Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

Κατοχή: ΠΕΙΝΑ


 
Αφήγηση: Θανάσης Γερομιχαλός

               Η πείνα της Κατοχής θέρισε τον κόσμο εκείνον τον καιρό. Για τη Σκοτίνα ο Θανάσης Γερομιχαλός του Αποστόλου με γλαφυρό τρόπο  (καλοκαίρι του 2003) αφηγείται:

            -Με την «πείνα» υποφέρατε εσείς;
            Δεν υποφέραμι ιμείς, του σπιτικό μας, γιατί είχαμι κι καλαμπόκι’, είχαμι κι στάρ’, είχαμι πουλλά φασόλια, τα ουποία δώσαμι κι κόζμου. Δανεικά τα ‘δινι ι πατέραζ μ’. «Πάτι συναλλάξτι μι πατάτις, μι καλαμπόκ, ξέρου γω τι, για να μπουρέσουν να ζήσουν οι άνθρουποι». Άλλοι υπέφιραν πάρα πουλύ. Θυμάμι συγκεκριμένα:  [Εμείς, η οικογένειά μου, δεν υποφέραμε. Γιατί διαθέταμε και καλαμπόκι, είχαμε και σιτάρι, είχαμε και πολλά φασόλια. Από αυτά δίναμε και στον κόσμο. Ο πατέρας μου τα έδινε δανεικά. Μας έλεγε: «Πάτε, κάνετε συναλλαγή με πατάτες, με καλαμπόκι, ξέρω εγώ με τι, για να καταφέρουν να ζήσουν οι άνθρωποι». Μερικοί υπέφεραν πάρα πολύ. Θυμάμαι, συγκεκριμένα].

Πρώτ’ πιρίπτουση ένας μπάρμπας μ’. Αυτός ήταν κάπουτι υπάλληλους σ’ έναν δισπότ’ ζ Γκατιρίν’, στου Βαρδάκα. Είχι πάρ’ απου κει πιατέλις, πιάτα. Σ’ τ’ Σκουτίνα ποιος είχι πιάτα; Κάτ’ τσιανάκια είχαν κι αυτά τρύπχια ήταν. Τα ‘βανάμι μουλύβ’, μουλύβ’ απ’ τς τράτις. Το ‘ζουνάμι, ήταν τρύπχιου του πιάτου, τα εμαγέ. Ικείνου άμα του τσίγκριζις, χαλούσι. Μι του γκιρό τρυπούσι. Κι έλιουνάμι μουλύβ’ κι το ‘βαζάμι στου κουτάλ’, έλιουνι τ’ αυτό κι «τακ» ζ ντρύπα κι πήγινι του μσο του μουλύβ’ απού κάτ’ κι του μσο που πάν’, η τρύπα να μικρίν’, τιλείους να μη γέν’ στιγανό, αλλά, τέλους πάντουν. Ι πατέραζ μ’ έκανι χουράφ’ μπρουστά στου σπίτ’, ιδω κάτ’, κι θυμάμι ήρθι απέξου μιριά, είχι σ’ ένα μισάλ’ μέσα, αυτά, τς πιατέλις, τα πιάτα κι λέ: «Απουστόλ’ -γιατί τη γναίκα τ’ ν’ είχι πρώτ’ αξαδέρφ’ η πατέραζ μ’- λέ’: «ρε Απουστόλ’, δώσι μι τίπουτα, πάρτα αυτά». «Τι να τα κάνου, αρά, μπάρμπα. Πιάτα να πάρου; Έχουμι πουρεύουμι. Έλα να σι δώσου λίγου».
               Τουν έδουσι λίγου αλεύρ’, «πάρτου, φάτου, δε θέλου ούτι πιάτα ούτι τίπουτα. Πάνι, δώστα αλλού πουθινά. Δε θέλου νε πιάτα, νε τίπουτα, έλα να σι δώσου λίγου...». Ήταν φιλότιμους ι πατέραζ μ’. Κι τουν έδουσι, τέλους πάντουν, λίγου καλαμπούκ’, αλεύρ’, να φκιάσ’ κατσιαμάκ’, να βάλ’ μέσα στα τσουκνίδια. Καμιά κουταλιά τέτοια. Πείνα!

[Πρώτη περίπτωση με τον θείο μου. Αυτός κάποτε ήταν υπάλληλος σε κάποιον δεσπότη της Κατερίνης, στον Παρθένιο Βαρδάκα (1904-1933). Από τη Μητρόπολη είχε πάρει μερικές πιατέλες, μερικά πιάτα. Στη Σκοτίνα ήταν σπάνια τα πιάτα. Είχαν οι άνθρωποι κάτι τσίγκινα πιάτα που και αυτά ήταν τρύπια. Για να βουλώσουμε τις τρύπες, βάζαμε μολύβι. Μολύβι που χρησιμοποιούσαμε στις τράτες. Βάζαμε ζωνάρι στο τρύπιο πιάτο, το εμαγιέ. Το πιάτο εκείνο, αν το τσούγκριζες, έσπαζε. Με την πολυκαιρία τρυπούσε. Και λιώναμε μολύβι, το βάζαμε στο κουτάλι, το μολύβι έλιωνε και «τακ» το βάζαμε στην τρύπα του πιάτου με τρόπο τέτοιο, ώστε το μισό μολύβι να πάει από κάτω και το άλλο μισό από πάνω. Έτσι η τρύπα στένευε, ώσπου στο τέλος βούλωνε τελείως, δεν υπήρχε στεγανό, αλλά το θέμα τέλειωνε. Ο πατέρας μου όργωνε το χωράφι μπροστά στο σπίτι, εδώ στην κάτω Σκοτίνα και θυμάμαι τον θείο μου, ήρθε έξω από το σπίτι, κρατούσε ένα περιτύλιγμα -πετσέτα-, όπου μέσα είχε αυτά τα πιάτα, τις πιατέλες και λέει: «Ρε Αποστόλη, δώσε μου λίγο αλεύρι και πάρε αυτά τα πιάτα». «Τι να τα κάνω, καλέ μου θείε. Πιάτα να πάρω; Έχουμε άλλα. Μπορούμε να εξυπηρετηθούμε μ’ αυτά που έχουμε. Έλα να σου δώσω λίγο αλεύρι».
               Του έδωσε λίγο αλεύρι και χαρίζοντάς το είπε: «Πάρ’ το, φά ‘το. Δε θέλω ούτε πιάτα, ούτε τίποτα. Πήγαινε αλλού και δώσε αλλού τα πιάτα. «Δε θέλω ούτε πιάτα, ούτε τίποτα. Έλα να σου δώσω λίγο αλεύρι». Ήταν φιλότιμος ο πατέρας μου. Του δίνει, τέλος πάντων λίγο καλαμπόκι, λίγο αλεύρι για να φκιάξει λίγο κατσαμάκι ή να βάλει αλεύρι μέσα στα λαχανικά, τα τσουκνίδια. Δηλαδή να χρησιμοποιήσει καμιά κουταλιά, τόσο μικρή κουταλιά. Πείνα!].

Δεύτιρη πιρίπτουση οι Γραμματζμέν’: Η πιθιεά μ’, Απουστόλινα Συντριβάνινα, είχι μύλουν. Ένας πατριώτς -συχουρέθκι κι αυτός φέτου- είχι πει να πουλήσ’ του σπίτ’. Είχαν πείνα. Κι πάει ι πιθιρά μ’ στου μύλου. Τότι, αν θυμάσι, όλ’ οι δημόσιοι υπάλληλοι, τς  είχι δώσ’ του δικαίουμα του δικαστήριου να παν να κάν έλιγχου κι βάσει απ’ αυτό του αξάι που έπιρνι ι νοικουκύρς, να παίρν κι αυτοί ένα μέρους απ’ αυτό. Κάθουνταν όλ’ μέρα στου μύλου. Ι καθηγητής πάει στου μύλου. Ικεί η πιθιρά μ’ έφκιανι κατσιαμάκ’, «χαπ» ι καθηγητής «ωρέ Λένου, η πιθιρά μ’ έρχνι κι λίγου λάδ’». Κι η πιθιρά μ’ έπιρνι μι του πριόν’, έπιρνι λίγου απού μέσα του μπόθου, -πόθους ξέρς τι είνι, αφού είχις μύλου.  Κι έπιρνι μι του πριόν’ κι ένα μικρό κτατούσι τ’ σακούλα. Πιδί δέκα, έντικα χρουνών, σαν ιμένα κι τουν έβανι μέσα στου μαντήλ’, ζ μπιτσέτα να του πάρ’ να του φκιάζν κουρκούτ’. Ό, τ’ έπιρνι του πριόν’. Ήταν φαρδύ, το ‘κανι έτσ’ μέσα στου μπόθου κι τς το ‘ρχνι μέσα σ’ αυτό.
            Οι άλλ’ καθηγηταί δε μπάτσι κανένας. Φάγκι ένας, είχι πάει μια φουρά. Πάει ι Μίχους, δε γξέρου αν ήταν κι η Καλούδα μαζί, τουν κυνήγσαν μι τς πέτρις κι δε ξαναήρθι. Άλλ’ είχαν πιριφάνεια, δε μπήγιναν, ούτι στου Λιουνίδα ούτι σι αυτό.

Δεύτερη περίπτωση, οι γραμματιζούμενοι. Η πεθερά μου Λένου Συντριβάνη του Αποστόλου διέθεται νερόμυλο. Κάποιος συμπατριώτης -  συχωρέθηκε κι αυτός φέτος (2003)- είχε αποφασίσει να πουλήσει το σπίτι. Υπέφεραν πολύ από την πείνα, τι να σου πω! Και πήγε η πεθερά μου στο μύλο (να ρυθμίσει κάπως τα πράγματα). Τότε, αν θυμάσαι, όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, είχαν το δικαίωμα από τα δικαστήρια να πηγαίνουν, να κάνουν έλεγχο στους μύλους και βάσει του δικαιώματος που έπαιρνε ο νοικοκύρης, να παίρνουν και αυτοί ένα μέρος απ΄ αυτό. Αυτοί καθόντουσαν όλη μέρα στο μύλο. Ο καθηγητής πήγε στο μύλο. Η πεθερά μου ετοίμαζε κατσαμάκι και ο καθηγητής «χαπ». «Ωρέ Λένου, η πεθερά μου έριχνε λίγο λάδι». Έπαιρνε με το πριόνι και του έδινε να φάει (ο καθηγητής). Από τον πόθο, αμπάρι του μύλου -ξέρεις τι είναι πόθος, μια και είχες μύλο (προπολεμικά είχαμε κι εμείς μύλο στην Άνω Σκοτίνα). Με το πριόνι έπαιρνε και αλεύρι και το παιδί κρατούσε τη σακούλα με το αλεύρι. Ο μικρός ήταν ίσα με μένα, μικρό παιδί, δέκα με έντεκα χρόνια. Άλλοτε άνοιγε το μαντήλι  -πετσέτα-, τύλιγε εκεί το αλεύρι, το πήγαινε στο σπίτι του για να το κάνουν κουρκούτη. Όσο έπαιρνε το πριόνι. Αυτό ήταν φαρδύ, το περιέστρεφε μέσα στον πόθο και προσπαθούσε να ρίξει το αλεύρι πάνω στη λεπίδα του πριονιού.
       Οι άλλοι είχαν εξαφανιστεί. Μια φορά μόνο αποφάσισε να πάει κάποιος, αλλά ο Μίχος της Μυλωνούς, αδερφός της Καλούδας (συζύγου μου) τον κυνήγησε με τις πέτρες. Μερικούς τους διέκρινε περιφάνεια. Κανένας δεν πήγαινε ούτε στο μύλο του Λεωνίδα Συντριβάνη, ούτε σ’ αυτόν το μύλο του Αποστόλη Συντριβάνη.
----------
Προσωπική εμπειρία
1. Στην Κατοχή πολύς κόσμος στη Σκοτίνα δεν είχε σιτάρι, ούτε καλαμπόκι. Τότε στην Άνω Σκοτίνα λειτουργούσαν τρεις νερόμυλοι. Γερομιχαλού Χρήστου (απάνω γειτονιά), Λιόλια Καρκαφίρη (στο Χασαπλιό) και Αποστόλου Καλιαμπού (κάτω γειτονιά). Θυμάμαι, ερχότανε στο μύλο μας οικογένειες κι αλέθανε κάστανα (παπαδούλες-ψημένα κάστανα), γιατί δεν είχαν καλαμπόκι. Εγώ, 6-7 χρονών παιδί αντάλλασσα μια χούφτα καλαμπόκι (δικό μας) με μια χούφτα αλεύρι από παπαδούλες (του πελάτη). Ήταν νόστιμες οι παπαδούλες!
2. Σχεδόν κάθε πρωί πήγαινα και καθόμουνα στο ντουβάρι του Καλιαμπέικου (σπίτι Καλιαμπού), ώσπου να με δει η ξαδέρφη μου Μαργαρίτα (Πουτιού δάμπλια θυγατέρα). Οι γονείς της διέθεταν καλαμπόκι. Μόλις με αντίκριζε, κατέβαινε κάτω στην αυλή και μου έδινε μια φέτα «φυλλουρίδα» ψωμί. Εγώ την έσφιγγα στο στήθος μου και τροχάδην πήγαινα για να φάνε και τα άλλα αδερφάκια.
3. Άλλες φορές ερχότανε στο σπίτι μου η Κατίνα, θυγατέρα του αγροφύλακα Θεοχάρη Ζιώγα-Ντουραλή. Μου έδινε καθάριο ψωμί (από σιτάρι) κι εγώ της έδινα «καλαμπκίσιου» (καλαμποκίσιο).
4. Ακόμα τριγυρίζει στο νου η θλιβερή εικόνα με το θάνατο μιας γειτόνισσας. Ήταν χειμώνας βαρύς. Η κακομοίρα ξυπόλητη πήγαινε στη βρύση «Μουζάς» για νερό. Ακολουθούσε το γνωστό δρόμο Μπιλιάγκα, Παπαζιώγα, Καλιαμπού, Πινακά, Μουζά. Ψωμί δεν είχε και η πείνα την οδήγησε στο θάνατο. Θεόσχωρέστην!
5. Πληροφορήθηκε ο θείος μου Βαγγέλης Γερομιχαλός (Κάτω Σκοτίνα) και σύζυγός του Όλγα Καλιαμπού ότι έγώ ζούσα τρώγοντας οξόφυλλα και «λιγκότσια» (Άνω Σκοτίνα). Με κάλεσαν στο σπίτι τους για να με προστατέψουν από την πείνα. Οι γονείς μου στην Άνω Σκοτίνα, εγώ στην Κάτω. Παρέα με τον ξάδερφο το Γιώργο βοσκούσαμε τ’ αρνιά και τρώγαμε παπάρα (γάλα με ψωμί). Αυτοί είχαν πρόβατα, καλαμπόκι, ψωμί. Μου κάνανε μεγάλο καλό. Ενέργεια άκρως συγκινητική, ανθρώπινη.
6. Και κάτι το θετικό: το χειμώνα «στούσα τς παΐδις» (έστηνα τις παγίδες) στον ελεώνα του Καλιαμπού κι έπιανα πολλά κοτσύφια. Θυμάμαι πως, μέχρι να ετοιμάσω τη μια παγίδα, άλλο κοτσύφι πιάνονταν στην άλλη. Αρκετοί συμπατριώτες γέμιζαν καλάθια με κοτσύφια και τα πούλαγαν στο Λιτόχωρο.         
----------
ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΑ: λιγκότσια (τα), ανοιξιάτικα αγριολούλουδα. Συνηθίζουν στη Σκοτίνα να τα φέρνουν στην εκκλησιά κατά τη γιορτή της Σταυροπροσκύνησης (ιερά λουλούδια). Τρώγονται και έχουν καλή γεύση.
πόθος: κάσα που χύνεται το αλεύρι ύστερα από το άλεσμα στο νερόμυλο,
τσιανάκι: πιατέλα, τουρκ. canak, «τσανάκα=μεγάλος πήλινος κεσές, στρογγυλός με υψωμένα πλαϊνά τοιχώματα: γιαούρτι σε τσανάκα» (λεξικό Μπαμπινιώτη).



Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Κατοχή: Σαμποτάζ στον Χελοπόταμο










 
Αφήγηση: Τσινιάνης (Πασιάς*) Ιωάννης (1925-)

Σε συνέντευξη που δόθηκε στις 12 Αυγούστου του 2004 ο μπάρμπα Γιάννης Τσινιάνης του Γεωργίου αναφέρεται στους χρόνους τα Εθνικής Αντίστασης και στη συμμετοχή του σε μάχες εναντίον των Γερμανών. Εν προκειμένω θυμάται το σαμποτάζ που έγινε σε φυλάκιο στην τοποθεσία «Χελοπόταμος» Λιτοχώρου:

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Χτύπσαμι μέσα στου Χιλουπόταμου. Στου φυλάκιου.
            -Πού είναι ο Χελοπόταμος**.
            -Στου Λιτόχουρου. Ικεί στου Σταθμό, παραπέρα. Είχαμι ...ικεί πέρα για να σπάσουμι στου φυλάκιου.
            -Εσύ πού ήσουνα.
            -Στ' ανταρτικά. Ιγώ δεν ήξιρα του μέρους. Είχα κάτ' Λιτουχουρνούς ικεί πέρα, πιρνούμι απού κάτ' τη γραμμή. Βρήκα κι κάτ' κυδώνια στου μέρους ικεί, έφαγα κι κυδώνια. Νύχτα ήταν. Πάμι σ' ένα μέρους ικεί πέρα, να πιράσουμι άλλ' μια γκιφυρούλα κι να πάμι στου σκουπό που φύλαγι. Κι είχαν συρματουπλέγματα, αυτό του νησάκ'. Καβάλα τα συρματουπλέγματα ικεί, βγαίνουμι στου κεντρικό, ικεί ήταν σκουπός, φυλάκιου. Αλλά πάν στου δρόμου ήταν πουλλοί αντάρτις. Κι άκουγαν αυτοί είχαν το βλέμμα προς τα 'κεί του σκοπό. Φσούσι κι όλα λίγου. Βγαίνουμι ίσια, ίσια σ' ν' άκρια. Μόλις τουν γλέπου, Γιάν'..
            -Τι είδες;
            -Το σκοπό.
            -Των Γερμανών;
            -Ναι.
            -Τι καιρός ήταν;
            -Τώρα τουν Αύγουστο.
            -Ποιο έτος;
            -Το '44. Λοιπόν, μόλις τον βλέπω εκεί πέρα, -καλά ιτότι είχα 19-20 χρονών- μι μια σάλτα, που λες, τουν γράπουσα.
            -Με τα χέρια;
            -Μι τα χέρια. Τουν γραπώνω ικεί πέρα, κατάλαβι ι άλλους ι σκουπός απού κείν' μπάντα ντ γέφυρα. Αναστατώθκαν. Μόλις τουν έπιασα, τουν έδουσα τουν άλλουν, ύστιρα, του μπήρι κι έφυγι. Φτάν' του τάγκς. Πού να κρυφτείς τώρα μι του τάγκς. Γυρνώ πίσου. Δεν ήξιρα κι του μέρους, Γιάν', του τάγκς ικεί πέρα, προυβουλέας, κι άμα δε γξέρς του μέρους, κυκλουφουρούσι του τάγκς. Απού 'κεί αμπδώ σι μια μπάρα μέσα, απού δω απού κει, απού δω απού κει, πού να μιλήσου. Οι άλλ' είχαν φύγ'. Έμεινα 'γω.
            Ε, καμιά φουρά ξιμπέρδιψα. Βάν' κι του Μαυρουνέρ'. Στου Μαυρουνέρ' πέρα είχαν του επάκτιου, χτυπούσι. Χτυπούσι. Αφού έδουσαν σήμα αυτοί ύστιρα. Χτυπούσι. Ουβίδις.
            Πού χτυπούσε;
            -Χτυπούσι μέσα σι μας, στα Βαρκά, χτυπούσι δώθι, κείθι, γιατί έδουσι σήμα ικείνους, ότι...
            Απού δώ, που κει, καμιά βουλά ξιμπέρδιψα, αλλού έπιφταν ουβίδις...οι άλλ' έφυγαν, πάν απάν ζ Γκουντουργιώτσα. Μι κατάλαβι ένας Γιρμανός όι. Τς λέει ικεί απάν αυτός...Άρξα 'γω να πάνου, ώς να ξιμπιρδέψου, η ώρα δέκα πήγα απάν'. Ε, ήξιραν ορισμέν' γιρμανικά. Αυτός απού μ' έπιασι, λέ':
            -Δεν είντους.
            Κατάλαβι, ας ήταν κι νύχτα, όι! Κατάλαβι. Λοιπόν, καμιά φουρά, πήγα ικεί πέρα. Άλλ' ήλιγαν, ότι "αυτός στα χέρια δεν πιάνιτι, εκτός αν τον χτύπσαν". Για μένα. "Στα χέρια δεν πιάνιτι αυτός". Κουρασμένους, ταλιπουρημένους όλ' νύχτα πήγα απάν' ζ Γκουντουργιώτσα. Ικεί σ' τς άλλ', στου τάγμα. Πήγα καμιά βουλά ικεί απάν', μ' είδι αυτός...
            -Ποιος ήταν επικεφαλής τότε, θυμάσαι κανέναν;
            -Ε, δε θυμάμι, ήταν κι ι Φωτεινός. Ήταν κι άλλ', ο Ιωσηφίδης...Αυτός, όπως είχα μάθ', ήταν υπολοχαγός στο στρατό, στον εθνικό στρατό κι ύστιρα ήταν διοικητής σι μας. Ήταν φουβιρό να τουν καταλάβς. Ήταν ένας, δηλαδή, δεν ξανασταύρουσα τέτοιουν άντρα. Δηλαδή είχι ένα μουστάκ' κουντό μαύρου, στριμένου. Κι νέους, αρά, 30 χρουνών άνθρουπους μπουρεί να ήταν.
            Είχαμι κι μια διμοιρία Ιταλούς. Γιατί όσ' έφυγναν απ' τζ Γιρμανοί έρχουνταν σι μας, στ' ανταρτικά. Κι αυτοί μεταχειρίζουνταν αυτά τα βαριά τα πολυβόλα. Κι πάηναν κάτ' για του τάγκς. Κι αμπήτσα μέσ' στου νιρό ιγώ. Δεν ήξιρα κιόλα, απού πού να βγω. Νύχτα. Κι μ' άφσαν μόνο.

ΚΟΙΝΗ:          Να σου πω, Γιάννη, το σαμποτάζ που κάναμε στον Χελοπόταμο, στο φυλάκιο των Γερμανών.
            -Πού είναι ο Χελοπόταμος.
            -Στο Λιτόχωρο. Εκεί στο Σταθμό Λιτοχώρου, λίγο παραπέρα. Είχαμε προγραμματίσει να σπάσουμε μέχρι εκεί πέρα, στο φυλάκιο.
            -Εσύ πού ήσουνα.
            -Στα ανταρτικά. Προσωπικά εγώ δε γνώριζα την περιοχή. Στην παρέα μου είχα μερικούς Λιτοχωρίτες και μαζί προχωρούσαμε το δρόμο κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή. Βρήκα και έφαγα κάτι κυδώνια. Ήταν νύχτα. Πιάνουμε μια τοποθεσία εκεί πέρα, επιχειρούμε να περάσουμε ένα μικρό γεφύρι με σκοπό να φτάσουμε στο σκοπό που φύλαγε το φυλάκιο. Ήταν ένας περιορισμένος χώρος με συρματοπλέγματα. Καβαλάμε εμείς τα συρματοπλέγματα, προσπερνάμε προς τον κεντρικό δρόμο, αντικρύζουμε εκεί το σκοπό, το φυλάκιο. Αλλά πάνω στο δρόμο υπήρχαν πολλοί αντάρτες. Οι αντάρτες φαίνεται πως πήραν είδηση την παρουσία μας. Ο σκοπός κοιτούσε σε άλλη κατεύθυνση. Φύσαγε επίσης λίγο. Προχωράμε ίσια, ίσια, άκρη, άκρη. Μόλις τον βλέπω, Γιάννη...
            -Τι είδες;
            -Το σκοπό.
            -Των Γερμανών;
            -Ναι.
            -Τι καιρός ήταν;
            -Σαν τώρα, Αύγουστος.
            -Ποιο έτος;
            -Το '44. Λοιπόν, μόλις τον βλέπω εκεί πέρα, -καλά τότε ήμουνα νέος 19-20 χρονών- κάνω ένα σάλτο, που λες, τον γραπώνω. 
            -Με τα χέρια;
            -Με τα χέρια. Τον γραπώνω εκεί πέρα, ο άλλος σκοπός πήρε είδηση. Αυτός που φύλαγε στην άλλη άκρη της γέφυρας.  Αναστατώθηκαν. Πιάνοντάς τον εγώ καλά, τον παραδίνω στον άλλο της συντροφιάς μου. Ο συνάδερφός μου, ύστερα τον παρέλαβε και φύγανε. Εντωμεταξύ, καταφτάνουν τα ταγκς. Πού να κρυφτείς τώρα, που τα ταγκς βρίσκονται μπροστά σου! Αναγκάζομαι να επιστρέψω πίσω. Δε γνώριζα και την περιοχή, Γιάννη. Το ταγκ μπροστά μου με τον προβολέα να μας θαμπώνει. Και δυσκολεύεσαι πολύ, όταν είναι άγνωστος ο τόπος. Το ταγκ κυκλοφορούσε. Παίρνω απόφαση να ριχτώ μέσα σε μια μπάρα με μπόλικο νερό. Καταβάλλω κάθε προσπάθεια να βγω από τα νερά, σε ποιον να φωνάξω; Οι άλλοι είχαν απομακρυνθεί. Έμεινα μόνος και έρημος.
            Ε, καμιά φορά ξεμπέρδεψα. Οι Γερμανοί αρχίζουν να πυροβολούν και από το Μαυρονέρι. Πέρα στο Μαυρονέρι είχαν τα επάκτια. Από εκεί έριχνε οβίδες. Βαρούσε συνεχώς. Αυτό έγινε, όταν οι σκοποί δώσανε πληροφορίες για την παρουσία μας. Πέφτανε οβίδες σωρηδόν.
            Πού χτυπούσε;
            -Το επάκτιο χτυπούσε εμάς. Μέσα στο Βαρικό. Χτυπούσε προς τη μια πλευρά, χτυπούσε προς την άλλη. Γιατί εκείνος ο σκοπός έδωσε κανονικό σήμα ότι εμείς...
            Καταβάλλοντας όλες μου τις προσπάθειες να ξεμπερδέψω από τα βαλτώδη εδάφη, κάποια ώρα τα κατάφερα. Παραπέρα πέφτανε οβίδες. Οι άλλοι συνάδερφοί μου φύγανε. Προχώρησαν προς τα πάνω, την Κονταριώτισσα. Αμάν! Ένας Γερμανός με πήρε είδηση. Ειδοποιεί το γεγονός αυτό εκεί πάνω. Εγώ αργοπόρησα να φτάσω στην Κονταριώτισσα. Μέχρι να ξεμπερδευτώ η ώρα πήγε πάνω από τις δέκα.  Ε, μερικοί ξέρανε γερμανικά. Αυτός που με συνέλαβε, λέει:
            -Δεν είναι αυτός, αποκλείεται.
            Το κατάλαβε αυτός κι ας ήταν νύχτα. Το κατάλαβε. Λοιπόν, καμιά φορά, πήγα εκεί πέρα. Άλλοι λέγανε, ότι "αυτός στα χέρια δεν πιάνεται, εκτός κι αν τον χτύπησαν". Εννοούσαν εμένα. "Στα χέρια δεν πιάνεται αυτός". Κουρασμένος, ταλαιπωρημένος εγώ, όλη νύχτα έτρεχα για να 'ρθώ στην Κονταριώτισσα. Πήγα να ανταμώσω τους άλλους της παρέας. Στο τάγμα. Έφτασα, λοιπόν, κάποτε εκεί επάνω με είδε αυτός, ο αρχηγός.
            -Ποιος ήταν επικεφαλής τότε, θυμάσαι κανέναν;
            -Ε, δε θυμάμαι, ήταν κι ο Φωτεινός. Ήταν κι άλλοι, όπως ο  Ιωσηφίδης...Αυτός, όπως είχα πληροφορηθεί, ήταν υπολοχαγός στο στρατό, στον εθνικό στρατό και ύστερα ήταν διοικητής σε μας. Συναντούσε πολύ δυσκολία να τον καταλάβεις. Ήταν ένας μυστήριος άντρας. Δε συνάντησα τέτοιον άντρα στη ζωή μου. Συγκεκριμένα είχε ένα μουστάκι κοντό μαύρο, στριμμένο. Και νέος. Μωρέ 30 χρονών άνθρωπος μπορεί να ήταν.
            Μαζί μας είχαμε και μια διμοιρία ιταλών. Διότι όσοι φεύγανε από τα γερμανικά στρατεύματα προσκολλούσαν σε μας, στα ανταρτικά. Κι αυτοί μεταχειρίζονταν αυτά τα βαριά τα πολυβόλα. επωμίστηκαν το έργο να πυροβολούν τα ταγκς. Και πήδησα μέσα στο νερό εγώ. Χωρίς να γνωρίζω κιόλα την περιοχή. Από πού να βγω; Οι άλλοι φύγανε και με αφήσανε μοναχό. 
---------
* Πώς βγάλανε τον Γιάννη Τσινιάνη «Πασιά» θα μας τα πει ο ίδιος: Ήμασταν οι αντάρτις (Εθνική Αντισταση) στο Λόφο κι ένα βράδ' έτρουγάμι ριβύθια. Μιλάμι για του '44. Μ' έφιραν από ‘να τάγμα. Κι ήμαν απού δώ πέρα, απ' τ' μέσ' κι απάν γυμνός. Μ' ήφιραν ένα του γιρότιρου τάγμα. Ιγώ έτρουγα ριβύθια κι μι λέ' ένας "Σήκου ρε πασιά να παλέψ'. Σήκου"
-Σταματάτι, αρά, να φάου.
-Σήκου, σήκου.
Μόλις σκώνουμι απάν', ένας, γιρό πιδί, καθώς ήταν γκόλιου κι του πχιάνου απού δώ πέρα του μπράτσου, μπήκαν τα δάχλα μέσα, του γκάνου μια καταή ικεί πέρα, του μπάτσα, τουν λέου:
-Θες ξανά; Άντι φέγα, να μη σι πιτάξου ικεία κάτ', να σι πάρου 'π' του πουδάρ'...
Απού τότι μ' έβγαλαν "πασιά". Λιτουχουρνοί "σήκου πασιάκα μ'".

[Υπηρετούσαμε στο ανταρτικό κατά την περίοδο της εθνικής Αντίστασης με έδρα το Λόφο Πιερίας. Το βράδυ τρώγαμε ρεβίθια. Μιλάμε για το 1944 έτος. Με βάλανε σε ένα ορισμένο τάγμα. Και έτυχε να είμαι μισόγυμνος. Με βάλανε σε ένα από τα καλύτερα τάγματα. Τη στιγμή που έτρωγα τα ρεβίθια με πλησιάζει κάποιος και μου λέει: "Σήκω, επάνω, ωρέ πασιά, να παλέψεις. Σήκω".
-Σταμάτα, πρώτα να φάω και μετά παλεύουμε.
-Σήκω, σήκω τώρα.
Δε χάνω καιρό. Σηκώνομαι επάνω. Ο αντίπαλός μου ήταν δυνατός, γυμνός, καλό παλικάρι. Τον πιάνω από εδώ πέρα, από το μπράτσο, που τα δάχτυλά μου χώθηκαν στο σώμα του. Τον πιάνω καλά, τον ρίχνω καταγής εκεί πέρα, τον πατάω με τα πόδια μου. Στη συνέχεια του λέω:
-Θες ξανά; Άντε φύγε από εδώ για να μη σε πετάξω εκεί πέρα. Φύγε να μη σε αρπάξω από τα ποδάρια σου.
Από τη στιγμή εκείνη μου δώσανε την επωνυμία "πασιάς". Από την περιοχή Λιτοχώρου ήταν αυτός που είπε τη φράση "σήκω πασιάκα μου"].
----------
** Ο Χελοπόταμος πρέπει να βρίσκεται ανάμεσα στη Γρίτσα και Σταθμό Λιτοχώρου. Στο έργο του Σωτήρη Μασταγκά «Χρονικά Λιτοχώρου», (τόμος όγδοος, σελίδα 43) σημειώνεται: «…ένα χιλιόμετρο μόνον έχει επιστρωθή μεταξύ Χελοπόταμου και Βαρικού».

 ΕΙΚΟΝΕΣ


                                           Το αντρόγυνο Γιάννη και Θεοδώρας Τσινιάνη

                                             Ο κ. Ιωάννης Τσινιάνης-πασιάς παραλαμβάνει
                                             το μετάλειο επαίνου από τη διεύθυνση Ελληνικής
                                            Χωροφυλακής. Το βραβείο δόθηκε για τα
                                            ανδραγαθήματα στην Ελληνική Αντίσταση


Σάββατο 27 Ιουνίου 2015

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Μαρία Καλιαμπού

    
                                                
                                       Το καινούριο βιβλίο

      Πρόσφατα κυκλοφόρησε το καινούριο βιβλίο της Μαρίας Καλιαμπού, καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο του Γέιλ Αμερικής. Στον πρόλογο τονίζεται: «Το βιβλίο είναι γραμμένο στα ελληνικά από τη Μαρία Καλιαμπού, έμπειρη καθηγήτρια των ελληνικών στο πανεπιστήμιο  Yale. Είναι απαραίτητο εργαλείο για μαθητές και δασκάλους ελληνικών. Αποτελεί συμβολή όχι μόνο στην

εκμάθηση γλώσσας, αλλά και του πολιτισμού της Ελλάδας». Το ανθολόγιο περιλαμβάνει:

     -είκοσι πέντε ελληνικά παραμύθια. Ξεκινάει με εύκολες ιστορίες, προχωράει σε δυσκολότερα κείμενα και τελειώνει με τρία παραμύθια σε διαφορετικές ελληνικές διαλέκτους.
     -πλήρες λεξιλόγιο με μετάφραση στα αγγλικά, καθώς και κατάλογο με ιδιωματικές εκφράσεις.
     -ερωτήσεις κατανόησης κειμένου σε κάθε κεφάλαιο.
     -γλωσσικές ασκήσεις για λεξιλόγιο και γραμματική.

ΕΙΚΟΝΕΣ από σελίδες του βιβλίου












                         

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Εμφύλιος: Ελένη Καλιαμπού-Μπακάλη


 
ΜΑΥΡΗ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ‘48

      Η Ελένη Καλιαμπού-Μπακάλη (ξαδερφούλα μου) μιλάει για τις μαύρες μέρες του Εμφυλίου. Θυμάται τα «πάθη» που διαδραματίστηκαν  στις παραμονές του Πάσχα του 1948. Η συζήτηση γίνεται στο σπίτι της στη Λεπτοκαρυά (6 Ιουλίου 1982):


ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Ήταν άνοιξη, καρτιρούσαμι παραμονές Πάσχα. Μόλις έφτασι ικεί ι πατέρας, πέρα σ’ τς ιλιές, λέει στ’ μάνα μ’:
                  -Αύριου θα φύγου, Χρυσούλα.
                  -Καλά θα φύγς. Απόψι αν σας πάρν; Τώρα πού να σας κρύψουμι;
                  Του μπατέρα του γκρύψαμι ικεί ζ ντ Γιρμπχαλού τα μιλίσσια. Απού κάτ’ τς Αρακλήνινας τς ιλιές. Σι πατλιά. Ικείνις οι ζινιλιές που έχν πουλλά λουλούδια, καν’ σα γκαλύβις. Κι έτρουγαν κι τα μιλίσσια τα λουλουδάκια ικείνα. Η μάνα μ’ κι ’γω τουν λέμι:
                  -Φύγι, να μη σι πάρουν, πατέρα. Κάνι αυτούϊα σιακάτ’.
                  -Θά πάου να κρυφτώ, καλά λέτι.
                  Ήταν μούρκια, βράδ’. Μόλις πρόλαβι κι έφυγι ι πατέρας, πάρ’ τις απ’ ντάσκαλη (του δάσκαλου) τς καστανιές οι αντάρτις. Να μη τς ιδούν, δεν ήρθαν απ’ τιδώ του σουκάκ’ ντ Γανουτή, μα  ήρθαν απού κεί πέρα. Κατέφκαν απ’ Μπαναϊά κατιφτείαν, του μπαϊρί. Μόλις κατιβαίν’ ικεί, γλέπουμι καμιά βουλά γιόμσι ι τόπους. Του πιρικύκλουσαν ούλου του σπίτ’. Ανέφκαν ψηλά. Κοιτούσαν στα νταβάνια. 
Είχαμι ζμώσ’ ικείνου του βράδ’. Είχαμι φρέσκου ψουμί. Τα πήραν ούλα. Μι συγχουρείς, τς μάνας τα βρακιά που ‘ταν μαζιμένα στα πανέρια τα σήκουσαν ούλα. Τα ψουμιά μας τα πήραν, ιλιές, λάδια, όλα έρμα. Του μπατέρα δε μπόρσαν να τουν βρούν. Ήλιγαν: «Αφού τώρα, μας είπαν, ιδώ ήταν». «Να, ιδώ ήταν, λέει η μάνα μ’, πού να πάει, δε γξέρου. Θα είντους όξου. * Δε γξέρου». «Είντους ή έφυγι; Δε θα γλιτώσ’ άμα θα ’ρθεί».
                  ‘Υστιρα έφυγαν αυτοί.
Μιτά ακούμι απού κάνα βράδ’, δυό, ι πατέρας έφυγι ζ Γκατιρίν’, μας απαράτσι ‘μάς. Του επαύριου παίρν του μπαπά. Αφού πήραν του μπαπά, ξισκώθκαμι ούλ’ κι έφυγάμι. Είχαμι σκώσ’ τα πράματα τα μισά προυτού ν’ άρθουν οι αντάρτις.
Μιτά, αφού πήραν του μπαπά, α! κουμπούρ’ κι ‘μείς μι τα πόδια, στ’ Λιφτουκαρυά. Ενας, ένας, ούλ’ τραβιούνταν, πήγαν στ’ Λιφτουκαρυά. Ύστιρα πλάκουσι στρατό. Να φυλάγν τ’ Λιφτουκαρυά. Ακούμι απού καμπόσις μέρις, καμιά δικαπινταριά μέρις:
-E, πιδιά, πιδιά -θιός σχουρέστουν του μπαπά Γιάν’  -ιγώ είμι η παπάς απ’ τ’ Σκουτίνα!. . .
Τουν άφσαν οι αντάρτις κι αυτός κατέφκι απ’ του βνο. Φώναζι να μη ντουν σκουτώζν, απόξου που φύλαγαν για τς αντάρτις. Το στρατό. Νύχτα.
Μπροίκα μας, τζ βιλέτζις κ. ά. Τα πήγαμι στου Λτόχουρου μι ζώα. Τα πήγαμι σ’ τς Μαρούκινας του σπίτ’ (μάλλον τ’ αφήσαμι κάναν χρόνουν) κι ύστιρα τα πήγαμι στου Φούντου -τς ήξιραν τς Καλιαμπάδις οι Φουνταίοι, τς είχι φίλ’ ι παππούς ι Καλιαμπός -τα είχαμι ικεί τα μπαούλα, 4 δουχεία λάδ’ κλπ. Αλλιώς θα μας τα ‘πιρναν ούλα. Τς μανιάς τς Καλιαμπίνινας του μπαούλου βρίσκιτι ακόμα ικεί καταή (στο υπόγειο το θκό σας).

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ        Ήταν άνοιξη του 1948. Ακριβώς περιμέναμε τις παραμονές του Πάσχα. (Ο πατέρας μου ήταν κρυμμένος από το φόβο των ανταρτών). Ένα βράδυ εμφανίζεται στις ελιές, απέναντι από το σπίτι και λέει στη μάνα μου:
      -Αύριο θα φύγω, θα εξαφανιστώ, Χρυσούλα.
      -Καλά θα κάνεις, να φύγεις. Αν, όμως, σας συλλάβουν απόψε; Τώρα πού να σας κρύψουμε;
      Τον πατέρα τον κρύψαμε στο σημείο που ο Γερομιχαλός είχε τα μελίσσια. Ακριβώς κάτω από τις ελιές της Ηρακλήνινας (συζύγου του Ηρακλή Δάμπλια). Υπήρχε εκεί καλή κρύπτη από χαμόκλαδα. Υπήρχαν εκείνες οι ζινιλιές με τα λουλούδια τα πολλά. Αυτές έμοιαζαν σαν καλύβες. Και τα μελίσσια τρώγανε από τα λουλούδια εκείνα. Η μάνα μου κι εγώ του λέμε:
      -Φύγε, πατέρα, για να μη σε συλλάβουν. Κρύψου προς τα κει κάτω.
-Έχετε δίκιο. Θα πάω να κρυφτώ.
      Ήταν σούρουπο, βράδυ. Μόλις πρόλαβε και έφυγε ο πατέρας, να, πάρτους μπροστά μας αυτοί. Οι αντάρτες εμφανίστηκαν από τις καστανιές του δάσκαλου.** Για να μη τους πάρουν μυρωδιά αυτοί δεν ακολούθησαν το γνωστό μονοπάτι του Γανωτή, αλλά προτίμησαν να ‘ρθούν από κει πέρα, το περιβόλι του δάσκαλου. Από την Παναϊά κατέβηκαν κατευθείαν στο μπαΐρι του Καλιαμπού. Μόλις φτάσανε εκεί στο μικρό μπαΐρι, διαπιστώσαμε ότι ο τόπος γέμισε από αντάρτες. Περικύκλωσαν όλο το σπίτι. Ανέβηκαν στον επάνω όροφο. Ψάχνανε τα ντουλάπια.
      Εκείνο το βράδυ έτυχε να ζυμώσουμε. Είχαμε φρέσκο ψωμί. Οι αντάρτες μας τα πήραν όλα. Με συγχωρείς, και της μάνας τα βρακιά που ήταν μαζεμένα στο πανέρι, τα ξεσήκωσαν όλα. Μας πήραν τα ψωμιά, μας πήραν τις ελιές. Μας πήραν τα λάδια, δε μας άφησαν τίποτα. Ερημιά παντού. Τον πατέρα δεν κατάφεραν να τον βρουν. Απορούσαν και μας έλεγαν: «Αφού προ ολίγου ήταν εδώ» «Ναι, εδώ ήταν, λέει η μάνα. Πού πήγε τώρα, δεν ξέρω. Μπορεί να βρίσκεται στο καφενείο. Πού να ξέρω!» «Τελικά βρίσκεται στο χωριό ή έφυγε; Αλίμονό του αν έρθει. Δε θα γλιτώσει».
      Ευτυχώς που φύγανε, ύστερα, αυτοί.
      Πέρασε ένα ή δυο βράδια. Μαθαίνουμε ότι ο πατέρας μας είχε φύγει για Κατερίνη. Εμάς μας άφησε στο σπίτι, στη Σκοτίνα. Την επομένη παίρνουν όμηρο τον παπά. Η ενέργεια αυτή έκανε να ξεσηκωθεί όλο το χωριό. Φύγανε όλοι. Εντωμεταξύ, εμείς είχαμε προετοιμαστεί κατάλληλα· ξεσηκώσαμε το μισό νοικοκυριό προτού εμφανιστούν οι αντάρτες.
      Ήταν, λοιπόν, επόμενο, μόλις συλλάβανε τον παπά, να το σκάσουμε κι εμείς με τα πόδια για τη Λεπτοκαρυά. Ένας, ένας όλοι αποτραβιούνταν, πήγαν στη Λεπτοκαρυά. Ύστερα πλάκωσε στρατός. Να φυλάγουν τη Λεπτοκαρυά. Πέρασαν αρκετές μέρες, καμιά δεκαπενταριά μέρες, οπότε ακούστηκαν φωνές:
-Ε, παιδιά, ε παιδιά -θεόσχωρέστον τον παπά Γιάννη- εγώ είμαι, ο παπάς από τη Σκοτίνα
      Τον απελευθέρωσαν οι αντάρτες κι αυτός κατέβηκε από το βουνό. Φώναζε για να μη τον σκοτώσουν αυτοί που φύλαγαν το χωριό από τους αντάρτες. Έξω από το χωριό. Δηλαδή ο στρατός. Ήταν νύχτα.
Την προίκα μας, τα σκεπάσματά μας κ.ά. τα μεταφέραμε στο Λιτόχωρο με ζώα. Στο σπίτι της Μαρούκινας (εκεί τα αφήσαμε για κανένα χρόνο) και ύστερα τα μεταφέραμε στον Φούντο -οι Φουνταίο ήξεραν και σχετίζονταν με τους Καλιαμπαίους. Ο παππούς ο Καλιαμπός τους είχε φίλους-. Εκεί είχαμε φυλαγμένα τα μπαούλα, 4 δοχεία λάδι κλπ. Αλλιώς οι αντάρτες θα τα αρπάζανε όλα. Το μπαούλο της γιαγιάς Καλιαμπίνινας σώζεται ακόμα. βρίσκεται εκεί στο υπόγειο το δικό σας***.
----------
* στη Σκοτίνα ο όρος «όξου» δηλώνει, αποκλειστικά, έξω στο καφενείο, στην πλατεία.
** οι καστανιές του δάσκαλου Βλέτση βρίσκονται στο όμορο οικόπεδο των Καλιαμπαίων στην κάτω Σκοτίνα-Βασίλα.
*** το σπίτι του Καλιαμπού στην Κάτω Σκοτίνα μέχρι τη δεκαετία του 1970 ήταν χωρισμένο στα δύο (Αποστόλου και Διονυσίου). Το μπαούλο της γιαγιάς βρισκότανε στο υπόγειο του Αποστόλου (πατέρα μου).

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Εμφύλιος: Λεπτοκαρυά, απόηχος της μάχης του ‘48



     
Αφήγηση: Θανάσης Μπακάλης

                     Τα επακόλουθα της μάχης του 1948 (Λεπτοκαρυά) θυμίζει ο  Θανάσης Μπακάλης στη συνέντευξη της 24.8.2013:

      1. νάρκες

                     -Το αποτέλεσμα ήταν μια μεγάλη καταστροφή, μας περιορίσανε εντελώς για ένα χρόνο. Δεν έβγαινε κανένας έξω. Πείνα υπήρχε φοβερή, φοβερή πείνα, δουλειά δεν υπήρχε πουθενά, όλα καμένα, καμένη γη, που λέγαμε. Ο κόσμος ζούσε παίρνοντας άδειες. Ο πατέρας μου για να πάει να δουλέψει, έπρεπε να πάρει μια ομάδα στρατό και να ειδοποιεί κάθε Τετάρτη ότι την Πέμπτη θα είναι ο μύλος ανοιχτός, να φυλάγεται για να πάει ο κόσμος να βγάλει λίγο αλεύρι. Κι το ‘παιρνε ο κόσμος στον ώμο.  Στη Σκοτίνα δε μπορούσε να πάει ο κόσμος (για να αλέσει στους μύλους).
                     -Ο μύλος πού ήταν;
                     -Ο μύλος ήταν στη Ζλιάνα, εκεί πού είναι ο Ορφέας, πίσω από τον Ορφέα, στη νότια πλευρά. Ακριβώς εκεί που είναι τα αρχαία. Είχε πολύ νερό, το φέρνανε από την Καρυά, χειμώνα-καλοκαίρι, το φέρνανε από την Καρυά με κανάλι. Και ο πατέρας μου φοβότανε, γιατί σ’ αυτές τις τοποθεσίες πάντοτε οι αντάρτες πήγαιναν και τοποθετούσαν βόμβες. Και να πάει ο άλλος και να σκοτωθεί. Και πήγαινε πρώτα ο στρατός με ένα μαραφέτ’ εκεί πέρα για να κοιτάξουν αν έχει βλήματα και μετά λέγανε «ανοίξετε το μύλο να μπείτε μέσα».
                     -Θυμάσαι τον Γρηγόρη Μπιλιάγκα, θύμα νάρκας;
                     -Ο Μπιλιάγκας ήταν βοηθός σε ένα καΐκι, το οποίο από δω πήγαινε Κατερίνη μέσω θαλάσσης. Και τους είχαν βάλει νάρκα στο καΐκι κα μόλις πήγαν εκεί για να ταξιδέψουν, προτού μπούνε μέσα, κάποιος πάτησε τη νάρκα, η βάρκα ανατινάχτηκε, του κόψανε τα ποδάρια, όχι μόνο ο Μπιλιάγκας. Και ο Πατούνας ο μπάρμπα Βαγγέλης Αγγέλης είχε τραυματιστεί, κόπηκε το πόδι του και καναδυό Λεπτοκαρίτες τραυματίστηκαν και δεν τους πέταξαν τόσο τα βλήματα, όσο τα ξύλα της βάρκας. Και δε μπορούσες να πας πουθενά. Μας βάζανε στο δρόμο αργότερα το ’48 μέχρι το ’49 -τον Αύγουστο τελείωσε ο πόλεμος- μας βάζανε στο δρόμο να κατεβαίνουμε από Λεπτοκαρυά μέχρι εδώ στο τρένο να κοιτούμε το δρόμο αν δούμε κανένα άνθρωπο παράξενο να πούμε τι ήταν αυτός, τι έκανε στο δρόμο.
                     -Ποιος σας έβαζε;
                     -Ο στρατός βάζανε τα παιδιά. Είχαν βάλει και τον πατέρα μου κάποτε.
                     -Δηλαδή, κάνατε ανίχνευση στο δρόμο.
                     -Ναι. Και έλεγαν «θα πάτε στο δρόμο αυτό, εσύ θα πας από δω μέχρι εκεί. Αν δείτε άνθρωπο και δεν τον γνωρίζετε, που δεν είναι Λεπτοκαρίτης, να δείτε τι κάνουν στο δρόμο», γιατί βάζανε πολλές νάρκες. Είχαν βάλει τον πατέρα μου. Ο πατέρας είχε το μύλο. Δε μπορούσε να πάει και λέει: «θα πάει το παιδί». Άμα δεν ξέρει θα πάω να ειδοποιήσω τον από κάτω, τον επόμενο που ήμασταν φύλακες σ’ αυτόν τον δρόμο.
     
      2. ο τραυματίας

                     Εντωμεταξύ, θυμάμαι, ήταν Νοέμβριος του ’48 μετά τη μάχη αυτή. Ο πατέρας μου πήγε στη χωροφυλακή και είπε να πάει στο μύλο το παιδί. Είπαν αυτοί «ξέρει το παιδί»; «Ξέρει, γνωρίζει». Με βάλανε εμένα, πήγα εγώ, παίρνω ένα άλλο παιδί πάλι, το Λύρα για να πάμε το μισό δρόμο εγώ, το μισό δρόμο αυτός. Κων/νος Λύρας, ζει ακόμα. Μου λέγει: «Εσύ θα φυλάγεις μέχρι εκεί, εγώ θα κατέβαινα από δω, θα ανταμωνόμαστε, θα ξαναγυρίζουμε πάλι και θα τα λέμε αν βλέπαμε κανέναν. Αυτός ήταν 7-8 χρόνια μεγαλύτερος από μένα και μου λέει: «Άσε, δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα, πάρε μια κλάρα -είχε πολλούς κοσιαβαίους (κοτσίφια). Μόλις θα τινάζεις τη βατσινιά μέσα, ξέρω γω, κι εγώ με μια κλάρα θα τον σκοτώνουμε. Όντως έτσι κάναμε και είχε πολύ κοτσίφι. Χτυπούσαμε με κλάρα. Πάω εκεί δίπλα στο δρόμο που ήταν μια βατσινιά, μια πατλιά, κοιτάω, βλέπω μέσα ήταν ένα κουβάρι. Άνθρωπος τραυματισμένος -μου σηκώθηκε η τρίχα τώρα- «ω! μου λέει, τι είναι αυτό!», «δεν ξέρω», τον βλέπω εκεί όλο αίματα, το πόδι του εδώ πέρα, το πρόσωπο. Μέσ’ στη βατσινιά, ναι. Φεύγουμε από κει, κατεβαίνουμε στο Σταθμό (σιδηροδρομικό), ήταν οι μάυδες όλοι.
                     -Τον τραυματισμένο τον αφήσατε;
                     -Τον αφήσαμε εκεί και κατεβαίνουμε εδώ κάτω, λέμε: «Βρήκαμε αυτό κι αυτό στο τάδε σημείο, δίπλα στη βατσινιά, σ’ αυτήν την πατλιά είναι κάποιος άνθρωπος κρυμμένος». Είδαμε όλο αίματα, αλλά και το πόδι του πρέπει να το είχε σκοτωμένο. «Το είδατε καλά;», «καλά». Φέρει μια ομάδα από κει μαζί με μας με τα παιδιά, πάμε εκεί (πού είναι το γήπεδο τώρα της επάνω Λεπτοκαρυάς), το δείχνουμε την πατλιά. Μόλις τον είδαν αυτοί, ένας Λεπτοκαρίτης τον γνώρισε, ήταν από το Λιτόχωρο. Αυτός ήταν σύνδεσμος μεταξύ Παντελεήμονα και Λιτοχώρου, κατάλαβες; Επειδή αυτός, τον τραυμάτισε κάποιος, το παιδί ήταν μέρες εκεί, δε μπορούσε να κουνηθεί. Ήταν αντάρτης αυτός, τους αντάρτες υπηρετούσε και έμεινε εκεί. Είχε αδυνατίσει, δε μπορούσε να περπατήσει και λεγότανε Τριανταφύλλου. Λοιπόν, παν εκεί στη βρύση και τον αρχίζουν, τον ρίχνουν μέσα στο νερό. Ένας: «ε, λέει, τι το κάνετε», βγάζει ένα πιστόλι, «μπαμ, μπαμ, μπαμ», τον σκότωσε.
                     -Αλήθεια;
                     -Βέβαια. Φεύγουμε τροχάδην. Ναι, τον σκοτώνει, από λες, τον αφήνει. Έρχονται και τον παίρνουν ξανά, τον πήραν, φύγαμε εμείς. Πήγαμε στο χωριό εμείς, μας καλούν. Εγώ είχα χάσει τα πάντα, δεν ήξερα τι έλεγα. Εγώ, μόλις τον είδα σκοτωμένο, τα ‘χασα. Δεν ήξερα…Λέω στον πατέρα «δεν πάω άλλη φορά».
                     -Ο τραυματίας θέλει σέβας.
                     -Όποιος και να ‘ναι, και από τη μια πλευρά και από την άλλη. Εκ των υστέρων έμαθα ότι τον Τριανταφύλλου τον παίρνουν από δω και τον πετάζουν μέσ’ στο Μαυρονέρι. Ήρθαν κάποτε από το Λιτόχωρο κάτι συγγενείς του να μας ρωτήσουν και δε μ’ άφηνε ο πατέρας να πάω. Τους έλεγε ο πατέρας: «το παιδί δεν είναι εδώ, δεν είναι εδώ».