Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Εμφύλιος: θάνατος Παντελή Κοκράνη (1946)



Παντελής Κοκράνης με τη σύζυγό του Τασούλα Ηρ Δάμπλια

Η Καλλιόπα Κοκράνη, εγγονή του Παντελή και σύζυγος του Παύλου Στύλου, μου έδωσε συνέντευξη (10 Ιουλίου 1995) με κύριο θέμα το θάνατο του παππού της στα χρόνια του Εμφυλίου:

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Ήταν ένας άνθρουπους που υπηριτούσι του στρατό. Χουρουφύλακας. Αυτός σι όλα τ’ τα χρόνια του όπλου’ π’ τουν ώμου δε ντου άφινι. Μια ζουή έτσ’ ήταν ι παππούς. Του γκυνηγούσαν όμους. Πουλύ του γκυνηγούσαν να τουν πχιάζν. Όταν έπχιαναν αυτοί ιδώ, "αχ, -ν’ ήλιγι ντ’ γιαγιά μας ν’ Ντασιούλου- μη φουβάσι, ιμένα δε μι πχιάν’».  Τουν έπχιασαν στ’ Λιφτουκαρυά’ του’ 46 σ’ τς  24 Σ/βρίου. Του μπχιάσαν ιχμάλουτουν κι τς λέ’: «Αδέρφια είμιστι. Κι σεις αδέρφια κι μεις αδέρφια. Ν’ αγκαλιαστούμι». Αυτοί όμους -ήταν κι η πιθιρόζ μ’ μαζί- λέν’: «Φέγουμι». 
Κι φέγν σιαπάν’. Τουν φουρτών’ σ’ τς πλάτις κι του ντραυματία.  Ανήφορα, ανήφορα, ανήφορα. Κουράζουνταν. Τουν έπιφτι ι τραυματίας. Μ’ ώς πού. Εξήμ’σ’ ώρις είνι ώς Γκαρυά απ’ τ’ Λιφτουκαρυά. Όταν, όμους,  κουράζουνταν ι παππούζ μ’, κάθουνταν κάτ’ ι καημένους κι αυτός τουν δάγκουνι απού πίσου. Όταν πήγαν ζ Γκαρυά, τουν δίκασαν μιταξύ τς αυτοί. Κι μια φουρά μας τα ήλιγι αυτά μια γυναίκα, η Νάσινα Τρακαλίδινα. Αυτή μας ήλιγι ν’ ιστουρία του παππού. Ι Κακάλς * ι Κουκράντζ τουν είχι αδιρφόν του Μπαντιλή. Κι ήλιγι σι’ αυτήν τώρα "πες μου όλ’ τσυνέχεια απ’ τουν αδιρφό μ’, πώς έγινι". Κι αυτή ήλιγι τ’ συνέχεια: «Ικεί ‘π’ του μπήραν, τουν χτυπούσαν πουλύ. Τουν έδιναν, τουν χτυπούσαν, τουν έφκιαναν. Στου τέλους έβαλαν πιτρέλιου κι τουν έκαψαν. Πηδούσι, πηδούσι. Κι μιτά του μπήρι του πουτάμ’».
Αυτή, μας ήλιγι τάχα ότι του μπήρι κι τουν έθαψι κάποιος. Αλλά δε ντουν βρήκαν. Πήγι η μάνα μ’, η γιαγιά μ’, η τχιά μ’ η Κακάλινα η Κουκράνινα κι έψαξαν, αλλά δε ντουν βρήκαν. Μιτά απού πουλλά χρόνια πήγαν, μα τίπουτα. Πρέπ’ του πουτάμ’ να τουν έμασι.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Ήταν ένας άνθρωπος που υπηρετούσε την πατρίδα. Χωροφύλακας. Όλη του η ζωή ήταν στρατός. Το όπλο δεν έφευγε από τον ώμο του. Έτσι ο παππούς πέρασε όλη του τη ζωή. Τον κυνηγούσαν όμως. Τον κυνηγούσαν επίμονα να τον συλλάβουν. Όταν οι αντάρτες πλησίαζαν προς τα μέρη μας, ο παππούς έλεγε στη γιαγιά Τασούλα: «αχ! μη φοβάσαι, δε με συλλαμβάνουν εμένα». Τελικά τον συλλάβανε στη Λεπτοκαρυά το 1946, στις 24 του Σεπτέμβρη. Τον πιάσανε αιχμάλωτο και τους λέει: «Αδέρφια είμαστε. Μεταξύ μας αδέρφια. Δε μένει, παρά να αγκαλιαστούμε». Αυτοί, όμως, -παρών και ο πεθερός μου- λένε: «Μπρος, φεύγουμε».
            Και κάνουν προς τον ανήφορο. Του φορτώνουν στις πλάτες και κάποιον τραυματία. Ανηφορικά, ανηφορικά, ανηφορικά. Κουράστηκαν στο περπάτημα. Κι ο τραυματίας ξεγλιστρούσε από τις πλάτες του και έπεφτε. Κι άντε, μέχρι πού τον πήγαν! Η Καρυά (Ολύμπου) απέχει από τη Λεπτοκαρυά εξήμισυ ώρες δρόμο. Στη διάρκεια, όμως, της διαδρομής ο παππούς κουράζονταν. Σταματούσε και κάθονταν καταγής ο κακόμοιρος να ξεκουραστεί. Να υποφέρει και από τον τραυματία που τον κουβαλούσε στον ώμο. Ο τραυματίας δεν ήθελε καθυστερήσεις στο δρόμο και δάγκωνε τον παππού πίσω στις πλάτες. Όταν, πια, φτάσανε στην Καρυά, όπου και το στρατηγείο τους, οι αντάρτες μεταξύ τους δίκασαν τον παππού. Και όλα αυτά μας τα ομολογούσε αργότερα μια γυναίκα, η Νάσινα Τρακαλίδινα. Αυτή μας εξιστόρησε όλα για τον παππού. Τα έλεγε στον Θεοχάρη Κοκράνη, ο οποίος ήταν αδερφός του Παντελή. Ο Θεοχάρης επιμόνως της έλεγε: «πες μου, σε παρακαλώ, όλη τη συνέχεια για τον αδερφό μου». Κι αυτή εξιστορούσε: «Εκεί, στο σημείο που τον οδήγησαν, τον χτύπαγαν πολύ. Τον δένανε, τον περιπαίζανε. Στο τέλος του βάλανε πετρέλαιο και τον κάψανε. Αυτός από τους πολλούς πόνους πηδούσε, πηδούσε. Ώσπου, στο τέλος, τον πήρε το ποτάμι».
            Η γυναίκα αυτή μας έλεγε ότι τον συμμάζεψε, τάχα, κάποιος και τον έθαψε. Αλλά πουθενά δε βρέθηκε. Πήγαν στα μέρη εκείνα η μάνα μου, η γιαγιά μου και η Κακάλινα Κοκράνινα και ψάξανε. Αλλά δεν τον βρήκαν. Αυτό, βέβαια, έγινε ύστερα από αρκετά χρόνια. Ήταν επόμενο να μη βρουν ίχνη του. Πρέπει το ποτάμι να έσυρε το νεκρό σώμα του.
----------
* το όνομα Κακάλης-Κακάλς (αντί Θεοχάρης) το συναντούμε συχνά στη Σκοτίνα (ι Κακάλς ι Κουτσιβός, Κακάλς τς Κώτσινας…). Ακριβή προέλευση δε γνωρίζουμε. Στα μέρη της Κοζάνης ο Κ. Δ. Ντίνας στο βιβλίο Κοζανίτικα επώνυμα 1759-1916, σελ. 135, τονίζει: «κακάλι, κόκκινο σαρκώδες λοφίο στο κεφάλι του πετεινού, λειρί».

ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΚΟΚΡΑΝΗ-απόγονοι

Α. Απόστολος, σύζυγος Δήμητρα Κατσαμπέκη
            1. Θωμάς, σ. Καλλιόπη Αθ. Οικονόμου
                        α. Μιχάλης, σ. Χρυσούλα, ξένη
                        β. Παρασκευή, σ. Δ. Σαούλιας
                        γ. Ευγενία
            2. Θεοχάρης, σ. 1) Βάια, 2) Φωτεινή, σ. Μ. Καρκαφίρης-Τσιούρβας
                        α. Χαϊμαδή (υιοθεσία από Δ. Στύλο)
            3. Παντελής, σ. 1. Καλλιόπη Ν. Χασιώτη, 2. Τασιώ Ηρ. Δάμπλια
                         (π. σύζυγος Γ. Χριστινόπουλου-Τέλιου).
                        α. Όλγα, σ. 1. Γιάννης Ν. Γερομιχαλός, 2. Σωτήρης Κατέλας
                        β. Απόστολος, σ. Ανδρονίκη Α. Καρκαφίρη-Τσιούρβα
                                    Καλλιόπη, σ. Παύλος Α. Στύλος-Ματσιούλας     
Μαρία, σ. Νίκος Αγγέλης         
Βαγγελιώ, σ. Βαγ. Μάνος   
Παντελής, Γραμματή Ι. Γκάρα                 
Θανάσης, σ. ξένη            -
                        γ. Βαγγελιώ, σ. Δημ. Α. Γκάρας
                        δ. Νικόλας, σ. Λευκοθέα Γ. Καρκαφίρη
                        ε. Χαρίκλεια, σ. Χρ. Θ. Σακελλάρης
                        στ. Δήμητρα, σ. Αθ. Δ. Σακελλάρης
                        ζ. Σοφία, σ Απ. Σ. Καλαμάρας
                        η. Παντελής (γέννηση 1946) σ. Ελένη Ν. Μήτσιου
            4. Πηνελόπη
Β. Ιωάννης, σύζυγος από Λεπτοκαρυά
            α. Κώτσιος, σ. από Λεπτοκαρυά
            β. Θεοχάρης-Κακαλέτσας, σ. από Λεπτοκαρυά
                        -Λέγκου, σ. Ν. Δάμπλιας
            γ. Φωτεινή, σ. από Νιζιρό
            δ. Όλγα Βαγγιλάκινα
            ε. Μαρία, σ. Νικόλαος Γεργολάς
Γ. Δημήτριος, σύζυγος από Λεπτοκαρυά
            α.  Ελένη, σ. Τέλιος Χριστινόπουλος
            β. Αναστασία, σ. Τόλιος Αγγέλης
Δ. Πηλινιώ (;)
 ---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ


Παντελής Απ. Κοκράνης, εγγονός του Παντελή Κοκράνη. 
Η φωτογραφία από 40νθήμερο μηνημόσυνο (8.8.15) 
στον Αγιώργη Σκοτίνας.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

αναμνήσεις: τα γίδια στο Κοιμητήριο




Παρατηρούμε ότι οι παλιές εκκλησίες έχουν μεγάλο νάρθηκα. Το βλέπουμε αυτό στην «Παναγία», ενοριακό ναό στην Άνω Σκοτίνα. Το βλέπουμε στον «Χριστό», εξωκλήσι με τις αξιόλογες αγιογραφίες, στην τοποθεσία «Κότρες». Το βλέπουμε και στον νεκροταφειακό ναό της Άνω Σκοτίνας, άγιο Αθανάσιο.
Ο μεγάλος χώρος του νάρθηκα στον άγιο Αθανάσιο βοηθούσε τους τσοπάνηδες πάρα πολύ. Περισσότερο σε μέρες κακοκαιρίας. Πρόχειρο, μα σίγουρο μαντρί. Σωστή στρούγκα. Κι ο μπάρμπα Βαγγέλης (Γερομιχαλός) ευχαρίστως δοκίμασε μια τέτοια συγκυρία. (Η φωτογραφία του Αγίου Αθανασίου βρίσκεται στην εξωτερική πύλη του νάρθηκα. Τραβήχτηκε από τον υποφαινόμενο το 1960).

αφήγηση: Βαγγέλης Γερομιχαλός

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Η εκκλησία, ι άγιους Αθανάσιους είχι μιγάλ’ αστρέχα. Γύρου-γύρου 1.50 μ. φάρδους, να φέγν τα νιρά όξου. Πααίνου, ανοίγου μπόρτα. Βρουχή τρικυμία. Όξου όμους. Τα γίδια τα είχα στα Καρόπλα. Ικεί είχαμι τ’ στρούγκα. Καλουκιρινό μαντρί. Πήρι μια βρουχή ραγδαία. Κι τα βάρσα τα γίδια να πχιάζν τς αστρέχις όξου. Μπ δε ντα χουρούσαν οι αστρέχις, Άγξαν μπόρτα κι παν κι μέσα στου νάρθηκα. Στου διάμισου είνι η πόρτα που πααίν’ σ’ ν’ ικκλησιά μέσα. Κι στου κάτου μέρους είνι του κοιμητήριου αυτό, που είνι τα ουστά μέσα. Στου κοιμητήριου είχαν μια βιργούλα σ’ τς κρικέλις. Για να μη μπααίν ιλεύθιρα. Αλλά τα γίδια πουλλά. Στρίμουγμα, στρίμουγμα, στρίμουγμα…τάντζαν μπόρτα. Λύγσι η βέργα κι γιόμσι του κοιμητήρου ικεί γίδια, παν στα κόκαλα κρακρακρα, κρακρακρα.
            Λοιπόν, σκώνουμι ιγώ, παίρου γκλουτσόβιργα κι πααίνου κι μπαίνου μέσ’ στα κόκαλα, ψλά, αμπδούσα ψλά. Νύχτα. Κι βαραίνου απού δω κι βαραίνου απού κει, μι γκλουτσίβιργα ικεί. Σκουτάδ’ μεσα. Ψλά στα κόκαλα. Τι γίνιτι, που λες: Αφού τα έβγαλα τα γίδια όξου, σκουτάδ’ τώρα, βίρα σιαδώ, βίρα σιακεί. Μι γκλουτσόβιργα τα βάρινα κι …όξου. Όξου στου νάρθηκα. Βγαίνου κι βάνου γκλουτσόβιργα σ’ τς κρικέλις. Γιρό ξύλου. Κρανιά. Δε γξαναπάν μέσα. Πάνου κι γω στου πιζούλ’ ικεί κι κόβου στουν ύπνου. Του προυΐ σκώνουμι. Ήφιραν τα κουρίτσια ψουμί. Σκώνουμι. Κίντζαν τα γίδια σιαπέρα.
            -Ποια κορίτσια σου φέρανε φαγητό;
            -Ιά, οι αδιρφέζ μ’. Η Όλγα, η Καλλιόπα.
            -Ποια Όλγα;
         -Η Λιουνίδινα. Τ’ Λουνίδα τ’ Συντριβάν ντ γναίκα δε ντ ξέρς; Κι τ’ Θουμά τ’ Τσιούρβα Γκαλλιόπα, πού ‘νι αδιρφή μ’ κι κείν’. Αυτές ήταν μιγαλύτιρις, μ’ ήφιραν ψουμί. Τς λέου: «Στου σπίτ’, στου σπίτ’. Θα πάρτι φουκάλια. Θα ΄ρθείτι να φουκαλίστι. Δε θ΄αφίκιτι βουνούλα μέσ’ σ’ ν’ ικκλησιά, στου νάρθηκα». Ικεί βόντζαν…Γίδια ήταν μέσα.
         Παν, έφυγαν τα κουρίτσια. Πααίν να φέρν σκούπις. Γυρίζν, σκουπίζν. Παν, τραβούν γκλουτσόβιργα απ’ μπόρτα κι ανοίγ’ η πόρτα προς τα μέσα. Κι γλέπου κιφάλια. Κι γλέπου δόντια. Κι γλέπου μάτια μπουρλίδις, αρίδις ιδώ, αρίδις σιακεί. Σουρός. Τότι φουβήθκα τη ρμέρα. Νύχτα πατούσα ψλά. Πίστιψέ μου. Σι λέου μ’ ειλικρίνεια. Νύχτα ούτι έβαλα ν’ ιδέα, ντιπ. Ψλά στα κόκαλα μι γκλουτσόβιργα βίρα, βίρα. Κι είνι κάμαρη ολόκληρη. Τη ρμέρα φουβήθκα. Σκώθκαν τα μαλλιά σιαπάν.
            Άμα τα ήγλιπα τ’ νύχτα θα πέθνησκα.

ΚΟΙΝΗ: Η εκκλησία του αγίου Αθανασίου (Άνω Σκοτίνα) είχε μεγάλη αστρέχα-υπόστεγο- Γύρω-γύρω 1.50 μ. πλάτος. Για να φεύγουν τα νερά έξω. Πηγαίνω εγώ, ανοίγω την πόρτα. Βροχή μεγάλη, τρικυμία. Έξω όμως. Τα γίδια τα είχα στα Καρόπλα. Εκεί είχαμε τη στρούγκα. Καλοκαιρινό μαντρί. Η βροχή που άρχισε, ήταν ραγδαία. Και οδήγησα εγώ τα γίδια να πιάσουν τα υπόστεγα. Μα, να που τα υπόστεγα δε χωρούσαν όλα τα γίδια. Και τι έκαμαν αυτά: Ανοίγουν την πόρτα και χώνονται μέσα στο νάρθηκα. Και στα μέσα του νάρθηκα παρατηρούμε την πόρτα που μας φέρνει στο εσωτερικό της εκκλησίας. Και στην άνω πλευρά του νάρθηκα, δεξιά μας, βρίσκεται το κοιμητήριο. Συγκεκριμένα, το οστεοφυλάκιο. Στην πορτούλα του οστεοφυλακίου υπήρχε μια βεργούλα που κρατούσε τους κρίκους. Κι αυτό, για να μην είναι εντελώς ελεύθερη η είσοδος μέσα. Τα γίδια, όμως, πάρα πολλά. Στρίμωγμα, στρίμωγμα…τέντωσαν την πόρτα. Η βέργα λύγισε και το οστεοφυλάκιο μέσα γέμισε γίδια. Επάνω στα κόκαλα κρακρακρά, κρακρακρά.
          Λοιπόν, εγώ δε χάνω καιρό. Παίρνω την κλουτσόβεργα -κλίτσα- και μπαίνω μέσα στα κόκαλα. Πάνω στα κόκαλα και πηδούσα εκεί πάνω. Νύχτα βαθιά. Κάνω προσπάθεια, χτυπάω από δω, χτυπάω από κει με την κλουτσόβεργα. Σκοτάδι εκεί μέσα κι εγώ πάνω στα κόκαλα. Τελικά, ξέρεις τι έγινε; Έβγαλα όλα τα γίδια έξω -σκοτάδι τώρα- βίρα προς τα εδώ, βίρα προς τα εκεί, τα χτυπούσα με την κλουτσόβεργα, ώσπου -πια- τα έβγαλα έξω, έξω στον νάρθηκα. Βγαίνω κι εγώ. Περνώ την κλουτσόβεργα στις κρικέλες. Γερό ξύλο αυτή η κλουτσόβεργα, από κρανίσιο ξύλο. Οπότε τα γίδια δεν ξαναμπήκαν μέσα στα κόκαλα. Πιάνω κι εγώ το πεζούλι εκεί να ηρεμήσω λίγο. Το κόβω στον ύπνο. Το πρωί σηκώνομαι. Εντωμεταξύ έφεραν φαγητό τα κορίτσια. Ετοιμάζομαι. Τα γίδια πήραν το δρόμο προς τα πέρα.
          -Ποια κορίτσια σου φέρανε φαγητό;
          Να, οι αδερφές μου. Η Όλγα, η Καλλιόπη.
          -Ποια Όλγα;
       -Η Λεωνίδινα. Δε γνωρίζεις τη γυναίκα του Λεωνίδα του Συντριβάνη; Και την Καλλιόπη, τη γυναίκα του Θωμά του Τσιούρβα; Που κι αυτή είναι αδερφή μου. Αυτές ήταν μεγαλύτερες στην ηλικία. Αυτές μου φέρανε φαγητό. Τις λέω: «Γρήγορα στο σπίτι. Τρέξτε για το σπίτι. Να πάρετε σκούπες. Να ‘ρθείτε να σκουπίσετε. Δε θα αφήστε ούτε την παραμικρή βουνιά μέσα στην εκκλησία, στο νάρθηκα». Πώς να το κάνουμε. Γίδια ήταν μέσα κι εκεί άφηναν τις βουνιές.
         Τα κορίτσια έφυγαν αμέσως. Τρέξανε να φέρουν σκούπες. Επιστρέφουν, σκουπίζουν. Πάνε, τραβούν την κλουτσόβεργα από το οστεοφυλάκιο. Η πόρτα ανοίγει προς τα μέσα. Και τι βλέπουν τα μάτια μου: νεκροκεφαλές, δόντια, μάτια εξογκωμένα. Σκελετούς από πόδια προς τα εδώ, σκελετούς προς τα εκεί. Σωρός από κόκαλα. Να πω την αλήθεια τη στιγμή εκείνη που ήταν πια μέρα, τρόμαξα Ενώ τη νύχτα πατούσα πάνω στα κόκαλα ελεύθερα (δεν ήξερα πού βρισκόμουνα). Πίστεψέ με σου μιλάω ειλικρινά. Τη νύχτα ούτε καν έβαλα την ιδέα. Καθόλου. Χοροπηδούσα πάνω στα κόκαλα με την κλουτσόβεργα. Κι το οστεοφυλάκιο αυτό είναι αρκετά μεγάλο. Σα δωμάτιο. Πώς να στο πω. Τη μέρα φοβήθηκα. Σηκώθηκε η τρίχα μου.
            Αν αυτά τα πάγματα τα έβλεπα τη νύχτα, θα ξεψυχούσα.

(βλέπε βιβλίο «λαϊκή παράδοση στον Κάτω Όλυμπο, τεύχος δ’, απ’ ν’ απαλνή ΣΚΟΤΙΝΑ σ’ ν’ ακατνή, σειρά: ιστορίες γερόντων»).

ΣΧΟΛΙΑ: Βόντζαν ή βούτζαν=βούνισαν, τα ζώα άφησαν κοπριές, βουνιές, ενικός βουνιά=κοπριά μεγάλων ζώων (σύγχρονο λεξικό ελληνικής γλώσσης).
βουνούλα=υποκορ. της βουνιάς, μικρή βουνιά.
κλουτσόβιργα (η), κλούτσα, αγκλίτσα, «βάνου κλουτσόβιργα σ’ τς κρικέλις» (=περνώ την αγκλίτσα ανάμεσα στους δυο κρίκους).
φουκαλιά (η), κλωνάρι από έλατο, που, πολλά κλωνάρια μαζί, αποτελούν την απαραίτητη σκούπα, «απ’ ν’ Αζβησταριά (Ασβεσταριά=τοπων. Άνω Σκοτίνας), κουβάλσαμι φουκαλιές».
ψουμί, έχει την έννοια της τροφής, γενικά, «μας ήφιραν ψουμί», τροφή.

 
Επεξηγήσεις στο σχήμα:

Πλάτανος: η πλατεία στην Άνω Σκοτίνα, από το αιωνόβιο πλατάνι πλάι στην εκκλησία της Παναγίας).
Παρθένη: (η), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα πηγαίνοντας προς τον Τρανό τον Πλάτανο. Από την Παρθένο Μαρία, επειδή απ' εκεί περνάει η λιτάνευση της ιερής εικόνας της Παναγίας κατά το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου, "καλουέρκου του μέρους" (Ιω. Γ. Δήμος-Νικολός), δηλαδή το μέρος ανήκει στους καλογέρους.
Πλάτανος τρανός, τοπων. ανηφορίζοντας από Άνω Σκοτίνα προς Καλλιπεύκη. Στον Τρανό τον Πλάτανο ο κόσμος κατά τον εσπερινό του δεκαπενταύγουστου περίμενε την Παναγία που θα τη φέρνανε από το μοναστήρι των Κανάλων. Εκεί γινότανε περίλαμπρη υποδοχή και ακούγονταν το παραδοσιακό «Κύριε ελέησον».
Μοίρα (η), τοπων. βδ. της Άνω Σκοτίνας, καραούλι θαυμάσιο, που το συναντούμε στο δρόμο ανεβαίνοντας προς την Καλλιπεύκη. Η μανιά η Μακασού έλεγε ότι εκεί στο καραούλι είχαν το στέκι οι κλέφτες «κι μοίραζαν τα λιφτά» (Ιω. Γ. Δήμος-Νικολός)). Κατά τον Δ. Στύλο «κάθουνταν οι κλέφτις ικεί κι i αρχηγός τουν ήλιγαν μοιράρη. Μάζουνι τς παράδις κι τς μιρνούσι» (μοίραζε χρήματα).
Αϊ-Θανάσης, τα Κοιμητήρια της Άνω Σκοτίνας. Ο ναός έχει πλούσια αρχαιολογική αξία (17ος αιώνας). Εκτενής λόγος γίνεται σε άλλες εργασίες.
Καρόπλα (τα), η ωραιότερη επίπεδη περιοχή, μικρό οροπέδιο προς β. της Άνω Σκοτίνας. Φύονταν πολλά δεντρίλια καρυάς (καρυόπουλα > Καρόπλα). Από 'κεί αγναντεύει κανείς τις πλαγιές της νότιας πλευράς του γερο Όλυμπου, τον κάμπο που απλώνεται από Λεπτοκαρυά και χάνεται στα βάθη της Κατερίνης, τη θάλασσα του Θερμαϊκού. Τα βράδια διακρίνονται φωτισμένες οι ακρογιαλιές της Κασσάνδρας. Στα Καρόπλα, παλιότερα, συγκεντρώνονταν οι κοπέλες του χωριού και στήνανε το μεγάλο χορό κατά τις επίσημες γιορτές. Σταυροπόδι εκεί στα χορτάρια ο κόσμος στα χρόνια της εθνικής αντίστασης έπαιρνε τις αποφάσεις του ενάντια στον κατακτητή.  Εκεί φύλαγαν σκοπιά (σε βάρδιες νυχτερινές) οι πατεράδες μας στην περίοδο της Κατοχής. Είναι πραγματικό καραούλι.
Κιλιά (τα), τοπων. κάτω από τον "'Αγιο Αθανάσιο". Πιθανώς από τη λ. κελιά, βακούφια 
οικήματα.
Μάρμαρος (ο), Πρόκειται για το λάκκο πριν μπούμε στο χωριό της Άνω Σκοτίνας καθώς 
ανεβαίνουμε από την Κάτω "απού σιακάτ". Διακρίνεται ο χείμαρρος (γραμμή από 
Παρθένη-Μάρμαρος).
Αγάς (ο), τοπων. κάτω από τον νεκροταφειακό ναό του Αγίου Αθανασίου. Η ονομασία
οφείλεται στον σκοτωμένο εκεί Τούρκο αγά.

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Ιςτορία: η Κάτω Σκοτίνα σχηματικά


Το χωριό

 

Επεξήγηση στην παρακάτω λίστα

1. Αϊ-Γιώργης-Κέντρο, ενοριακός ναός με πλούσιο καλλιτεχνικό περίβολο που εξυπηρετεί τους κατοίκους για πραγματοποίηση εκδηλώσεων, Περισσότερα βλέπε ιστοσελίδα: kaliampos-ioannis-skotina.blogspot.gr, ανάρτηση14.4.2014.
2. Βασίλα, οικισμός στα δυτικά του χωριού. Λεπτομέρειες βλέπε ανάρτηση 11.2.2014.
3. Κεραμίδα (η), τοπων. ή μάλλον η βρύση με το όνομα "Κεραμίδα" ανάμεσα στη "Βασίλα" και "Παναϊά". Φαίνεται, πως, παλιότερα, το νερό έτρεχε από κεραμίδα. Ο Δημητρός Παπαγεωργίου μας λέει: "Ι Σχουρημένους ι Πουτιός ι Ντάμπλιας, όταν ήταν πρόιδρους μαζί μι του Γκουκουλιάρα κατέβασαν του νιρό μι κιούγκια απ' τ' αναβρικό τ' Καϊάκα. Τρύπσαν πεύκα,  τα τρύπσαν μι ν' αρίδα, τα βίδουσαν κι παράχουσαν μέσ' στου χώμα κι ήφιραν του νιρό απ' τ' αναβρικό τ' Καϊάκα».
4. Παναϊά,  εξωκλήσι στην κορυφή του χωριού. Λεπτολέρειες βλέπε ανάρτηση 26.3.14
5 Μανέικα (τα), τοπων. στην περιοχή των Μαναίων, κοντά στη Λάκκα Γίδα στην Κάτω  Σκοτίνα.
6. Αγιάννης, εξωκλήσι στα δυτικά του χωριού κοντά στα «Μνημόρια». Κατατοπιστικά στοιχεία βλέπε ανάρτηση 27,8.14.
7. Πλατάνια (τα), τοπων. στα Κοιμητήρια του χωριού. Η ονομασία οφείλεται στα πολλά πλατάνια του τόπου.
8. Κοτσέκι (Κουτσέκ') τοπων. και η ομώνυμη πλατεία του χωριού μέχρι τα τέλη του 1960. Η ονομασία από το "κοτσέκι" = αποθήκη του τσιφλικά, όπου συγκεντρώνονταν η συγκομιδή. Εκεί έπαιρναν το φόρο οι Τούρκοι "τζιλέμπδις" από τα φασόλια, σιτάρι, καλαμπόκι κλπ.  Τα ταίριαζαν έτσι, ώστε να σχηματίζουν "σουρούλια-σουρούλια" μπροστά στους εφόρους. Αλλού κοτσέκι = α) μεγάλη αποθήκη στην οποία σύναζαν τα σιτηρά τους οι αγάδες, όπου και το κουνάκι του σούμπαση (αντιπροσώπου του αφέντη), β)   κοτσέκια ήταν και διχάλες ξύλινες, επάνω στις οποίες στηριζόταν μακρύ δοκάρι για το κρέμασμα των καλαμποκιών, γ) στον Α. Καρκαβίτσα ("Ζητιάνος") κιουτσέκι=υπόστεγο από καλάμια.
9. Νταλίγκα (η), πηγή με άφθονο νερό, χαμηλότερα από τα Καλιαμπέικα. Παλιότερα προμηθεύονταν νερό από την πηγή αυτή όλες οι γύρω  περιοχές.  
10 «Σπίτια» (τα), οικισμός στα νότια του χωριού, πιθανόν από τα σπίτια που είχαν κτισθεί στη θέση των καλυβιών. 
11. Αναβρικό Παπαγιάννη, πηγή δροσερή κοντά στα «Παπαγιαννάτ'κα» (τα), τοπων. πιo πάνω από τη Βασίλα, όπου και τα παλιά κτήματα κάποιου παπά Γιάννη (πρεσβυτέρα η Μόρφω, αδερφή η Τσιτσίλου).
12. Αγία Τριάδα-Γαβρί. Βλέπε ανάρτηση ιστοσελίδας της 3.6.14. Γαβρί (το) ή τα Γαβριά, συνοικία στην περιοχή της   Αγίας Τριάδας). Για την ονομασία υπάρχουν διάφορες εκδοχές, η πρώτη λέει ότι  εκεί υπάρχουν πολλά γαβριά, η δεύτερη ότι παλιότερα ο μακαρίτης Βαγγέλης Γαβρής έκτισε εκεί μια καλύβα, που τη λέγανε «καλύβα του Γαβρή».
13, Αγία Παρασκευή, βλέπε ανάρτηση 16.7.14.
14. Ερκειάδες, στα τελευταία χρόνια (αρχές δεκαετίας 2010) κτίζεται οικοδομικό συγκρότημα ((νέος οικισμός) στα βορειοανατολικά, κοντά στα Καλιαμπάτκα και Πινακάτκα.
15. Παναγία Φανερωμένη, εξωκλήσι στην παραλία Σκοτίνας που κτίστηκε το καλοκαίρι του ’14 με τη φροντίδα του νέου Μητροπολίτη Κίτρους κ. Γεωργίου
16. Γιαλός-Παραλία, όπου κατά τη θερινή περίοδο παρατηρείται ικανοποιητική τουριστική κίνηση.
17. Μπέρη, ν.δ του χωριού, όπου παλιότερα οι τσομπαναραίοι, στάλιζαν τα γίδια (υπήρχε πηγή με αρκετό νερό). Σήμερα περιτριγυρίζεται από νεόκτιστες βίλλες.
18. «Γραμμή», έτσι λέμε το σημείο της σιδηροδρομικής γραμμής, Μέχρι πρότινος (δεκαετία 2000) υπήρχε και υπάρχει μικρό κτίριο για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών, «Κατέφκα ζ ντ ‘Γραμμή να πάρου του τρένου».
19. Εθνική οδός (ΠΑΘΕ, Πάτρα-Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Εύζωνοι).
            Το διάσπαρτο οικισμών και εκκλησιών του χωριού δικαιολογείται από το γεγονός ότι πριν από τη δεκαετία του 1930 οι κάτοικοι κατέβαιναν από την Άνω στην Κάτω Σκοτίνα και κτίζανε καλύβες, οι οποίες με τον καιρό γίνανε σπίτια. Βλέπε «λαρωμένη Σκοτίνα» (ιστοσελίδα, ανάρτηση  της 21.11.2013).


Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

τραγούδι: (Γάμος) «έβγα, έβγα πιθιρούλα».



 
         Ο Γάμος έχει διάφορες φάσεις. Για κάθε φάση ταιριάζει κι ένα τραγούδι. Η υποδοχή της νύφης από την πεθερά θεωρείται κορυφαία στιγμή. Η διαδικασία χαρακτηρίζεται από τα εξής στιγμιότυπα: α) στην εκκλησία γίνεται ο συνήθης χαιρετισμός, β) στήνεται χορός στον αυλόγυρο της εκκλησίας *, γ) στη συνέχεια ο κόσμος τραγουδώντας κατευθύνεται προς το σπίτι του γαμπρού. Προηγούνται τα όργανα (συνήθως κλαρίνο, βιολί, λαούτο), δ) τα πεθερικά της νύφης προπορεύονται, φτάνουν πρώτοι στο σπίτι και ετοιμάζονται καταλλήλως, ε) ακολουθεί αλληλοασπασμός (κυρίως από γονείς και συγγενείς), στ) η χαρά φουντώνει, όταν η πεθερά ανοίγει τον χορό της «κουλούρας» (καμαρώνει κρατώντας την κουλούρα ψηλά). Στη συνέχεια ακούγεται το τραγούδι της πεθεράς:

λαός:  Έβγα έβγα πιθιρούλα,
                                             φέρ’ ι γιος σου πιρδικούλα,
                                             μι τη ζάχαρη πλασμένη,
                                             μι του μέλι ζυμουμένη.

    πεθερά: Βρε, καλώς τον τον ιγιό μου,
                                                      πάει μονός κι ήρθι ζιβγάρι.

λαός:  Έμπα έμπα, κυρά νύφη,
                                                      μέσ’ στου κύρ γαμπρού του σπίτι.

                                                  νύφη:   Δε μπααίνου, δε σιβαίνου,
                                                                  ‘γώ του σπίτι δε ντου ξέρου.

      λαός:    Έμπα έμπα, κυρά νύφη,
                                                                  να γιννήσεις, να κλουσήσεις,
                                                                  δώδικα πιδιά να βγάλεις
                                                                  κι ούλα ’ρσινικά να είνι.

         Πεθερά και νύφη μπαίνουν «στου γκαλό τουν ουντά» (στην επίσημη κάμαρη). Κερνάει στη νύφη γλυκό και λικέρ. Αυτό αρκεί για μια ανάσα, αφού έξω στην αυλή  γίνεται χαλασμός. Τα κλαρίνα βαράνε και βαστάνε το χορό.
----------
* στην Άνω Σκοτίνα στήνανε χορό στον «Πλάτανο», δηλαδή  «ζ μπλατέα» (στην πλατεία) του χωριού ή «σ’ ν’ αυλή τς Στύλινας» (στην αυλή της Στύλαινας, προς τα δυτικά της πλατείας).   

   Παντρεύεται ο Βαγγέλης Α. Γερομιχαλός. Προπορεύονται οι: παππούς του Βαγγέλης Α. Γερομιχαλός και ο πατέρας του Θανάσης. Ο Μανόλης Παπαγεωργίου στο κλαρίνο και Χρήςτος Σάκαρης στην κιθάρα. 

 



                               Η θειά Βαγγέλινα (Όλγα Καλιαμπού-Γερομιχαλού) 
                                                     δέχεται συγχαρητήριες ευχές.

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

ιστορία: Σκοτίνα-τοπική αυτοδιοίκηση



1. Γραμματεία. Στο Κοινοτικό γραφείο Σκοτίνας υπηρέτησαν οι:
α), Βλέτσης Αθανάσιος,  από συστάσεως της Κοινότητας μέχρι το 1957.
β) Βασίλειος Ν. Δάμπλιας, από 1.1.1958 μέχρι. 2001.
γ) Γιώργος Β. Δάμπλιας, από 2001 μέχρι καταργήσεως του θεσμού της Κοινότητας και δημιουργίας του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου 1999 (ν. Καποδίστρια). 

Το παλιό δημοτικό Σχολείο (δεκαετία 1930) στην Κάτω Σκοτίνα ("Κοτσέκι"). Λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του 1960. Έκτοτε χρησιμεύει ως χώρος Τοπικής αυτοδιοίκησης.

2. Πίνακας προέδρων. Παραθέτω πίνακα προεδρικής θητείας της Σκοτίνας, όπως ακριβώς μου τον έστειλε ο γραμματέας της Κοινότητας αείμνηστος Βασίλειος Ν. Δάμπλιας.

1930 Δημήτριος Δάμπλιας
1932 Ηρακλής Δάμπλιας
1934 Δημήτριος Δάμπλιας
1935 Γεώργιος Καρκαφίρης
1937 Δημήτριος Τσιομάνης
1939 Νικόλαος Ζιώγας
1940 Αθανάσιος  Δ. Πλεξίδας                     
1944 Ιωάννης Ν. Κουκουλιάρας     
1945 Νικόλαος Β. Δάμπλιας              
1948 Ιωάννης Α. Παραμύθας            
1949 Γεώργιος Ν. Καρκαφίρης       
1951 Απόστολος Ε. Δάμπλιας         
1952 Λεωνίδας Μ. Συντριβάνης        
1953 Εμμανουήλ Δ. Δάμπλιας           
1954 Βασίλειος Γ. Γερομιχαλός      
1955 Γεώργιος Ν. Γεργολάς                
1962 Ευάγγελος Α. Γερομιχαλός      
1964 Αθανάσιος Γ.Βλέτσης             
1966 Ιωάννης Γ. Τσινιάνης                     
1974 Νικόλαος Θ. Δάμπλιας                  
1975 Αντώνιος Α. Κουκουσάς              
1979 Δημήτριος Α. Πλεξίδας                
1983 * Αστέριος Α. Στύλος                       
1985 Παντελής Π. Κοκράνης                
1987 Αντώνιος Α. Κουκουσάς              
1991 Νικόλαος Γ. Γεργολάς                  
1995 Παντελής Π. Κοκράνης                 
----------
* Από τη χρονολογία αυτή πληροφοριακά στοιχεία πάρθηκαν από το κοινοτικό κατάστημα Σκοτίνας, μόλις άρχισε να ισχύει ο “Καποδίστριας”.                      
----------
Σημείωση: Από αφηγήσεις συμπατριωτών φαίνεται ότι ο Ποτιός Δάμπλιας χρημάτισε πρόεδρος κατά τα έτη 1920-22, 1946. Αναφέρονται και τα ονόματα: Νάσιος Πλεξίδας, Δημήτριος Γερομιχαλός, Ιωάννης Μπιλιάγκας.                                                                                                          ----------                                                                                                       Πηγές: α) αφηγήσεις κατοίκων Σκοτίνας, β) Κοινοτικό κατάστημα Σκοτίνας, γ)  Βικιπαίδεια, δ) «Φωνή του Ανατολικού Ολύμπου», (αρ. φ. 5/1.9.2007)..

Υποσημείωση: Στις αρχές του 1910 πρέπει να πετυχαίνει συνεχή εκλογή προέδρου ο παππούς Γεωργάκης Κοτσιβός-μουχτάρης. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός, που ο παππούς Καλιαμπός του ζήτησε χρηματική συνδρομή,  όταν το παιδί του Απόστολος είχε απαχθεί ώς όμηρος από τον αρχιληστή Τζιατζιά.  

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΠΡΟΕΔΡΩΝ