν καμιά δικαριά. Πχιάσαμι τς σκουποί κι του φυλάκιου όλου. Στου σταθμό Γιρμανοί μπόλκ’.
            Του τρένου πέρασι κατά η ώρα 4 ξημερώματα. Είχαμι βάλ’ σι δώδικα μιρές.  Μπόλκο πράμα.  Δυναμίτ’ πουλύ. Κι ήταν όλα ιγγλέζικα, πλάκα έτσ’ σα λουκούμια. Τα ‘βάζαμι απού κάτου. Όλ’ η αμαξουστοιχία έπισι κάτ’ στου πουτάμ’. Μι ν’ ανατίναξη που έγινι βάλαμι ένα μονοκόματου ακαριαίου.
            Ιμείς βγήκαμι απάν’ στου βριάχου κι φύγαμι. Βάλαν αυτοί προυβουλείς, πού να μας δουν! Δε γλίτουσι κανένας σι κείν’ ν’ ανατίναξη. Τότι πήραν απ’ του Μακρυχώρ’ κι απού τ’ άλλα χουριά κόζμου κι τς ικτιλούσαν αράδα.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ:            Έτυχε να είμαι σύνδεσμος. Πήρα το έγγραφο από το αρχηγείο για να το φέρω στον Αντωνάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής του μηχανικού της Θεσσαλίας. Έδρα του ήταν η Αιγάνη, λίγο πιο πάνω από τους Πόρους (Πούρλια). Από το σύνταγμα στέλνουν ένα έγγραφο στο μηχανικό μας. Το έγγραφο έλεγε:
-Να στείλεις έναν δικό σου στον Αντωνάκη για να του δώσει το έγγραφο αυτό.
            Ξεκίνησα με τα ζώα από χωριό σε χωριό. Δρομολόγιά μου ήταν: Βροντού, περνάω τα ριζά από το ύψος της αγίας Κόρης και φτάνω στη Σκάλα Λιτοχώρου. Από κει κατευθείαν στο Λιτόχωρο. Εκεί υπήρχε οργάνωση, πολλοί αντάρτες. Από κει στην παλιά Λεπτοκαρυά, στη Σκοτίνα, άγιο Παντελεήμονα, Πόρους. Από τη Βροντού μέχρι το Λιτόχωρο χρησιμοποίησα άλλο ζώο. Από Λιτόχωρο για Λεπτοκαρυά χωρίς ζώα. Διότι το ζώο επέστρεψε πίσω με τον πολίτη. Είχα και πολίτη συνοδό. Από τη Λεπτοκαρυά για Σκοτίνα με ζώο. Στη Σκοτίνα φιλοξενήθηκα μια βραδιά στη Δέσπω (αδερφή). Δηλαδή στο Διονύση Τσιαπάρη. Το μουλάρι, εντωμεταξύ, επέστρεψε πίσω. Στη Σκοτίνα φωνάζω την οργάνωση και συγκεκριμένα τον Πασιά (παρατσούκλι του Γιάννη Τσινιάνη]). Αυτός ανήκε στην οργάνωση. Του λέω:
            -Θέλω ένα μουλάρι.
       Φωνάζει κάποιον, τον Διονύση τον Πινακά. Καβάλα εγώ, πεζός αυτός. Το έγγραφο το είχα κρυμμένο μέσα στην τσέπη. Από τον άγιο Παντελεήμονα πήρα άλλο μουλάρι για τους Πόρους. Στους Πόρους νύχτωσα. Έστειλα πίσω το μουλάρι κι έμεινα μόνος στους Πόρους. Πηγαίνω στην οργάνωση και λέω:
            -Θέλω ν’ ανταμώσω τον Αντωνάκη.
            Ο Αντωνάκης ήταν λοχαγός στο αντάρτικο της Θεσσαλίας.
          Φάγαμε στο σπίτι του υπεύθυνου εκεί, μια κότα και πίτα. Κατά τις δέκα το πρωί φύγαμε και πήγαμε στην Αιγάνη. Σ’ ένα ίσιο μέρος που το λένε Βουλτόπα. Καθώς πλησιάσαμε, ο σκοπός μας παίρνει μυρωδιά:
            -Αλτ! Ποιος είσαι;
            -Καπετάν Οξάς, αντάρτης.
            Υπόψη, ότι εγώ ήμουνα το φόβητρο των Πιερίων. Κι έδωσα ξύλο σε κάμποσους, που έπαιζαν χαρτιά, κουμάρι.
            -Το παρασύνθημα; Λέει ο σκοπός.
            -Κόκκινος στρατός.
            Φτάνουμε εκεί. Τράβηξα κατευθείαν στον Αντωνάκη.
            -Καλώς τον συναγωνιστή. Τι γίνεται, Οξιά;
            -Αυτό κι αυτό. Πάρε και διάβασε το έγγραφο. Ξέρω πως δεν παραμελείς το καθήκον σου, αλλά διάβασέ το.
            «Αύριο το βράδυ περνούν αξιωματικοί αδειούχοι. Πάνε για τις γυναίκες τους στη Γερμανία».
            Ήταν Μάης του 1943.
            -Θα τους γ...τη μάνα, λέει. Μη φοβάσαι. Αύριο βράδυ θα κατεβούμε όλοι στον Πηνειό.
     Κατεβαίνουν αυτοί -μαζί κι εγώ- στην Κρανιά κι από κει στη Ραψάνη. Από τη Ραψάνη κατηφορίζουμε τα βράχια. Στα Τέμπη υπήρχε ένα μονοπάτι, που βγάζει ακριβώς στην αγία Παρασκευή, στο πλάι. Περάσαμε τη γαλαρία και τοποθετήσαμε τους δυναμίτες. Για την ακρίβεια λίγο πιο πάνω από την αγία Παρασκευή. Περάσαμε τη γαλαρία και στρίψαμε από κάτω για να μην έρθει και μας δει κανένα περίπολο.
            Πήγαμε και τους πιάσαμε. Ήταν νύχτα. Έπεσαν μέσα στα χέρια μας. Ολόκληρο το φυλάκιο. Τέσσερις Γερμανούς σκοπούς. Ήταν καμιά δεκαριά. Πιάσαμε τους σκοπούς και όλο το φυλάκιο. Στο σταθμό υπήρχαν κάμποσοι Γερμανοί.
            Το τρένο πέρασε κατά τις 4 ξημερώματα. Είχαμε τοποθετήσει υλικό σε δώδεκα σημεία. Ήταν εγγλέζικο το υλικό, έτσι πλάκες σα λουκούμια. Τα τοποθετήσαμε κάτω στις γραμμές. Ολόκληρη η αμαξοστοιχία έπεσε κάτω στο ποτάμι. Για να προλάβουμε την ανατίναξη, είχαμε τοποθετήσει ένα μονοκόμματο «ακαριαίο».
            Εμείς βγήκαμε πάνω στους βράχους και φύγαμε. Έβαλαν αυτοί τους προβολείς, αλλά πού να μας δουν. Δε γλίτωσε κανένας στο τρένο που ανατινάχτηκε. Τότε οι Γερμανοί πήραν από το Μακρυχώρι και από τα γύρω χωριά κατοίκους, τους οποίους εκτελούσαν με τη σειρά.

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2013

Κάτω Σκοτίνα: Η "λαρωμένη" Σκοτίνα



Μετά τον επαναπατρισμό (1950) οι κάτοικοι σαν τόπο παραμονής τους είχαν τα Καλύβια Σκοτίνας (σημερινή Κάτω Σκοτίνα). Δε θέλησαν να κατεβούν στη θάλασσα, όπως κάνανε άλλα χωριά. Το "λάρωμα" (αραίωμα) αυτό του χωριού έχει και θετικά, έχει και αρνητικά στοιχεία. Εμείς κινηθήκαμε από τα δεύτερα, προκειμένου να υπογραμμίσουμε τις παρακάτω μας σκέψεις (βλέπε «Ολύμπιο Βήμα», 13.11.2000)]. 

Την απλωμένη -”λαρωμένη”  Σκοτίνα τη ζεις εντονότερα μετά το ηλιοβασίλεμα,  Τις ώρες που  αυτή λούζεται στο φως, το ηλεκτρικό φως-. Ας το δοκιμάσουν  αυτοί που το λαχταρούν. Όσοι τη νύχτα ταξιδεύουν στο διεθνή. Και πάνε  από Θεσσαλονίκη για Αθήνα, Στο δεξί τους χέρι, τι  θα δουν; Αμέσως, μετά τη Λεπτοκαρυά, αντικρύζουν μια φαντασμαγορική πολιτεία. Όμως δεν πρόκειται για πολιτεία. Άλλο είναι το θέαμα. Μια σαγηνευτική άπλα. Σωστή γοητεία. Το αραιοκατοικημένο χωριό της Σκοτίνας. “Τς ακατνής Σκοτίνας”, όπως τ’ ακούμε στη ντοπιολαλιά. Διάσπαρτα τα σπίτια στις ποικιλόμορφες πλαγιές. Μαρτυρούν την ωραιότητα και το μεγαλείο αυτής της εικόνας.
Στους μη Σκοτινιώτες θυμίζουμε πως  αναφερόμαστε στην περιοχή της Κάτω Σκοτίνας. Προπολεμικά το πραγματικό χωριό ήταν η Άνω Σκοτίνα, σκαλωμένη  στο προσήλιο, στα υψώματα των 700 - 800 μ. Οι κάτοικοι  σε τακτά χρονικά διαστήματα κατέβαιναν στον κάμπο. Τους πίεζε η ανάγκη. Να οργωθεί η γη. Να καλλιεργηθεί. Τα γεννήματα να μαζευτούν. Για καλύτερη εξυπηρέτηση κτίζανε και μια καλύβα στο κτήμα τους. Με την πάροδο του χρόνου η καλύβα μετατρέπονταν σε πρόχειρο σπίτι. Έτσι  η μετακίνηση των κατοίκων από την “απαλνή”  (άνω) Σκοτίνα προς την “ακατνή” (κάτω) γινόταν και πιο πυκνή σε σημείο, που  φάνταζε να παίρνει μόνιμο χαρακτήρα. Στη δεκαετία του 1930 σχηματίζεται ενορία με ιερό ναό τον άγιο Γεώργιο. Λειτουργεί δημοτικό σχολείο,  Στην αρχή τα δασκαλοπαίδια στεγάζονται εδώ κι εκεί. Τελικά οικοδομείται σχολείο  κανονικό στο “Κοτσέκι”, στην κεντρική πλατεία του χωριού.
Μεταπολεμικά η Κοινότητα μεταφέρεται στην Κάτω Σκοτίνα. Ιδιαίτερα, μετά τον επαναπατρισμό των κατοίκων (1950), όλος σχεδόν ο κόσμος κατοικεί στο κάτω χωριό. Κτίζουν καινούρια σπίτια. Φτιάχνουν  τα αναγκαία νοικοκυριά.
Έτσι, λοιπόν, οι καλύβες και όλοι οι αγροτικοί μαχαλάδες μετατράπηκαν σε εξαίρετες κατοικίες και αξιοζήλευτες γειτονιές. Συνέπεια του φαινομένου αυτού  είναι το απόμακρο της μιας γειτονιάς από την άλλη. Η ανθρώπινη επικοινωνία  απρόσιτη. Οικολογικά, βέβαια, απολαμβάνεις το περιβάλλον, χαίρεσαι το τοπίο.
Σήμερα η αραιοκατοικημένη Κάτω Σκοτίνα αποτελεί εξαίρετο ελκυστικό παράγοντα για ξένους και μη. Οι κεντρικές συνοικίες (Κοτσέκι, Βασίλα, Γαβριά) άρχισαν να πυκνώνουν. Ειδυλλιακές φαντάζουν και οι απόμακρες περιοχές. Στα ανατολικά η Παραλία Σκοτίνας, στα δυτικά η Παναϊά (Μανέικα, Πολυχρέικα κλπ), βόρεια Αϊ Νικόλας (Κοκραναίοι, Τσιαπαραίοι κλπ), νότια Αγία Τριάδα (Στυλαίοι, Συντριβαναίοι κλπ).
            Θα ήταν ευχής έργο να βρίσκονταν τρόπος εξυπηρέτησης των ηλικιωμένων: για τη μετακίνησή τους από τους ακραίους οικισμούς προς το κέντρο. Προς την Εκκλησία. Σε "ώρες" ποικίλων εκδηλώσεων (θρησκευτικών, κοινωνικών κ.λ.π).            
 

                                                                      περιοχή "Φέσα"


                                                                               Στυλάτκα


 
Κέντρο, μπροστά μας η ¨Νταλίγκα"


Γαβρί, στο βάθος ο Θερμαϊκός


Νταμπλιάτκα, στο βάθος το Ξηροκάμι και η Ζλιάνα     


Μπέρι, στο βάθος αριστερά το Κάστρο

                               
                                                                    Βασίλα, Καλιαμπέικα



                                              
















Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

έθιμα: Παπαδούλες και «Χαμόγελο του Παιδιού»



          Στις 20 Οκτώβρη 2013 μονιασμένοι οι σύλλογοι της Σκοτίνας πραγματοποίησαν επίσημη εκδήλωση για τα κάστανα του χωριού. Οι σύλλογοι είναι: α) Σύνδεσμος εθελοντών νέων, φίλων Σκοτίνας (ίδρυση 2012), πρόεδρος Κώστας Γανωτής, β) Πνευματική κίνηση (ίδρυση 1980), πρόεδρος Άννα Χασιώτη, γ) Γονέων και κηδεμόνων , πρόεδρος Ελένη Πινακά. Για φέτος η γιορτή των κάστανων Σκοτίνας αφιερώθηκε στο «Χαμόγελο του Παιδιού».
Πρωτύτερα κυκλοφόρησε σχετική ανακοίνωση των συλλόγων, όπου υπογραμμίζεται η ανάγκη και η «ώρα να βγάλουμε τον τόπο μας από την αφάνεια και να γνωρίσει ο κόσμος και τα δικά μας σπουδαία προϊόντα. Στόχος μας είναι να προβάλλουμε τη ντόπια παραγωγή και να την υψώσουμε στη θέση που της αξίζει. Η  φύση μας δίνει απλόχερα έναν καρπό. Ας τον εκμεταλλευτούμε σωστά ώστε να γίνει ευλογία για το χωριό μας και κατ’ επέκταση για τον καθένα από εμάς ξεχωριστά. Όλοι μαζί μπορούμε!!!!».
            Στη γιορτή, που έγινε στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, παραβρέθηκαν εκπρόσωποι της οργάνωσης «το χαμόγελο του παιδιού», όπου ο κόσμος ανταποκρίθηκε με απλοχεριά. Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους οι επίσημες αρχές του τόπου κι εκφωνήθηκαν «προσλαλιές». Μπαίνοντας το χορευτικό και η ορχήστρα στο πρόγραμμα, σημειώθηκε κάτι το αναπάντεχο. Αρκετοί σηκώθηκαν όρθιοι για να καμαρώσουν το χορό. Μερικοί -«τού ‘λιγι η ψυχή τους»- δεν άντεξαν. Βγάλανε κραυγή «άι σ…, ισείς μι γκρίσ’! Ξέχασάμι να γιλάμι!». Πήραν «παραμάζμα», χώνονται στο χορό. Οι πιο θερμόαιμοι «εμνήσθησαν ημερών αρχαίων» και πέταγαν στα κλαρίνα λεφτά.
            Αν δούμε τη χιουμοριστική πλευρά της υπόθεσης, πρέπει να παρατηρήσουμε το πλήθος των πανηγυριωτών που ρίχτηκαν με όρεξη στα καζάνια και ψησταριές, όπου βράζανε και ψήνανε τα κάστανα. Νόστιμα κάστανα. Τόσο τα βρασμένα όσο και τα ψημένα, οι λεγόμενες «παπαδούλες».
            Οι «παπαδούλες» συνοδεύτηκαν από πλούσια εδέσματα (γλυκά,πίτες και ποτά), που ετοίμασαν οι γυναίκες -«νοικοκυρές»- της Σκοτίνας.
----------
Σημείωση: Το «Ολύμπιο Βήμα» της 23.10.2013 σημειώνει ότι το «Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης» (ΚΕΠΕ) Ανατολικού Ολύμπου σε συνεργασία με τους φορείς του Παλαιού Παντελεήμονα γιόρτασε την 4η Καστανογιορτή στις 20 τρέχοντος μηνός, δηλαδή την ίδια ημερομηνία και ώρα με αυτήν της Σκοτίνας. Για ευνοήτους λόγους οι τοπικές αρχές της περιοχής θα ήταν καλό να μεριμνούν, ώστε στο μέλλον να μη συμπίπτουν οι διάφορες εκδηλώσεις τους!!!

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Ιςτορίες: Το Κατώι του Σχολείου


Το σχολείο της Άνω Σκοτίνας (φωτογραφία. 1985)
            Μερικές φορές τα ανθρώπινα λάθη είναι τραγικά. Σ’ αυτά συγκαταλέγεται και η κατάρρευση του δημοτικού σχολείου της Άνω Σκοτίνας του Κάτω Ολύμπου. Κτίστηκε το 1856 με δαπάνες του συμπατριώτη Καλλίνικου, Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Δεν άντεξε στη φυσική φθορά και στην αδιαφορία του κόσμου. Για την ιστορία ας πληροφορηθούν τα παιδιά μας ότι στο σχολείο αυτό μαθήτευσαν οι προγενέστερες γενιές και το σχολείο λειτουργούσε μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. Σ’ αυτό δίδαξαν δάσκαλοι περιοπής. Ντόπιοι και ξένοι. Αναφέρω μερικά ονόματα σύμφωνα με τη σειρά υπηρεσίας μέχρι τον Εμφύλιο: Γ. Καραγιαννίδης (1879…), Α. Κορκόβιλος (1879-1891), Δ. Αγγέλης, Α. Τσαρούχας, παπά Οικονόμου, παπά Σακελλάρης, Δ. Τομαράς, Η. Χατζηχαμπέρης, Α. Βλέτσης. Με τον Βλέτση (1898-1982) οι Σκοτινιώτες διατηρούν τις πιο νωπές αναμνήσεις. Τον θυμούνται σαν δάσκαλο με τα χαρακτηριστικά του αυστηρού και δίκαιου. Την τιμωρία στο σχολείο τη συσχετίζουν με το Κατώι του σχολείου. Η συζήτηση με το μακαρίτη Μιχάλη Γ. Ζιώγα (Αύγουστος 2004) δείχνει του λόγου το αληθές:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ

Μια φουρά μας έκλεισι η δάσκαλους η Μπλέτσιους μι του Θουμά του Μπαραμύθα στου κατώι. Κι έβαλαν ιμένα που ήμαν μικρότιρους να χαλάσου γκλειδουνιά. Μας έβαλαν στου κατώι να μας φαν οι ψύλ'. Κι έβαλαν ιμένα να χαλάσου γκλειδουνιά κι ντ χάλασα γκλειδουνιά ιγώ.
                   -Πώς τη χάλασες;
                   -Ε, να, σάπια η πόρτα βγήκι η κλειδουνιά ουδέτσ'. Όταν τς απόλκι, μας έβαλι μέσα ιμάς. Γι’ αυτό είχαμι ιφκιρία κι χάλασάμι γκλειδουνιά. Μι του Θουμά δεν ήμασταν σι μια τάξ'. Ικείνους δεν ήξιρι του μάθημα. Ιγώ απού αταξία. Μας έκλεισι μέσα. "Θα 'ρθώ ιγώ να σας απουλύκου", λέ'. Αλλά ιμείς δε μπουλυκάτσαμι.
                        Τ' απόγιμα ήρθα μι του ντρουβά στου σκουλειό. Τα ξιφόρτουσα ιγώ. Η πατέρας μ' έδουσι καμπόσις παταρές. Γιατί χάλασα γκλειδουνιά. Κι βγήκαμι έξου. Όταν ήρθι, πάει σκουλειό, να βγάλ' ιμάς, ιμείς ήμασταν φιβγάτ'. Είδι που χάλασάμι γκλειδουνιά.
                        -Μετά τι έγινε;
                        -Ξύλου. Χτυπούσι πουλύ. Του μπαπά Βαγγέλ' τουν χτύπσι κι ήρθι η μάνα τ' να κάν' παράπουνο. Πάει είπι στ' μάνα τ' κι ήρθι η μάνα τ' στου σκουλειό, φουνάζ' του δάσκαλου του Μπλέτσιου.
-"Καλά, καλά". 
Φέγ' η μάνα τ' απ' του σκουλειό. Του μπιριλαβαίν' ξανά. "Να, ισύ που φώναξις τ' μάνα σ'", λέ'.
Χτυπούσι πουλύ. Αλλά χτυπούσι κι τα δικά τ'. Ιγώ του κατούρσα...Ζ ντιλιφταία τάξ' σ' αυτό του καφινείου που τό 'χ' η Αθηνά τώρα...προυτού ακόμα μι πχιάσ' απ' τ' αφτιά, τ' απόλκα. Τσαντίλα.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ

[Μια φορά για τιμωρία ο δάσκαλος ο Βλέτσης μας έκλεισε στο μπουντρούμι, στο κατώι. Εμένα και τον Θωμά τον Παραμύθα. Βάλανε εμένα, που ήμουνα ο μικρότερος, να χαλάσω την κλειδαριά. Μας κλείσανε στο κατώι για να μας φάνε οι ψύλλοι. Και βάλανε εμένα να χαλάσω την κλειδαριά. Πράγματι εγώ χάλασα την κλειδαριά. 
                   -Πώς τη χάλασες;
                   -Ε, όπως ήταν σάπια η πόρτα η κλειδαριά βγήκε μονοκόμματη. Ο δάσκαλος όταν απέλυσε τους άλλους μαθητές, εμάς μας έκλεισε στο μπουντρούμι. Γι’ αυτό το λόγο βρήκαμε ευκαιρία και χαλάσαμε την κλειδαριά. Εγώ με το Θωμά δεν ήμασταν στην ίδια τάξη. Εκείνον τον έπιασε αδιάβαστο ο δάσκαλος. Εμένα με τιμώρησε από αταξία. Μας έκλεισε μέσα. Μας είπε μάλιστα: "Θα μείνετε εκεί ώσπου θα 'ρθω εγώ να σας απολύσω". Εμείς, όμως, δεν αντέξαμε να καθίσουμε πολύ ώρα μέσα. 
                   Το απόγεμα ήρθα στο σχολείο κρατώντας τον τορβά στις πλάτες. Εμένα πήρε η μπόρα. Μου τις έβρεξε ο πατέρας μου. Έφαγα κάμποσα χαστούκια. Ο λόγος κυρίως ήταν το χάλασμα της κλειδαριάς  και κατά δεύτερο λόγο, επειδή το σκάσαμε από το μπουντρούμι. Όταν ο δάσκαλος ήρθε στο σχολείο με σκοπό να μας απελευθερώσει, εμείς ήδη ήμασταν φευγάτοι. Διαπίστωσε τη ζημία που κάναμε με την κλειδαριά.
                   -Μετά τι έγινε;
                   -Συνέχεια ξύλο. Χτύπαγε πολύ.  Τον παπά Βαγγέλη Αγγέλη κάποτε τον έδειρε και ήρθε η μάνα του σχολείο να παραπονεθεί. Το παιδί, μετά το ξύλο από το δάσκαλο, έτρεξε, πήγε στη μάνα του και εκείνη καταφτάνει στο σχολείο και πλησιάζει το δάσκαλο το Βλέτση.
-"Καλά, καλά", είπε ο δάσκαλος.
Φεύγει η μάνα του από το σχολείο. Ο δάσκαλος τον περιλαβαίνει για δεύτερη φορά: "Να, εσύ που διαμαρτυρήθηκες στη μάνα σου", του είπε. 
Χτυπούσε πολύ. Αλλά δεν έκανε εξαιρέσεις. Χτυπούσε και τα δικά του παιδιά. Κάποτε εγώ κατουρήθηκα από το φόβο. Θυμάμαι στην τελευταία τάξη φοιτούσαμε στο σπίτι αυτό, που η Αθηνά Γερομιχαλού-Βλέτση έχει το καφενείο -ΚΑΠΗ σήμερα στην Κάτω Σκοτίνα-. Θυμάμαι που ο δάσκαλος πριν ακόμα με πιάσει τα αφτιά μου, κατουρήθηκα επάνω μου. Τσαντίλα τα παντελόνια].