Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

ΠΟΛΕΜΟΣ: Αλβανικό Μέτωπο

                                                ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ "ΔΙΑ ΒΙΟΥ"


                   

Ο Θωμάς Μητσιάνης-Πολυχρός του Νικολάου γεννήθηκε το έτος 1912 στη Σκοτίνα Πιερίας. Τα περισσότερα χρόνια τα πέρασε στον στρατό, (στρατιώτης «δια βίου»). Η στρατιωτική του πορεία ήταν συνεχής και επίπονη. Την περιγράφει στη συνέντευξη που μου δόθηκε στις 2 Αυγούστου 1996:  

-Πότε πήγες στρατιώτης.

-Το 1933. Κι μιτά μι πήραν στα 21. Κι μέχρι ν’ Αλβανία πήρα εξ απουλυτήρια. ‘Εξ φουρές πήγα στρατιώτς. Σ’ ν’ Αλβανία μι πήγαν απ’ τη Βέροια μι αυτουκίνητα ώς του Αμύντιου. Κι απού κει μι τα πόδια. (Το 1933. Ύστερα επιστρατεύτηκα στα 21. Μέχρι τον καιρό που με κάλεσαν για την Αλβανία, είχα πάρει έξι απολυτήρια. Έξι φορές πήγα στρατιώτης. Στην Αλβανία πήγαμε από τη Βέροια. Μέχρι το Αμύνταιο με αυτοκίνητο και από ‘κει με τα πόδια).

-Στην Αλβανία είχες πατριώτες, συγχωριανούς μας;

-Του Θανάσ’ του Γιρμπχαλό, αξιουματικό, του γκαθηγητή. Είχα του Θανάσ’ τουν Αγγέλ’, του Θουμά του Μπινακά, του Μήτσιου του Γκάρα. (Είχα τον Θανάση Γερομιχαλό, αξιωματικό, τον καθηγητή. Είχα τον Θανάση Αγγέλη, τον Θωμά Πινακά, τον Μήτσιο Γκάρα).

-Θυμάσαι κανένα περιστατικό στις μάχες της Αλβανίας;

-Μια φουρά έκανι λάθους μπρουστά του πιζικό, -ήταν ουμίχλ’ μι του χιόν’ -κι η διμοιρία, η διλουχία πχιάσκαν ιχμάλουτ’. Οι μσοί πχιάσκαν ιχμάλουτ’ κι οι μσοί ’πισθουχώρσαν. Στου χουργιό Ζιρέτσ’. Ιμείς μι τα πυρουβόλα κράτσαμι άμυνα, ώσπου ήρθι ινίσχυσ’ άλλου τάγμα πιζικό. Οι


ιταλοί δε μπόρσαν να σπάζν,  να προυχουρέζν. Όταν ήρθαν οι Γιρμανοί η θκή μας η πυρουβουλαρχία δεν είχι ’πισθουχουρέσ’. Κι ταίριασι, οι Γιρμανοί ήρθαν μέχρι του Μέτσουβου απάν’. Ικεί στου Μέτσουβου έπχιασαν μάχ’ κι μας είπι ι Φιλιππίδης να πάμι για Μπρέβιζα. Ιγώ έφυγα ‘π’ Μπαραμυθιά, πήγα στα Γιάννινα κι απ’ τα Γιάννινα ήρθαμι’ δω σ’ ν’ Αλασσόνα κι κατέφκαμι ιδώ μι τα πουδάργια.
(Μια φορά το πεζικό, που προπορεύονταν, έκανε ένα λάθος. Επικρατούσε ομίχλη και χιόνι. Η διμοιρία, η διλοχία πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Οι μισοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οι μισοί οπισθοχώρησαν. Αυτό έγινε στο χωριό Ζιρέτσι. Εμείς με τα πολυβόλα κρατήσαμε άμυνα, ώσπου έφτασε ενίσχυση. Ήρθε άλλο τάγμα, πεζικό. Οι ιταλοί δεν τα κατάφεραν να σπάσουν, να προχωρήσουν. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί, η δική μας πυροβολαρχία δεν είχε οπισθοχωρήσει. Και έτυχε, οι Γερμανοί να ‘ρθουν μέχρι πάνω στο Μέτσοβο. Εκεί στο Μέτσοβο πιαστήκαμε σε μάχη και ο Φιλιππίδης μας διέταξε να τραβήξουμε προς την Πρέβεζα. Εγώ έφυγα από την Παραμυθιά προς τα Γιάννενα και από τα Γιάννενα ήρθαμε εδώ στην Ελασσόνα και από την Ελασσόνα κατεβήκαμε εδώ με τα πόδια).

-Ποιος σας είπε στην Πρέβεζα «να φύγετε και να πάτε σπίτι σας».

