Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΟΙΜΕΝΙΚΗ ΖΩΗ: Τα γίδια στην Πιστιριά)

 


 

          Ο Θανάσης Γερομιχαλός του Αστερίου  με συναντάει τον Ιούλιο του 1998. Του έρχονται στο νου παλιές περιπέτειες συγχωριανών, οι οποίοι πάλευαν με τα στοιχεία της φύσης. Ένα από αυτά αναφέρεται στην ποιμενική ζωή του Διονύση Τράντα του Χρήστου.

 

 

 Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΤΗ "Μμαρμπούσ΄ μ΄ Πιστιριά"

 

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: ΄Εχ'  χρόνια πουλλά. Πρέπ'  να είνι 30 χρόνια 'που τότι.

 Δεν είχι τρουφή ιτότι για να δώσ'  τα γίδια ι Διονύσ΄ ι Τράντας (βλέπε φωτογραφία) κι τα πάει ζ'  ντ'  Μπαρμπούσ'  Μπιστιριά. Τα πάει ικεί να κόβ'  άρια να τρών'. Εντωμεταξύ έβαλι ένα χιόν'  κάνα μέτρου παραπάν'. Κλείσκι ικεί αυτός. Βάρσαν τα γίδια μέσα κι έκουβι αυτός κάνα άριου κι έτρουγαν τα γίδια. Εντωμεταξύ κατέφκι ι αδιρφός τ ι Νικόλας ιδώ κι λέ':

          -Πιδιά, ι Διουνύ' ης θα χαθεί. Να πάμι να του μπάρουμι.

          ΄Ημασταν ιμείς στου καφινείου ντ'  Γιώρ'  ντ'  Μπλέτσ'. Του επαύριου πήγαμι 30-40 άτουμα. Χ' μώνας, Γιννάρ' ς μήνας. Χιόν' κάργα. Λοιπόν, σκώνουμέστι του προυί, πάμι απάν', ιγώ, ι Γιάντζ' ι Στύλους, Πουλυχραί, πουλλά άτουμα. Πάμι απάν'  ικεί, βρίσκουμι τ'  Λέγκου στου δρόμου. ΄Ερχουνταν. Είχι πααίν'  ψουμί.

-Σε ποιο μονοπάτι;

          -Σ' τς Πλάκις. Γύρσαμι πίσου, Πήγαμι ζ' Γκακιά τ'  Σκάλα.
Κατιβαίνουμι, πάμι στου Διουνύσ'  ικεί, τουν λέμι:

          -Μπρος, θα πάρουμι τα γίδια κι τα κατσίκια σ΄ν΄αγκαλιά κι να τα πάμι στου χουργιό.

          -Α, όχ', λέ', ιγώ δε φέγου απού δω.

          Στου κατέβαζμα βρίσκουμι του Νικόλα, τουν αδιρφό τ' (βλ. φωτογραφία), αυτούια στα

 


Καρντρίμνια, 'π'  του λέμι σ'  τ'  ς Νέρατζις κι τουν λέμι:

          -Τι μας έφκιασις, αρά, τι μας κουβάλσις. Πληβρίτουσάμι μέσ'  στου χιόν'  να πα να φέρουμι. Αυτός δε φέγ'  απού κει.

          Σιγά σιγά ξιχιόντζι, αλάφρουσι, έφυγι του χιόν'. ΄Υστιρα τα σίμασι, τα πάει στου χουργιό.

         

Αυτή ήταν η Μπαρμπούσ'  Μπιστιριά. Αυτή είνι όπους είνι ένα σπίτ', πλάκα απού πάνου κι χάους μέσα. ΄Εχ'  μέρους πουλύ μέσα. Μια τρύπα μέσα, πού πάει, δε γξέρου πού βγαίν'. Φουβάσι να πας ικεί. Ιδώ μπρουστά έχ'  στουά. Μι καμιά  κακιά βρουχή, πάηνις ικεί.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Θα σου πω μια ιστορία παλιά. Πρέπει να αναφέρεται εδώ και 30 χρόνια πριν. Ο Διονύσης ο Τράντας δεν είχε τροφή για τα γίδια. Θεώρησε καλό να πάει τα γίδια και να τα κλείσει στη σπηλιά "Μπαρμπούσ'  Μπιστιριά". Τα έκλεισε εκεί τα γίδια γιατί έξω από τη σπηλιά υπήρχαν πολλά δέντρα, χαμόκλαδα, όπως άρια. Αυτά αποτελούσαν την κατάλληλη τροφή σε μέρες κακοκαιρίας. Εντωμεταξύ είχε ρίξει πολύ χιόνι εκείνες τις μέρες, παραπάνω από ένα μέτρο. Και ο ίδιος κλείστηκε εκεί μέσα. Τα γίδια προχώρησαν μέσα στη σπηλιά κι αυτός φρόντιζε να κόβει άρια. Τα γίδια τρώγανε. Εντωμεταξύ κατέβηκε ο αδερφός του Νικόλας εδώ στην κάτω Σκοτίνα και, τρομαγμένος, λέει:

