Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

ΕΘΙΜΑ: 7η Καστανογιορτή Σκοτίνας





                                       Επίσημοι στην Καστανογιορτή Σκοτίνας

          Η γιορτή του κάστανου στη Σκοτίνα (19.10.19) μου φέρνει στο νου τις παρακάτω αξιοπρόσεκτες ενθυμίσεις:

Α. Από τα άγρια στα ήμερα. Στα παλιά χρόνια ο κόσμος μάζευε κάστανα από άγριες καστανιές. Η περίπτωση αφορά κυρίως την Άνω Σκοτίνα.  Μεταπολεμικά ο κόσμος μετακινείται προς την Κάτω Σκοτίνα και αρχίζει με εντατικούς ρυθμούς να αμπολιάζει (εμβολιάζει) τις καστανιές. 

Β. Έκταση της καστανιάς. Σε πολλούς φαίνεται παράξενο το φαινόμενο, κατά το οποίο οι καστανιές (κασταναριά) της Σκοτίνας απλώνονται από την Άνω μέχρι την Κάτω και, συγκεκριμένα, μέχρι το κύμα. Βλέπεις, δηλαδή, καστανιά στον Αϊ-Λιά, αλλά και στην Παραλία.

Γ. Χρησιμότητα του κάστανου. Οι προκάτοχοί μας (παππούδες και προπαππούδες) γνώριζαν τη σημασία και χρησιμότητα της καστανιάς. Ζήσανε από κοντά το αγριοκάστανο. Το μαρτυρούν επίσημα στόματα. Για παράδειγμα το 1931 ο επιθεωρητής της δημοτικής εκπαίδευσης, όταν ήρθε στο χωριό για να ελέγξει το σχολείο της Άνω Σκοτίνας (δάσκαλος Αθανάσιος Βλέτσης 43 ετών) διαπίστωσε, ότι οι κάτοικοι ήταν φτωχοί και ζούσαν από την πώληση αγριοκαστάνων. (Προσωπική εμπειρία: Οι γονείς μου διέθεταν νερόμυλο και μερικοί κάτοικοι στον καιρό της Πείνας φέρνανε παπαδούλες (ψημένα αγριοκάστανα) για άλεσμα.

Δ. Νέα κασταναριά. Το 1985 πιάνει μεγάλη πυρκαγιά και το δάσος μετατρέπεται σε μπαΐρι. Ακολουθούν εκχερσώσεις, δημιουργία οικοπέδων. Κουμαριές εξολοθρεύονται, εμφανίζονται νέες καστανιές. Τα νερά των λάκκων μεταφέρονται με λάστιχα στη ρίζα της καστανιάς κάθε ιδιοκτήτη. Έτσι, η απόδοση του κάστανου μεγαλώνει.    

Ε. Ποιότητα. Ο πρόεδρος του χωριού Γιώργος Πλεξίδας διατείνεται ότι το κάστανο της Σκοτίνας είναι το καλύτερο στο πανελλήνιο, ίσως και παγκοσμίως.
----------
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Κώστας Γανωτής ανακοίνωσε ότι η φετινή γιορτή είναι αφιερωμένη στους δυο συμπατριώτες που φύγανε από τη ζωή α) τον Θωμά Μητσιάνη του Γεωργίου και β) τον Θανάση Πολυχρό του Κωνσταντίνου.

ΠΡΟΕΔΡΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ


                                              Γιώργος Πλεξίδας, πρ. Κοινότητας


                         Παναγιώτα Κουκουσά, πρ. «Πνευματική Κίνηση Σκοτίνας



                                    Κώστας Γανωτής, πρ. Εθελοντισμού Σκοτίνας

ΕΘΕΛΟΝΕΣ


                           Από αριστερά: Πινακά Θωμαή, Συντριβάνη Μαριάννα, 
                               Σκρέτα Ειρήνη, Καλαμάρα Σοφία και Μιχαλού Πόπη



Η χαρά της προσφοράς δίνει ζωή
 

                                                     Η λάμψη της προσφοράς


                                 Αριστερά: Καλαμάρας Βασίλης, δεξιά Μάνος Γιάννης


                                                 Βλέτση Χρυσικού Τασούλα

                                                       Βασίλης Βαγγελάκος

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ





  ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ








                                               
                                                  Χορευτικός όμιλος Σκοτίνας
                                  

                                       Αστράφτουν τα πρόσωπα μετά το χορό

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ: Τζιατζιάς


Τραγουδούν: Μάνα και κόρη Κατσιούλα

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΡΩΤΗ: Κατσιούλα Γαρουφαλιά (καλοκαίρι 1982) στη Λεπτοκαρυά Πιερίας.

          Ι πατέραζ μ’ μια μέρα γέμσι του φτσέλ’ κρασί κι ξικίντζι απ’ τ’ Λιφτουκαρυά να πααίν’ στ’ αμπέλ’. ΄Οξου ‘κεί ζ Γκαστανιά άρχισι να τραγδάει του Τζιατζιά του τραγούδ’. Παραπέρα ήταν ι Τζιατζιάς μι του Μπλουγκούρα. ΄Εψηναν κατσίκια στου λάκκου.  Ι Τζιατζιάς σταμάτσι κάτ’ σ’ έναν κέδρουν, μήπους παρουσιαστεί κάνας χουρουφύλακας κι τς πχιάσν. Φουρούσι χουντρά σκουφούνια. Είχι χιόν’. Ι μπαμπάζ μ’ φτάν’ στου Τσιμπούρα τ’ αμπέλ’ κι αρχεύ’ του τραγούδ’: (Ο πατέρας μου μια μέρα γέμισε την τσότρα κρασί και ξεκίνησε από τη Λεπτοκαρυά για να πάει στο αμπέλι. Μόλις έφτασε έξω στην Καστανιά, άρχισε να τραγουδάει το τραγούδι του Τζιατζιά.  Παραπέρα έτυχε να ’ναι ο Τζιατζιάς με τον Μπλουγκούρα. Έψηναν κατσίκια στο λάκκο. Ο Τζιατζιάς στάθηκε κάτω από ένα κέδρο μεγάλο. Παρατηρούσε μήπως παρουσιαστεί κανένας χωροφύλακας και τους συλλάβουν. Φορούσε χοντρές μάλλινες κάλτσες. Είχε και χιόνι. Ο πατέρας μου πλησιάζει προς το αμπέλι του Τσιμπούρα και αρχίζει το τραγούδι):

Μή τον είδατε τον απαντήσατε,
το Μήτσο το λεβέντη τον Τζιατζόπουλο,
τον καπιτάνιο, τον Τζιατζόπουλο.

Χτες τον είδαμε, τον απαντήσαμε
στα βλάχικα καλύβια τον κερνούσανε,
τον καπετάνιο, τον κερνούσανε.

     Δε μπατρεύεσαι, δε μπροξενεύεσαι
          να πάρεις βλαχοπούλα σαν κι εμένανε
                                            βρε καπιτάνιε, σαν κι εμένανε.

    Δε μπατρεύομαι δε μπροξενεύομαι
             δε μπαίρνω βλαχοπούλα σαν εσένανε...
                   
Βγαίν’ ένας αντάρτς μι γκάπα. Τουν σταματάει του τραγούδ’. (Εμφανίζεται ένας αντάρτης με την κάπα. Του σταματάει το τραγούδι).
          -Τι συμβαίν’; Είπι ι μπαμπάζ μ’.
          -Μη φουβάσι. ΄Ελα ώς ιδώ. Κάτ’ σι θέλου.
          Πααίν’ ικεί, τι να δει! Αυτοί έψηναν. Τουν λέ’ ι Τζιατζιάς:
          -Δε μι λες, γιατί του λες αυτό του τραγούδ’;
          -Αυτό μι αρέσ’ κι γι αυτό του λέου.
          -Γιατί σι’ αρέσ’;
        -Γιατί όποιους να ’νι δε  βγάζ’ τραγούδ’. Τους λιβέντις βγάζουν τραγούδια. (Γιατί δεν βγάζουν τραγούδι για οποιονδήποτε. Τους λεβέντες τιμούν και γι’ αυτούς βγάζουν τραγούδια).
          -΄Αμα τουν δεις αυτόν απού λες του τραγούδ’, θα τουν γνουρί’ ις;
        -Εμ! Πού να τουν γνουρίσου, δε ντου γξέρου. Πάντους, για να τουν βγάλν’ τραγούδ’, είνι κι παλικάρ’.
          -Ιγώ είμι, ι Τζιατζιάς.
          -Αμάν’, παλικάρι μ’,...Συχαρητήρια. Είσι παλικάρ’.
          -Κόψτι ένα μπούτ’ απ’ αυτά τα ψητά, τα κατσίκια.
          -Κρασί έχου, λέ’ ι μπαμπάζ μ’. Θα πάνου τώρα μέσα σ’ ν’ αστυνουμία κι θα τραγδώ αυτό του τραγούδ’. Δε φουβάμι. Για τέτοια παλικάρια δε φουβάμι.
          Απού τότι, ξανά δε ντουν είδι.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ, Κατσιούλα Βούλα, (14.9.2019).

Ανήμερα του Σταυρού με υποδέχεται στο σπίτι της (Λεπτοκαρυά) η κ. Βούλα Κατσιούλα κόρη της Γαρουφαλιάς, σύζυγος του Γιώργου Μουσδράκα. Είχα πληροφορηθεί ότι η κ. Βούλα έχει ωραία φωνή και συμμετέχει στον πολιτιστικό σύλλογο  Λεπτοκαρυάς. Κατάλαβε πως επέμενα να ακούσω τη λαλιά της. Και εκείνη θυμήθηκε το γνωστό στον τόπο της τραγούδι, το τραγούδι του Τζιατζιά.

                              «Στ’ Ολύμπου κι Όσσας τις κορφές
                              ακούγονται ντουφέκια.
                              Χαλάσανε την κλεφτουριά,
                              Τζιατζιά τον καπετάνιο
                                                                     που ήταν κορόνα στα βουνά
                                                                     και στύλος μες στους κάμπους.    
                                                    -Καλά ήσουν Μήτσο στην Κρανιά
                                                                     καλά και στη Ραψάνη,
                                                                     τι χάλευες, τι γύρευες
                                                                     μες στο μικρό Κουτσιούκι,
                                                                     στο προδομένο το χωριό
                                                                     και πέρ’ απ’ το ποτάμι;
                                                                     -Πήγα να ιδώ τους φίλους μου,
                                                                     να ιδώ και τους κουμπάρους
                                                                     κι αυτοί κρασί με πότισαν
                                                                     και χάθηκα ο καημένος.
                                                                     Κι οι φίλοι έγιναν οχτροί
                                                                     και χάρος ο Δαφέρμος.
                                                                     -Τώρα τον κλαίνε τα χωριά
                                                                     τον κλαιν τα τσελιγκάτα…
                                                                     τι ήταν του πλούτου ο κυνηγός
                                                                     και των φτωχών προστάτης» (*).
----------
* Το τραγούδι το συναντούμε στο βιβλίο των συγγραφέων Γεωργίου Χατζή και Μιλτιάδη Τερζόπουλου. Φέρει τον τίτλο «Γιαγκούλας-λήσταρχοι του Ολύμπου». εκδόσεις «Μάτι» Κατερίνη 1991 (βλέπε σελίδα 590).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: η Λεπτοκαρυά μετά το 1950

Στη συνέχεια η συζήτηση παίρνει άλλη τροπή. Προκαλώ την κ.  Βούλα να θυμηθεί παλιότερες καταστάσεις, σχετικές με την ιστορία του χωριού.  

ΕΡΩΤΗΣΗ: Τι θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η μάνα μου λεγόταν Κατσιούλα Γαρουφαλιά του Ιωάννου. Ιγώ ήμαν μικρή. Τελευταία από τα 10 αδέρφια. Γεννήθηκα εδώ το ’53, 28 Νοεμβρίου. Ήμασταν από τους πρώτους που ήρθαμε.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Γιατί μεταφερθήκατε από την Άνω στην Κάτω λεπτοκαρυά; 
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατεβήκαμε εδώ κάτω το 1953 γιατί επάνω γινόταν κατολισθήσεις, καθιζήσεις. Έπαθαν όλα τα σπίτια ζημιά. Από το ’49 και μετά καθόταν.
ΕΡ. Τελικά πότε έγινε η ρυμοτομία του κάτω χωριού;
ΑΠ. Από το 52 ξεκίνησε. Μοιράστηκαν οι τίτλοι.
ΕΡ. Θυμάσαι κανένα ευχάριστο γεγονός από την όλη υπόθεση;
ΑΠ. Ένας που έγραφε τα οικόπεδα, ζήτησε να πάει σε τουαλέτα (στην επάνω Λεπτοκαρυά). Η αδελφή μ’ ήταν 5-6 χρονών. Λέει αυτός: «Κοριτσάκι μου, έχετε τουαλέτα»; «Θείο, εμείς είχαμε μια τουαλέτα με τσουβάλια, ξύλινη. Αλλά θα σι πάω σε μια καλύβα». Και τον πήγε στου Μπακάλ’ το σπίτ’. «Περίμενέ μου, κοριτσάκι μου, να μι πας στο σπίτι σ’». Πήγε στο σπίτι τι να δει. Το σπίτι το δικό μας ήταν έτοιμο να γκρεμιστεί.
-Εδώ ζείτε, κοπελίτσα μου καλή;
-Εδώ ζούμε.
Της μάνας μου το δωμάτιο ήταν καθαρό. Λέει: Πως λέγισι, κυρία μου;» «Κατσιούλας Νικόλαος του Δημητρίου» (σαφής απάντηση). Κι δε μας είχαν γραμμέν’ για οικόπεδο. Να ‘νι καλά αυτός ο κύριος που ήρθε -με συγχωρείς- να κατουρήσ’ και έγραψε τη μάνα μ’ στην πρώτη λίστα. Μόλις έγινε καταμέτρηση και δώσαν τα οικόπεδα, λέ’ η μάνα μ’ τον πατέρα: «Βρε Νίκο, δεν πας στην Κοινότητα, μήπως έχουμε κάνα τυχερό να πάρουμε κάνα οικόπεδο; Κι λέει: «Βρε γναίκα, πιστεύς ισύ πως θα μας δώσν οικόπεδο;» Τραβούν τον πρώτο λαχνό, τον δεύτερο λαχνό «Κατσιούλας Νικόλαος του Δημητρίου».
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 
                                  Κατσιούλας Νικόλαος, σύζυγος της Γαρουφαλιάς


               Το σπίτι (σήμερα) του ζεύγους Γιώργου Μουσδράκα και  Βούλας Κατσιούλα.

ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ

α) βιβλίο "Γιαγκούλας-λήσταρχοι του Ολύμπου" 
των συγγραφέων Γεωργ. Χατζή και Μιλτ. Τερζόπουλου  

                                                                 Σελίδα 597

 σελίδα 590

σελίδα 591


 
Σελίδα 593

β) βιβλίο του Γιάννη Μπασλή "Μήτσιος Τζιατζιάς, 
ο αριστοκράτης ληστής (1889-1930)".


Ο γάμος Τζιατζιά και Στάμως
                                                                     σελίδα 33


Ο Τζιατζιάς εναντιώνεται σε αυτούς που 
δεν συμπεριφέρονται ορθά στον κόσμο.
Σελίδα 38

γ) βιβλίο του Ιω. Α. Καλιαμπού "λαϊκή παράδοση 
στον Κάτω Όλυμπο-η ΣΚΟΤΙΝΑ", Κώδικας 2007" Θεσσαλονίκη


Ο Απόστολος Καλιαμπός, βοσκός πιάνεται όμηρος από τον Τζιατζιά. 
Σώζεται με την καταβολή λύτρων από τον τσέλιγκα Γιάννη Καλιαμπό.

Σελίδα 92

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

ΕΜΦΥΛΙΟΣ: Όλγα Βαγγελάκινα



Περιπέτεια που δεν ξεχνιέται

          Η Όλγα Κοκράνη, σύζυγος του Βαγγέλη Βαγγελάκου (1914-2009) μου δίνει συνέντευξη στις 25 Αυγούστου 1996 για μια προσωπική περιπέτεια στα χρόνια του Εμφυλίου. Η συζήτηση γίνεται στο σπίτι του Ποτιού Καρκαφίρη (1907-2003), που βρίσκεται στην τοποθεσία «Κλήμα» στην Κάτω Σκοτίνα.

1. ΛΙΤΟΧΩΡΟ. Κάπουτι μι τ’ ανταρτικά  πήγα στου Λιτόχουρου. Έμασα απουστουλιάτκα μήλα να πά’ να πα τα πλήσου να φέρου τα κουρίτσια μ’ του λάδ’, ζάχαρη, του ένα να φάν’ Πήρα ξένου γαϊδούρ’. Φόρτουσα τα μήλα. Στου Λιτόχουρου μας πιρικύκλουσι του στρατό. (Κάποτε, στην περίοδο των ανταρτών ταξίδεψα για Λιτόχωρο. Μάζεψα μήλα αποστολιάτικα και πήγα να τα πουλήσω για να φέρω στα κορίτσια μου τα απαραίτητα τρόφιμα, λάδι, ζάχαρη, το ένα, το άλλο για να φάνε. Στο Λιτόχωρο ήρθα με ξένο γαϊδούρι. Έρχεται ο στρατός και μας περικυκλώνει):
-Τι χαμπάργια ’π’ τ’ Σκουτίνα (τι νέα από τη Σκοτίνα);
-Καλά.
-Τηρήστι, λέ. Άμα μάθουμι ότι πήραν άτουμα κι δε μας λέτι, άλλ’ φουρά που θα ’ρθείτι θα σας πατήσουμι μι τα πουδάργια. «Προσέξτε, μας λέει ο υπεύθυνος. Σε περίπτωση που έρθουν στα αφτιά μας, ότι οι αντάρτες συλλάβανε άτομα και μας το κρύβετε, την επόμενη φορά που θα ξανάρθετε, θα σας κάνουμε λιώμα καταγής».

2. ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΚΡΑΝΗΣ. Σι λίγου γλέπουμι τουν Απουστόλ’ του Γκουκράν’, του πανταλόν’ ξισκιζμένου ώς ιδώια σιαπάν’. Κι λέου: «Η Αντρουνίκ’ έστειλι τουν Απουστόλ’ μι του πανταλόν’ ξισκιζμένου! (Σε λίγα λεπτά βλέπουμε τον Αποστόλη τον Κοκράνη. Με το παντελόνι του όλο κουρέλι, σχισμένο μέχρις εδώ πάνω. Και λέω μέσα μου: «Πως το έπαθε αυτό η Αντρονίκη -τη γνωρίζεις την Αντρονίκη- να στείλει τον άντρα της τον Αποστόλη στα ξένα με σχισμένο παντελόνι!»).
Έρχιτι ι Απουστόλς, μι λέ’: «Όλγα, να σι πω ένα μυστικό».
-Τι Απουστόλ’;
-Θα πας στου χουργιό κι θα πεις ν’ Αντρουνίκ’  να πάρ’ του γαϊδούρ’ κι να σκουθεί να ’ρθεί στου Λιτόχουρου. Ιγώ έφυγα ’π’ τς αντάρτις, Όλγα. Τήρα τι πανταλόν’! (Έτσι κι έτσι. Θα πας στο χωριό και θα πεις στην Αντρονίκη, τη γυναίκα μου, να πάρει το γαϊδούρι και να σηκωθεί να έρθει γρήγορα στο Λιτόχωρο. Εγώ δραπέτευσα από τους αντάρτες, Όλγα. Κοίταξε τι παντελόνι έχω).
-Καλά, θα πάνου να πα μπώ. (Καλά, θα πάω να της το πω).
Έφυγάμι. Τα πούλσαμι τα μήλα. (Ήρθε η ώρα, φύγαμε από το Λιτόχωρο. Τα πουλήσαμε όλα τα μήλα).

3. ΑΓΩΝΙΑ. Φέγουμι. Μόλις ήρθαμι στου Καραγάτσ’ απ’ τουν Αγιώρ’ (μόλις φτάσαμε στο μεγάλο δέντρο καραγάτσι, που δεσπόζει μπροστά στον Αϊ-Γιώργη) γλέπουμι τ’ Φουτεινή, ντ Βσίλ’ τς Τσιόμ’ του κουρίτσ’. Λέ’:
-Αχ, πού είστι, μουρή! Σας αραδάει ι αντάρτς ι Κακαλόπουλους όξου. (Σας ψάχνει ο Κακαλόπουλος έξω στην πλατεία-Κοτσέκι).
Λέ’ η καημέν’ η πιθιρά μ’ -θέσχουρέστην-:
-Ε, Όλγα, να μη βρίσκουνταν τα μήλα αυτά! (Αμάν, βρε Όλγα! Που ήταν η ώρα και μπλέξαμε με τα μήλα αυτά!).
Ιγώ είχα ντ Βασιλεία. Ήθιλι να φάει βζί. (Εγώ κρατούσα στην αγκαλιά τη νεογέννητη Βασιλεία. Σαν μωρό, ζητούσε να βυζάξει).
Έκατσα στου παράθυρου, πήρα του κουρίτσ’ κι του βύζανα. Μι φουνάζ’  ι Βασίλς ι Τσιόμς. (Με φωνάζει ο βασίλης Γερομιχαλός-Τσιόμης):
-Ε, Όλγα, ε, Όλγα!
-Ουρίστι, λέου.
-Έλα ιδώ, σι θέλν όξου. (Έλα εδώ. Σε ζητάνε να βγεις έξω στην πλατεία).
-Α, καλά, λέου. Θα βζάξου του κουρίτσ’ κι θα ’ρθώ.
‘Ως να βγώ όξου, παρουσιάσκι του Ρίμινι του στρατό. (Μέχρι να ετοιμαστώ εμφανίστηκε ο στρατός του Ρίμινι). Ι Κακαλόπουλος πού να πααίν’. Πάει κι κρύφκι στ’ μανιά ν’ Τζιόμινα (κρύφτηκε στο σπίτι της γιαγιάς Γρηγόρινας-Τσιόμη). Σ’ ντχιά ντ’ Γρηγόρινα. Κι του στρατό έφυγι. (Και ο στρατός έφυγε).

4. ΦΡΙΚΗ:

ΙΔΙΩΜΑ: Ιμείς ιτότι δεν είχαμι γκαμπινέδις να πάμι, Όπ’ πάηναμι. Ικεί που πήγα σ’ ν’ ακρίτσα, ζ μπιθιρά μ’ μέσ’ στα δέντρα, πήγα να κάνου του νιρό μ’, ακούου "κραπ, κραπ" μέσ’ στου λάκκου. Ι Κακαλόπουλος.
-«Άκου να σι πώ», μι λέ’. «Μη μιλάς. Αν βγάλς κουβέντα ότι φέγου απού δω, θα σι βγάλου λουρίδις τα πόδια ώς ιδώ σιαπάν’».
-Μπά! Ιγώ δε λέου, δε λέου.
Τα Βαγγιλακούλια ικείνου του βράδ’ πήραν όπλα.  Ι Μήτσιους κι ι Μίχους.
-Τρέξτι, λέ’, τώρα πέρασι ι Κακαλόπουλος σιαπάν’.
Μι λίγις μέρις ύστρα, έμαθι ι στρατός πως είχι η μανιά Γρηγόρινα του Γκακαλόπουλο. Κι έφαγι ξύλου η μανιά η Τσιόμινα!

ΚΟΙΝΗ: Εμείς εκείνη την εποχή δεν είχαμε αποχωρητήρια για την ανάγκη μας, όπως έχουμε τώρα. Πηγαίναμε όπου τύχαινε. Μια στιγμή, αφού ξάκρισα για κατούρημα, ανάμεσα στα δέντρα της πεθεράς μου, ακούω ένα θόρυβο: «κραπ, κραπ», μέσα στο λάκκο. Μπροστά μου ο Κακαλόπουλος.
-«Άκου να σου πω, μου λέει. Βούλωσέ το. Αν βγάλεις κουβέντα ότι φεύγω από ‘δω, αν το μάθω ότι με παίρνουν από κοντά, θα σε σφάξω και θα βγάλω το σώμα σου λωρίδες. Από τα πόδια μέχρι την κορυφή».
          -Αποκλείεται. Δε λέω τίποτα εγώ. Απολύτως τίποτα.
          Τα παιδιά του Βαγγελάκου Μήτσιος και Μίχος εκείνη τη βραδιά οπλίστηκαν.
-Τρέξτε. Μη χασομεράτε. Μόλις πέρασε ο Κακαλόπουλος και τράβηξε προς τα πάνω.
Ύστερα από λίγες μέρες τα πληροφορήθηκε η στρατιωτική διοίκηση, πως η γιαγιά Γρηγόρινα-Γερομιχαλού φιλοξένησε τον Κακαλόπουλο. Αυτό της κόστισε.  Έφαγε πολύ ξύλο.
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 


                                     Απόστολος Κοκράνης και η σύζυγος 
                                     Ανδρονίκη Αθ. Καρκαφίρη-Τσιούρβα


                          Η βρύση στην τοποθεσία "Κλήμα" (Κάτω Σκοτίνα) 
                          στη γειτονιά του Ποτιού Καρκαφίρη-Τσιαούση. 
                          Η βρύση είναι έργο του συλλόγου των απανταχού 
                                                Σκοτινιωτών "ο Καλλίνικος"