-Ι λουχαγός ι Φιλιππίδης. Απ’ ν’  Αλασσόνα ήρθα ζ’ Γκαργιά, απ’ Γκαργιά ζ’ ζ’ Μπουλιάνα, Γκαλλιπεύκ’ κι απ’ Γκαλλιπεύκ’ ιδώ. Στου σπίτ’ μι πιρίμινι ι πατέραζ μ’ κι η μάνα μ’. Η γναίκα μ’ κι δυο μικρά.  Είχα τ’ Χρυσούλα κι του Νικόλα. (Ο λοχαγός Φιλιππίδης. Μέσω Ελασσόνας έφτασα στην Καρυά, από Καρυά στην ίΠολιάνα, Καλλιπεύκη κι από την Καλλιπεύκη εδώ. Στο σπίτι με περίμεναν πατέρας, μάνα, γυναίκα και παιδιά (Χρυσούλα και Νικόλας).

 

Γλυκερία, σύζυγος του Θωμά Μητσιάνη. Ανυπόμονα 

περιμένει τον τελειωμό του πολέμου. Καρτερεί 

τον άντρα και πατέρα των παιδιών της.

 

 

----------

Ανάμνησή μου):  Τις παραμονές του 1940 ήμουνα παιδί 5 ετών. Στην 

επίταξη ζώων θυμάμαι το μουλάρι. Πριν φύγει για Αλβανία από την αυλή 

του Καλιαμπού (Άνω Σκοτίνα), το πλησιάζω και χαϊδεύω την ουρά. 

Εκείνο άρεσε την χειρονομία μου. Αρχίζει να με γλύφει κουνώντας 

την ουρά. Αποχαιρετώντας με,  "τραβάει" για το Μέτωπο.

 

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

 

ΙΣΤΟΡΙΑ: ΕΟΤ  Σκοτίνας

 

ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ

 


Το 1970 έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση των παραλιακών κτημάτων Σκοτίνας. Οι ιδιοκτήτες των κτημάτων ενήργησαν για την χρηματική αποζημίωση από τον ΕΟΤ (Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού). Από συνεντεύξεις συμπατριωτών μαθαίνουμε την έναρξη και εξέλιξη του ΕΟΤ και Κάμπινγκ Σκοτίνας.

          Για πειστική ενημέρωση παραθέτω συνέντευξη του τότε προέδρου Σκοτίνας  Γιάννη Τσινιάνη (1925-2018), του γνωστού με το παρώνυμο «Πασιάς». Η συνέντευξη έγινε στις 6 Σεπτέμβρη 2012 στο σπίτι του (συνοικία «Φέσα»).

 

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ:  Έγινα πρόεδρος το 1966. Ιγώ υπόγραψα για να πληρουθούν απ’ τα χουράφια ι κόζμους. Του 1970-72. Υπόγραψα στο δικηγορικό σύλλογο. Ήταν αρκετοί δικηγόρ’. Χρήστος Παπαδόπουλος, Καζαντζίδης Λαυρέντης, πρόεδρος του συλλόγου. Μι ήφιραν τα χαρτιά, όλα τα πιστοποιητικά. Δε ντα ‘χαν καλά. Κι ήρθι ι δικηγορικός σύλλογος απόξου, στο Κοτσέκ’.   Κι ήταν δυο κούτις, 6- 7 δικηγόρ’.

Λέου, «θα τα μελετήσω, θα τα υπογράψω κι θα τα πάρτι». Ήταν κι ι Σκλιουπίδης.

Αφού τς είπαν ότι εγώ τα έχου έτοιμα, διατάζν τουν ένα απού ‘ταν ο πιο


μικρός απ’ αφνούς, το Χρήστο Παπαδόπουλο. Ανακατέφκαν αυτοί.
 Τς λέου: «Ήμαν μικρός κι άκουσα έναν παππού μια βουλά ότι τ’ μούντζα να προυσέξ πού ντ βάντζ».

Τα πήγαν σ’ ν’ Αθήνα. Αλλά σ’ ν’ Αθήνα πήγα ιγώ κι τα πήρα. Αλλιώς δε μπουρούσαν να πάρν τα λιφτά. Πήγα μι του μπρόιδρου του δικηγορικού συλλόγου Καζαντζίδη. Μι παίρ’ τηλέφουνου κι μι λέ’: «Ετοιμάσ’ για ν’ Αθήνα. Τα λιφτά, αύριου, ν’ άλλ’ μέρα χάνουντι». Ήρθι τ’ απόγιμα κι έφυγάμι μι μια κούρσα. Πάμι σ’ ν’ Αθήνα. Λέ’ αυτός: «Ήφιράμι τα χαρτιά για τ’ Μακιδουνία, τη Σκουτίνα».

Λέει: «αυτός, ποιος είνι»; «Είνι ι πρόιδρους, πααίν’ στουν υπουργό». Μι πρόλαβαν κάτου:

«Πρόεδρε έλα».


Κι έκανάμι τα χαρτιά. Κι
πήραν ι κόζμους τς παράδις.

 

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Εκλέχτηκα πρόεδρος το 1966. Εγώ υπέγραψα για την αποζημίωση χωραφιών συμπατριωτών μας. Ήταν περίοδος 1970-72. Υπέγραψα ενώπιον του δικηγορικού συλλόγου. Παρουσιάστηκαν αρκετοί δικηγόροι, όπως ο Χρήστος Παπαδόπουλος, ο Λαυρέντης Καζαντζίδης, πρόεδρος του συλλόγου. Μου παρουσίασαν όλα τα χαρτιά, πιστοποιητικά. Κατάλαβα πως δεν ήταν καλά διατυπωμένα. Ο δικηγορικός σύλλογος εμφανίζεται έξω από τα γραφεία της Κοινότητας, στην πλατεία «Κοτσέκι». τα χαρτιά ήταν συγκεντρωμένα σε δυο κουτιά, παρουσία 6-7 δικηγόρων.   

Τους λέω: «Θα τα μελετήσω καλά και αφού τα υπογράψω, τότε θα σας τα δώσω». Παρών ήταν και ο δικηγόρος Σκλιοπίδης.

Αφού κατάλαβαν ότι έχω έτοιμα τα χαρτιά, δώσανε εντολή στον νεότερο δικηγόρο Χρήστο Παπαδόπουλο να φροντίσει τη διαδικασία πληρωμής. Μεταξύ τους υπήρχαν διαφωνίες. Τους λέω κάτι που θυμήθηκα: «Βρισκόμουνα σε μικρή ηλικία και άκουσα κάποιον παππού να λέει: «να προσέχεις πολύ πού σκοπεύεις να βάλεις την υπογραφή».

Πήραν τα χαρτιά και πήγανε στην Αθήνα. Αλλά εγώ παρακολουθούσα από κοντά την υπόθεση. Κατέβηκα στην Αθήνα και τα παρέλαβα εγώ. Σκέφτηκα τον κόσμο, που, χωρίς τη δικιά μου παρουσία, δεν θα έπαιρνε τα χρήματα. Μάλιστα φρόντισα και πήγα στην Αθήνα μαζί με τον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου Καζαντζίδη. Μου τηλεφώνησε: «Ετοιμάσου για την Αθήνα. Τα λεφτά όσο περνάνε οι μέρες θα ξεχαστούν». Κατέφτασε ο άνθρωπος το απόγευμα και ξεκινάμε με το ΙΧ. Φτάνουμε στην Αθήνα, πάμε στην αρμόδια υπηρεσία και τους λέει: «Ερχόμαστε από την Μακεδονία και σας φέραμε τα χαρτιά της Σκοτίνας».

Κάποιος υπάλληλος λέει στον δικηγόρο: «Ποιος είναι αυτός που σε συνοδεύει»; «Είναι ο πρόεδρος της Σκοτίνας και ζητάει τον υπουργό».

          Μόλις που με προλάβανε:

«Πρόεδρε περάστε στο γραφείο». 

Έτσι, όλα λάβανε τέλος. Ετοιμάσαμε όλα τα δικαιολογητικά. Και…ο κόσμος πήραν τα λεφτά.

 

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ: Γάμος «σ’ ν’ απαλνή» Σκοτίνα


  Ο Βαγγέλης Α. Γερομιχαλός (1900-1988) μου δίνει συνέντευξη το 1982 για τις περιπέτειες που είχε ένας γάμος στον καιρό της τουρκοκρατίας. Πρόκειται για τον γάμο της Πατρούδας Παραμύθινας. Ο μπάρμπα Βαγγέλης, δωδεκαετής τότε,  επιστρατεύτηκε να εξυπηρετήσει τα πράγματα. Όμως, 
σκόνταψε σε σκόπελο επικίνδυνο: σε Τούρκο αξιωματικό 
του 1912.

ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΗ: Επί Τουρκίας ήρθι ένας αξιωματικός στου Παντιλέμινου κι κήρυξι (1912). Ιγώ ήμαν δώδικα χρουνών πιδί κι μ’ έστειλι ι μπάρμπαζ μ’ απ’ του χουριό (Άνω Σκοτίνα) να πάρου ν’ αδιρφή τ’ ν’ Αντουνόπλινα ‘π’ του Παντιλέμινου να παντρέψουμι Μπατρούδα Μπαραμύθινα. Ν’ είχαμι στου Μπαραμύθα του Γιάν’ αρραβουνιαζμέν’. Κι για να τ’ στιφανώσουμι, πήγα να πάρου ν’ αδιρφή τ’ πατέρα απ’ του Παντιλέμινου στου γάμου. Μι λέ’ (η αδιρφή):
-΄Οξου αυτού, πιδί μ’, είνι γιμάτου Τούρκ’. Δε μπας να ρουτή’ εις κάνα δικό μας, κάνα γέρο Παντλιμουνίτ’, μήπους ξέρν κατά πού θα πααίν’, προς τα πάν’, θα παααίν’ προς τα κάτ’;
Πήγα ιγώ κι γλέπου τς Παντλιμουνίτις όλ’ μαζιμέν’ στου καφινείου. Τς έμασι ι Τούρκος ι αξιωματικός κι τς έβγαλι λόγουν. Του καμτσίκ’ κριμαζμένου ιδώ στου χέρ’, μπότις ώς ψλά κι τα χέρια πίσου κι τς έβγαλι λόγουν:
-Αγαπητοί Παντλιμουνίτις. Ως τώρα πέρασάμι ωραία. Τώρα μας κήρυξέτι τον πόλεμο. Τώρα μας έδουσέτι αφουρμή να πάμι στην ωραία Αθήνα  να μας κιράσ’ η ΄Ολγα η Βασίλισσα καφέ.
Ι κόζμους κιουτμέν’ δεν απάντζαν τίπουτα. Η αξιωματικός έμασι όλου του λόχου απ'   τα φυλάκια (ιμείς σ'   ν'   απαλνή Σκουτίνα να φέρνουμι τ'   θεια μας στου γάμου, παπάς ο παπά Οικονόμος Παπαθανά'ης). Ο Τούρκος αξιωματικός φόρτουσι πυρομαχικά στα μπλάργια.
          Τόσκασάμι ιμείς, παίρνουμι τ’ ντχιά (τη θεία). Αυτός βγάζ’ λόγουν ακόμα, ιμείς φέγουμι. ΄Εγινι ι γάμους.       ΄Ηρθι ι κουμπάρους να πάρ’ τ’ νύφ’. Ι Χρυσκός ι Κώτσιους, ι πατέρας τ’ Στέργιου. ΄Ηρθαν μι τα ματσούκια, βρόντζαν τα τσίγγια, νύχτα. Κατέφκαμι απού ψλα, πήραν του κουρίτσ’ κι γίγκαν τα στέφανα. Στου σπίτ’ γένουνταν ι γάμους τότι.

ΚΟΙΝΗ: Επί τουρκοκρατίας ήρθε ένας αξιωματικός στον Άγιο Παντελεήμονα κι έβγαλε λόγο. Ήταν το 1912. Εγώ ήμουνα δώδεκα χρονών παιδί και μου έστειλε ο θείος μου από την Άνω Σκοτίνα στον άγιο Παντελεήμονα με σκοπό να πάρω την αδερφή του Αντωνόπουλου για να την παντρέψουμε. Δηλαδή την Πατρούδα του Παραμύθα. Την είχαμε αρραβωνιάσει στον Γιάννη Παραμύθα. Και, για να την στεφανώσουμε, πήγα στον άγιο Παντελεήμονα να προσκαλέσω στο γάμο την αδερφή του πατέρα. Αυτή μου λέει:
          -Παιδί μου, έξω η πλατεία είναι γεμάτη από Τούρκους. Κάνε τον κόπο, πήγαινε να πληροφορηθείς από κανένα δικό μας Παντελεημονίτη μήπως γνωρίζει κατά πού θα πηγαίνουν. Θα πάνε προς τα πάνω, θα πάνε προς τα κάτω;
          Πήγα εγώ, λοιπόν, στον Παντελεήμονα και τι αντικρύζω; Όλοι οι χωριανοί μαζεμένοι στο καφενείο. Τους μάζεψε ο Τούρκος αξιωματικός και τους έβγαλε λόγο. Το καμουτσίκι να ‘ναι κρεμασμένο εδώ στο χέρι, μπότες ψηλές και τα χέρια πίσω:
          -Αγαπητοί Παντελεημονίτες. Μέχρι τώρα τα πήγαμε καλά. Τώρα, όμως, μας κηρύξατε πόλεμο. Τώρα μας δώσατε αφορμή να κατεβούμε στην Αθήνα  να μας κεράσει καφέ η βασίλισσα Όλγα
Κατατρομαγμένος ο κόσμος, δεν έδωσε απάντηση. Ο Τούρκος αξιωματικός συγκέντρωσε όλο το λόχο από τα φυλάκια (εμείς στην Άνω Σκοτίνα. Να προσπαθούμε να φέρουμε τη θεία στο γάμο. Παπάς ο Αθανάσιος Οικονόμου). Ο Τούρκος αξιωματικός φόρτωσε πυρομαχικά στα μουλάρια).
        
  Εμείς το σκάσαμε, παίρνουμε τη θεια μας και φεύγουμε. Αυτός ο Τούρκος  ακόμα βγάζει λόγο. Εμείς το σκάσαμε, φεύγουμε. Τέλος πάντων, έγινε ο γάμος, ήρθε η ώρα να πάρει ο κουμπάρος τη νύφη. Ο Κώτσιος ο Χρυσικός, πατέρας του Στέργιου. Ήρθαν -θυμάμαι- με τα ματσούκια, βρόντηξαν τις λαμαρίνες. Ήταν νύχτα. Εμείς κατεβήκαμε από τον επάνω όροφο. Πήραν το κορίτσι κι έγιναν τα στέφανα. Τότε ο γάμος γινόταν στο σπίτι.
---------- 
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ


Τα δυο γειτονικά χωριά στα χρόνια 
της τουρκοκρατίας:

1) Άγιος Παντελεήμονας,

2) Σκοτίνα. 
α) Άνω Σκοτίνα το κανονικό χωριό.
β) Κάτω Σκοτίνα-Καλύβια. Ενορία θεσπίζεται το 1938
          με εφημέριο τον παπά Γιάννη Μπιλιάγκα.
 

Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

ΑΓΑΠΗ: Γάμος


                                   Γνωριμία Ποτιού και Καλής

           Στη Σκοτίνα του Κάτω Ολύμπου Ποτιό (ή Πουτιό) λέμε τον Δημήτριο και Καλή την Καλλιόπη. Στις 25 Αυγούστου του 1996 ο Ποτιός Καρκαφίρης (Τσιαούης-Τσαούσης) (*) και η σύζυγός του Καλή Γερομιχαλού («τ΄ Νικουλή») μου δίνουν συνέντευξη για το πετυχημένο τους προξενιό και τον ευτυχισμένο τους γάμο. Η συζήτηση (κατατοπιστική στιχομυθία) γίνεται στο σπίτι τους στην Κάτω Σκοτίνα Πιερίας (τοποθεσία «Κλήμα»).  

-Με προξενιά αρραβωνιάστηκες ή με έρωτα.
-Μι προυξινιά. Είχα ένα Ζιργιώτ', του Γιάν' του Μπαπαγιαννούλ'. Αυτός μ'  έκαμι προυξινιά. ΄Ερχουνταν ικεί στ'  μάνα μ', στου σπίτ' (Απαλνή Σκοτίνα). Αυτός έδουσι του λόγου. (Με προξενιό. Είχα γνωριμίες με κάποιο από την Καλλιπεύκη, τον Γιάννη  Παπαγιαννούλη. Αυτός μου έκανε το προξενιό. Σύχναζε εκεί στη μάνα μου, στο σπίτι. Αυτός έδωσε το λόγο).
           -Ήθελες εσύ;
         -Χαζουήθιλα. Και ανέλαβε άλλος. ΄Ετσ'  τού'  χαμι ιμείς ιτότι.  Μι λέ' ι παππούς: «Ε, είνι καλό κουρίτσ', να του πάρουμι. «Εμ, αφού σιαρέζ' ισένα, παππού, του παίρουμι». (Έτσι κι έτσι. Και ανέλαβε άλλος. Έτσι το συνηθίζαμε εμείς τότε. Μου λέει ο παππούς: «΄Ε, είναι καλό κορίτσι, να το ζητήσουμε». «Εμ, αφού σου αρέσει εσένα, παππού, να το πάρουμε το κορίτσι).
           -Πού το είδες το κορίτσι.
       -Παναθέ απ'  Μπαναϊά. Στα Πνάκια. Ιά, κατέβηνι μι του ντρουβά απού πάν'. Σιάματ' να μι άρισι. Ιγώ κατέβηνα για τα έργα. Λέου «καλημέρα», «καλημέρα» λέει αυτή. Ύστρα τ’ λέου «χιριτιζμούς απ'  τ Λέγκου». Πήγα ζ  Μπούρλια (η Λέγκω είναι αδερφή της Καλής). «Ευχαριστώ», λέ’ ικείν’. Ύστρα έφυγα απ'  παναθέ Μπαναϊά κι κατέφκα ζ Γκιραμίδα. Η Καλή έφυγι μέσα απ'  Μπαναϊά κατέφκι ζ Γκιραμίδα. Απ'  του μουνουπάτ'. (Πιο πάνω από την Παναγιά. Συγκεκριμένα στην τοποθεσία "Πινάκια". Να, κατέβαινε από την Άνω Σκοτίνα κρατώντας στα χέρια τον τορβά. Έδειξε πως μου άρεσε. Εγώ κατέβαινα για τα έργα που γίνονταν στην Κάτω Σκοτίνα. Λέω «καλημέρα». Απαντάει κι αυτή «καλημέρα». Μετά της λέω: «έχεις χαιρετισμούς από την αδερφή σου Ελένη, που κατοικεί στους Πόρους». «Ευχαριστώ». Ύστερα έφυγα από την πάνω μεριά της Παναϊάς και ήρθα στην «Κεραμίδα». Η Καλή πήρε το μονοπάτι της Παναγιάς και κατέβηκε στην «Κεραμίδα (για την συνάντηση)».
 
-Κι αυτή ήταν η γνωριμία σας, όλη κι όλη;
-Ιμένα σα να μι άρισι.
           -Τι ηλικία είχατε.
          -Αυτήν είχι 18 κι 'γω 24 χρόνια.
            -Πού έγινε ο αρραβώνας.
          -Στου σπίτ'  του θκό τς. Απάν στα Ντημάτκα (στη γειτονιά του Δήμου στην Άνω Σκοτίνα).
            -Από δώρα;
    
    -Δώρα, κι άλλου τι. Από 'να κάμσου κι από 'να νταλαβέρ'. ΄Ενα βρακί. ΓΚαλή έκανα καρδιά. Φυλαχτό, κρεμαστό. Κι κουμπουλόι (κουλέ) δυο κλούρις. Βέρα. Σκέπ', βραχιόλια. Ιμένα μ' έκαμαν δώρο σκουφούνια μι γιρλάντα. (Τι δώρα; Αστεία πράγματα. Από ένα πουκάμισο και από ένα από τα απαραίτητα, ένα βρακί. Στην Καλή δώρισα μια καρδιά, φυλαχτό, κρεμαστό. Και κομπολόι -κουλέ- δυο κύκλους. Βέρα, επίσης, σκέπη, καθώς και βραχιόλια. Εμένα μου δώρισαν σκουφούνια (κάλτσες) με γιρλάντα).
           -Νούμερο;
      -Tα κουτρού. Αρραβουνιαζμέν' έμεινάμι πιντέξ' μήνις. (στα κουτουρού. Αρραβωνιασμένοι μείναμε πέντε-έξι μήνες). Ι γάμους έγινι σ'  ν'  απαλνή Σκουτίνα. Μας στιφάνουσι ι παπά Λιουνίδας (Οικονόμου). Χόριψάμι στου Μπλάτανου. Είχα πει του Λιόλια τουν Αγγέλ'  (κλαρίνο), του Γιαννούλ'  του Ντάμλια (βιολί) κι του Χρήστου του Ντράντα (λαούτο). Ιγώ είχα παράδις απ'  τα έργα κι τς πιτούσα. (Ο γάμος έγινε στην Άνω Σκοτίνα. Μας στεφάνωσε ο παπά Λεωνίδας Οικονόμου. Χορέψαμε στον Πλάτανο (πλατεία). Κάλεσα και όργανα: τον Λιόλια τον Αγγέλη, κλαρίνο, το Γιαννούλη Δάμπλια, βιολί και τον Χρήστο Τράντα, λαγούτο. Εγώ διέθετα αρκετά χρήματα, λόγω της εργασίας μου στα έργα, και πετούσα αβέρτα στα βιολιά).
 
Σ'  τς ουχτώ μέρις πήγαμι σ'  ν'  Ικκλησία, χάλασάμι τς φλάμπρ'. (Στις οχτώ μέρες πήγαμε στην εκκλησία και σύμφωνα με το έθιμο) χαλάσαμε τα φλάμπουρα).
          -Ο φλάμπουρος τι είχε επάνω.
          -Είχι μήλου, κυδών κι ρόϊδου.
          -Σε ποια βρύση πήγες με τη νύφη.
      -Στου Χασαπλιό. ΄Ερξαμι δικάρις κι τα λιφτά τα μάζιβαν τα μικρούτσκα (Τα χρήματα τα μάζευαν τα παιδάκια, που συνόδευαν τη νύφη).


----------
* Τσιαού'ης, Τσαούσης, παρατσούκλι που αποδίδεται στον Ποτιό Καρκαφίρη. Επειδή  υπηρέτησε ως λοχίας στο στρατό, τσιαούσης=λοχίας του τουρκικού στρατού.
----------
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΧΡΗΣΙΜΕΣ

ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ (μερική): ΚΑΡΚΑΦΙΡΗΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ, Παιδιά: Αθανάσιος, Νικόλαος, Κατερίνα, Μπουζιώ.
Α. Αθανάσιος, (πέθανε μετά το ’50), σύζυγος Φώτω Δάμπλια, αδερφή του Ηρακλή.
Παιδιά του Αθανασίου:
1. Τασιούλου, σύζυγος Απ. Παπαζιώγας.
2. Πουτιός (γέννηση 1907), σ. Καλή Ν. Γερομιχαλού (γέννηση 1913). Παιδιά: Θανάσης, Γιάννης, Μαρία, Νίκος, Φωτεινή, Μανόλης,
3. Ελένη, σ. Γιώργος Μανόλας ζ’ Μπούρλια.                
4. Θεοχάρης, σ. Αφροδίτη Οικονόμου τ’ παπά Λεωνίδα.
5. Ηρακλής, σ. Στέλλα από Κατερίνη.  
6. Μαριγούλα, ανύπαντρη, πέθανε μικρή.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ



Τόποι συνάντησης ερωτευμένων

1. η πρώτη "καλημέρα"
2. πέρασμα Ποτιού-Καλής
3. συνάντηση "σιγουριάς"
4. η πλατεία, όπου γίνεται ο μεγάλος χορός.
5. βρύση στην επάνω γειτονιά (Άνω Σκοτίνα).






Θεοχάρης Καρκαφίρης, αδερφός του 
Ποτιού. Με την σύζυγο Αφροδίτη απέκτησαν μια 
αξιόλογη οικογένεια στη Θεσσαλονίκη.








Το σπίτι του ζεύγους Ποτιού και Καλής
Καρκαφίρη. Στο μπροστινό μπαλκονάκι 
δόθηκε η "επίμαχη" συνέντευξη (1996).





Η βρύση στην τοποθεσία "Κλήμα", πλάι στο
σπίτι του Καρκαφίρη.



Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

ΕΘΙΜΑ: ΤΑΜΑ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ


          Ο Γιάννης Βλέτσης του Αθανασίου μου δίνει συνέντευξη (Αύγουστος 2005) στο σπίτι της μητέρας του Καλούδας, το γένος Γκάρα. Θέμα της συζήτησης είναι το τάμα στην Παναγία.


ΙΣΤΟΡΙΚΟ.  -Πες μου, Γιάννη, το ιστορικό (το πρώτο ξεκίνημα-έθιμο) της διαδρομής της Εικόνας της  Παναγίας από την Κάτω στην Άνω Σκοτίνα.
          -Μιλάμε για το 2004. Έγινε ένα ατύχημα. Λέω στη γυναίκα μου: "δεν πάμε πάνω στην Παναγία να ανάψουμε ένα κεράκι;" Αφού έκανα ένα τάμα. Ζήτησα κάτι. Τέλος πάντων πάμε στην εκκλησία, προσευχόμαστε.
-Πότε έγινε αυτό;
          -Εδώ και τρία χρόνια. Εγώ δούλευα στην εταιρία ΑΤΤΙΚΑΤ στο δρόμο. Έγινε ένα ατύχημα. Έκοψα ένα μεγάλο καλώδιο υψηλής τάσεως και είχα μιλήσει με τον υπεύθυνο της ΔΕΗ. Μου λέει: "Φίλε μου, να πας να ανάψεις μια λαμπάδα τέσσερις φορές σαν το μπόι σου".


Ξαναφεύγω, παίρνω την οικογένεια και πάω στην Παναγία επάνω. Ανάβω το κερί, προσεύχομαι και μου λέει η γυναίκα: "το λόττο το κέρδισες".





Η παρούσα ανάρτηση αφιερώνεται στον αείμνηστο Θανάση Βλέτση του Νικολάου, ο οποίος μας «άφησε» πολύ πρόωρα.







Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ. Από 'κει και μετά εγώ είχα αποφασίσει να κάνω κάτι για την Παναγία.  Η Εικόνα αυτή ήταν κάτι το ξεχωριστό για μένα. Δε μπορούσε να με καταλάβει κανείς. Το αισθανόμουνα εγώ. Κάθε φορά στα Χαιρονύμφια που έβγαινε η Εικόνα, εγώ ήμουνα από τους πρώτους. Έπρεπε να τη χαιρετήσω. 

Λοιπόν αποφασίζω και λέω μια μέρα: «Το Δεκαπενταύγουστο εγώ έχω ένα τάμα στον εαυτό μου. Θέλω να βγάλω την Εικόνα επάνω. Με τα πόδια, δε με ενδιαφέρει τίποτα». Εδώ είχα βρει κάποιες αντιρρήσεις. «Θα μας την κλέψουν, θα μας την κάνουν».
-Ποιος έφερε αντιρρήσεις.
          -Έ, ήταν διάφοροι. Εγώ, όμως, το είχα βάλει εδώ στο μυαλό μου. Έπρεπε να γίνει. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, εγώ έπρεπε να τη βγάλω την Εικόνα. Λέω τον παπά: «σε παρακαλώ πολύ, θα μου κάνεις μια χάρη. Έχω ένα τάμα. Θέλω να βγάλω την Εικόνα εγώ με τα χέρια μου».


ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Ο άνθρωπος αμέσως λέει: «Ναι, εγώ τη θέλω την τάδε ώρα».
-Ποια ώρα την ήθελε.
          -Την ήθελε ακριβώς για τον εσπερινό.

   Τον παίρνω με το αυτοκίνητο. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο, εγώ,  αδερφός μου Νίκος δίπλα, η οικογένεια όλη. Του λέω: «Εγώ πρέπει να κατέβω σ' ένα σημείο, να την πάρω στην αγκαλιά. Πρέπει να τη βγάλω στα χέρια μου». Τέλος πάντων, βγαίνουμε μέχρι τις Δυο καστανιές. Κατεβαίνω εγώ,  ξετυλίγω την Εικόνα και την παίρνω στην αγκαλιά. Τη βγάζω, φυσικά, επάνω. Δε μπορείς να φανταστείς, κ. Γιάννη, δεν ξέρω, τι να σου πω τώρα τι ανακούφιση είχα! Για ένα χρόνο ένιωθα ότι με προστάτευε η ίδια. Για μένα ήταν ένα πράμα, που δε μπορούσα να το μεταφέρω στον άλλο. Εκεί που έβγαλα την Εικόνα, όλοι ενδιαφέρθηκαν για τη δεύτερη χρονιά. Όλοι λέγανε "κι εμείς", ξέρω ‘γω. Λέω:

          -Παιδιά, πολύ ευχαρίστως. Δεν έχω πρόβλημα.

Με κάποιον άνθρωπο  (Μητσόπουλος) από τη νέα Έφεσο ράβουμε ένα σάκο για να κρεμάσουμε στην πλάτη την Εικόνα. Έγινε ένας σάκος με λουριά. Τέλος πάντων, πάω εγώ στην εκκλησία. Είχα ραντεβού με τον παπά.
-Πάντως, και ο παπάς σου είχε εμπιστοσύνη.
          -Πάρα πολύ.  Φέρνουμε την Εικόνα στο σπίτι μου. Θεώρησα, ότι είμαι από τους πολύ τυχερούς, σα να κέρδισα το λόττο, το χρυσάφι. Θέλησα να βγάλω μια φωτογραφία με τα παιδιά μου, δίπλα στην Εικόνα. Για ενθύμιο. Όμως η μηχανή είχε χαλάσει. Ξαφνικά. Παιδευότανε η γυναίκα μου να την κάνει, δε μπόρεσε. Μου λέει:

«Δε θέλει να βγει φωτογραφία η Παναγία».

Προσκυνάμε όλοι, τη σκεπάζουμε, την τυλίγουμε.  Βγαίνουμε στην Παναϊά επάνω με το Ι.Χ. αυτοκίνητο. Μαζευόμαστε εκεί πέρα, ήταν κι άλλες γυναίκες, γύρω στα 16 άτομα.

Ξεκινάω εγώ, την τοποθετώ στον ώμο μου, στις πλάτες μου. Φτάνουμε στο Λάκκο Τσιόκα.

ΣΤΑΘΜΟΙ ΠΟΡΕΙΑΣ.  -Ποια πορεία τηρήσατε στην όλη διαδρομή;
         

1. "Αγιώρ΄ς"
2. "Παναϊά"
3. Τράντα μπαξές
4. Ίσιωμα
5. Λάκκο Τσιόκας
6. Αϊ-Λιάς
7. Δυο Καστανιές
8. Μάρμαρος
9. "Παναγία"  

-Το δρόμο τον παλιό. Στο Ίσιωμα, στου Τράντα τον μπαξέ, Λάκκο Τσιόκα, στο Εικονοστάσι Αϊ-Λιά, Δυο Καστανιές, Μάρμαρο. Στο Λάκκο Τσιόκα,  τους είχα ενημερώσει: «όλοι θα κρατήσετε την Εικόνα στην αγκαλιά σας. Δεν υπάρχει περίπτωση, έστω και για ένα μέτρο». Ξεκινάει δεύτερη η μάνα μου,  κάνει καμιά διακόσια μέτρα. Μετά την πήρε  Γερμανός μέχρι το Μάρμαρο, στο Εικονοστάσι. Μετά το Εικονοστάσι αποφασίσαμε να τη βγάλουμε από το σάκο. Την προσκυνήσανε όλοι.

          -Πιο πάνω αποφασίζουμε να βγούμε φωτογραφία όλοι, όσοι ήμασταν. Να φανταστείς ότι η μηχανή δε δούλευε. Φτάνοντας έξω από την εκκλησία χτύπησε η καμπάνα, μας υποδεχτήκανε. Παίρνουμε την Εικόνα, την τοποθετώ εγώ μέσα στο προσκυνητάρι.
-Πότε επεστράφη η Εικόνα Κάτω;
          -Μετά την εκκλησία (όταν σχόλασε η ακολουθία του εσπερινού).
----------
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ. Από το πανηγύρι της Παναγίας του 2010.