Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 12 Ιουλίου 2017

Ιστορίες: Σχολικές ενθυμήσεις





Γερομιχαλός Μιχάλης του Νικολή (1921-1995)

Όμορφες, γλαφυρές ιστορίες. Μας τέρπουν όταν τις ακούμε. Κατάλληλος ο Μιχάλης στην τέχνη του λόγου. Κατάλληλος και ο ακαταμάχητος αείμνηστος δάσκαλος της Σκοτίνας. Ξακουστός με το όνομα Αθανάσιος Βλέτσης (1889-1982). Μισό αιώνα περίπου στο εκπαιδευτικό έργο. Όσοι τον έζησαν, ομολογούν ότι "τα γράμματα τα έμαθαν χάρις στο αυστηρό, συστηματικό, πειθαρχικό και ευσυνείδητο σύστημα του δάσκαλου". Η ιστορία που ακολουθεί εκφράζει την -ως είθισται στα μαθητικά δεδομένα- κωμική πλευρά του πράγματος. Η συνέντευξη έγινε στις 23 Ιουλίου του 1996 στο σπίτι του στο "Κοτσέκι".


-Τι θυμάσαι από τα παιδικά σου χρόνια;
-Σ' ν' απαλνή Σκοτίνα πήγα σχολειό ώς τη ντρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτ' απ' του Γκηψαρά. Πού 'ταν τα Μανέικα, πού 'ταν του Μήτρου του Ντήμου του σπίτ', του μαγαζί. Κουντά στ' Μακασή. Πιο πάνω απ' τ' Καρκαφίρ'. (Φοίτησα στο δημοτικό σχολείο στην Άνω Σκοτίνα. Πήγα μέχρι την τρίτη τάξη. Το σπίτι μας ήταν κάτω από τον Κηψαρά. Συγκεκριμένα εκεί που ήταν τα σπίτια των Μαναίων και το σπίτι του Μήτρου του Δήμου, όπου και το μαγαζί τους. Κοντά στο σπίτι του Κοτσιβού-Μακασή, λίγο ψηλότερα από το σπίτι του Καρκαφίρη).
-Σε έδειρε καμιά φορά ο δάσκαλος;
-Μ' τι δε μ' έδειρι! Μια φουρά χτυπήσαμι του Μίχου του Γκαραμπίνα μι του Γρηγόρ' του Μπλέτσιου-Πινακά. Πιδιά. . . μαλώσαμι, τουν χτυπήσαμι. 'Ηρθι η μανιά η Γκαραμπίνινα, η Χρίστινα, στου δάσκαλου, έκανι τα παράπουνα. (Βεβαίως με έδειρε. Ήταν δυνατόν να το αποφύγει κανείς; Μια φορά εγώ με τον Γρηγόρη Βλέτση χτυπήσαμε τον Μίχο-Καραμπίνα. Ε, παιδιά ήμασταν, μαλώναμε, παίζαμε. Τον χτυπήσαμε. Αμέσως έρχεται για παράπονα στο δάσκαλο η γιαγιά Καραμπίνινα, η Χρίστινα).  
-Πού τον χτυπήσατε, έξω από το σχολείo;
-'Εξω. Σ' ν' αυλή τ' παπά Λιουνίδα. Κι έκανι παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο.  'Οταν ήθιλι να μας απουλήσ' ο δάσκαλος, φουνάζ' πρώτα το Γρηγόρ' το Μπινακά: (Έξω. Στην αυλή του σπιτιού του παπά Λεωνίδα. Και έκανε παράπονα η Χρίστινα στο δάσκαλο. Πριν σχολάσουμε από το σχολείο, ο δάσκαλος καλεί πρώτα το Γρηγόρη τον Πινακά):
-Πινακά, έβγα έξω.
-'Οχ', δε βγαίνου, λέ' ικείνους.
-Δε βγαίντζ';
Πααίν' του μπχιάν' απ' του σακκάκ', απ' γκουκούλα που 'χαμι -είχι χιόν' πουλύ όξου- του μπχιάν' απού κει, μια κι στου μπίνακα. Τουν ρίχν' καμπόσις, του μπαίρ',  του μπααίν' μέσ' στου γραφείου. Του γκλάει μέσ' στου γραφείου. 'Ερχιτι η σειρά η δικιά μ'. (Προχωράει ο δάσκαλος κατεπάνω του, του πιάνει το σακάκι, από την κουκούλα της κάπας, που λέμε, -έξω είχε πολύ χιόνι- τον γραπώνει, λοιπόν, από εκεί, τον σπρώχνει προς τα μπρος και πέφτει ο άλλος στον πίνακα.  Του ρίχνει αρκετές σφαλιάρες, τον σέρνει μέσα στο γραφείο. Τον κλείνει μέσα στο γραφείο. Έρχεται η δική μου η σειρά):
-Γιρουμιχαλέ, έβγα έξου!
Βγαίνου. Κι ΄γω τα ίδια. Απού του θρανίου που κάθουμαν, στου μπίνακα πάει του κιφάλ΄, ένα κι ένα. Μι πάει μέσα. Φουνάζ΄ του Γκαραμπίνα του Μίχου: (Βγαίνω. Επαναλαμβάνονται τα ίδια και σε μένα. Όπως καθόμουνα στο θρανίο, το κεφάλι μου έφτασε στον πίνακα. Αστραπιαία. Με τραβάει μέσα στο γραφείο. Φωνάζει, εντωμεταξύ, τον Μίχο Καραμπίνα):
-΄Εβγα Γιρουμιχαλέ (ο Καραμπίνας λέγεται Γερομιχαλός).
-Ι Μίχους σηκώθηκε.
Δε μας βάζ΄στου γραφείου μέσα σαν κρατητήριου, ούτι στου κατώι κάτου. Μας βάζ΄στ΄απαλνό του δουμάτιου. Χιουνιά έξου ένα ζνάρ΄. Ιμείς, τώρα, τι να κάνουμι! Συννουϊούμιστι κι οι τρεις να βγάλουμι τη μπόρτα. Ι Καραμπίνας, ι Γρηγόρς κι ΄γώ. Στυλώνουμέστι στη μπόρτα ικεί οι δυο κι την ξιρριζώνουμι τη μπόρτα. Ν ΄είχι δυο κλειδαριές απ΄όξου. Είχι κι τηλέγραφουν τηλιγμένουν (σύρματα απού ΄χαν τα τηλέφωνα). Αφού βγάλαμι τς ριζέδις απ΄μπόρτα, άνοιξι η πόρτα. Βγαίνουμι έξου. Να κατιβούμι κάτου, όμως, δε μπουρούμι ν΄ανοίξουμι ν΄άλλ΄μπόρτα. Απού μπαίναμι μέσα (εξωτερική). Κι απ΄του μπαλκόν΄ πατάμι απάν΄στου ταχυδρουμείου,  στου ντβάρ΄(το κουτί). Πατάμι ικεί κι πηδήσαμι στα χιόνια καταή κι οι τρεις. Ιγώ πάτσα στου ταχυδρουμείου.
Κι απού τότι ιγώ δε γξαναπάτσα σχουλείου. (Δε μας κρατάει στο γραφείο του σαν κρατητήριο, ούτε κάτω στο κατώι. Μας κλείνει στο επάνω δωμάτιο. Το χιόνι έξω είχε ύψος ένα ζουνάρι, δηλαδή μέχρι τη μέση μας. Εμείς τώρα πώς να φερθούμε! Συνεννοούμαστε και οι τρεις να χαλάσουμε την πόρτα. Ο Καραμπίνας, ο Γρηγόρης κι εγώ. Στυλωνόμαστε εκεί στην πόρτα οι δυο και την ξεριζώνουμε. Την είχε κλείσει απ' έξω με δυο κλειδαριές. Την είχε τυλιγμένη με καλώδια και σύρματα, τα οποία χρησιμοποιούσαν στα τηλέφωνα. Αφού βγάλαμε τους μεντεσέδες από την πόρτα, άνοιξε η πόρτα. Απελευθερωνόμαστε, πεταγόμαστε έξω. Δεν υπήρχε, όμως, δυνατότητα να κατεβούμε κάτω, γιατί δε μπορούσαμε να ανοίξουμε την πόρτα. Εννοώ την εξωτερική πόρτα. Σκαρφιζόμαστε κάτι άλλο· από το μπαλκόνι πατάμε πάνω στο γραμματοκιβώτιο, το οποίο ήταν κρεμασμένο στο εξωτερικό ντουβάρι. Πατάμε εκεί και πεταγόμαστε καταγής στα χιόνια. Εγώ, θυμάμαι, πως πάτησα στο ταχυδρομικό κουτί. Κατεβαίνουμε κάτω και οι τρεις μας.
Και από τη στιγμή εκείνη εγώ δεν ξαναπάτησα στο σχολείο).
 ---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                             
                                                       Βλέτσης Αθανάσιος, δάσκαλος

           Στο σχολείο αυτό (Άνω Σκοτίνα) έμαθαν γράμματα οι πατεράδες μας

                          Το σπιτικό του Μιχάλη στην Κάτω Σκοτίνα, όπου έγινε η συνέντευξη

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορίες: Μοσκώφ



                            Η βίλα του Μοσκώφ προς την πλευρά της θάλασσας

          Όπως ταξιδεύουμε από Σκοτίνα προς Πλαταμώνα, στο τέλος της Γαλαρίας του Κάστρου συναντούμε τη βίλα του Μοσκώφ. Εκεί οι Σκοτινιώτες στα χρόνια της Κατοχής,
όταν αρρώσταιναν, βρίσκανε θαλπωρή. Η νοσοκόμα της βίλας τους καλοδέχονταν προσφέροντάς τους την ποθούμενη γιατριά. Ο Θανάσης Γερομιχαλός του Αποστόλου (1929-2013) σε σχετική συνέντευξη (3 Ιουλίου 2003) αφηγείται την προσωπική του ιστορία.
(η φωτογραφία στο πλάι είναι από το 2010 "ζ Μπαναϊά").
Ι πατέραζ μ’ μι παίρ’ καβάλα στου μπλάρ’, μι πααίν’ στου Μουσκώφ. Τότι ι Μουσκώφ αυτός είχι κάν’ ένα ιατρείου, αν πήγις καμιά φουρά, πού είνι η βίλα του Μουσκώφ απάν’ στ’ θάλασσα. Απ’ του πάνου μέρους του δρόμου είχι μια βρύσ’ κι δίπλα απ’ του πάνου μέρους του φραγμένου του μέρους είνι ένα σπιτάκ’. Σι’ αυτό του σπίτάκ’ μέσα είχι ένα ιατρείου. Που δε γξέρου απού πού τα κουνουμούσι, κάτ’ φάρμακα, μέσου του Ερυθρού Σταυρού, ξέρου γω, είχι μέσα ‘κεί μια νουσουκόμα. Τώρα αν ήταν γιατρός, αν ήταν νουσουκόμα δε γξέρου. Αλλά παράλληλα έκαμνι κι η γυναίκα τ’ χρέη νουσουκόμου ικεί. Κι όλ’ η πιριφέρεια, όπους να γλέπς, οι γυναίκις μι τς  μαστούς ιδώ να τς τς  κόβουν μι νυστέργια, να τς βάζουν γάζις. Για τα πιδιά, δε γξέρου, τι επιδημία είχι τότι, να έχ’ φάρμακα.
Πήγα κι γω τώρα να μι φκιάξ’. Η πληγή δεν είχι φύγ’ ακόμα. Όπους ήμαν ξαπλουμένους, είχι ένα παράθυρου δω. Πέρασι ένας Γιρμανός. Απ’ του Μουσκώφ απέξου μιριά ‘π’ του παραθύρ’. Κοιτάει κι λέ’ ι Γιρμανός:
-Τι έπαθι αυτό;
          Του ‘πι στα γιρμανικά. Ι Μουσκώφ ήξιρι γλώσσα γιρμανική. Λέ’, μι του σχήμα ‘πο ‘καμι: «Αυτός έκουψι του πόδ’ μι του τσικούρ’».
          -«Ααα!», έκαμι ι Γιρμανός. Σι λέει: «πιδούλ’ αυτό μι κουψιά τέτοια».
          Μι του καθάρσι του πόδ’, μι του έπλυναναν (αυτές οι νουσουκόμις). Ακόμα μι φαίνιτι σα να μι πουνεί. Είχαν κάτ’ λαβίδις, οι οποίις έπιαναν, είχαν θυμώσ’ τώρα τα άκρα του κρέατος κι τότι δεν υπήρχαν ινέσεις παυσίπουνις. Μαγκών’ μι τ’ λαβίδα να σφίξ’ του κρέας αυτό κι μι τ’ ν’ άλλ’ τ’ λαβίδα είχι λαμαρινέ καρφί μι δυο δόντια, ένα καρφί που δω κι ένα που δω κι έπιανι κι «χραπ», η μία λαβίδα έσφιγγι τ’ αυτό κι η άλλ’ έσφιγγι που δω. Απού δυο πλιβρές κι άφσι τόσου μέρους να τ’ αλλάζουν. Αφού μι του ‘χαν καθαρίσ’ πρώτα όλου. Αν θα υπάρχ’ μεταθάνατουν ζουή, αυτοί πρέπ’ να κατατάσσουντι μετά δικαίων και αγίων, όπους λέ’ η θρησκεία μας. Τι τουν ένιαζι αυτόν απού μένα, παράδειγμα. Πόσου, δηλαδή, ανθρουπιστικά φέρουνταν. Αφού ήρθι ιδώ πέρα κι τιλείουσι όλ’ η δλειά κι μ’ έδισαν του πόδ’ ιμένα, λέ’ στου μπατέρα μ’:
          -Κύριε Γιρουμιχαλέ, πού θα του πας του πιδί τώρα;
          -Πού να του πάνου; Στου Χουργιό.
          Κάμ’ έτσ’ αυτός:   «Μ…Όσ’ δλειά έκανάμι, πάει όλ’ χαμέν’. Γιατί τώρα, μόλις θα του βάλς στου μουλάρ’ απάν’, θα λυγίσ’ του γόνα, θα κουπούν τα ράματα κι σα να μη φκιάξαμι τίπουτα. Δε γνουρί ‘ιζ κανέναν ιδώ κουντά κι να στέλνου ιγώ κάθι μέρα νουσουκόμα να του άλλάζ’ του πιδί. Μια βδουμάδα θα κλείσ’. Του πιδί είνι νέου».
          -Πού ξέρου, λέ’ ι πατέρας. Μι φαίνιτι αν…ι μπαρμπα Μήτσιους ι Αγουραστός, λίγου παραπάν είχι μύλου αυτός, είχι πιριβόλ, είχι κιρασιές, είχι κι ένα σπιτάκ’, είχι έναν νιρόμυλου ικεί κι απού κεί κατέβινι του νιρό κι πήγινι στ’ θάλασσα. Τουν είχι δώσ’ νιρό του Μουσκώφ, που κατέβινι απού πάν. Κι γνουρίζουνταν.
          -Α, ι μπαρμπα Μήτσιους είνι καλός. Θα έχ’ κάνα μέρους. Θα πας να του μπεις να ‘ρθεί.
          Κατιβαίν’ ι καημένους, θεσχουρέστουν κι αυτόν, κι μι του μπατέρα μ’ κι μι παίρν στου φουρείου κι μι παν ικεί στου σπίτ’ του δικό τ’. Κι έκατσα ικεί μια βδουμάδα κι έρχουνταν κάθι μέρα, κάθι δειλινό κι μι καθαρνούσι του πουδάρ’ η νουσουκόμα. Κι μια μέρα, μι φαίνιτι θα είχι πουλύ δουλειά αυτή η νουσουκόμα, κι ήρθι η γυναίκα του Μουσκώφ κι άλλαξι του πόδ’ ιμένα. Καταλαβαίντζ; Μιλάμι τώρα για ανθρώπους!!! Να είσι στην ανάγκ’ αυτήν. Ποιος θα σι ρουτήσ’ ιτότι κι ήταν πανγιρμανισμός. Πού να πας, νουσουκουμεία δεν υπήρχαν, μέσου δεν υπήρχι. Μι τι να πιρπατή ‘ις, μι τι να πας. Μ’ έκανι εντύπουσι να ενδιαφερθεί αυτός κι να πει «όσ’ δλειά κάναμι μέχρι ώρα, πάει χαμέν’ όλ’, αλλά κοίταξι να βρείς κανέναν κι θα σι στέλου ιγώ κάθι μέρα ν’ αλλά ‘ιζ του πιδί». Μήπους του μπλήρουνα; Ιδώ πας τώρα του ρουσφέτ’ κι δίντζ αυτό για να σι προυσέξ’ κανένας κι πάλι όλ’ αδιαφορούν. Μιλάμι, το ‘καμι μι μιράκ’ κι μι αγάπ’. Ανθρουπισμό. Αυτό δε ντου ξιχνώ καμιά φουρά κι λέου «αυτός ου άνθρουπους, αν θα υπάρχ’ μιταθάνατουν ζουή, ίσους να είνι μιτά δικαίων και αγίων». Ε, βέβαια. Τι να λες τώρα!
          Τελους πάντουν. Τιλείουσαν αυτά, μι πέρασι του πόδ’. Στην αρχή είπα θα μείνου σακάτκους, γιατί μ’ έφυγι του πόδ’ προς τα μπρος. Σ’ ν’ ανηφόρα πιρπατούσα, ζ γκατηφόρα μ’ έφιβγι του πόδ’. «Παπ», πάνι ι γόνας έτσ’ κι έμεινα κόκκαλου. Ήταν κι θυμουμένους (πρησμένος) ι γόνας, λέου «άι, τιλείουσι, έμεινα σακάτς». Και τελικά τη μπεράσαμι.
----------
Σημείωση: Η βίλα κτίστηκε το 1936. Εκεί ενταφιάστηκε ο γνωστός επιστήμονας Κωστής Μοσκώφ (1939-1998), όπως και οι γονείς του Ηρακλής και Αμίνα και ο θείος του Κώστας. Ο Δημήτρης Γερομιχαλός του Διονύση καταθέτει την προσωπική του εμπειρία (συνέντευξη 2011):

          Δουλεύω στη βίλα του Μοσκώφ από τις 2.5.1996. Η μάνα μου με γνώρισε στην Έλη Οικονόμου, η οποία είναι ανιψιά του Μοσκώφ. Η μάνα της Έλης είναι αδερφή του Μοσκώφ. Βέβαια, πέθανε αυτή-Πέτροβιτς λέγονταν. Οι παλοί Μοσκοφαί ήρθαν τη δεκαετία του 1930 απ’ τη Ρωσία, αγόρασαν το κτήμα, κάνανε τη βίλα και μετά πάντρεψαν τα παιδιά. Το κτήμα είναι 57 στρέμματα πάνω από το δρόμο. Από κάτω είναι κτισμένο το σπίτι μέσα στο βράχο. Τριώροφο. Αρβανίτες τα μαστόρια, πέτρες μεγάλες, επένδυση γύρω-γύρω. Κτισμένο με τούβλο μέσα κι απ’ έξω πέτρα.
         -Από πού παίρνουν νερό;
         -Από το δίκτυο κανονικά.
         -Εκείνα τα χρόνια είχαν γιατρό, που εξυπηρετούσε την περιοχή;
         -Δεν ήταν γατρός, ο Μοσκώφ απλώς είχε μια νοσοκόμα μέσα και έλεγε: «εσύ θα κάνεις καλά τον κόσμο κι εγώ θα τσουντάρω, θα πληρώνω τα φάρμακα. Ό, τι φάρμακα θέλεις, θα παίρνεις τα καλύτερα. Εγώ θα πληρώνω και θα ταΐζω τον κόσμο.
----------
ΕΙΚΟΝΕΣ


          Οι εικόνες που ακολουθούν φωτογραφήθηκαν από την πηγή google, https:IIel-gr.facebooc.com. Η νέα επεξεργασία έγινε από μένα.


                                          
                                          Στη φωτογραφία διακρίνονται το τρένο,  
                                          μέρος της βίλας και ο Κωστής Μοσκώφ




                                 Η δυτική πλευρά της βίλας (πάνω από το δρόμο)






                     



Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Ιστορίες: Σοφία Μυρωτή-Τσολάκη






          Στις 25.9.16 γίνεται συζήτηση* με την Ρίτσα Τσολάκη-Νικολαΐδη για το Εργοστάσιο Σκοτεινών-Μόρνας, το οποίο βρισκότανε σε άνθιση στα μέσα του 20ου αιώνα. Στο Εργοστάσιο δούλευε ως οδηγός φορτηγού ο Τόλιος Τεγούλιας. Κουβαλούσε κούτσουρα, ξύλα, κάρβουνα στην Κατερίνη. Δυστυχώς το όνομά του συνδέθηκε και με ένα δυστύχημα στη διαδρομή Μόρνα-Κατερίνη. Λεπτομέρειες μας δίνει η αφήγηση της Ρίτσας Τολάκη του Λουκά και της Σοφίας (βλέπε φωτογραφία):

-Η μάνα μου σκοτώθηκε στη στροφή Σβορώνου.
 -Πώς έγινε αυτό;
Η μάνα μου κι ο πατέρας μου θέλανε να κατεβούν στην Κατερίνη για να συλλυπηθούν την οικογένεια του Μπουτζέκη. Είχε πεθάνει το κοριτσάκι από κει που μέναμε. Οδηγός ήταν ο Τεγούλιας ο Τόλης. Κατέβαζε κούτσουρα, ξύλα. Ήταν στο Εργοστάσιο ο Τεγούλιας, θα τον θυμάσαι. Και είπαν το βράδυ να κατεβούν με τον Τόλιο στην Κατερίνη. Η μάνα μου είπε: «εγώ με τον Τόλιο, με το φορτηγό δεν πάω. «Και τι θα κάνουμε, Σοφία;» της είπε ο πατέρας μου. «Θα περπατήσουμε, θα κατεβούμε κάτω στο «Είκοσι»** και θα περιμένουμε το λεωφορείο να ‘ρθει από την Ελασσόνα». Ήταν χαράματα και λέει η μάνα μου: «εγώ φεύγω».
Εγώ είχα το τσιγκελάκι ατέλειωτο. Μου λέει: «Κοίταξε, όταν γυρίσω, να βρω την κουβέρτα τελειωμένη». Ήμουνα 15 χρονών τότε που σκοτώθηκε. Εκεί που έπλεκα, ήμουνα στο παράθυρο και είχαν τα μάτια μου δάκρυα. «Μα τι στο καλό, λέω, τι έπαθα!». Αρχίζω να ξαναπλέκω, ξανά δάκρυα και λέω «τι γίνεται;». Η μάνα μου εκείνη την ώρα ήταν σκοτωμένη.
          Μετά ήρθε ένας από τη γειτονιά μας (στην Κατερίνη) ο Άγγελος Βαλαβάνης. Αυτός με επαινούσε στον πατέρα μου και του έλεγε: «τι είναι αυτό το κορίτσι!, τόσο μικρό κορίτσι!». Η μαμά μου είχε σκοτωθεί και πήγε στο νοσοκομείο. Εκεί ο πατέρας μου έλεγε: «φέρτε μου τα παιδιά μου, φέρτε μου τα παιδιά μου» και πήρε ταξί ο Βαλαβάνης και ήρθε στο χωριό. Και δεν ήξερε πού είναι το σπίτι μας. Εγώ μικρή.
          Μόλις τον είδα του λέω: «εσύ τι θέλεις εδώ πέρα;». Είδε τη μητέρα μου κάτω και τον πατέρα μου και ήρθε να με κλέψει. Εκεί πήγε το μυαλό μου, κατάλαβες;
          -Κατάλαβα.
          -Αλλά άλλο ήταν. Του λέω «τι θέλεις εσύ εδώ;». «Να, ήρθα να σας πω ότι είναι…». Μαζί του ήταν ο Γκουντής ο Κακάρας. Αυτός τον έφερε στο σπίτι. «Αυτός ήρθε να με κλέψει», είπα. «Αλλά άλλα βλέπω». Δεν ήξερε το σπίτι μας ο Άγγελος Βαλαβάνης. Είπε στον Κακάρα: «ποιο είναι του δάσκαλου το σπίτι. Ύστερα μου λέει: «θέλεις να πάρουμε και τη θεια σου μαζί;». Ήταν η θεια Ολυμπία του μπαρμπα Λάζου τ’ Κώστα τ’ Φώτ’, η αδερφή της μάνας μου, η Ολυμπία η Μυρωτού. Καθόμασταν μαζί στο σπίτι μας. Και με λέει: «θα πάρουμε και τη θεια σου μαζί;». Εγώ εκεί ψυλλιάστηκα». Λέει: «Να πάρουμε και το Γιάννη;». Τον Γιάννη τον αδερφό μου. Του λέω: «σε παρακαλώ, τι συμβαίνει;».
          -Πού ήταν ο Γιάννης;
          -Ο Γιάννης ήταν στο χωριό.
          -Ναι, θυμάμαι παίζαμε μαζί εκεί στο Χροστάσι (χοροστάσι).
          Λέω: «Τι συμβαίνει, πες μου, σε παρακαλώ, τι συμβαίνει».
-Τίποτα, απλά…
 -Πες μου τι συμβαίνει στον πατέρα και στη μάνα μου.
-Τίποτα, απλά τούμπαρε το αυτοκίνητο και λίγο χτύπησε η μάνα σου.
          Μπαίνουμε στο ταξί που περίμενε στη βρύση, κάτω στο Εργοστάσιο. Μου λέει «τίποτα δεν συμβαίνει». Στο δρόμο που κατεβαίναμε, ερχόταν από κάτω το αυτοκίνητο του επιθεωρητού των δασκάλων. Με μια κούρσα για να πάει στην οικογένεια του Τσολάκη. Βρήκε στο χωριό τη μάκου Λιόλινα, τη γιαγιά μου. Όταν φτάσαμε, όμως, έξω στον Σβορώνο σταματήσαμε με το αυτοκίνητο να δούμε πού τούμπαρε. Κατεβήκαμε. Βρήκαμε το παπούτσι της μάνας μου. Ήταν εκεί πεταμένο, όπως τούμπαρε το αυτοκίνητο.
          -Ήταν εκεί το αυτοκίνητο;
    
     -Τουμπαρισμένο. Την έφυγε το παπούτσι τη μάνα μου. Φορούσε ένα ωραίο παπούτσι, ένα καστόρ παπούτσι, πολύ ωραίο, ξώφτερνο. Κεντημένο σε μπλε χρώμα. Εκεί ψυλλιάστηκα και είπα: «Πέστε μου τι συμβαίνει;». «Μη στενοχωριέσαι, λίγο η μάνα σου χτύπησε και την πήγαν στο νοσοκομείο». Εκεί ψυλλιάστηκα πιο πολύ εγώ, αν κι απ’ την αρχή…αλλά εκείνη τη στιγμή ψυλλιάστηκα πιο πολύ.
          -Πόσα άτομα ήταν επάνω στο αυτοκίνητο.
          -Η μάνα μου, ο Δανιήλ Παπανικολάου. Ανέβηκε η μάνα μου επάνω και πιανότανε. Μπροστά ήταν ένας χωροφύλακας. Είχαμε ένα κοινοτικό ράδιο στο χωριό και το κατεβάζανε να το φτιάξουν. Λέει ο μπαμπάς μου: «Ανέβα, Σοφία, εσύ επάνω».  «Αποκλείεται» λέει ο αστυνομικός. Σεβότανε τις γυναίκες. Τότε ανέβηκε και αυτός επάνω κι η μάνα μου επάνω. Ο Λάζος ο Κατανάς, ο Δανιήλ Παπανικολάου και η μάνα μου πιανότανε από τα ξύλα. Λέει: «Σοφία, γιατί πιάνεσαι;». «Μέχρι να πατήσ’ το πόδι μου στη γη φοβάμαι». Έξω από τον Σβορώνο στη στροφή έγινε το κακό. Ενώ κατεβαίνανε έπεσε δεξιά. Οι ρόδες προς τα πάνω ήταν. Εκεί βρήκα και το παπούτσι της μάνας μου.
          -Πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν;

 

-Η μάνα μου στον τόπο. Ο Λάζος ο Κατανάς έζησε μέχρι το νοσοκομείο και μετά πέθανε. Ο αστυνομικός, ο χωροφύλακας -άμα έχεις τύχη- έπεσε μέσα σε μια γούρνα και πέσανε ξύλα από πάνω και δεν έπαθε τίποτε. Άμα έχεις τύχη! Τον κάλυψαν τα ξύλα και έζησε.
          -Κατεβήκανε, λοιπόν, με τα πόδια στο «Είκοσι».
          -Η μάνα μ’ και ο πατέρας μ’. Ο Τεγούλιας κατεβαίνει από το χωριό και τους βλέπει να περιμένουν στο «Είκοσι». Και σταματάει και τους λέει: «Γιατί δεν ανεβήκατε με μένα στο χωριό; Να σας πάρουμε από πάνω;».
          Τι να πει ο πατέρας μου «η γυναίκα μου φοβάται ν’ ανεβεί;». «Άντε θα ανεβούμε, τώρα περάσαμε τον κίνδυνο». Κι ανέβηκαν κι όξω απ’ τον Σβορώνο η μάνα μ’ σκοτώθηκε. Πήγαμε στο νοσοκομείο, ύστερα στο σπίτι. Βλέπουμε φέρετρο απέξω. Τη θάψαμε στην Αγία Αικατερίνη.
Ο αδερφός μου ο Χρήστος ήταν στην κατασκήνωση. Τον φέρανε από την κατασκήνωση πίσω. Τρελός! Πέρασε στενοχώρια. Και όταν ο μπαμπάς μου ήταν στην εντατική, είχε αρρωστήσει και μου λέει: «Κορίτσι μου, αυτά τα πόδια σου από σίδηρο να ήταν, θα είχαν λιώσει. Η ζωή σου είναι ένα βιβλίο».» Χωρίς εσένα θα ήμουνα χαμένος». «Μπαμπά, να γίνεις καλά και την ιστορία θα τη γράψουμε μαζί. Πήγαμε στο Γυμνάσιο, μας μεγάλωσες, μας σπούδασες, μας έβγαλες παπατζιόγκα πέρα». Ύστερα πέθανε.
-Το Δασαρχείο πώς αντιμετώπισε το θέμα του Τόλιου;
          -Γίνονταν πολλά τέτοια και δεν έκανε τίποτα. Εμείς δεν είπαμε τίποτα. Η μάνα μου ήταν για να πάει. Ο Τόλιος ήταν καλός άνθρωπος, πολύ καλός. Εξυπηρετούσε όλον τον κόσμο. Τίποτα δεν τον κάναμε. Γιατί ο Τόλιος ήταν εξαιρετικός άνθρωπος και καλός***.
----------
* Η συνέντευξη δόθηκε στην Αιδηψό στα τέλη Σεπτεμβρίου 2016. Εκεί, στα Λουτρά, συναντήθηκαν Κατερινιώτες και Θεσσαλονικείς. Στην ώρα της κοινής διασκέδασης η Ρίτσα πλησιάζει τη Δήμητρα (σύζυγό μου) και της λέει: «με τον πεθερό σου παπά Απόστολο Καλιαμπό ζήσαμε τον Εμφύλιο στη Μόρνα Πιερίας». Έτσι έγινε η γνωριμία μας.
** Είκοσι» λέγεται η τοποθεσία, η οποία απέχει 20 χιλιόμετρα από Κατερίνη-Ελασσόνα.
*** Η Ρίτσα με παρακάλεσε: «να πεις στην κόρη του Τεγούλια που βρίσκεται στην Αμερική ότι ο πατέρας της ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αλλά ήταν ατυχία. Με την οικογένεια του Τεγούλια ο μπαμπάς μου είχε πολύ καλές σχέσεις».

Σημείωση: Η Ρίτσα για το στενό οικογενειακό της περιβάλλον αποκαλύπτει: «Ο πατέρας μου έκανε δάσκαλος στο χωριό. Μετά πήρε μετάθεση στα Ευαγγελικά (Κατερίνη) μαζί με τον Καραβέργο. Τον εκτιμούσαν εκτιμούσαν πάρα πολύ τον μπαμπά μου που ήταν πολύ καλός. Ο Γιάννης ήταν πολύ μικρός. Εγώ τους μεγάλωσα. Ακόμα τρέχω. Δική μου ζωή ακόμα δεν έχω. Ο άντρας μου Οδυσσέας Νικολαΐδης, Καταφυγιώτης. Έχω δυο παιδιά. Ο παππούς μου ο Χρήστος, που ήταν δάσκαλος και παπάς, ήταν από την Καστανιά Κοζάνης. Το όνομά μου βγαίνει από το   Περιστέρα. Η γιαγιά μου η παπαδιά λεγότανε Περιστέρα. Ήρθε μια δασκάλα στο χωριό και λέει στον πατέρα μου: «Περιστέρα είναι μεγάλο όνομα, πέστε το Ρίτσα».
----------
Μια σύμπτωση: στη δεκαετία του 1950 γνώρισα τον Απόστολο Τεγούλια, όταν αυτός υπηρετούσε στο Δασαρχείο Σκοτεινών (βλέπε ιστοσελίδα kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com, ανάρτηση 30.8.15). Στην ίδια χρονική περίοδο και συγκεκριμένα το 1953 φοιτούσα στη γ’ τάξη του γυμνασίου Κατερίνης. Η φιλόλογος καθηγήτρια Ελπίδα Τεγούλια, ξαδέρφη του Αποστόλου Τεγούλια με συμπαθούσε πολύ. Ίσως επειδή έκλινα περισσότερο προς τα «Ελληνικά».  Συνέβη δε το εξής περιστατικό: Την ώρα που γράφαμε «Έκθεση» με πλησιάζει και μου λέει: «παιδί μου, εσύ ζωγράφισες τον  Παρθενώνα που είναι αναρτημένος στον τοίχο της αίθουσας»; «Ναι, κυρία, εγώ». «Σου συνιστώ, όταν τελειώσεις το γυμνάσιο, να επιλέξεις σχολή Καλών Τεχνών».
          Πράγματι εκείνον τον καιρό με διακατείχε μια έφεση προς τη ζωγραφική.  Ζωγράφιζα και έγραφα «ρητά» με καλλιτεχνικά γράμματα. Η καθηγήτρια εντυπωσιάστηκε από τη λεζάντα του κάδρου: «το μέλλον της Ελλάδος είναι στα χέρια μας».
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

Τα περάσματα του μοιραίου φορτηγού με τα κούτσουρα. Ξεκίνησε από το εργοστάσιο ξυλείας Σκοτεινών-Μόρνας για να καταλήξει στη στροφή του Σβορώνου (Κουλουκούρι) όπου ντελαπάρησε. Εκεί έχουμε τον θανάσιμο τραυματισμό της Σοφίας Τσολάκη και Λάζου Κατανά. Ο δάσκαλος Λουκάς και η γυναίκα του Σοφία μέχρι την τοποθεσία "Είκοσι" κατέβηκαν από τη Μόρνα με τα πόδια για καλύτερη ασφάλεια. Ο οδηγός Τόλιος Τεγούλιας τους συνάντησε εκεί να περιμένουν το λεωφορείο Ελασσόνας. Για να τους εξυπηρετήσει τους πήρε μαζί του.




                              Ο παππούς της Ρίτσας παπά Χρήστος Τσολάκης, 
                                          θύμα της γερμανικής κατοχής

                                       
                                        Από το βιβλίο του Κ. Βοβολίνη "η Εκκλησία 
                                        εις τον αγώνα της Ελευθερίας (1453-1953)



                      Δήμητρα Καλιαμπού (αριστερά) και Ρίτσα Τσολάκη, γνωρίστηκαν 
                      στα Λουτρά Αιδηψού τον Σεπτέμβρη του 2016

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Ιστορίες γερόντων: Πόλεμος στην Αλβανία




 
                      Σέδες-Μοράβας

28 Οκτωβρίου 1940. Η επιστράτευση βρίσκει τον Απόστολο Δαδάτση (πεθερό μου ) στο χωράφι (στο Σέδες-Θέρμη). Σε σχετική συνέντευξη ο Απόστολος εξιστορεί τη διαδρομή της επιχείρησης από Σέδες μέχρι Μοράβα. Η συνέντευξη δόθηκε τον Ιούλιο του 1983 στα Φλογητά Χαλκιδικής. Από όλη την κουβέντα σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα:

          Πήγηνα για όργωμα. Μάλλον για σπαρμό. Γυρνώντας, πήγα στην πλατεία (Σέδες-Θέρμη), βλέπω το χωροφύλακα, μoυ λέει:
          -Για πού, ώρα καλή; Επιστράτευση έχουμε.
          ΄Ωρα ήταν 7.30. Πρωί-πρωί μέρα δευτέρα. Ο χωροφύλαξ μι βλέπ’ κι μι λέει:
          -Πήγηνι, άφσι του κάρου κι φέρι του άλουγου ιδώ πέρα κι σύρι στην επιτροπή ταξινομήσεως.
          Ο χωροφύλαξ ήταν Κρητικός (Τάσιος). «Να παρουσιαστείς στο κέντρο επιστρατεύσεως του Πανοράματος».
          Καμιά 30 παιδιά, μικρής ηλικίας πήγαμι ικεί. Μας έδουκαν ρούχα. Στρατιώτ’ ντυθήκαμι. Ο πρόεδρος της Καμπτσίδας μι γνουρίιζ’. Κεφαλάς, αλλ’ ήταν και αξιωματικός, υπολοχαγός. Μι λέει:
          -Πού, ωρέ Σιδιώτ’; ΄Ελα ‘δώ μαζί μ’.
          Τα πολιτικά τα ρούχα τα ‘δωσα σ’ ένα πιδί γνωστό να τα πάει στου σπίτ’. Η Κατίνα (σύζυγος) δεν ήταν ικεί. Είχι κατέβ’ στη μάνα τς. Σ’ τ’ Σαλουνίκ’. Είχι του Θανάσ’ ένα μηνώ.
          -΄Ελα μαζί μ’, μωρέ, έλα μαζί μου. Θα τους φάμι τους κιαρατάδις.
          Αυτός ήταν στο λόχο στρατηγείου, στο  509, πίσω στους στρατώνες, στη Σαλουνίκ’, στο 3ο Σώμα. Μι λέει «θα είσι συσσιτιάρχης» 
          -Καλά, του λέω, θα είμαι.
          Στήνουμι τα καζάνια κι μου λέει: «΄Ολοι πάμι για ένα σκοπό. Πάρι 4 καζάνια. Θα τους φάμι τους κιαρατάδις. Μας κηρύξανι τουν πόλιμου».
          -Κύρ’ λοχαγέ, πόσους μαγείρ’ να πάρου;
          -3 -4 να σι βοηθάν. Και 2 μουλάργια, 2 ημίονοι.
          Μόλις φτάνουμι στην Αριστοτέλους, βου...αρχίσαν  τ’ αεροπλάνα. Κι του ένα του μουλάρ’ ήταν σαν τριλούτσικου λίγου. Αρχίζ’ να πηδάει, λοιπόν. Κι πέφτουν τα καζάνια κάτω.
          Από το Βαρδάρ’ πηγαίνουμε στον παλιό Σταθμό, σκόρπιοι, έτσ’, γιατί βαρούσαν τ’ αεροπλάνα. Ρίξαν κι ένα αεροπλάνο. Στο Λαγκαδά έπισι. Τέλος πάντων. Μας βάλαν σε κάτ’ βαγόνια που ήταν από κάρβουνα. Από πίσω είχι βαγόν’ για τα μουλάρια. Το απόγεμα ήμασταν στη Βέροια. Φορτώνουμε στη Βέροια κι από ‘κεί στην Καστανιά. Μι λέει: «Θα βάλς 3 καζάνια μακαρόνια».
          Φτάνουμε στα Κοίλα, έξω από την Κοζάνη. Ο υπολοχαγός είπε: «Φυλάξτε τα καζάνια, να μήν έρθει καμιά φάλαγγα και μας τα πάρει».
          Βραδινές ώρες. Το πρωί δεν μαγειρέψαμε. Το βράδυ, κατά τις 10 φτάσαμε στη Σιάτιστα. Παν απ’ τη Σιάτιστα είχι κάτ’ εξοχικά. Το πρωί νωρίς, φτάσαμε στα Γρεβενά. Ξηροφάι. Από ‘κεί μας πιάνει βροχή στα Γρεβενά. Από τα Γρεβενά στο Δοτσικό. Εκεί βρήκαμε μια γέφυρα και μια βρύσ’ καμάρα. Βρήκαμε εκεί το ιππικό Λαρίσης. Σηκωνόμαστε πρωί. Δε μπορούσες να βάλεις να μαγειρέψεις. Ένα τσιάι κάναμε. Δυο καζάνια με τσιάι.
          ΄Υστιρα από κεί, από τη Σαμαρίνα, πίσω στα Γρεβενά. ΄Ηρθε το 2ο Λαρίσης. Από ‘κεί στη Νεάπολη. Καθίσαμε μια βραδιά εκεί. Στήσαμε καζάνι, πατάτες. Βλέπω, κι ένας άλλος λοχαγός Μάντζιαρης. Τον συτιστή τον λέγαν Δημήτρης Αναστασιάδης, λοχίας. Στη Νεάπολη ξεκουραστήκαμε. Πέρασαν από ‘κεί τ’ αεροπλάνα και μεις μέσα στα πουρνάρια.
          -Τι θα κάνουμε Δαδάτση;
          -Τι θα κάνουμε, ούτε ‘δώ θα ξαπλώσουμε. Μαζί μας ήταν ο διοικητής της 113 μεραρχίας Τσίπουρας (πρώτη βδομάδα).
          Από ‘κεί, στο ΄Αργος Ορεστικό κι από ‘κεί περνάμε στη Φτεριά. Στη κάτω Φτεριά. Βάλαμε καζάν’. Κάναμε διανομή το συσσίτιο. Περνάει ένα αεροπλάνο και πετούσε βόμβες δεξιά κι αριστερά. Και πέφτει μία στα 300 μέτρα. Αλλά έπεσε μέσα σε μια χαραδρούλα και τράνταξε τον τόπο όλον. Και φύγαμε, αλλά κάτ’ αέρια ήρθαν. Ιγώ έχασα την καραβάνα.  Η δικιά μου καραβάνα έγραφε Α.Δ. (=Απόστολος Δαδάτσης). ΄Ενας άλλος Δ. Α. (=Δημήτριος Αυγολούδης, από τη Χαλκιδική). Από μακριά βλέπω έναν που φώναζε:
          -Δαδάτση, να η καραβάνα σ’. 
          Εκεί πέρα έπεσαν και άλλες οβίδες. ΄Ενας φαντάρος σκοτώθηκε. Βλέπουμε, φέρνουν έναν νεκρό, έναν σκοτωμένο. Και τον πήγαιναν με τη σημαία στην εκκλησιά. Δυο γριούλες λέγαν, ότι είναι από τα Γρεβενά. Ο παπάς διάβαζε και οι γριούλες έκλεγαν: “Ω, γιάβρου μ’, πιδούλι μ’...Μητέρα κεν ιδώ, πατέρας κεν ιδώ” (ποντιακή προφορά “μάνα δεν είν’ εδώ...”). Κι ο παπάς έλεγε: “Κι εγώ παπαδία πα κι έχω” (=κι εγώ δεν έχω παπαδιά). Μια οβίδα σκότωσε την παπαδιά.
          Το βράδυ φύγαμε για την άνω Φτεριά. Καθίσαμε νύχτα. Κυριακή. Απέναντι στο Μοράβα οροσειρά. Αρχίζουν μπάμπα μπούμπα, πανζουρλισμός. Την άλλη μέρα πάμε σ’ ένα χωριαδάκι. Ταγματάρχης Μαντούβαλος. Επισήμανε με τα κυάλια. Αντικρυ Ιταλοί. Δίνει εντολή να επιτεθεί η πυροβολαρχία. 30 % δε μείναν. Μαζί και ο ταγματάρχης. Κι ένα παιδί ήρθε στο μαγειρείο  κι λέει:
          -Ωρέ, λύσιαξε αυτός ο Μαντούβαλος. Πήρε και το λοχαγό Αποστολίδη: «Εδώ βρέ βάρα. Εδώ το κέντρο του μετώπου».
          Κι από έναν λοχία αρπάζ’ το όπλο, κι άρχισε με το μάνιχερ να πυροβολεί. Νευρικός ήταν. Τα 2/3 του συντάγματος παν, σκοτώθκαν. Αυτός τραυματιστηκε και τον πήραν οι Ιταλοί και τον πήγαν στην Ιταλία. ΄Υστερα μαθεύτηκε -στην Κλεισούρα. Η μάχη γίνονταν στην οροσειρά του Μοράβα.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

                                                           (1907-1991)
                             Η φωτογραφία από το ατομικό ασφαλιστικό βιβλιάριο
                                                    του Αποστόλου Δαδάτση


                                         Αικατερίνη, σύζυγος του Αποστόλου, 
                                            το γένος Ευαγγέλου1915-1992

                                                        Ο γάμος έγινε το 1938

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

ιστορίες: λύκος στη Σκοτίνα




         
          Στο παρελθόν (και όχι μόνο) η επιδρομή των λύκων (να μην πω και των αγριογούρουνων) φέρνανε αναστάτωση στους κατοίκους της Κάτω Σκοτίνας. Ο λόγος προφανής: η Κάτω Σκοτίνα είναι αραιοκατοικημένη και πνίγεται στο πράσινο (βλέπε ιστοσελίδα kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.com, ανάρτηση 21.11.13 με τίτλο «η λαρωμένη Σκοτίνα»). Εξάλλου, ο τόπος ήταν γεμάτος από γιδοπρόβατα. Δεν υπήρχε σπίτι χωρίς γίδα ή προβατίνα. Η συνέντευξη που ακολουθεί αναφέρεται στο λύκο που όρμησε και προξένησε ζημιά σε κάτοικο του χωριού. Συνομιλητής ο Νίκος Στύλος του Ιωάννου και της Όλγας, ομογενής από τον Καναδά.

-Βρισκόμαστε στο σπίτι του Νίκου Στύλου (3.8.16): Αγαπητέ Νίκο, έχω ακούσει για κάποιο λύκο που κάποτε κατασπάραξε το χωριό. Εσύ τι γνωρίζεις;
-Εγώ τότε πρέπει να ήμουνα 14 στα 15 χρόνια. Είμαι γεννημένος το 1944. Ο αδερφός μου Διονύσης πρέπει να ήταν 6 στα 7. Ήταν καλοκαίρι. Σταλίζαμε τα πρόβατα στο αναβρικό τ’ Αγγέλ’.
          -Είχατε πολλά πρόβατα;

         -Καμιά εκατοστή. Ογδόντα με εκατό θα ήταν.
          -Τι ώρα ήταν;
          -Τα πρόβατα σταλίζονται το μεσημέρι. Μετά τα σηκώνουμε στις 4-5, αν δεν κάνω λάθος, να πάμε να τα βοσκήσουμε. Εγώ είχα τον Διονύση μαζί μου και του λέω: «Διονύση, πήγαινε εσύ μπροστά να σε ακολουθήσουν τα πρόβατα». Κι έτυχε να ‘ναι εκείνη τη στιγμή ο Κακάλης Ντουραλής-Ζιώγας ο αγροφύλακας και μου λέει: «Νίκο, άσε το Διονύση να πάει από εδώ κι εμείς πάμε από την άλλη πλευρά στο χωράφι, στην πατουσιά* του χωραφιού»**
           Πάω κι εγώ από την άλλη μεριά, όπου θα συναντούσα τα πρόβατα με τον αδερφό μου. Και πριν φτάσουμε στην πατουσιά ακούω κλάματα. Τρέχω, τι να δω! Ο λύκος τον πήρα από δω, τον έπιασε από το πρόσωπο και τον πήρε το μάγουλο κάτω. Τον κατέβασι όλο το μάγουλο κάτω. Ο λύκος μπροστά μου τώρα, πρώτη φορά είδα λύκο. Σκύβω, παίρνω δυο τρεις πέτρες και τον πετάζω μια πέτρα. Κι άρχισε να ορμάει κατ’ επάνω μας. Δεν είχα ούτε ξύλο, ούτε τίποτα στα χέρια. Ευτυχώς είχαμε τύχη. Ο Θεός μας βοήθησε πολύ, Άφησα εγώ τα πρόβατα, παίρνω τον αδερφό μου στην πλάτη κι έρχομαι με τα πόδια ακριβώς εδώ που ήταν το παλιό μας σπίτι, στο Γαβρί. Μόλις έρχεται η μάνα: «Τι γίνιτι’»;
-Ο λύκος δάγκωσε το Διονύση.
          Όλοι μαζευτήκαν εδώ πέρα. Μαζευτήκανε, κλαίγανε, φωνάζανε «τι να κάνουμε, ξέρω γω». Λοιπόν, ήρθε κι μπάρμπα Γιάντζ ο Μπουρανάς (Γερομιχαλός). Μαζευτήκανε εδώ, η μάνα καθόταν στη σκάλα: «τι κάντι, πάρτι του πιδί». Δεν ξέρω πως βρέθηκε ο μπάρμπαζ μ’ ο Διονύσης Γεργολάς, τς Μαρίας Γιργουλούς, τ’ Νικουλή Γιργουλά.
          -Καλά, ο λύκος δεν άρπαξε πρόβατα;
          -Δεν πείραξε ούτε ένα πρόβατο, Γιάνν’. Για να μην πειράξει πρόβατα και να πειράξει το παιδί, ήταν μπροστά το παιδί. Το είδι ουδ’ ικεί. Εγώ τ’ άφσα τα πρόβατα. Έφυγα με το παιδί στην πλάτη. Τίποτα δε σκέφτηκα. Τα πρόβατα θα σκεφτώ εγώ; Προσπαθούσαμε τον αδερφό μου να σώσουμε.
          -Άρα, δεν ξέρεις εσύ πού πήγε μετά ο λύκος.
          -Δεν ξέρω. Εγώ περπατούσα γρήγορα και κοιτούσα πίσω να μην έρθει ο λύκος. Είχα την έννοια.
          -Πόσο μακριά είναι το αναβρικό από δω;
          -Δέκα, δεκαπέντε λεπτά. Αλλά ήταν μονοπάτια ετότε. Δεν ήταν δρόμος ανοιχτός. Δεν υπήρχαν σπίτια. Μόνο τ’ Αποστόλ’ τ’ Στυλ’ εκεί πέρα. Το τελευταίο σπίτι. Τελικά ήρθα εδώ πέρα, το πήρε ο μακαρίτης Διονύσης ο Γεργολάς το παιδί και το κατέβασε κάτω στο Διεθνές (στο δημόσιο δρόμο). Εκεί πήραν ένα ξύλο με κόκκινο μαντίλι και κάναν σινιάλο να σταματήσ’ το τρένο. Σταμάτησε ένα στρατιωτικό τζιπ, τους πήρε και δεν σταμάτησε αλλού πουθενά. Έτρεχε να πάει το παιδί στο νοσοκομείο.
          -Τι χρονολογία ήταν;
          -Πρέπει να ήταν το ’58. Το τζιπ από Λάρισα ερχόταν, σταμάτησαν στη διασταύρωση, το πήραν το παιδί, το πήγαν στην Κατερίνη στο νοσοκομείο. Εκεί καθαρίσαν το πρόσωπο και το ράψανε. Στο νοσοκομείο είπαν ότι «εδώ δεν έχουμε ανέσεις, φάρμακα. Πρέπει να πάρετε την Ταχεία, να πάτε στην Αθήνα, στο νοσοκομείο εκεί. Αν περάσουν οι κρίσιμες 48 ώρες, το παιδί δεν πεθαίνει, θα το γλιτώσουμε». Ο Θεός έβαλε το χέρι και γλίτωσε. Και μένα μ’ έκοψε και πήρα το παιδί. Εκεί ο θείος Διονύσης κάθισε 20 μέρες με το παιδί. Εκεί πόνεσε πάρα πολύ, διότι οι γιατροί το ξηλώσανε ξανά, ξηλώσανε τα ράματα, το καθαρίσανε και το ξαναδέσανε πάλι από την αρχή. Εκεί κάθισε 40 μέρες. Κάθε μέρα το βάζανε μια ένεση στην κοιλιά. Έλεγε ο Διονύσης ο Γεργολάς ότι υπέφερε πολύ το παιδί. Σαράντα ενέσεις στην κοιλιά. Ήταν από λύσσα ο λύκος. Τελικά ο μπάρμπα Διονύσης έφυγε. Έπρεπε να πάει στη δουλειά, στις σπαστήρες στο δρόμο. Κάναν  το δρόμο τότε***. Μετά πήγε ο πατέρας μου και τον έφερε.
          Εντωμεταξύ στην περίοδο αυτή ο λύκος είχε δαγκώσει δυο γουρούνια, τα οποία την άλλη μέρα ψοφήσανε****. Κι ένας γάιδαρος. Κι του γουμάρ’ ψόφσι. Άρα ήταν λυσσασμένος. Μετά ξεσηκώθηκαν το χωριό. Φόβος και τρόμος. Ξέρεις, λυσσασμένος λύκος να τρέχει στο χωριό! Περάσανε, τελικά, δυο μέρες και οι μάυδες πήραν τα όπλα.(ΜΑΥ:Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου). Όπλα πολεμικά. Τη δεύτερη μέρα το μεσημέρι μάθαμε ότι ο Θωμάς της Βάγιας (Γερομιχαλός) σκότωσε το λύκο. Είχε όπλο ο Θωμάς (βλέπε ανάρτηση 26.7.16). Μετά, το λύκο τον φέρανε στο Κοτσέκι (πλατεία) και βγάλανε φωτογραφίες. Και όταν έμαθε ο αδερφός μου ότι τον σκοτώσανε το λύκο χάρηκε, συγκινήθηκε. Είχαν πει ότι τον βάλανε σε ένα ξύλο και τον γυρίζανε στο χωριό.
          -Το παιδί πως αντιμετώπισε το θέμα;
          -Είχε πάθει σοκ.
          -Τα σημάδια του προσώπου πότε έφυγαν;
          -Ήταν τα σημάδια και όταν μεγάλωσε. Ήρθε σε κάποια ηλικία, τον πήρα στον Καναδά εγώ. Αυτόν και το Γιώργο.
          -Πότε πήγες στον Καναδά εσύ;
          -Τον Οκτώβριο του ’65. Εκεί ήταν ο μπάρμπας μου Διονύσης Γεργολάς. Αυτός από δω έφυγε μέσω Γερμανίας. Το 1963 ήταν στον Καναδά.
          -Ανοίγω μια παρένθεση. Τι σε τράβηξε και πήγες στον Καναδά;
          -Να σε πω τι με τράβηξε. Ήταν να πάω στην Αυστραλία, γιατί όλοι οι Γεργολαί, Μανόλης, Τηλέμαχος ήταν εκεί πέρα. Ο Διονύσης ήταν εδώ, πιο κοντά, αλλά με τράβηξε πιο πολύ η γυναίκα μου. Η αδερφή της γυναίκας μου, η Κασσιανή, είχε παντρευτεί το Διονύση (Γεργολά). Όταν παντρευτήκαμε η Μαίρη ήταν είκοσι χρονών, εγώ εικοσιτρία. Η μανιά η Γεργολού τότε ζούσε εκεί και έλεγε: «Νίκο, η Μαίρη είνι καλό κουρίτσ’». Μου είχε βάλει αυτήν την ιδέα μέσα μου και λέω «αφού δεν πήγα Αυστραλία, ας πάω στον Καναδά». Ο γάμος έγινε στον Καναδά στις 10.6.1967. Εγώ πήγα σαν τουρίστας. Αλλά εκείνη την εποχή σου δίνανε κάρτα εργασίας και δουλειά.
          Όταν ο Διονύσης ήρθε εκεί πέρα, μεσολαβήσαμε και βρήκαμε κάποιο γιατρό κι έκανε πλαστική επέμβαση. Για να βελτιώσει την κατάσταση έκανε και δεύτερη πλαστική επέμβαση. Το σημάδι που του έκανε ο λύκος, εδώ πέρα, κάπως το μάζεψε. Το 1976 ήρθε εδώ και παντρεύτηκε την κόρη του Θωμά Κοτσιβού, του «Μαύρου» που λέγαμε. Έχουν δυο παιδιά (Γιάννης και Όλγα) κι εγγόνια και ζούνε καλά.
----------
* πατουσιά=το κάτω μέρος μιας περιοχής, αντίθ. απακιφάλμα, από το πάτος, "έσκαψα ούλουν του μπαχτσέ, απ' μπατουσιά ως τ' απακιφάλμα".
** κατά τον Στέργιο Α. Γερομιχαλό «το μέρος αυτό του χωραφιού ήταν Συντριβανάτκο και τώρα είνι θκο μ’ (περιήλθε στην κατοχή μου). Στα χαρτιά η τοποθεσία λέγεται Φιλουμούν’» (5.6.16). Με όνομα Φουν(λ)ουμούν' έχουμε τοποθεσία στην Άνω Σκοτίνα, "μόλις πιρνούμι ντ Γαργάν', είνι ξισφαϊσιά μιγάλ' κι στου μπάτου (πατουσιά) έβγινι νιρό" (Δημητρός Παπαγεωργίου)
*** το 1953 δούλεψα κι εγώ στο διεθνή δρόμο (στροφές του Κάστριου-Πλαταμώνα). Έκανα 15 μεροκάματα. Επιστάτη είχαμε το μακαρίτη Βασίλη Συντριβάνη. Υπουργός Δημοσίων Έργων τότε ήταν ο Κ. Καραμανλής.
**** η Ρούλα Στύλου-Γανωτή (ανήκει στα 13 αδέρφια) ισχυρίζεται (5.6.16): «ικείνις τς μέρις μαζώθκαν λύκ’ πουλλοί. Ένας λύκους ήρθι ικεί στ’ μάνα μ’ (Όλγα Στύλου). Η μάναν μ’ μι τα καρδάργια πήγινι να ταΐσ’ κι να αρμέξ’  τα γίδια. Σ’ ν’ άλλ’ γκαλύβα είχι του γρούν’ κι σ’ ν’ ίδια μπόρτα μπλατσιάσκι ι λύκους μι του γρούν’ (ανταμώθηκε). Του κοιτάει ι λύκους κι του χλιμτράει, όπους του άλουγου…». Η Κωνσταντία Γανωτή-Τσιαπάρη συμπληρώνει: «όταν σκότουναν λύκουν, τουν έγδιρναν κι του τουμάρ’ του γέμζαν μι άχυρου. Τουν γύρζαν σ’ όλου του χουριό κι μάζιβαν στιάρ, φασούλια, καλαμπούκια, αυγά, ότ’ είχι ι καθένας».

----------
Σημείωση: από προσωπική εμπειρία σημειώνω τα εξής περιστατικά:
1. το θέαμα της περιφοράς του σκοτωνένου λύκου στο χωριό το είδαν και τα δικά μου μάτια στα μέσα της δεκαετίας του ’50 στη συνοικία «Βασίλα» Σκοτίνας.
2. στην τοποθεσία Δραγασιά, στις Κότρες ένας λύκος πάλευε με τη γίδα του Θανάση Καλαμάρα-Καϊάκα. Μικροί τσοπάνηδες εμείς (Χρήστος Μάνος, Θεοχάρης Μητός, Νάσιος Δάμπλιας και άλλοι), παρακολουθούσαμε τη σκηνή (1946) από το εξωκλήσι «Χριστός». Η ονομασία του τοπωνυμίου οφείλεται στα πολλά ξύλινα σκέπαστρα για τον δραγάτη.
3. θυμάμαι έναν χιονιά του 1944. Ηλιαζόμουνα στην πλαγιά του Αϊλιά. Στην απέναντι ράχη (Πρίπουρας κλπ) είδα μια ομάδα λύκων να ορμά στο κοπάδι με τα γίδια του Διονύση Τράντα (1915-2000). Το κοπάδι σκόρπισε. Αρκετά γίδα κατατρομαγμένα τρέξανε να σωθούνε στις μπουλντούκες ((βαθιές μπάρες) του λάκκου (Καμίνια).
4. ο Νικόλας Στύλος-Ματσιούλας βοσκούσε τα γίδα (300 κεφάλια) στην περιοχή «Δουργιανή». Ισχυρίζεται ο ίδιος (7.8.16) ότι «το 1947 μια «τσέτα» λύκων μπαίνει στο κοπάδι. Μου χάλασαν 30 κεφάλια».
5. ο Νικόλαος Στύλος, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον αδερφό του Διονύση που ζει στον Καναδά, μαθαίνει ότι στο συμβάν σωτήριο ρόλο έπαιξε η παρουσία του Γιώργου Αγγέλη του Αθανασίου. Σήμερα (10.8.16) επισκέπτομαι το Γιώργο Αγγέλη (πρώτος μου ξάδερφος) και μου εκμυστηρεύεται τα ακόλουθα:
«Ο λύκος ήταν λυσσιάρκους. Είχα τ’ άλουγα διμένα (άλουγου κι φουράδα). Βγήκα ζ μπουριά (πέρασμα). Σα να μ’ ήφιρι η Παναγία. Σα να μ’ ήλιγι «πάνι να γλιτώ’ις τουν άνθρουπου». Ι λύκους βγήκε απ’ του ρέμα. Του πχιάν’ απού δώια του πιδί, απ’ του λιμό. Ήθιλι να του πνίξ’. Ι Νικόλας ήταν παραπίσου. Ιγώ παλικάρ 18 χρονών. Δε μπουρούσι να φάει ιμένα. Ήμαν λιουντάρ’. Τουν δίνου «μπαμ» μι γκρανιά (βέργα κρανίσια), γιρούσξι (επιτέθηκε)  να φάει κι μένα. Τουν ζγιάζου ακόμα μια ιδώ στου κιφάλ’, έφυγι».

ΕΙΚΟΝΕΣ


                       Νίκος Στύλος με τη σύζυγό του Μαρία Φλίκα (καλοκαίρι 2016 στη Σκοτίνα)

                            το αναβρικό τ' Αγγέλ'. Το καλοκαίρι γίνεται ξερόλακκας.
                                       Η ονομασία από τα κτήματα του Αγγέλη


                                        το χωράφι όπου βοσκούσαν τα πρόβατα 
                                                και ο λύκος "τάραξε τα νερά"


                                             ο Νικόλας Στύλος-Ματσιούλας με τα 
                                                       300 γίδια στη Δουργιανή

                                     ο Απόστολος και Όλγα Στύλου με τα 13 παιδιά. 
               Ο λύκος το 1958 όρμησε στην καλύβα και "μπλιατσιάσκι μι του γρούν´"


                           το σπίτι του Νίκου Στύλου στο "Γαβρί" της Σκοτίνας (αριστερά)


                      το σπίτι του Απόστολου Στύλου, όπως σώζεται σήμερα στο "Γαβρί"

       
                                     Γιώργος Αγγέλης του Αθανασίου και της Χρυσούλας
                                    (γέννηση 1940), το "λιοντάρι" του χωριού. Η κλούτσα
                                    που κρατάει (κρανίσια βέργα) γλίτωσε το Διονύση
                                    Στύλο του Ιωάννου από τα δόντια του λύκου.


                                            Ουρανία (Ρούλα) Στύλου, σύζυγος του
                                            Διονύση Γανωτή.  Έχει σειρά 12η στα 13
                                            αδέρφια του Αποστόλου και Όλγας Στύλου


                                  Γιάννης Βλέτσης του Νικολάου, ο οποίος μου 
                   έδωσε πληροφορίες για το οικογενειακό δέντρο των Στυλαίων



                                   Ζιώγας-Ντουραλής Θεοχάρης, αγροφύλακας, 
                                   ο οποίος παραβρέθηκε στο επεισόδιο με το 
                                  λύκο στο αναβρικό του Αγγέλη το 1958 



                                          Ιωάννης Γερομιχαλός-Μπουρανάς, 
                                          που προσφέρθηκε να βοηθήσει
                                          στο σώσιμο του παιδιού από το λύκο


                            τα 13 αδέρφια της οικογένειας Αποστόλου Στύλου και Όλγας
                            το γένος Μήτρου Πινακά. Η φωτογραφία βγήκε το 1956
                            (η Όλγα έγγυος στο τελευταίο παιδί)
Πλησιέστεροι συγγενείς του αφηγητή:


Ιωάννης Στύλος

Α΄ Αθανάσιος, σύζυγος Φανιώ Γερομιχαλού

          1. Γιάννης, σύζυγος Σοφία Μήτσιου, παιδιά:
                    -Αθανάσιος, σ. Κατίνα Θ. Κοτσιβού
                    -Νικόλαος, σ. του Ποτιού-Μανίκα
                    -Φανή, σ. ξένος
          2. Γιώργος, σ. Καλή Μάνου, παιδιά:
                    -Αθανάσιος, σ. Καλλιόπα Αν. Γκριμούρα
                    -Βασίλης, σ. Αντωνία Ε. Κουμουρτζή
                    -Φανή χήρα
                    -Κατερίνα, σ. Γ. Γκάρας
                    -Ελένη, σ. Αθαν. Καρκαφίρης
          3. Θωμάς-Ντανός, σ. Καλλιόπα Απ. Γερομιχαλού, παιδιά:
                    -Παναγιώτης, σ. Μαρία από Καλλιπεύκη
                    -Αθανάσιος, σ. ξ
                    -Φανή, σ. Γ. Πλεξίδας
                    -Ουρανία, σ. από Λιτόχωρο
          4. Αγλαΐτσα, σ. παπά Βαγγέλης Αγγέλης

Β. Χρήστος Στύλος, σ. Φωτεινή Πινακά

1. Γιάννης, σ. Όλγα Γεργολά, παιδιά:
                    α. Νικόλαος, σ. Μαρία Φλίκα από Καρυά Ελασσόνας
                    β. Χρήστος, σ. από Επανωμή
                    γ. Γιώργος, σ. Μαρία Θ. Παπαζιώγα
                    δ. Φωτεινή, σ. ξ
                    ε. Διονύσης, σ. Καλή Θ. Κοτσιβού
                    στ. Θανάσης, σ. Τασούλα Λ. Τσιαπάρη
2. Καλούδα, σ. Ιω. Μάνος
3. Μπουλιώ, σ. Ιω. Γερομιχαλός- Μπουρανάς
         
Γ΄ Χαρικλειώ, σ. Ι. Κουκουλιάρας

Δ΄ Αντρένινα Κοτσιβού
(πληροφορίες Ιω. Ν. Βλέτσης, 28.Ο7.2007)
----------