Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Έθιμα: κάστανα Σκοτίνας


            Η Σκοτίνα από τις ακραίες κορυφογραμμές μέχρι την άμμο του Γιαλού καλύπτεται από ένα πελώριο κασταναριό. Έτσι η ζωή των κατοίκων είναι δεμένη  με δραστηριότητες που σχετίζονται με την παρουσία του κάστανου. Για να κατανοήσουμε τη σημασία του πράγματος θεωρώ αναγκαίο να κάνω την ακόλουθη περιγραφή.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Άνω (απαλνή) Σκοτίνα-Καψάλα

Προπολεμικά (πριν τον Εμφύλιο) ο κόσμος κατοικούσε στην Άνω Σκοτίνα. Οι καστανιές ήταν, επί το πλείστον, άγριες και κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του δάσους. Ο καθένας είχε πρόσβαση στα κασταναριά. Με τον ερχομό του «χνόπωρου» (φθινόπωρου) οι κάτοικοι με πολύ κέφι μπαίνανε στ’ αρμάνια (Κτσιούκ’, Τρία Ναυρικά, Κατράνη, Κφάλες, Άγιος Νικόλας-Χαλάλιος, Δυο Καστανιές, Κυρίτσ’, Πρίπουρας-Μπάρα Καλιαμπού κλπ) για να μαζέψουν κάστανα. Στα μπαΐρια -ξέφωτα επίπεδα- ψήνανε τα κάστανα με πανηγυρική διαδικασία και φτιάχνανε τις παπαδούλες*. Συνήθης τόπος ήταν η κοντινή περιοχή «Καψάλα»**, ανάμεσα στον Μάρμαρο και Κελιά. Να θυμίσω ακόμη και την κοινωνική διάσταση του κάστανου καταχωρώντας δυο παραδείγματα:
1. σε κάθε επίσημη γιορτή (ονομαστική ή τοπική) η οικοδέσποινα κερνάει «παπαδούλες» ψελλίζοντας το τραγούδι του αρραβώνα (Οι στίχοι του τραγουδιού επαναλαμβάνονται μονοφωνικά από ομάδα  παρευρισκομένων).
.
Μη μι’ αρρα, τζιάνουμ’ μορ’ μάνα,
μη μι’ αρραβωνιάζεις ΄κόμα.
μη μι’ αρραβωνιάζεις ΄κόμα,
‘κόμα τούτουν του χειμώνα…
           
          2. σε καιρούς δύσκολους πολλοί κάτοικοι της Άνω Σκοτίνας χρησιμοποιούσαν το κάστανο ως βασική τροφή. Ο γράφων διατηρεί στη μνήμη προσωπική μαρτυρία: στα χρόνια της Κατοχής αρκετές οικογένειες φέρνανε στο μύλο μας*** παπαδούλες να τις αλέσουν. Πιτσιρίκος, τότε, εγώ, αντάλλασσα το καλαμποκάλευρο με μια χούφτα καστανάλευρου. Το δεύτερο ήταν ευχάριστο στη γεύση.  
----------
* παπαδούλα (η), ψημένο κάστανο, πιθανόν από την ομορφιά της και νοστιμιά (σαν την κόρη του παπά), "στα κόλιντα μας έδουκαν παπαδούλις" (στα Κάλαντα μας προσέφεραν παπαδούλες).
** Καψάλα (η), τοπωνύμιο πεντακόσια περίπου μέτρα από τον Πλάτανο (πλατεία της Άνω Σκοτίνας) βορειοανατολικά. Εκεί, μεταξύ Μάρμαρου και Καψάλας, οι χωριανοί υποδέχονταν τους επίσημους ξένους, όπως κάποτε (1910) τον Μητροπολίτη Κίτρους αείμνηστο Παρθένιο Βαρδάκα. Στην Καψάλα του Μάρμαρου, στο έδαφος, στρώναμε τα κάστανα με τη σειρά. Τοποθετούσαμε  πάνω στα κάστανα στεγνές φτέρες. Ανάβαμε τις φτέρες και τα κάστανα καψαλίζονταν. Στη συνέχεια φυσάγαμε τη στάχτη, αναποδογυρίζαμε τα κάστανα και με νέες φτέρες καψαλίζονταν και η άλλη πλευρά. Οι παπαδούλες έτοιμες. Στη Σκοτίνα υπάρχει η παροιμία: -καψάλα που σι πύρουσι, αναφέρεται στον ανήμπορο, τεμπέλη. Άλλη παροιμία στο Βόιο: "τη μελαχρινή μην πάρεις, το δαυλί το καψαλσμένο (Φ.  Παπανικολάου)
*** Στην Άνω Σκοτίνα υπήρχαν τρεις νερόμυλοι: α) του Δ. Γερομιχαλού ή «τς Μήτρινας» (έτσι τον ξέρανε οι πολλοί) «στ’ απακιφάλμα» (στην επάνω γειτονιά, β) του Καρκαφίρη «τ’ Λιόλια», στο κέντρο και γ) του Αποστόλου Καλιαμπού «ζ’ μπατουσιά» (στην κάτω πλευρά του χωριού, στο «Τρόχαλο»).

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ: Κάτω (ακατνή) Σκοτίνα

1. «αμπόλια»

Από τότε που ο κόσμος της Σκοτίνας εγκαταστάθηκε οριστικά στο κάτω χωριό, τα κάστανα παίρνουν άλλη μορφή. Για καλύτερη απόδοση όλοι σχεδόν οι ιδιοκτήτες άρχισαν να μπολιάζουν τα περιβόλια. Χαρακτηριστική είναι η σχετική συνέντευξη του Θωμά Α. Γερομιχαλού (καλοκαίρι 2012). Επιλέγω μικρό απόσπασμα:
[-Θωμά, τι πάει να πει «αμπολιάζω κάστανα»; -Οι καστανιές είνι άγριες κι τς αμπουλιάζν όπους ούλα τα δέντρα. Ολόκληρ’ επιστήμ’. -Δηλαδή; -Ιά, παίρνουν τ’ αμπόλ’, του μόσκιβμα, πώς ανοίγν μπληγή, πώς του βάν’, πώς του δεν’. -Ποιο μόσχευμα; -Του αμπόλ’. Παίρου του νιφρό απού σένα κι του βάζου σι μένα. -Αφού αμπολιάσουμε, σε πόσον καιρό θα φανεί ότι έπιασε το αμπόλι;΄ -Μιτά απού ένα μήνα δείχν’, απουλνάει. Άλλις φουρές τα βάζν στου ψυγείου. -Γιατί; -Γιατί στο βουνό η καστανιά αργάει την άνοιξη να φέρ’ ζουμό. Ενώ ιδώ κάτου [στην πεδιάδα] τα μπόλια φέρν νουρίτιρα ζουμό. Σι 3-5 χρόνια θα σι δώσ’ δείγμα. Ιδιαίτερα αν είνι σι κουφάλα θα σι δώσ’ ενωρίτιρα καρπό.. -Για να καρποφορήσει η καστανιά τι περιποίηση χρειάζεται; -Νιρό. Ιούλιο κι Αύγουστο 4-5 νιρά βαρβάτα. Κι αν βρέξ’ κι απού πάν’ ακόμα καλύτιρα. Άμα δε βρέξ’ τα κάτανα είνι λιανά].

2. αλληλεγγύη.

Στο χωριό δεν έχουν όλοι περιβόλια και καστανιές. Σ’ αυτούς δωρίζουν κάστανα αυτοί που διαθέτουν. Είναι συγκινητικό να βλέπεις τον γείτονα να σπεύδει αυθόρμητα, να ‘ρχεται στην πόρτα σου λέγοντας: «Σ’ ίφιρα μια βρασιά κάστανα». Όταν εσύ απουσιάζεις, ο γείτονας σκαλώνει τα κάστανα στα κάγκελα της αυλής σου.

3. καστανογιορτή.

Από το 2013 άρχισε ο θεσμός του εορτασμού του κάστανου στη Σκοτίνα. Εφέτος (2014) έχουμε τον δεύτερο εορτασμό, στο χώρο του σχολείου. Η παρουσία του πλήθους πρωτοφανής (από ντόπιους και ξένους). Τη σημασία της γιορτής τόνισαν οι παρακάτω φορείς:

α). Σεβασμιώτατος κ. Γεώργιος: Χαίρομαι διότι η Σκοτίνα, εκτός του ότι είναι ένας δημοφιλής προορισμός για το καλοκαίρι, με τις εκδηλώσεις αυτού του είδους γίνεται ένας πολύ καλός προορισμός και για τη μη θερινή περίοδο. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό  να βρούμε τρόπους και μέσα, ώστε ν’ αναδείξουμε τον τόπο μας, τα αγαθά του, τα προϊόντα του, όπως, εν προκειμένω, το κάστανο.
 

Κύριε δήμαρχε, είμαστε όλοι μαζί εδώ σήμερα για να γιορτάσουμε τη σημερινή αυτή γιορτή και θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό το ότι συμμετέχουν και πολιτιστικοί σύλλογοι, όπως του Κολινδρού, Αιγινίου, το Χαμόγελο του παιδιού και Περιβαλλοντική του δήμου Δίου-Ολύμπου και άλλοι φορείς. Οπότε η βόρεια Πιερία δι’ αυτού του τρόπου ενώνεται και συμμετέχει στην εορτή αυτή της νότιας Πιερίας.
(φωτ.Pieriki.blogsport.gr).
β). Όλγα Καλαμάρα, εκ μέρους του συλλόγου «Πνευματική Κίνηση» Σκοτίνας: Όλοι εσείς που παρακολουθείτε τη σεμνή αυτή γιορτή του κάστανου Σκοτίνας, μπορείτε να δοκιμάσετε το κάστανό μας σε όποια μορφή είναι, βραστό ή ψητό και να περάσετε καλά. Το κάστανο θεωρείται ο βασιλιάς του ξηρού καρπού με κύρια χαρακτηριστικά τη γλυκιά και πλούσια γεύση…

γ). Κώστας Γανωτής, πρόεδρος του συλλόγου Εθελοντών νέων φίλων  Σκοτίνας: Απηύθυνε χαιρετισμό προς τους επισήμους και το πλήθος της ομήγυρης τονίζοντας ότι εφέτος η παραγωγή κάστανου ξεπέρασε τους 500 τόνους.

        Αυτά είπαν οι παραπάνω ομιλητές κι εγώ επιθυμώ να προσθέσω ότι είναι επαινετή η προσπάθεια των συντελεστών της γιορτής και του προέδρου Σκοτίνας κ. Θανάση Στύλου-«Φουντούκα». Γνωρίζουμε όλοι, ότι τόσο ο εθελοντισμός όσο και οι πολιτιστικοί σύλλογοι στηρίζουν τον πολιτισμό του τόπου. Έπαινος ταιριάζει στα χορευτικά τμήματα (ντόπια και ξένα), καθώς και στους παράγοντες της ορχήστρας με επικεφαλής τον Μανόλη Τσιαπάρη στο κλαρίνο, τον Δημήτρη Καζακλάρη στο τραγούδι, τον Νικόλαο Πατρή στο λαούτο και τον Τάσο Κατσίβη στο αρμόνιο.  Αξιέπαινη η δουλειά του χοροδιδάσκαλου κ. Θανάση Αναγνώστου. Αυτός δίνει πνοή στα παιδιά μας, το μέλλον του τόπου.
----------
Σημείωση: Από τα έγκατα της ψυχής εκφράζω την ευγνωμοσύνη προς τους συμπατριώτες μου (κάθε ηλικίας), γιατί με ειλικρινή διάθεση βοηθάνε τη δικιά μου ενασχόληση.

ΕΙΚΟΝΕΣ



      Ο Κώστας Γανωτής ετοιμάζει την σοκολάτα





Ο Μανόλης Τσιαπάρης «ουντίζ’ (συντονίζει) την ορχήστρα


                            Ξένοι επισκέπτες απολαμβάνουν τη γιορτή του Κάστανου Σκοτίνας


        Δήμητρα, Γιώργος και Νούλη κάνουν σεργιάνι απολαμβάνοντας τη νοστιμιά της παπαδούλας

 

         Ο πάγκος του συλλόγου «Περιβαλλοντική Εκπαίδευση» του δήμου Δίου-Ολύμπου.




   Η Όλγα Καλαμάρα (αριστερά) και η Ελένη Πινακά «επί ποδός» στα δώρα και παπαδούλες.




                                      Το «Χαμόγελο του Παιδιού» με προϊόντα στον πάγκο

                                              Φίλοι εθελοντές ανακατεύουν τα κάστανα (φωτ. dionolympos.gr)





Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Αναμνήςεις; τα κάρβουνα.






Ευάγγελος Γερομιχαλός
(1900-1988)

Τα ξυλοκάρβουνα ή, γενικά, τα κάρβουνα στον Κάτω Όλυμπο, αποτελούν ένα μέρος  απασχόλησης (σήμερα μερικώς) των κατοίκων  ορεινών χωριών της περιοχής. Παλιότερα, οι πιο γνωστές τοποθεσίες της Σκοτίνας -στον τομέα που αναφερόμαστε- ήταν οι "Κφάλες" (στα βόρεια της Άνω Σκοτίνας, τα "Τρία ναβρικά"- "Μπιζινιά"- (βορειοδυτικά) και "Πρίπουρας" (στα νότια).
Για την προετοιμασία, τη διαδικασία, το φτιάξιμο του κάρβουνου, μας δίνει η παρακάτω γλαφυρή περιγραφή του Βαγγέλη Γερομιχαλού (1980).

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Του χουργιό του θκό μας είνι τρύπχιου απού καμίνια. Όπ' να πας ήγλιπις βλάχ' να φκιάν' καμίνια. Μαζών' ξύλα χλουρά. Όλου χλουρά. Στιγνά μόνου προυσάναμμα. Μαζών' καναδυό χιλιάδις ουκάδις ξύλα. Φκιάν' λίγου λακκούβα κι αρχινούν απού 'κεί να τιριάζν κι να ντανιάζν μι τρόπου μέσα. Γένουντι απάν'. Ύστιρα μαζών' φλάδ'. Δηλαδή φύλλα μι χώμα μαζί. Τα φύλλα που μαζώνουντι γίνουντι κουπριά. Χουνεύν αυτά μέσα κι του δάσους έχ' μιά πθαμή πάχους απού φλάδ'. Φλάδ' ίσουν κουπριά, να. Ρίχν κλουνάργια χλουρά απού κάτ' κι ουξυές παναθιό στα ξύλα. Κι παναθιό σι κείνα τα χλουρά ρίχν τ' φλάδ' αυτήν. Ντγιό πθαμές, τρεις πθαμές. Να μη βγάζ'  καπνόν όξου. Να μή καπνίζ' του καμίν' καθόλου. Είντζ καταπάν ικεί. Να μη σπάσ' του καμίν' πθινά. Του δίν' φουτιά 'που κάτ' -έχν πόρτα 'που κάτ'- μι στιγνά ξύλα, ώσπου παίρ', καμινιάζ' μέσα κι του κλουν απού δω. Βράζν μέσα αυτά, καίν' μέσα. Όλους ου καπνός μέσα. Άμα τρυπήζν πθινά, μι του φκιάρ' ρίχν’ χώμα. Πατμένου χώμα. Βράζν τα ξύλα. Γίνουντι κάρβνα. Βράζν μέσα μι μ' μπύρα. Ξέρν οι καρβνάδις. Μια βδουμάδα φλάχν' νύχτα, μέρα. Μι νούμιρα. Σ' ένα μέρους να σπάσ' μιά τρύπα, πάει, χάθκαν. Πάει του καλύβ'.
         Ικείνα τα κάρβνα, τα ουξύσια, λέγουντι μαγκανίσια. Ιτούτα, τα θκά μας, που έφκιαναν οι Κουκραναίοι -φκιάν κι τώρα- κι τα πλούσαν σ' τς σιδηράδις, λέγουντι γυφτουκάρβνα  (καστανίσια). Μι κείνα τα μαγκανίσια πιθαίντζ άμα τα βάλς αχώνιφτα στου μαγκάλ'. Είνι κρυμμένους ι άνθρακας ι ουξύσιους.
         Ιμείς, ιδώ σ' ν' Ιπιμιλητεία θα πιθαίναμι ουχτώ νουματοί, τότι που ήμασταν στρατιώτις. Του χώνιβάμι του μαγκάλ’ κάθι βράδ'. Τα 'φναμι όξου να καμινιάζν ούλα τα κάρβνα. Σκώνιτι, απ' λες, ένα βλαχούλ' νύχτα κι μας ρίχν' κάρβνα μέσα. Του '22. Μας ρίχτ' κάρβνα  κι σφαλνάει μπόρτα. Πι! . . Μας έρχιτι μιά ζάλ', μαυρή μέσα, χαμός. Γιατί ικείνους ι άνθρακας ήρθι κι ντουμάνιασι η κάμαρ' ούλ' μέσα. Ε! Άλλ' έβγαζαν αφρές καταή, άλλ' δεν ήγλιπαν πού πάηναν. Για πιθαμόν.
         Πουλλές οικουγένιις στου χουργιό μας έφκιαναν κάρβνα. Πάηνις μέσ' στα κασταναργιά, ήβρισκις μιά καστανιά στιγνή, νέ 'ρχνις καταή, τ' λιάντζις, νέφκιανις πηλικούδια κι άναβις τ' φουτιά. Έφκιανις τα γυφτουκάρβνα. Καμίνια ήγλιπις ένα σουρό. Τί Κφάλις, τί Κτσιούκια, τί Στρουγγλές, τι Πρίπουρας.
         Οι βλάχ' μι τα μπλάργια κατέβαζαν κάθι μέρα τα κάρβνα ζ μπαραλία. Αυτοί μι τς οικουγένις τους νοίκιαζαν στου χουργιό. Κάθουνταν στουν απάν' του μαχαλά κι έφιρναν νιρό απού τα πλατανούλια. Απ' τζ  βλάχ' αφνούς η  βρύσ' λέγιτι Βλαχάτ'. -

      ΚΟΙΝΗ: Το δικό μας το χωριό είναι σημαδεμένο από καμίνια. Όπου κι αν πήγαινες, έβλεπες βλάχους να φτιάχνουν καμίνια. Να μαζεύουν ξύλα χλωρά. Όλα χλωρά. Στεγνά μόνο για προσάναμμα. Συγκεντρώνουν κάπου δυο χιλιάδες οκάδες ξύλα. Σκάβουν και κάνουν στην αρχή μια λακκούβα κι ύστερα αρχίζουν να ταιριάζουν μέσα-έξω ξύλα σχηματίζοντας ντάνες. Πελώριες ντάνες. Στη συνέχεια μαζεύουν φλάδη. Δηλαδή μίγμα από φύλλα και χώμα. Γνωρίζουμε πώς τα φύλλα συγκεντρώνονται, χωνεύονται και γίνονται κοπριά με μια πιθαμή πάχος. Κοντολογής, φλάδη ίσον κοπριά, πώς να στο πω. Ρίχνουν, λοιπόν, χλωρά ξύλα από κάτω και πάνω στα ξύλα κλωνάρια από οξυές. Πάνω στα κλωνάρια ρίχνουν αυτή τη φλάδη (φυλλόχωμα) σε πάχος δυο ή τρεις πιθαμές. Κι αυτό, για να μη χάνει από πουθενά το καμίνι και βγάζει καπνό. Προσέχουν πολύ. Όλοι στο πόδι, μήπως και το καμίνι σπάσει πουθενά. Ανάβουν το καμίνι από κάτω -υπάρχει πόρτα από κάτω- με ξύλα στεγνά. Σιγά- σιγά ανάβει, καμινιάζει αυτό και κλείνουν την πόρτα. Αυτά καίνε, βράζουν μέσα. Όλος ο καπνός μέσα. Σε περίπτωση που τρυπήσουν κάπου, ξαναρίχνουν χώμα με το φτυάρι. Πατημένο, πεπιεσμένο χώμα. Βράζουν τα ξύλα, γίνονται κάρβουνα. Βράζουν με την πύρα της φωτιάς. Τα ξέρουν αυτά οι καρβουνιάρηδες. Και φυλάγουν εκεί μια βδομάδα, νύχτα μέρα. Με βάρδιες. Αλίμονό τους, αν κάπου σπάσει τρύπα. Χάθηκαν. Πάει το σπίτι.
         Τα κάρβουνα εκείνα, τα οποία προέρχονται από ξύλα οξυάς, λέγονται μαγκανίσια. Ενώ τα δικά μας, τα οποία έφκιαναν -και φτιάχνουν οι Κοκραναίοι (όχι οι βλάχοι, αλλά η οικογένεια Κοκράνη)- και τα οποία πωλούσαν στους σιδηρουργούς, λέγονται γυφτοκάρβουνα (είναι από καστανιά). Τα μαγκανίσια κάρβουνα, αν παραμείνουν αχώνευτα στο μαγκάλι, προκαλούν το θάνατο. Γιατί ο άνθρακας της     οξυάς είναι δεσμευμένος στα κάρβουνα αυτά.
Τον καιρό που υπηρετούσα στρατιώτης στην Επιμελητεία της Θεσσαλονίκης, θα πεθαίναμε παρά τρίχα οχτώ άτομα. Καταρχήν, το μαγκάλι κάθε βράδυ φροντίζαμε να μην έχει αχώνευτα κάρβουνα. Έπρεπε να καούν καλά έξω από το θάλαμο. Κάποια νύχτα, όμως, τι έγινε; Ένας στρατιώτης (βλάχος) σηκώνεται και ρίχνει κρυφά κάρβουνα μέσ' στο μαγκάλι. Θυμάμαι καλά. Ήταν το 1922. Μας ρίχνει, που λες, κάρβουνα και κλείνει την πόρτα. Αμάν! Τι πάθαμε! Μας έρχεται μια ζάλη, μια μαυρίλα, χαμός. Σηκώθηκαν αναθυμιάσεις και ντουμάνιασε όλος ο θάλαμος. Το αποτέλεσμα; Άλλοι πέσανε κάτω βγάζοντας αφρούς, άλλοι δε βλέπανε πού πήγαιναν. Ήταν για πεθαμό.
         Πολλές οικογένειες στο χωριό μας ασχολούνταν με τα κάρβουνα. Και δεν ήταν δύσκολο. Πήγαινες, φερειπείν, στους τόπους που υπήρχαν καστανιές, επισήμαινες μια στεγνή καστανιά, την έριχνες κάτω, την κλάριζες, έφτιαχνες πελεκούδια και άναβες τη φωτιά. Έτσι ετοίμαζες τα γυφτοκάρβουνα. Καμίνια παρατηρούσες σε διάφορα μέρη, όπως στις Κουφάλες, στο Κτσιούκι, στη Στρογγλή, στον Πρίπουρα.
         Οι βλάχοι με τα μουλάρια κάθε μέρα κατέβαζαν τα κάρβουνα στο γιαλό. Αυτοί μένανε με τις οικογένειές τους στην Άνω Σκοτίνα και συγκεκριμένα στην επάνω γειτονιά. Νερό προμηθεύονταν από την πηγή που βρίσκεται στα πλατανούλια. Απ' αυτούς τους βλάχους η βρύση ονομάστηκε Βλαχάτη.

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ:

Κφάλις (οι), κουφάλες, τοπων. προς β. της Άνω Σκοτίνας, από τις πολλές κουφάλες μέσα στο απέραντο κασταναριό. Κτσιούκ' (το), πευκόφυτος και καστανόφυτος τόπος προς δυσμάς. Το όνομα το πήρε από τον Κατσκιόγιαννο. Φαίνεται, πως κάποιος Γιάννης έκλεψε στο μέρος εκείνο μια γίδα-κατσίκα (κατσικόγιαννος), «του τζάκουσαν να κλέβ' γίδις, κατσίκις κι τουν έβγαλαν  Κατσκόγιαννουν. Κι απού 'κεί του Κτσιούκ', πιριβόλ'" (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης). Πρίπουρας (ο), τοπων. νδ. του χωριού. Ίσιωμα-πλάτωμα με πολλές καστανιές (Καλιαμπάτκα-Νταμπλιάτκα). Ίσως το όνομα από τον πρίπουρα (= πικρό χνούδι στα κάστανα), "δε ντρώου ιγώ κάστανα μι πρίπουραν. Θέλου αμπουλιαζμένα (= μπολιασμένα)". Στρουγκλή (η), τοπων. προς δ. του χωριού. Από τη στρούγκα, "τα καλουκαίρια ικεί έκαμαν πουλλές στρούγκις, μαντριά" (Ιω. Δήμος). Δεν αποκλείουμε (προσωπική) άποψη, κατά την οποία το στρόγγυλο των κορυφογραμμών του τοπίου δικαιολογεί την ονομασία αυτή.  Τρία ναβρικά (τα), τρεις πηγές προς τα δυτικά. Εκεί κρυφτήκαμε τον Απρίλη του 1941, όταν οι Γερμανοί ανηφόριζαν προς Καλλιπεύκη.

(από το βιβλίο Ιω. Α. Καλιαμπού «Λαϊκή παράδοση στον Κάτω Όλυμπο, τεύχος δ’ «απ’ ν’ απαλνή  -ΣΚΟΤΙΝΑ- σ’ ν’ ακατνή», σειρά: ιστορίες γερόντων).                                                                                          

Γονείς του Βαγγέλη: Θανάσης, σύζυγος Καλούδα Μπιλιάγκα.
Αδέρφια του Βαγγέλη:

1. ΛιόλιαςΓεώργιος, σύζυγος. α. Τασιούλα Ντριάνη, β. Ελένη Ντριάνη  (τέκνα με τη β΄σ.).
2. Βαγγέλης, σ. ΄Ολγα Καλιαμπίνινα (κόρη Ιω. Καλιαμπού)
3. Απόστολος, σ. Ουρανία Αστερίου Μάνου
4. Διονύσης, σ. α. ΄Ολγα ντ’ Γόλ’–Πινακά, β. Σταματούλα -Νιζιρός (τέκνα από β. σ)
5. Ιωάννης, σ. Μπουλιώ Χρ. Στύλου
6. Βασίλης, σ. Ολυμπία τς Ασπασίας Ιω. Κουμουρτζή
7. Όλγα, σ. Λεωνίδας Συντριβάνης
8. Καλλιόπα, σ. Θωμάς Καρκαφίρης-Τσιούρβας-, «εισαγγελέας» (έλεγε πολλά στον «Πλάτανο»=πλατεία Άνω Σκοτίνας).
9. Μαρία, σ. Θωμάς Πινακάς-«μπέης»
10. Ευδοξία, σ. Μανόλης Παπαγεωργίου με το κλαρίνο
11. Μαρία, πέθανε στα 18 το 1918
12. Δημήτριος, σ. Ουρανία Τσινιάνη.  Ο Δημήτριος πέθανε στρατιώτης στα 22 το 1928. Η Ουρανία ξαναπαντρεύτηκε το Βαγγέλη Μητό

ΕΙΚΟΝΕΣ

Αθανάσιος Γερομιχαλός (1865-1940) και 
σύζυγος Καλούδα Μπιλιάγκα (-1955;)

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Εμφύλιος: Θωμάς Συντριβάνης


 
Αντάρτες στη Σκοτίνα


Το καλοκαίρι του 2010 η Χαϊμαδή Θ. Συντριβάνη (γέννηση 1932), σύζυγος Στέργιου Γερομιχαλού μιλάει για τον Εμφύλιο. Αναπολεί το φρικτό θάνατο-εκτέλεση από τους αντάρτες του πατέρα της Θωμά. Η συνέντευξη γίνεται στο σπίτι της στη Σκοτίνα (οικισμός Αγίας Τριάδας). Στη συζήτηση συμμετέχει και ο Στέργιος.

1. κακοί επισκέπτες. Όταν ήρθαν να πάρν του μπατέρα μ’, ιδώ φόρτουναν, είχαμι πουλλά πράματα [ζώα] ιμείς, ήμασταν νοικουκυραί. Το αλεύρ’ το ‘βγαζαν απ’ τ’ αμπάρ, του φόρτουναν στα μπλάρια. Αυτός (Κακαλόπουλος-αντάρτης) τουν ήξιρνάμι μείς, αλλά τουν έρχνι κι καμιά ματιά του μπατέρα. Σα να τουν έλιγι «να φύγς», αλλά δε γκατάλαβι. Τουν έδουσι μάτια «αρά, τι κάθισι ιδώ ισύ». Δεν ήθιλι να δείξ’ σ’ τς άλλ’ -ισύ καταλαβαίντζ. [Όταν οι αντάρτες ήρθαν να συλλάνουν τον πατέρα μου, εδώ σε μας φόρτωναν τα ζώα. Εμείς είχαμε πολλά ζώα, ήμασταν νοικοκυραίοι. Τον Κακαλόπουλο, τον γνωρίζαμε εμείς, αλλά έριχνε και καμιά ματιά στον πατέρα μου. Σα να του έλεγε «φύγε», αλλά ο πατέρας μου δεν κατάλαβε. Του έγνεψε «μωρέ, τι κάθεσαι εδώ εσύ». Το έκανε με τρόπο που να μην πάρουν μυρωδιά οι άλλοι -καταλαβαίνεις εσύ].
            -Αυτό πότε έγινε.
        -Το ’48. Το 1948 φύγαμε από δω. Πήραν του μπαπά Γιάν’ κι έφυγι του χουριό ούλου, φύγαν κι οι ψαράδις απού δω. Του μπήραν σιαπάν ζ Γκαραβίδα, τουν σκότουσαν). Ιγώ ήμαν ιδώ. Ήταν ι παππούς ι Τσιουμάντζ. Ήταν ιφτά η ώρα του βράδ’, Μάρτιους μήνας. Ένας Γουλάρας απ’ του Παντιλέμηνου τς ξέρ’ αυτοί τς αντάρτις. Τέσσιρα άτουμα. Τζ γλέπου ιγώ. Ήταν τέσσιροι. Κι ήταν σι ηλικία απού καμιά τριανταριά χρόνια, τόσου. Ήταν χουζμιτάδις, είχαν κόκκινα ιδώ. «Τι θέλτι πιδιά;» Λέ’ ι παππούς ι Συντριβάντζ, «δώσι, κουρίτσι μ’, δώσι τς ανθρώπους, τι θέλουν». «Δε θέλουμι τίπουτα, λε’, ήρθαμι δω, είμαστι ξέν’. Είμαστι ξέν’ κι ήρθαμι δω για να μας δείξ’ του δρόμου. Τι ώρα θα ‘ρθει ι μπαμπάς σ’». Αλλά ι μπαμπάζ μ’ πάει κι στου μπαπά Γιάν’ κι έβγαλι άδεια. [Το 1948 φύγαμε από δω. Συλλάβανε τον παπά Γιάννη (Μπιλιάγκα) και το χωριό άδειασε, φύγανε όλοι οι κάτοικοι. Φύγανε και οι ψαράδες από την παραλία. Τον μετέφεραν πάνω στην Καραβίδα, (έξω από την Καλλιπεύκη), όπου και τον εκτέλεσαν. Εγώ βρισκόμουνα εδώ, κοντά μας και ο παππούς ο Τσιομάνης. Ήταν εφτά η ώρα το βράδυ. Μάρτιος μήνας. Παρών και κάποιος Γολάρας από τον Παντελεήμονα, ο οποίος γνωρίζει αυτούς τους αντάρτες. Τέσσερα άτομα. Τους βλέπω εγώ. Ήταν τέσσερις. Και ως προς την ηλικία θα ήταν γύρω στα τριάντα χρόνια. Ήταν άνθρωποι μπασμένοι στη ζωή. Στη φορεσιά τους διέκρινες κόκκινα κορδόνια. «Τι θέλετε, παιδιά», τους λέει ο παππούς ο Συντριβάνης. «Δώσε, κορίτσι μου, δώσε στους ανθρώπους, τι θέλουν». «Δε θέλουμε τίποτα, λέει ένας, ήρθαμε εδώ, είμαστε ξένοι. Είμαστε ξένοι και ήρθαμε για να μας δείξει (ο Θωμάς) το δρόμο. Τι ώρα θα ‘ρθει ο μπαμπάς σου»; Αλλά ο μπαμπάς μου πέρασε και από τον παπά Γιάννη και έβγαλε άδεια εξόδου].
         -Τι άδεια.
         -Έπριπι να βγάλς άδεια να πας ζ Γκατιρίν’. Ιγώ ΄μαν άρρουστη κι έπριπι να μι πάει στου γιατρό. Του δόντ’ το ‘βγαλι στου Μπουλυχρό. Μι τη ντανάλια. Μιτά έρχουντι αυτοί, μας λεν ιμάς, μας κλουν τα δουμάτια, ένας το ‘να δουμάτιου, ι άλλους ανέβινι, κατέβινι τ’ σκάλα. Λέου ιγώ, -πουνιρεύκα- να πάει του πιδί, του Μιχάλ’, προς νιρού τ’, να βρει του μπαμπά μ’ να τουν διώξ’. «Όχ’, ιδώ, ιδώ μέσα θα κατουρήσ’», λεν αυτοί. Λέου ιγώ «γιατί να κατουρήσ’ του πιδί ιδώ μέσα»; «Όχ’, ιδώ θα κατουρήσ’ του πιδί». Καμιά φουρά έρχιτι ι πατέραζ μ’, μ’ ένα πουλόβερ, τα καλουτσούκια στα πουδάργια. Αυτά ήταν τα παπούτια τ’. Ήρθι, σι καμιά ώρα ήρθι. [Έπρεπε να βγάλεις άδεια για να πας στην Κατερίνη. Εγώ ήμουνα άρρωστη και έπρεπε ο μπαμπάς μου να με πάει στο γιατρό. Το δόντι του το έβγαλε στον Μιχάλη Πολυχρό. Με την ντανάλια. Και ορμάνε  προς εμάς αυτοί οι αντάρτες και αρχίζουν να μας δίνουν διαταγές, μας κλείνουν τα δωμάτια, ο ένας το ένα δωμάτιο, ο άλλος ανέβαινε, κατέβαινε τη σκάλα. Πετιέμαι εγώ  -πονηρεύτηκα- «να πάει το παιδί προς νερού», εννοούσα το Μιχάλη να ξεστρατήσει λίγο, να πάει να βρει τον πατέρα μου, να του πει να απομακρυνθεί. «Όχι, εδώ, εδώ μέσα θα κατουρήσει το παιδί», λεν αυτοί. Ξαναλέω εγώ «γιατί να κατουρήσει το παιδί  εδώ μέσα»; «Όχι, εδώ θα κατουρήσει το παιδί». Καμιά φορά καταφτάνει ο πατέρας μου με ένα πουλόβερ και τα λαστιχένια παπούτσια στα ποδάρια. Αυτά ήταν τα παπούτσια του. Ήρθε, σε καμιά ώρα ήρθε].

2. προδοσία. Ήταν προυδουσιά που πήραν του μπατέρα μ’. Αυτοί σίγουρα συνιννουήθκαν κι έστειλναν ιπιτήδιοι. Έρχουντι ιδώ αυτοί, «Ω!, λέ’ ι μπαμπάζ μ’, τι γένιτι, συναγωνισταί; -«Καλά, καλά» «Καθήστι, κάτ’ να σας δώσου», λέ’ ι μπαμπάζ μ’. «Δε θέλουμι τίπουτα, λεν, θα πας να μας δείξ’ λίγου του δρόμου, γιατί ήμιστι ξέν’». Του μπήραν του μπατέρα μ’. Ένας παρέκια ακούμι ένα όπλου. «Πάει ι Θουμάς, λέ’ η παππούς. Πάει του πιδί μ’, πάει. Του πιδί μ’ μι του πήραν». Η παππούς τι να κάμ’, τι να φκιάσουμι ιμείς, πάρτουν αυτόν, του μπαππού τουν Αγγέλ’. Ήρθι απόξου ‘π’ του σπίτ’ απάν ‘π’ του δρόμου. Ήταν η δρόμους όλου παλιούργια. Λέ’ [Με προδοσία πήραν τον πατέρα μου. Αυτοί σίγουρα συνεννοήθηκαν και στέλνανε κατάλληλα πρόσωπα. Φτάνουν εδώ αυτοί, «ω! λέει ο μπαμπάς μου, τι γίνεται, συναγωνιστές»; -«Καλά, καλά». «Καθήστε, να σας προσφέρω κάτι», λέει ο μπαμπάς μου. «Δε θέλουμε τίποτα, λεν, θα μας ακολουθήσεις να μας δείξεις λιγάκι το δρόμο, γιατί είμαστε ξένοι». Συλλάβανε, λοιπόν, τον πατέρα μου. Μόλις φύγανε λίγο παραπέρα ακούμε μια τουφεκιά. «Πάει ο Θωμάς», λέει ο παππούς. «Πάει το παιδί μου, το σκότωσαν. Πήραν το παιδί μου». Η παππούς τι να κάμει, τι να κάνουμε κι εμείς. Αμέσως κατέφτασε αυτός ο παππούς ο Αγγέλης. Πέρασε από έξω τα σπίτι, πάνω από τα δρόμο. Ο δρόμος ήταν γεμάτος από παλιούρια, θάμνους. Λέει]:
-Ω Θουμά, ω Θουμά».
-Ουρίστι, λέου ιγώ.
-Πού ‘νι ι Θουμάς, του μπήραν του Θουμά τα πιδιά;
-Του μπήραν, λέου ιγώ. 
Του πιδί που τς ήφιρι τς αντάρτις είπι «καληνύχτα». Αυτός -του κουπρόσκλου- έρχουνταν κι έτρουγι που μας. Αυτό του πιδί που τς ήφιρι τς αντάρτις. Ήταν ξέν’, ικείν’ ήταν καλουντυμέν, μυρζουκουπούσαν ‘π’ τα κινούργια τα ρούχα. Ήταν ουμάδα κρούσιους αυτοί. Ερχόταν κι φόρτουναν. Του μπήραν του μπαμπά μ’, του μπααίν ως τουν Αϊπόστουλου. Πάει μαζί, ακολούθησι του μπατέρα, τουν γνώρζι του μπατέρα μ’. [Το παιδί που ήταν οδηγός στους αντάρτες μας λέει «καληνύχτα». Αυτός -του κοπρόσκυλο- έρχονταν κι έτρωγε από εμάς. Εννοώ αυτό το παιδί που μας κουβάλησε τους αντάρτες. Ήταν ξένοι εκείνοι, καλοντυμένοι, μοσχομύριζαν από α καινούργια τους τα ρούχα. Ανήκαν στην ομάδα κρούσεως αυτοί. Ερχότανε και φόρτωναν. Τον πήραν τον πατέρα μου, τον πάνε μέχρι τον Άγιο Απόστολο. Το παιδί ακολούθησε τον πατέρα μου, ήταν γνωστός του πατέρα μου].
        -Καλά, αφού ήταν γνωστοί, γιατί δεν του έλεγε ο πατέρα σου, «τι κάνεις ρε παιδί μου».
        -Αφού τς ήφιρι, θα ήλιγι έτσ’; [Αφού αυτό τους έφερε, θα τους έλεγε έτσι];
        -Και ποιο δρόμο ακολούθησαν.
        -Για του Παντιλέμηνου. Απ’ αυτό του δρουμάκ’ που πάει στου Παντιλέμηνου. Στουν Αϊπόστουλου, κουντά σ’ ν’ ικκλησία. Ικεί ξιδέθκι. Ξιδέθκι κι έφυγι. Ξιδέθκι κι έφυγι μέσ’ σ’ τς κουμαρές. [Για τον Παντελεήμονα. Από αυτό το δρομάκι που οδηγεί στον Παντελεήμονα. Φτάνοντας στον Άγιο Απόστολο, κοντά στην εκκλησία έλυσε τα σκοινιά, ξεδέθηκε. Ξεδέθηκε και έφυγε. Πέταξε τα σκοινιά και πετάχτηκε μέσα στις κουμαριές].
        -Δηλαδή, τους εγκατέλειψε.
       -Ναι, τς ιγκατέλειψι. Του μπήραν χαμπάρ’ κι άρχισαν να τφικούν αυτοί. Η μπαμπάζ μ’ δεν άκουγι, νε τφέκια, νε τίπουτα. Αλλά λέ’ ένας άλλους. Κι φώναζι του μπατέρα μ’: «Θουμά, γύρνα, θα καταστρέψ’ όλ’ ν’ οικουγένεια, δε θα πάθς τίπουτα». (Στέργιος: τον έλεγε «μη βουβάσι, γύρνα πίσου. Θα υπουστείς συνέπειις μιγάλις. Μάζουναν τς οικουγένειις ούλις, θα μας σκουτώζν ούλ’»). [Ναι, τους εγκατέλειψε. Τον πήραν χαμπάρι κι άρχισαν να τουφεκίζουν αυτοί. Ο μπαμπάς μου δεν έδωσε σημασία ούτε στα ντουφέκια ούτε πουθενά. Αλλά πετιέται ένας άλλος. Και φώναζε τον πατέρα μου: «Θωμά, γύρισε πίσω, μ’ αυτό που πας να κάνεις θα καταστρέψεις όλη την οικογένεια, έλα πίσω και δε θα πάθεις τίποτα». (Στέργιος: του έλεγε «μη φοβάσαι, γύρισε πίσω. Θα υποστείς συνέπειες μεγάλες. Μαζεύανε όλες τις οικογένειες, θα μας σκοτώσουν όλους»).
           
3. ο τελικός δρόμος. Του προυΐ έφιξι καλά. Στέλνουμι στου Παντιλέμηνου του πιδί, του Μιχάλ’. Κι βρίσκ’ αυτόν. Κι τουν λέ’ «κοίταξι, μπάρμπα, ιμείς σ’ είχαμι στου σπίτ, κι ήμασταν σα μια οικουγένεια. Μας πήραν του μπαμπά μ’ απόψι». «Μη μιλάς γιατί θα ‘ρθούμι κι θα σας διαλύσουμι όλ’», του λέ’ του πιδί. Κι του ρίχτ’ καμπόσις σφαλιάρις. Φέγ’ απού κει του πιδί, έρχιτι ιδώ κάτ, του λέ’ ι παππούς: «τι έγινι πιδί μ’;». «τίπουτα, μι χτύπσι κιόλα, αλλά δε μι πειράζ’ απού μι χτύπσι, αλλά μι είπι «άμα πεις τίπουτα, αύριου θα είστι ούλ’ πιλικμέν’. Έτσ’ μ’ είπι». Δε μπιρίμινάμι να πει έτσ’. Πιρίμινάμι να πει μια καλή κουβέντα. Γιατί τουν έζησάμι ούλ ν’ οικουγένεια. Πάει η μάνα μ’ στου Παντιλέμηνου. Έμαθι που πήραν του μπατέρα μ’ κι πάει. [Ξημέρωσε για καλά. Στέλνουμε το παιδί, το Μιχάλη, στον Παντελεήμονα. Συναντάει αυτόν και του λέει «κοίταξε, μπάρμπα εμείς σε φιλοξενούσαμε στο σπίτι μας και ζούσαμε σαν μια οικογένεια. Μας πήραν τον πατέρα μου απόψε». «Μη μιλάς γιατί θα ‘ρθούμε και θα σας διαλύσουμε όλους», του λέει το παιδί. Κι του ρίχνει αρκετές σφαλιάρες. Φεύγει από εκεί το παιδί, έρχεται εδώ κάτω, του λέει ο παππούς: «τι έγινε παιδί μου»; «τίποτα, με χτύπησε κιόλα, αλλά αυτό δεν με ενοχλεί. Εκείνο που με πείραξε είναι που μου είπε, «αν φανερώσεις τίποτα, αύριο θα είστε όλοι πελεκημένοι, σφαγμένοι». Έτσι μου μίλησε. Δεν περιμέναμε τέτοια συμπεριφορά. Περιμέναμε να πει μια καλή κουβέντα. Γιατί του ζήσαμε όλη την οικογένειά του. Η μάνα μου πήγε στον Παντελεήμονα. Πληροφορήθηκε για τον πατέρα μου και πήγε επιτόπου].   
      -Αυθημερόν; Την ίδια μέρα;
     -Όχ την ίδια μέρα. Ύστιρα απού καναδυό μέρις. Τουν είχαν κλειζμένουν αυτού δυο, τρεις μέρις του μπατέρα μ’, σ’ ένα υπόγειου, δε γξέρου πού. Κανένας δε γξέρ’ σι ποιο σπίτ’. Άμα ήταν θα μαρτρούσαν κι τ΄μάνα μ’. Τουν είχαν ικεί κι τουν έρξαν ξύλου του γάιδαρου. Πάει η μάνα μ’ ικεί, αρχινάει αυτός μι τουν υπουκόπανου. Ήταν αντάρτς. Αρχίτζι μι τους υπουκόπανου τ’ μάνα μ’, ντ χτυπούσι. Ν’ έρξι ξύλου καλό. Του μπήραν του μπαμπά μ’, έκαμαν σιαπάν ύστιρα. Όπους μας τα είπαν. Τουν είχαν διμένουν του μπατέρα. Τουν χτυπούσαν. Ένας τουν άφηνι, ι άλλους τουν χτυπούσι. Κι φώναζι ι πατέραζ μ’ «αχ, πιδάκια μ, πιδάκια μ, τα πιδιά». Κι είπι αυτή η γυναίκα: «κρίμα δεν είνι; Γιατί τουν χτυπάτι τουν άνθρουπου». Νάσιους ι Γιουργιάδης μας τα είπι. Αυτός. Ικεί τον είχαν πάρ’ τη μάνα τ’ αυτόν. Η μάνα τ’ ήταν λιχώνα σι’ αυτόν. Το Γιουργιάδη. ‘Πτου Μπλαταμώνα. Του μπατέρα τ’ τουν είχαν σκουτώσ’ οι ανάρτις. (Στέργιος: είχαν κι τ’ μάνα τ’ σιαπάν αυτού). Τη μπήραν μι του μουρό αγκαλιά. Του μπαμπά τ’ τουν είχαν διμένουν κι η γυναίκα αυτή. Ύστιρα ν’ άφσαν ντ γναίκα. Τα μουλουγάει αυτός, που ήταν μικρός σ’ ν’ αγκαλιά. Απού κει του μπήραν, τουν είχαν πουλύ ξυλιαζμένουν, του μπήραν απού κει, τουν έτχιουσαν. Η Γαλάντζ αντάρτς: «Πώς έγινι, αρά ‘Πουστόλ κι του μπιθιρό μ’ του Θουμά δεν τουν γλίτουσέτι; Όταν πήγα ιγώ ικεί, του Θουμά τουν βρήκα σκουτουμένουν», λέ’. «Δε ντου μπρόλαβα, αν του μπρουλάβισκνα, θα τουν γλίτουνα.  [Όχι την ίδια μέρα. Ύστερα από καναδυό μέρες. Τον είχαν κλεισμένον εκεί δυο, τρεις μέρες τον πατέρα μου, σε ένα υπόγειο, δεν ξέρω πού ακριβώς. Κανένας δεν ξέρει σε ποιο σπίτι. Αν ήταν γνωστό θα περίμεναν τη μάνα μου. Το είχαν κάπου κλεισμένον και τον έριξαν πολύ ξύλο σα να δέρνουν τον γάιδαρο. Πήγε η μάνα μου κι αυτός αρχίζει να τη χτυπάει με τον υποκόπανο του ντουφεκιού. Ήταν αντάρτης. Άρχισε να χτυπάει τη μάνα μου με τον υποκόπανο του ντουφεκιού. Τη χτύπησε πάρα πολύ. Τον πήρανε το μπαμπά μου, και τραβήξανε, ύστερα, προς τα πάνω, στο βουνό. Τα λέω όπως μας τα είπαν. Αυτά μας τα εξιστόρησε ο Νάσος Γεωργιάδης. Αυτός ο ίδιος. Είχαν συλλάβει και τη δική του τη μάνα αυτοί. Η μάνα του ήταν λεχώνα σ’ αυτόν. Τον Γεωργιάδη. Από τον Πλαταμώνα. Τον πατέρα του τον είχαν σκοτώσει οι αντάρτες. (Στέργιος: είχαν και τη μάνα του πάνω στο βουνό). Τη συλλάβανε με το μωρό στην αγκαλιά. Τον πατέρα του τον είχαν δεμένο παρουσία της γυναίκας του. Κατόπιν απέλυσαν τη γυναίκα του. Τα μολογάει αυτός που τότε ήταν μωρό στην αγκαλιά της μάνας. Από εκεί τον πήραν, τον είχαν πολύ ξυλιασμένο, τον πήραν από εκεί και πού τον πήγαν, τι να σου πω, τον σφάξανε. Ο Γαλάνης δυστυχώς απουσίαζε από το περιστατικό. Του έλεγα: «Πώς έγινε, μωρέ Αποστόλη, και τον πεθερό μου το Θωμά δεν τον γλιτώσατε; «Δεν τον πρόλαβα. Αν τον προλάβαινα θα τον γλίτωνα].
                  -Θέλω να σου κάνω μια ερώτηση εγώ: τι κακό έκανε ο πατέρας σου και τον καταδίωξαν τόσο πολύ.
                     -(Στέργιος: λόγω πρόδουνι τς αντάρτις στου στρατό. Για κατασκοπία. Δήθιν έπιζι κατασκουπία. Τάχα έπιρνι μυστικά κι τα πήγινι στου στρατό). Αυτοί έδιναν, αυτοί ξέδιναν. [Επειδή, τάχα, πρόδωνε τους αντάρτες στο στρατό. Για κατασκοπία. Δήθεν έπαιζε το ρόλο του κατασκόπου. Τάχα έπαιρνε μυστικά και τα μετέφερε στο στρατό). Αυτοί κάνανε ότι θέλανε].
                 -Αφού έγιναν τόσο κακά πράγματα, πως συμπεριφέρονται αργότερα μεταξύ τους ο κόσμος.
                        -(Στέργιος: Ικεί ‘π’ τουν ήγλιπις δε ντουν ήλιγις «καλημέρα»). Χαϊμαδή: Η μάνα μ’ πάει κι ξουμουλουγήθκι στ’ Λιφουκαρυά. Κι τα είπι στου μπαπά, του μπαπά Θιουχάρ’. Κι τα είπι όλα, απ’ του μπατέρα μ’ κι του ένα, τ’ άλλου, κι τα είπι όλα. «Τους έχου ινάτ’, πάτιρ, γιατί τουν άντρα μ’ αυτοί μι τουν έσφαξαν’. Τς ξέρου ότι είνι αυτοί. Λέ’ αυτός: «Ισύ θα τς πεις «καλημέρα» κι ι Θιός να τζ δικάσ’». Η «καλημέρα» είνι απ’ το Θεό. Κι η μάναν μ’ τς ήλιγι «καλημέρα», αλλά όχ’ τίπουτα άλλου [Στέργιος: Όταν τον συναντούσες δεν του ‘λεγες «καλημέρα»). Χαϊμαδή: Η μάνα μου πήγε στη Λεπτοκαρυά και εξομολογήθηκε στον παπά Θεοχάρη. Τα φανέρωσε όλα τα σχετικά με τον πατέρα μου και το ένα και ο άλλο, τα είπε όλα. «Τους έχω γινάτι, πάτερ, γιατί αυτοί σφάξανε τον άντρα μου. Τους ξέρω ότι είναι αυτοί.  Λέει αυτός: «Εσύ θα τους πεις «καλημέρα» και ο Θεός να τους δικάσει». Η «καλημέρα» είναι του Θεού. Και η μάνα μου τους έλεγε «καλημέρα», αλλά τίποτα άλλο].
----------
Σημείωση: Οικογενειακό δέντρο των Συντριβαναίων (σύνοψη)..

ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. Καταγωγή: από Παλατίτσια Βεροίας, ήρθαν 2 αδέρφια. Ο ένας κεχαγιάς και ο άλλος γεωργός. Τελικά στη Σκοτίνα έμεινε ο γεωργός. Παιδιά:

Α. Θεοχάρης, «σκαλιάρς» = έφκιαχνε σκάλες, σύζυγος Πηλινιώ.

1. Βασίλειος, σύζυγος. Φώτω Παπαοικονόμου
2. Απόστολος, σ. Λένου τ’ Καραλή-Γιωργάκη
3. Αθανάσιος, σ. Ελένη Αγγέλη
4.Φώτω, σ. Πουτιός Μητός-Καλαμάρας
5.Ολγα, Απόστολος Τσινιάνης
6. Διονύσιος, σ. Όλγα Δ. Πλεξίδα
Β. Μιχαήλ, σ. α. Χρυσκού, β. Καλούδα Γεωργ. Γερομιχαλού.
1. Λιόλιας,  Αμερική
2. Θανάσης, πέθανε στη Μικρά Ασία
3. Βασίλης, πέθανε στη Μ. Ασία.»βάρινι κλαρίνου» (Βασ. Στύλος)
4. Απόστολος, σ. Λένου Ιω. Τράντα  - Μυλουνού.
5. Ουρανία, Γιργούλινα, σ. Γιώργος Κοτσιβός («μάνα τ’ Μανίκα»).
6. Τρανταφλιά,  « Αρακλού», σ. Ηρακλής Δάμπλιας
7. Φωτεινή, « Βαγγιλάκινα», σ. Νικόλαος Βαγγελάκος.
8. Μαριγώ, σ. Θωμάς Στύλος.
9. Θωμάς, σ. ΄Ολγα Τσιουμάνη από Καρυά 
10. Λεωνίδας, σ. ΄Ολγα Αθ. Γερομιχαλού.
Γ. Γραμματή, σ. Απόστολος Ξάφη Καλιαμπός (υιοθετεί την Τριανταφυλλιά,  κόρη Μιχ. Συντριβάνη-Αρακλού (σύζυγος Ηρ. Δάμπλια).

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

Βιοποριςμός: υλοτόμοι στο Κουρί





Το δάσος της Σκοτίνας

            Τον Ιούλιο του 2014 ξεκινώ από την Κάτω Σκοτίνα έχοντας συντροφιά τον Μπάμπη (Χαράλαμπο) Μητό για να ανεβώ στην Άνω Σκοτίνα. Επιθυμία μου ήταν να επισκεφθώ το τοπικό συνεργείο υλοτομίας και να δω από κοντά τη δουλειά των υλοτόμων. Δηλαδή τη διαδικασία για το κόψιμο των δέντρων (τρόχισμα εργαλείων, τάξη, οργάνωση, πειθαρχία). Η τοποθεσία που έτυχε να επισκεφθώ είναι το δάσος «Κουρί».
            Πληροφοριακά στοιχεία για την ιστορία του συνεταιρισμού παίρνω από τους: Γιάννη Καλιαμπό του Διονυσίου και Διονύση Γανωτή του Γεωργίου. Η συνάντηση με τα πρόσωπα αυτά έγινε στην ταβέρνα «Βασίλα» Σκοτίνας στις 8 Σεπτεμβρίου 2014. Αυτοί τόνισαν: 1. «το δασαρχείο σφραγίζει το δέντρο και στο τέλος μετράει τα κυβικά. Παίρ’ του πασέτου, μετράει το μάκρος και το ύψος (μήκος, πλάτος, ύψος) και βγάζ’ τα κυβικά». Οι σωροί ξύλων είναι  στοίβες (ντάνες) οι λεγόμενες συστάδες. Συνήθως η συστάδα μετριέται σε χωρικά. Το χωρικό υπολογίζεται (εδώ) 500 κιλά. 2. στα σημεία που κόβονται τα ελάτια, αναπτύσσονται καινούργια δενδρύλλια. Για την ασφαλή τους προφύλαξη το δασαρχείο απαγορεύει τη βοσκή στον ορισμένο τόπο (τουλάχιστο για μια δεκαετία). 3. καθώς οι υλοτόμοι τεμαχίζουν τους κορμούς των δέντρων, οι κυρατζήδες-μετατοπιστές κουβαλάνε τα ξύλα στον πλησιέστερο δρόμο. Αυτή η δουλειά γίνεται με τα μουλάρια. Στη Σκοτίνα το έργο αυτό το κάνανε δυο κορίτσια, τα οποία κατάγονται από τη Βερδικούσα Θεσσαλίας. 4. εξυπακούεται ότι έχουμε δυο ειδών ξύλων, τα καυσόξυλα και τα επίσημα του εμπορίου (κούτσουρα -μικρά, μεγάλα-μέτρια). Θυμάμαι στο εργοστάσιο της Μόρνας (παλιά) επεξεργάζονταν και τραβέρσες για τις σιδηροδρομικές γραμμές. 
Σε σχετική μου ερώτηση ο Διονύσης μου είπε ότι εφέτος η υλοτόμηση του δάσους έγινε στις περιοχές: α) Καβακούλια (πάνω από τα Κουμάσια), β) Τρία Ναυρικά, γ) Κουρί μέχρι τον Κουτσοπλάτανο και δ) λένε τώρα «θα πάμε στην Σταλαματιά (Κρεβάτια)».
            Την ομάδα στο Κουρί απαρτίζουν τα άτομα: Διονύσης Γ. Γανωτής, Βασίλης Κοτσιβός, Διονύσης Μητσιάνης, Ιωάννης Γ. Μήτσιος, Ιωάννης Στύλος, Αθανάσιος Στύλος, Μιχαήλ Τσιαπάρης,
----------
ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ:

Καβακούλια (τα), τοπων. πιo πάνω από τη βρύση "τζ Ντόρους" προς δ. της Άνω Σκοτίνας. Φαίνεται, πως, κάποτε ο τόπος θα είχε πολλά καβάκια.
Κουρί (το), τοπων. οροπέδιο μέσα στα έλατα της Άνω Σκοτίνας, προς το "Κρυόνερο". Από το κουρί = δασότοπος, "ούτινος τα δένδρα περιοδικώς κλαδεύονται (Π. Αραβαντινός).
Κουτσουπλάτανος (ο), πελώριο πλατάνι πιο κάτω από το Κουρί, στο δρόμο προς «Μόρφους». "Τουν ήλιγαν έτσ' γιατί ήταν σα στραβός, δεν ήταν ίσιους. Ήταν δυο αδέρφια (κορμοί). Του ένα είχι μιγαλώσ' κι του άλλου είχι απουλύκ' (έβγαλε τα πρώτα κλαδιά) κι σταμάτσι ικεί. Κι τουν έβγαλαν κουτσουπλάτανουν" (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης).
Μόρφους (η), τοπων. προς τα ν. της Άνω Σκοτίνας ανάμεσα στο Σιλιό και στις καστανιές "ντ Γόλ'" (Πινακά). Η ονομασία από τη Μόρφω, παπαδιά. "I παππούς τ' πατέρα μ' ήταν παπάς κι ντ γναίκα τ' ν' ήλιγαν Μόρφου. Τ' θυμούμι, η θεια η Λένου που πέθανι ν’ έβαζι μέσα στα ψυχουχάρτια" (Ιωάννης Δήμος, «τ’ Λιόλια»). Όμορφο τοπίο που υποβάλλει. Η περιοχή πνιγμένη στο έλατο και κασταναριό.
πασέτου (του), το μέτρο των μαστόρων, "δό μ' του πασέτου να μιτρήσου του χατήλ'" (περίφραγμα του τζακιού).


Φωτογραφίες:



                                        Οι υλοτόμοι τροχάνε και ετοιμάζουν τα μηχανήματα


                                        Σε πρώτο πλάνο ο Γιάννης Στύλος



 

                        Ο Θανάσης Στύλος τροχάει (τροχίζει) το αλυσοπρίονο 


                        Ο Διονύσης Γανωτής έτοιμος για δουλειά

 

                                 Οι υλοτόμοι «πλάγιασαν» τον κορμό του έλατου


                                       Σε πρώτο πλάνο ο Βασίλης Κοτσιβός

                            Οι υλοτόμοι ρίξανε τον έλατο. «Ο πάτος θα σαπίσ’»
 
                     Ο Γιάννης «τς Μαργαρίτας» (Μήτσιος) ξεκίνησε για δουλειά 

Ο Γιάννης Μήτσιος στο δάσος του "Κουρί"

 

                                              Μια ντάνα-συστάδα στα «Τρία Ναυρικά»

Από αριστερά: Ιω. Α. Καλιαμπός, Ιω. Δ. Καλιαμπός, Διονύσης Γ. Γανωτής.

Οι δυο τελευταίοι μου δώσανε στοιχεία για τη διαδικασία της υλοτομίας στο Κουρί για τη φετινή περίοδο.