          -Παιδιά, υπάρχει άμεσος κίνδυνος να χαθεί ο Διονύσης. Φροντίστε να πάμε στο βουνό. Πρέπει να τον σώσουμε.

          Έτυχε να βρισκόμαστε εμείς στο καφενείο του Γιώργου Βλέτση. Την επομένη ξεκινήσαμε από δω 30-40 άτομα. Χειμώνας έξω βαρύς. Γενάρης μήνας. Το χιόνι πάρα πολύ. Λοιπόν, σηκωνόμαστε το πρωί, φτάνουμε πάνω στο βουνό εγώ, ο Γιάννης ο Στύλος, Πολυχραίοι και άλλοι πολλοί. Καθώς ανηφορίζαμε το δρόμο, συναντάμε στο μονοπάτι τη Λέγκω, τη γυναίκα του. Αυτή επέστρεφε. Του είχε πάει φαγητό.

-Σε ποιo μονοπάτι;

          -Στις "Πλάκες". Οπότε εμείς, ήσυχοι πια, πήραμε το δρόμο προς τα πίσω που οδηγεί στη σπηλιά. Φτάνουμε στην κακιά Σκάλα. Κατεβαίνουμε προς τα κάτω, βρίσκουμε το Διονύση και του λέμε:

-Μπρος, δεν είναι καιρός για να καθίσεις εδώ. Να πάρουμε τα γίδια κοντά μας και τα κατσίκια στην αγκαλιά και γρήγορα να πάμε στο χωριό.

          -Α, όχι, λέει αυτός. Εγώ δε φεύγω απ'  εδώ.

          Στην επιστροφή συναντούμε το Νικόλα, τον αδερφό του. Να εδώ, κοντά στα Καρντερίμια, που λέμε, στις Νέρατζες. Τον πλησιάζουμε και του λέμε:

          -Τι μας τα κανόνισες έτσι, μωρέ; Γιατί μας κουβάλησες εδώ πάνω; Πλευριτώσαμε μέσα στο χιόνι ψάχνοντας τον Διονύση για να τον μεταφέρουμε κάτω. Αλλά αυτός δεν το κουνάει από ' κει.

 Ύστερα ξαλάφρωσε, υποχώρησε το χιόνι. Μετά φρόντισε να μαζέψει τα γίδια και τα έφερε στο χωριό.

Αυτή ήταν η Μπαρμπούσ' Μπισιριά. (*). Αυτή είναι αρκετά ευρύχωρη. Μοιάζει σαν ένα σπίτι. Από πάνω σκεπάζεται με πλάκα και μέσα βρίσκεσαι σε χάος, χάνεσαι. Έχει αρκετό ελεύθερο χώρο μέσα. Συναντάς μια τρύπα ανοιχτή μπροστά σου, που σε οδηγεί δεν ξέρω πού. Τρέμεις να πας μέσα. Στην πρόσοψη συναντάς στοά. Με καμιά κακοκαιρία και δυνατή βροχή σου ήταν καταφύγιο αυτή η σπηλιά.        

----------

* Η σπηλιά βρίσκεται προς τα βόρεια της άνω Σκοτίνας, κάτω από την τοποθεσία "Πλάκες». Εκεί έκρυβε τα γίδια ο παππούς Ιωάννης  Καλιαμπός για να μην πληρώνει φόρο στους Τούρκους. Ο Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης τον Ιούλιο του 1982 θα προσθέσει: «φαίνιτι, όπους ήλιγαν οι παππούδις, ένας Μπαρμπούτης, γέρους τζιουμπάνους ν'  ανακάλυψι κι έκρυβι τα ζώα. Είνι απ΄ τς Πλάκις ίσια κάτ'.  Οι Γιρμανοί ντ βρήκαν. Ν'  είχαν γραμμέν' μέσα στου χάρτ'».

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου