Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Εμφύλιος: Αθανάσιος Κουμουρτζής


             Ο Βαγγέλης Κουμουρτζής του Αθανασίου (1933-2008, βλέπε φωτογραφία)  εξιστορεί το άτυχο τέλος της ζωής του πατέρα του στα χρόνια του Εμφυλίου. Ο δύστυχος πατέρας εκτελέστηκε από τους αντάρτες το 1947 στις νότιες πλαγιές του Ολύμπου. Η συνέντευξη με τον Βαγγέλη έγινε το καλοκαίρι του 2005:

       Ήταν άνοιξ' του '47. Μι τουν Απουστόλ' βουσκούσις τα γίδια στα Καμίνια. Ικειν’ τη μέρα πήραν οι αντάρτις του μπατέρα μ’. Ιγώ είχα τα ζγούργια, αυτού κάτ' στ' Μανόλ' τ' Κουμουρτζή απ’ του ‘χι μουργιές. Απού ‘κεί πήδησι ι μπαμπάζ μ' κάτου, απ' τ' μουργιά βγήκι όξου, δε ντουν ξαναείδα. Είχαν πάρ' του μουλάρ'. Πάει ι Μήτσιους ι Χασιώτς, λέ': «Κυρά Νάσινα, πού 'νι, θέλν του μουλάρ' όξου» (δηλαδή στην πλατεία). «Μ' τώρα κατέφκι, καλό μ', λέ' η μάνα μ', μι του μουλάρ'».
      Ι μπαμπάζ μ' ήρθι ικεί στα ζγούρια κι μι λέ': «Κατέφκι ι Μήτσιους μι του μπλάρ'»; «Κατέφκι, μπαμπά, αλλά ήρθι ι Μήτσιους ι Χασιώτς κι... μπαρμπα Γιάντζ ι Παπαζιώγας…» Τουν φουνάζ' ι πατέρας: [Ήταν άνοιξη του 1947. Εγώ ήμουνα απασχολημένος με τα ζυγούρια. Τα βοσκούσα εκεί κάτω, στο κτήμα του Μανόλη Κουμουρτζή, που ήταν γεμάτο από μουριές. Θυμάμαι, πώς από εκεί, από μια μουριά πήδησε κάτω ο πατέρας μου, εξαφανίστηκε έξω στο βουνό και, έκτοτε, δεν τον ξαναείδα. Ναι. Μόλις επέστρεψε το ζώο, εμφανίζεται ο Μήτσος ο Χασιώτης και λέει: «Κυρά Νάσινα, πού είναι ο Θανάσης; Ζητάνε να πάτε το μουλάρι έξω στα καφενεία, στο Κουτσέκι.  «Μα, παιδί μου, ο άντρας μου μόλις έφυγε με το μουλάρι».
     Ο πατέρας μου ήρθε εκεί στα ζυγούρια  και μου λέει: «Κατέβηκε ο Μήτσος με το μουλάρι»; «Κατέβηκε, πατέρα, αλλά παρουσιάστηκε ο Μήτσος ο Χασιώτης ...κι ο μπάρμπα Γιάννης Παπαζιώγας. Τον φωνάζει ο πατέρας]:

      -Ω Γιάν'!
      -Όι.
-Σι ζήτσαν ισένα του μπλάρ';
-Όχ'.
       Ήρθι ι Μήτσιους απού πάν' μι τα πρόβατα, πάει τουν βρήκι διμένουν. Τουν έδισαν στ' Κουκουλιάρα του καφινείου. Βγήκι ι μπαμπάζ μ' στου καφινείου χουρίς να ξέρ' τι συμβαίν'. Για του ζώου βγήκι, Αυτοί μάζιβαν τα ζώα όξου στου Κουτσέκ'. Ικεί ήταν πουλλοί, ι Απουστόλς ι Κουκράντζ, ι Κουλιός. Αφνούς δε τς έδισαν όμους. Ι Απουστόλς ι Ντάμπλιας, ι Νάσιους ι Τσιούρβας. Στουν (στήνουν) του πουλυβόλου ζ μπόρτα, έβγαλαν του φόρτουμα 'π' του Νικόλα, τ' Κουλιού τ' άλουγου κι τς έδισαν τα χέργια πίσου. Το ‘βαλαν δρόμουν, κα τουν άγιου Νικόλα. Μ' ένα φόρτουμα.
[Έρχεται ο Μήτσος από πάνω με τα πρόβατα και τον βρίσκει δεμένο. Τον δέσανε στο καφενείο του Κουκουλιάρα. Εντωμεταξύ ο πατέρας μου βγήκε έξω στο καφενείο χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει. Βγήκε για να προστατέψει το ζώο. Σκοπός των ανταρτών ήταν να συγκεντρώσουν τα ζώα στην πλατεία. Εκεί είδε πολλούς μαζεμένους. Ήταν ο Αποστόλης ο Κοκράνης, ο Νικόλας ο Δάμπλιας-Κολιός. Μερικούς από αυτούς δεν τους έδεσαν. Όπως τον Αποστόλη Δάμπλια, το Νάσιο Καρκαφίρη-Τσιούρβα. Στήνουν το πολυβόλο μπροστά στην πόρτα του καφενείου. Βγάζουν το μεγάλο χοντρό σκοινί από το άλογο του Νικόλα Δάμπλια και τους δένουν τα χέρια πίσω. Ύστερα αποφασίσανε να προχωρήσουν προς το δρόμο που φέρνει στον άγιο Νικόλαο. Με ένα φόρτωμα -σκοινί- τους δέσανε].
      -Πόσοι ήταν δεμένοι εδώ στο Κοτσέκι (πλατεία);
     -Τέσσιρα άτουμα: ι πατέραζ μ', ι Νικουλής ι Γιργουλάς, ι Απουστόλς ι Κουκράντζ κι ι Νικόλας ι Ντάμπλιας. Απ' τουν άγιου Νικόλα, 'π' του νικρουταφείου, στ' Αλώνια, στα Σιντούκια απάν κι βγήκαν ζ Ντουργιανή. Ζ Ντουργιανή ανήλια, ικεί τς έκουψαν. Απ' τ' αναβρικό τ' Αλέξ' πιο 'πάν'. Ε, ικεί σ' ένα μπαϊράκ' αφού τς σκότουσαν, τς έκαμαν, τς έρξαν απ' του βριάχου κάτ'. Ε, τς έρξαν ζουντανοί, αρά Γιάν', όπους σταύρουσαν του Χριστό. Τέτοιου θάνατου είδαν. Πρώτα τς τυράγνισαν. Μι τα μαχαίρια τα τέτχια.  Ήταν κι μια γυναίκα απ' τ' Λιφτουκαρυά. Ντ Γιάν' του Γκουνό. Τ' άλλα τ' αδέρφια βγήκαν όξου, ι Σταύρους ι καπιτάνιους κ.τ.λ., πήραν κι αυτόν, αλλά τουν απόλκαν. Τ' νύφ' ν' έκουψαν. Τ' νύφ' απ' τουν αδιρφό τ'.
[Τέσσερα άτομα. ο πατέρας μου, ο Νικολής ο Γεργολάς, ο Αποστόλης Κοκράνης και ο Νικόλας ο Δάμπλιας. Αφήνουν τον άγιο Νικόλαο, το νεκροταφείο, προχωράνε προς τα Αλώνια, ανηφορίζουν τα Σεντούκια και βγαίνουν στη Δουργιανή. Καταλήγουν στην ανήλια πλευρά της Δουργιανής. Εκεί τους εκτέλεσαν. Συγκεκριμένα πιο πάνω από την πηγή νερού του Αλέξη. Ε, εκεί πάνω σε ένα ξέφωτο, αφού τους εκτέλεσαν, πώς τους τυράννησαν, του πετάξανε κάτω στους βράχους. Μωρέ Γιάννη, τους πετάξανε ζωντανούς. Πάθανε αυτά που υπέφερε ο Χριστός. Τέτοιο θάνατο γνώρισαν. Αρχικά τους τυράννησαν. Με μαχαίρια και τα τοιαύτα. Στο μαρτύριο ήταν και μια γυναίκα από τη Λεπτοκαρυά. Κόρη του Γιάννη του Εγγονού. Τα άλλα της τα αδέρφια βγήκανε έξω στο βουνό, ο Σταύρος ο καπετάνιος. Αλλά αυτούς τους απελευθέρωσαν. Και τον Σταύρο τον απέλυσαν, ενώ τη νύφη την εκτέλεσαν. Δηλαδή τη γυναίκα του αδερφού του]. 
      -Για ποιο λόγο σκότωσαν τον πατέρα σου;
  -Τάχα συνιργάζουνταν στου Λιτόχουρου μι ν' αστυνουμία. Ήταν χουρουφύλακας ι μπαμπάζ μ', είχι απουλυθεί ιτότι. Έκαμι καναδυό χρόνια χουρουφύλακας. Υπηρέτσι Ιδώ ζ Μπλαταμώνα.  Ήταν διμοιρίτς, ινουματάρχης. Δεν ήταν απλός χουρουφύλακας. Μιτά απού πιντέξ μέρις ήρθι η ταξιαρχία του Ρίμινι. Πήγαν πιντέξ χουρουφύλακις κι τς πήραν απ' αυτού πάν'. Κάνα μήνα, δυο έκατσι η ταξιαρχία του Ρίμινι. Ι Γιάντζ αυτός ι πασιάς  ι Τσινιάνης ήταν χουρουφύλακας ακόμα. Τς πήραν απού 'κεί, μύρζαν ακόμα. Είχαν μσουλιώσ'. Είχαν ένα μήνα αυτού, πιταγμέν' κάτ'. Η μάνα μ' πήγι, ι αδιρφόζ μ' ι Μήτσιους ι μιγάλους πάει. Απ' τζ Γιργουλαί ήταν οι χουρουφυλάκ', ι Μανόλς κι ι Γιώρς. Ήταν τρια πτώματα, ι μπαμάζ μ', ι Νικουλής ι Γιργουλάς, κι μια γναίκα. Αλλά ήταν κι ένα πιδί ντ Μπατάλα, είκουσ' χρουνών πιδί, απ' τ' Λιφτουκαρυά, τς είχαν ούλ' μαζί. Τα πτώματα τα φέραμι ιδώ. Τς θάψαμι κιόλα. Ήταν μσάλιουτ', τς θάψαμι στου νικρουταφείου. [Είχαν υπόνοιες ότι αυτός συνεργάζονταν με την αστυνομία Λιτοχώρυ. Ο πατέρας μου υπηρετούσε στη χωροφυλακή και μόλις είχε απολυθεί. Υπηρέτησε στη χωροφυλακή γύρω στα δυο χρόνια. υπηρέτησε εδώ στον Πλαταμώνα. Ήταν διμοιρίτης. Είχε το βαθμό του ενωμοτάρχη ο πατέρας μου. Δεν ήταν απλός χωροφύλακας. Ύστερα από πεντέξι μέρες κατέφτασε στο χωριό η ταξιαρχία του Ρίμινι. Οπότε αποφάσισαν να πάνε στον τόπο της εκτέλεσης μερικοί χωροφύλακες και φέρανε τα πτώματα. Η ταξιαρχία του Ρίμινι κάθισε εδώ ένα με δυο μήνες. Ο Γιάννης Τσινιάνης, που τον λέμε πασιά,  υπηρετούσε ακόμα στη χωροφυλακή. Πήραν τα πτώματα από εκεί πάνω. Ακόμα είχαν μια μυρωδιά. Είχαν μισολιώσει. Ένα μήνα ήταν πεταμένα τα πτώματα κάτω στους βράχους. Πήγε η μάνα μου και ο μεγαλύτερος αδερφός μας Μήτσος. Από τους Γεργολαίους ήταν ο Μανόλης και Γιώργος, χωροφύλακες και οι δυο. Ήταν τρία πτώματα, ο πατέρας μου, ο Νικολής Γεργολάς και η γυναίκα από τη Λεπτοκαρυά. Αλλά ήταν κι ένα παιδί του Μπατάλα, από τη Λεπτοκαρυά. Παιδί είκοσι χρονών. Τους είχαν όλους μαζί συγκεντρωμένους. Τα πτώματα τα μεταφέραμε εδώ στο χωριό. Εδώ τους θάψαμε. Είχαν μισολιώσει. Τους θάψαμε στο νεκτοταφείο].
      -Τελικά, ποιος σκότωσε τον πατέρα σου;
      -Πρόδουσαν απού 'δώ. Βρήκα του Γαλάν αυτόν τουν Απουστόλ' ικεί στα Κουλουρίζια, ιγώ πάηνα ψλά, έκουβα ξύλα κι αυτός είχι πιριβόλ' ικεί. Κι καθόμασταν, μ' έδουσι κι τσιγάρου, να πιούμι. Ήταν τότι προεκλογικά κι μι λέ': "Βαγγέλ' τώρα θα μας ψηφίεις". Τουν λέου : "Πού θα ψηφίσου, αρά Απουστόλ', ισάς θα ψηφίσου; Του μπαμπά μ' τουν έγδαρέτι ζουντανό". «Δε ντουν έκουψαν οι αντάρτις του μπαμπά σ'. Τουν έκουψαν απ’ του χουργιό σ’». [Έπεσε προδοσία από εδώ. Συνάντησα εγώ τον Γαλάνη τον Αποστόλη, το γνωστό Παντελεημονίτη. Τον συνάντησα στα Κολορίζια. Πήγαινα εγώ εκεί πάνω για να κόψω καυσόξυλα και αυτός είχε εκεί κοντά το περιβόλι. Καθόμασταν εκεί, αυτός προσφέρθηκε να μου δώσει τσιγάρο. Τύχαμε σε περίοδο προεκλογικού αγώνα. Μου λέει: "Βαγγέλη, φαντάζομαι να μας ψηφίσεις". Εγώ του απαντώ: " Μωρέ Αποστόλη, πού να ψηφίσω; Να ψηφίσω εσάς; Το  πατέρα μου τον γδάρατε ζωντανό".  «Τον πατέρα σου  δεν τον εκτέλεσαν οι αντάρτες, μου λέει. Τον φάγανε οι χωριανοί σου».
      -Τι ηλικία είχε τότε ο πατέρας σου; 
      -Να είχι 47,48 χρόνια...
--------
Επεξήγηση τοπωνυμίων:
Αλώνια (τα), τοπων. στην Κάτω Σκοτίνα προς τη Λεπτοκαρυά, πλάι στα Λείβηθρα.  Παλιότερα εκεί υπήρχαν πέτρινα αλώνια κι ο κόσμος αλώνιζε τα στάρια "μι τζ δουκάνις, μι βόδια, μι γιλάδγια. . . " (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης). Με την περιοχή αυτή συνδέεται το Σκοτινιώτικο τραγούδι: «Κάτου στα πέντι αλώνια, Γιάννη μ', παίζ’ ι βασιλιάς…».
Δουργιανή (η), τοπων. όρος προς β. της Άνω Σκοτίνας. "Παρατηρούμεν εις το αυτό μέρος (νότια του Ολύμπου) διανοιγομένας τέσσαρας στενάς φάραγγας εισχωρούσας βαθέως εις τα πλευρά του όρους. Δι αυτών εκχέονται τέσσαρες χείμαρροι, οίτινες ενούμενοι αποτελούσι την Ζιλιάναν. Αι δύο πρώται εξ αυτών κατέρχονται εκ του όρους προς β. του χωρίου Σκοτίνα, κεχωρισμέναι των άλλων υπό μεγάλου βράχου κατά κορυφήν τετμημένου, όστις ορθούται μεταξύ αυτών ως μεσότοιχον και καλείται Καραβίδα ή Δουργιανή. Η τρίτη είναι το στενόν της μονής των Κανάλων, δι ού κατέρχονται τα ύδατα της πεδιάδος της Καρυάς, η δε τέταρτη κατεβαίνει έκ τινος άλλου μικρού οροπεδίου, το οποίον καλείται Μπεκλέση» (Δημήτριος Δάμπλιας).
Καμίνια: ανοιχτός χώρος για στάλισμα. Κι εγώ τη μέρα της εκτέλεσης του Αθανασίου Κουμουρτζή στάλιζα τα γίδια στα Καμίνια παρέα με τον αδερφό του Βαγγέλη Αποστόλη.
Σεντούκια (τα), τοπων. βδ. της Κάτω Σκοτίνας, παραπάνω απ' τ' Αλώνια, κοντά στη Ζλιάνα. Έχουμε άνω και κάτω Σεντούκια, από τις δυο βαθιές μπάρες που σχηματίζουν δύο, αντίστοιχα, καταρράκτες. Αυτές οι μπάρες μοιάζουν με  σεντούκια.

Συγκενολόι Κουμουρτζή (μερικώς)

Α. Μήτρος, σύζυγος Καλλιόπα ντ Μπιμπέ             
1. Αθανάσιος, σ. Πηνελόπη Απ. Κοκράνη
α. Ελένη, σ. 1. Δ. Κουκουσάς, 2. Αθ. Γεργολάς                
β. Δημήτριος, σ. Μαριγούλα  Εμ. Μερίκου   
γ. Απόστολος, σ. Στάμω Κ. Βλέτση 
δ. Ευάγγελος, σ. Πηνελόπη Αντ. Χριστινόπουλου
ε. Κων/νος, σ. Καλούδα Ιω. Γερομιχαλού.      
στ. Γρηγόρης, σ. Θεοδώρα Λ. Συντριβάνη     
              ζ. Φωτεινή, σ. Λεωνίδας Τσιαπάρης    
              η. Δήμητρα, πέθανε μικρή                                                  
               2. Καλλιόπα                                        
               3. Τσιβώ
Β. Μανόλης, σ. Γραμματή                 
               1. Γιάννης, σ. Ασπασία Ν. Καρκαφίρη
              α. Μανόλης, σ. Ολυμπία Καρκαφίρη  -Τσιούρβα
              β. Γραμματή, σ. Νικόλαος Αθ. Μαρνέλας 
              γ. Τασούλα, σ από ξένα      
              δ. Ολυμπία, σ. Βασ. Γερομιχαλός 
              ε. Μαρία, σ. από ξένα
               2. Καλλιόπα, σ. Αθ. Κουκουσάς                                       
               3. Τασιούλου, σ. Ιω. Μπιλιάγκας
Γ. Κων/νος, σ. από Λιτόχωρο                      
Δ. Καλούδα. σ. Γεώργιος Βλέτσης  
Ε. Κατερίνα, σ. Ιω. Στύλος

ΕΙΚΟΝΕΣ



Το σπίτι του Κουκουλιάρα στο Κοτσέκι (πλατεία Κάτω Σκοτίνας). Στο ισόγειο (παλιότερα) υπήρχε καφενείο. Εκεί ανακρίνονταν όσοι προορίζονταν για το δρόμο της εκτέλεσης (Εμφύλιος). 



Ο Μπάμπης (Χαράλαμπος) Μητός μου δίνει συνέντευξη που αναφέρεται στον αντάρτη του 1947. Αυτός έδεσε τους ανθρώπους (καφενείο Κουκουλιάρα) που προορίζονταν για εκτέλεση. 



                                    Η Όλγα, σύζυγος του Μπάμπη και .
                                εγγονή του θύματος Νάσιου Κουμουρτζή

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

έθιμα: αποκριά στη Σκοτίνα




                                                 Η φωτιά στην κορφή της Τσιαγκάλας

Η Τσιαγκάλα

Το αποκριάτικο γιορτάσι στη Σκοτίνα Πιερίας κορυφώνεται με το στήσιμο της Τσιαγκάλας * στο κεντρικότερο σημείο του χωριού, «στουν Αγιώρ» και προαύλιο του σχολείου. Αυτό γίνεται το βράδυ της Τυρινής. Τη βραδιά αυτή όλος ο χώρος  πλημμυρίζει από κόσμο. Οι χωριανοί από όλες τις γειτονιές σπεύδουν με  ενθουσιασμό να πανηγυρίσουν το γεγονός. Από τα ανατολικά ανηφορίζουν οι κάτοικοι της Παραλίας. Από τα δυτικά κατηφορίζουν οι κάτοικοι της «Βασίλας». Από τα βορινά έρχονται όσοι κατοικούν στα «Πλατάνια» και από τα νότια όσοι μένουν στα «Γαβριά».
Για το στήσιμο της Τσιαγκάλας η νεολαία φροντίζει τα της προετοιμασίας. Από το δάσος κόβουν ένα μεγάλο ευθυτενή κορμό πεύκου. Μαζί με τον κορμό κουβαλάνε και κέδρινα κλαδιά. Αυτό γίνεται, συνήθως, την παραμονή της αποκριάς. Τότε κρεμάνε τα κλαδιά, στολίζοντας κατάλληλα την Τσιαγκάλα. Το γλέντι αναλαμβάνουν οι Σύλλογοι της Σκοτίνας (Πνευματική Κίνηση, Σύνδεσμος Εθελοντών, Σύλλογος Γονέων). Αυτοί μεριμνούν για τη διαδικασία της εκδήλωσης. Πρώτο μέλημα είναι η προετοιμασία της ορχήστρας. Στο τραγούδι έχουμε λαϊκή συμμετοχή από καλλίφωνα στόματα του χωριού (όταν τα τραγούδια είναι τοπικά). Εντυπωσιακή είναι η παρουσία των τοπικών χορευτικών τμημάτων με τη  συνδρομή του πολιτιστικού συλλόγου. Εξυπακούεται ότι τα εδέσματα είναι ποικίλα, πλούσια και εύγευστα.
Το αποκορύφωμα ξεκινάει την ώρα που δίνεται φόκος στην κορφή της Τσιαγκάλας. Αυτή αρχίζει να καίγεται. Η φωτιά γίνεται «μπαρμπατζιάνα».** Τα κλαρίνα επιλέγουν το χαβά κι ο χορός ζωηρεύει για καλά. Παλιότερα (στην Άνω Σκοτίνα) ο κόσμος «εξεθείαζε»  τους πρωτεργάτες της Τσιαγκάλας με το ντόπιο τραγούδι:
                        Τσιαγκάλα μ' ποιός, τσιαγκάλα μ' ποιός σι στόλισι
                        κι είσι στουλισμένη τσιαγκάλα μου καημένη.
                        Πρώτους εινί πρώτους εινί ι Γιώρς τ' Χασιώτ'
                        κι δεύτιρους ι Τράντας κι δεύτιρους ι Τράντας.***
                        Η μάνα μου μι στόλισι κι ι δόλιους ι αδιρφός μου.

                        Πέθανι ι Κριάτους πέθανι, ψυχουραγάει ι Τύρους
                        Ταράζ' ι Πράσους την ουρά κι ι κρόμδαρους τα γένεια.
                        Τσουκνίδα που 'ζι συ (πού είσαι συ)
                        να πάρου τη γκουρφή σου
                        να σι κουρφουλουγήσου. . .

Στο ερώτημα «ποιο το βαθύτερο νόημα της Τσιαγκάλας», η απάντηση δίνεται από το όλο τελετουργικό, του οποίου εξωτερικά στοιχεία είναι: φωτιά, χοροί, χαρές, τραγούδι, ξεφάντωμα. Η εσωτερική, όμως, επιθυμία του λαού κρύβεται στην αναζήτηση της «κάθαρσης», τον εξαγνισμό του εσωτερικού κόσμου, της ψυχής. Το άναμμα της φωτιάς καίει τα πάθη, αμαρτίες, κακίες. Συνεκδοχικά, λοιπόν, μετά την αποκριά, είναι χρειαζούμενη η «Καθαρή Δευτέρα» που ξημερώνει.
----------
* ο όρος «τσιαγκάλα» συναντιέται παντού. Στην Ήπειρο αναφέρεται ως τζαμάλα, νυχτερινή αποκριάτικη πυρά που ανάβεται από τα παιδιά στις πλατείες κατά τις Κυριακές της Κρεατινής ή Τυρινής Αποκριάς, «ξύλα για τς Απουκριές, να χουρέψουν κι οι γριές». Τα παιδιά τραγουδούσαν: «'Αηστε παιδιά για ξύλα, στουν καλόν τον λόγγον, κι οι κοπέλες για μανούσια, κι οι νιες για ιτιές, κι οι γριές για βατσνές». Άλλα ονόματα της τσιαγκάλας: αλαγούζα, γκριτζάλα (υψηλή εκ ξύλων πυρά ην ανάπτουσι περί λύχνων αφάς των απόκρεω), μπιμπίνα, πράντζα, κλαδαριά κλπ. Στον Πόντο έχουμε τη λέξη τσιαγκάλια=μεγάλα ξύλα σηκωμένα προς τα πάνω (Ιω. Τσαγκαλίδης, Κατερίνη), τσιαγκάλις=αρμάθες των καλαμπουκιών, «γέμσαν τα κατώια τσιαγκάλις μι καλαμπόκια».
** μπαρμπατζιάνα (η), φωτιά με μεγάλη φλόγα, τουρκ. μπαρμπατζιάν= παλικαράς. Στον Κολινδρό μπουμπούνα=φωτιά, φλόγα, μτφ. το κοκκινωπό πρόσωπο, στη Ρούμελη τζιαραμπίνα=μεγάλη φωτιά.
*** πρόκειται μάλλον για τον Γιώργο Τράντα του Ιωάννου (τζ Γιαννούλινας», θύμα του πολέμου στην Αλβανία.
----------
Σημείωση: Πρέπει έπαινος  στους συλλόγους Σκοτίνας για το ωφέλιμο έργο που επιτελούν. Καταγράφουμε τα πρόσωπα που τους απαρτίζουν:

1. Πνευματική Κίνηση: πρόεδρος Όλγα Στύλου, αντιπρόεδρος Ελένη Πινακά, γραμματέας Απόστολος Μαρνέλας, μέλη Έλενα Πάσχου, Θωμάς Χριστινόπουλος, Αθανάσιος Στύλος.
2. Σύνδεσμος Εθελοντών: πρόεδρος Κώστας Γανωτής, γραμματέας-ταμίας Δημήτριος Μητσιάνης, σύμβουλοι Νικόλαος Τσιαπάρης, Γεώργιος Καραμανόλας.
ΤΜΗΜΑΤΑ Χορευτικού: προπαιδικό, α’ παιδικό, β’ παιδικό, εφήβων, γυναικών, μικτό.

ΔΑΣΚΑΛΟΣ Χορευτικού:  Αθανάσιος Αναγνώστου

---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ


                                           Η Τσιαγκάλα έγινε "μπαρμπατζιάνα" (άναψε ολόκληρη)

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Εμφύλιος: Θωμάς Χ. Σακελλάρης



                                                                       1905-1948

   Το καλοκαίρι του 2005 ο Χρήστος Θ. Σακελλάρης ανοίγει τη συζήτηση με κύριο θέμα τον Εμφύλιο. Ειδικότερα το βάρος περιορίζεται σε δυο χαρακτηριστικές ενθυμίσεις, την προσφυγιά και τον οικτρό θάνατο του πατέρα του. Ο θάνατος προκλήθηκε από την έκρηξη νάρκης στη θάλασσα της Λεπτοκαρυάς (η φωτογραφία του Χρήστου πάρθηκε το καλοκαίρι του τρέχοντος έτους).



   Γεννημένος το 1930. Ο παππούς μου ήταν παπάς, Χρήστος Σακελλαρίου. Ο πατέρας μου Θωμάς γεννήθηκε το 1905 και σκοτώθηκε το 1948 στη Λεπτοκαρυά. 
Προσθήκη λεζάντας
   -Πότε, φύγατε από τη Σκοτίνα για τη Λεπτοκαρυά;
   -Το 1948, το Μάρτη μήνα. Πότε πήραν τον παπά Γιάννη; Εκείνη τη βραδιά φύγαμε κι εμείς. Ι παπά Γιάντζ έκατσι στου βουνό 15 μέρις.

απόφαση φυγής: Συνάζουντι 'κεί πέρα οι δικοί μας. Ι πατέραζ μ' του παγούρ' στου ντρουβά, 'που μια βιλέντζα, ι μπάρμπα Διουνύ 'ης, ι Απουστόλς ι Γιρμπχαλός, πιρνούμι 'π' τουν Αγιώρ'. Λέ' ι Θουμάς ι Τσιούρβας, ι μακαρίτς: «Πού πάτι, αρά»! «Φέγουμι, πάμι στ' Λιφτουκαρυά». [Συγκεντρώνονται εκεί πέρα (προφανώς στη γειτονιά του Σακελλάρη) οι δικοί μας. Ο πατέρας μου με το παγούρι στον τορβά, από μια βελέντζα ο καθένας, ο θείος μου Διονύσης, ο Απόστολος Γερομιχαλός, περνάμε τον Αγιώργη. Ο μακαρίτης Θωμάς Τσιούρβας-Καρκαφίρης φωνάζει: «Πού πάτε, ωρέ»!     «Φεύγουμε, πάμε στη Λεπτοκαρυά».

   Καμπάνα ντιπ. Κατάλαβι κι ι κόζμους, δε γξέου 'γώ, τι...Ώς να φτάσουμι απού κείν' μπάντα, στα τσκάργια, στου Σκαλί τ' Χλιάρα που λεν, στου Γκαλόηρου, γλέπουμι του χουριό 'που κουντά. Αλσίδα. Ερχόταν όλ' κα τ' Λιφτουκαρυά. Έφτασάμι στ' Λιφτουκαρυά, δώσαμι χαμπάρ' ικεί πέρα στουν αξιωματικό. Στην αρχή ο στρατός έστειλνι στρατόν ιδώ, μπλάργια. Να φουρτώσν. Σι μια μέρα του χουριό εκκινώθκι ντιπ. Σηκώθκι όλου. Ό,τι μπουρούσαν. Αυτού έμεινάμι καμπόσου γκιρόν, του Μάιο μήνα...Ήθιλάμι να φάμι κιόλα. Μας πήρι ένας Γριβινίτς ζ ντράτα. Δούλιβάμι ζ ντράτα, ό,τ' έβγαζάμι. Έβγαζάμι σαρδέλλις, ήφιρνάμι σ' ν' οικουγένεια απάν', έ κι κάνα χαρτζιλικάκ' αν έβγαζάμι. «Η καμπάνα βουβάθηκε. Ο κόσμος κατάλαβε τι συμβαίνει, ξέρω εγώ. Προχωράμε, φτάνουμε κάτω από την ανηφόρα που οδηγεί στο Σκαλί του Χλιάρα, που το λένε, δηλαδή στον Καλόγερο. Παρατηρούμε πίσω μας. Το χωριό όλο αλυσίδα να ακολουθεί. Όλοι ερχότανε προς τη Λεπτοκαρυά. τελικά, φτάνουμε στη Λεπτοκαρυά, ειδοποιούμε αρμοδίως. Συγκεκριμένα  ενημερώνουμε τον αξιωματικό του στρατού. Αρχικά ο στρατός έστελνε άντρες εδώ με μουλάρια. Να φορτώνουν στα μουλάρια τα πράγματα. Μέσα σε μια μέρα το χωριό άδειασε πέρα για πέρα. Ξεσηκώθηκε όλο. Ό,τι μπορούσαν οι άνθρωποι κουβαλούσαν. Στη Λεπτοκαρυά μείναμε κάμποσο καιρό. Έρχεται ο Μάης μήνας. Έπρεπε να φάμε κιόλας. Κάποιος Γρεβενίτης μας πήρε για δουλειά στην τράτα του στη θάλασσα. Όσα κι αν βγάζαμε, κέρδος μας ήταν. Βγάζαμε σαρδέλες, τις κουβαλούσαμε πάω στο χωριό για να φάει η οικογένεια. Υπήρχε περίπτωση να βγάζουμε και κανένα χαρτζιλίκι».

θάνατος Θωμά Σακελλάρη: Το μοιραίο ήταν, όμους ικείν' τη μέρα που ρίξαμι τη βάρκα στ' αυτό... λέ' ι καπιτάνιους του βράδ': "α να τραβήξουμι παραπάν' μήπους φουσκώσ' πιο πουλύ η θάλασσα κι μας μπάρ'" (μας την πάρει). Μι του τράβγμα 'π' τ' θάλασσα ντ βάρκα προς τα έξου, έγινι έκρηξη. Ήταν που κάτ' ντ βάρκα. Τη βάλαν στη στιργιά, έξου στουν άμμου. Ν' είχαν παγιδιβμέν', διμέν', ξέρου 'γω τι, μόλις ήρθις ισύ, κουνήθκι η καψούρα, τι έγινι, έγινι η άκρηξη, σα μψάρ' η βάρκα. Άλ μέσ' στ' θάλασσα στου κύμα, άλλ' σιαδώ, άλλ' σιακεί. Ψάχνου κι 'γώ να βρω του μπατέρα, τουν βρήκα τριάντα μέτρα πιταγμένουν στουν άμμου, τι να δω, καμένους ούλους. Μι λέ'...[ Ήρθε, όμως το μοιραίο! Τη μέρα εκείνη ρίξαμε τα δίχτυα στη θάλασσα. Το βράδυ λέει ο καπετάνιος: "α, πρέπει να τραβήξουμε τη βάρκα προς τα έξω, γιατί ενδέχεται να πιάσει μπουρίνι, να ξεφουσκώσει η θάλασσα και να μας σύρει τη βάρκα". Καθώς τραβούσαμε τη βάρκα προς τα έξω, ακούγεται έκρηξη. Πέσαμε σε νάρκη που βρισκότανε τοποθετημένη κάτω από τη βάρκα. Υπήρχε σχέδιο και τη βάλανε εκεί. Την τοποθετήσανε έξω στη στεριά, στην αμμουδιά. Την είχαν παγιδέψει, τη δέσανε, ξέρω εγώ τι την κάνανε, ας πούμε μόλις πλησίασες εσύ, κουνήθηκε το καψούλι, έγινε η έκρηξη. Η βάρκα πετάχτηκε σαν ψάρι. Ανθρώπινα σώματα πετάγονται ανάμεσα στα κύματα της θάλασσας, άλλοι προς τα εδώ, άλλοι προς τα εκεί. Ψάχνω εγώ να βρω τον πατέρα μου, τον βρίσκω τριάντα μέτρα πεταμένο μακριά στην άμμο. Έμεινα άναυδος όταν αντίκρυσα το θέαμα: Ολόκληρος καμένος. Πρόλαβε να μου πει…].
   -Ήταν ζωντανός.
   -Ήταν ζουντανός, μίλησάμι κιόλα. Μπουρεί να έζησι καμιά ώρα. Μι λέ':
   -Ν' ακούς τη μάνα σ'. Ό,τ' σι λέ', ν' ακούς τη μάνα σ'. Κι να προυσέξ λίγου τς μικρούς.
   Αυτό πρόλαβάμι.
   -Είχε καταλάβει, δηλαδή, ότι πάει...
   -Τι να σι λέου, μόνους του κρέμουνταν, δεν υπήρχι τίπουτα, απού δώ κι απάν' τίπουτα, ήταν πάν στη φλόγα κι ι αμμους τα ξήλουσι όλα. [Πώς να σου πω, το σώμα του κρεμότανε μόνο του, χωρίς καμιά προστασία, ούτε από πάνω, ούτε από πλάγια. Τυλιγμένος μέσα στη φλόγα και η άμμος τα ξήλωσε όλα]. 
   -Χρήστο, μήπως θυμάσαι πότε έγινε αυτό ακριβώς;
   -Κάπου τς 20 Μαΐου του 1948.
   -Εσύ προσωπικά έπαθες τίποτα;
   -Ιγώ ένα τραυματάκ' ιδώ, είχι μείν' κι μέσα κιόλα ένα πιτραδάκ' για πουλλά χρόνια. Ι Γρηγόρς ι Μπιλιάγκας στου ντόπου (στον τόπο).
   -Πού έγινε η ταφή;
   -Απαν' σ' ν' αγία Τριάδα στ' Λιφτουκαρυά. Του μπήραν ι στρατός. Ι Μπιλιάγκας είχι πιραζμένου πιλικούδ', σανίδ, πιραζμένου απού μέσ' στου χέρ' κι μέσα στη γκαρδιά. Πιλικούδα ουδέτσ'. Ο Βαγγέλς Αγγέλς ήταν ψηλουμένα στα πουδάργια. Έζησι ου άνθρουπους. [Στην αγία Τριάδα, στην επάνω Λεπτοκαρυά. Φρόντισε για όλα ο στρατός. Ο Μπιλιάγκας έπαθε μεγάλο κακό. Ένα πελεκούδι περάστηκε μέσα στο σώμα του, στο χέρι και την καρδιά του. Ολόκληρο πελεκούδι. Ο Βαγγέλης Αγγέλης τραυματίστηκε στο επάνω μέρος των ποδιών του. Έζησε ο άνθρωπος].

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΗ

Κατά τον Χρήστο Θ. Σακελλάρη «πριν λεγόταν Τζιουσταί και επειδή έγινε παπάς, πήρε το οφφίκιο του Σακελλάρη, που έγινε και επώνυμο». Κατ’ άλλους λεγόταν Κανάκης. Σύζυγος η μανιά Καλούδα από το Παντιλέμινο.(Πληροφορίες: Ελευθερία Σακελλάρη-Πλεξίδα).


Απόγονοι:

1. Μαρία, σύζυγος Αθανάσιος Σκρέτας,                             
2. Καλλιόπη, σ. Τάσιος Τσιαπλές από Δεριλί                    
2. Φώτω, σ. Γρηγόρης Καλαμάρας-Μητός                         
4. Θωμάς, σ. Καλλιόπη Θ. Κοτσιβού
α. Χρήστος, σ. Χαρίκλεια Παντ. Κοκράνη                              
β. Γιώργος, σ. Μαρία Εμ. Παπαγεωργίου                             
      γ. Αλκιβιάδης, σ. εκτός Σκοτίνας                     
      δ. Κούλα, σ. Γ. Τζιάτζιος (Ζαγκλιβέρι)
        5.. Διονύσης,. σ. Ουρανία Αθ. Καλαμάρα-Καϊάκα.
       α. Χρήστος, σ. Γραμματή Ζιάκα                                  
       β. Ελευθερία, σ. Δημ. Πλεξίδας                                  
       γ. Θανάσης. σ. Δήμητρα Π. Κοκράνη            
       δ. Καλούδα, σ. Δημ. Ιω. Μάνος

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

λακκώματα: λάκκος Παπά


 
Όπως αντικρύζουμε τις πλαγιές της Σκοτίνας (από τη θάλασσα), στα δεξιά μας βλέπουμε τη Ζλιάνα με τα παράπλευρα φαράγγια της. Στα αριστερά φαντάζει ο μεγάλος λάκκος του Παπά, που ξεκινάει από τις χαράδρες της Άνω Σκοτίνας και καταλήγει στη θάλασσα του Θερμαϊκού. Κατά την παράδοση το όνομα το πήρε από κάποιον παπά, ο οποίος πνίγηκε σε μια μπάρα του λάκκου, καθώς πήγαινε από Σκοτίνα στον Παντελεήμονα (πληροφορίες από Στέργιο Α. Γερομιχαλό, που κι αυτός τα άκουσε από τον παππού Μιχάλη Συντριβάνη). Στη συνέχεια δίνουμε επεξήγηση των τοπωνυμίων (με αλφαβητική σειρά) που καταγράφονται στο σχήμα:

Αναβρικό τ’ Αγγέλ’, ο λάκκος Παπά ακουμπάει στο σημείο ανάμεσα στην Αγία Παρασκευή και οικισμό της Αγίας Τριάδας. Προφανώς σχετίζεται με την οικογένεια Αγγέλη.
ΓΕΧΑ, Κατασκηνώσεις Ένωσης Χριστιανικής Αδελφότητος Λάρισας.  Πρωτολειτούργησαν στη δεκαετία του 1960. .
Ζγκούρα (η), η "μάνα", δηλαδή η δροσερή πηγή, απ' όπου υδροδοτείται σε μεγάλο μέρος η Κάτω Σκοτίνα. Η ονομασία από τον όρο «γκούρα» που σημαίνει πηγή νερού. Πολλοί ισχυρίζονται ότι από εκεί ξεκινάει ο λάκκος Παπά. 

        Ζγούρα-φωτογραφία 2013
Καμίνια (τα), το σημείο του λάκκου ανάμεσα στις πλαγιές Αϊ-Λιά και Πρίπουρα. Παλιότερα υπήρχαν καμίνια. 
Κρυόνερο, άφθονο νερό στα νότια της Άνω Σκοτίνας, κατάλληλος χώρος για πικνίκ. 
Λάκκος Καλιαμπού, ξεκινάει από τους νερόμυλους (προπολεμικά) της Άνω Σκοτίνας (Γερομιχαλός, Καρκαφίρης, Καλιαμπός), περνάει «απ’ τ’ Σκήπ» για να καταλήξει κοντά στον «Παλιόμπλο».  
Λάκκος Τρανός, ενώνεται με το λάκκο του Παπά στη Σμίξη (λοξά αριστερά), χωρίζει το «Παντλιμονίτκο» με το «Σκοτνιώτκο».  
Λακκοτσιόκας, χείμαρρος κοντά στον Αϊ-Λιά. Καταλήγει κοντά στο «Μπιστιρί». Τα πανύψηλα πλατάνια σχηματίζουν παχύ ήσκιο, όπου ξαποσταίνουν οι πανηγυριώτες του Δεκαπενταύγουστου, καθώς ανηφορίζουν το δρόμο "απ' ν' ακατνή» προς «απαλνή» Σκοτίνα.
Μάρμαρος,  πρόκειται για τον λάκκο πριν μπούμε στην Άνω Σκοτίνα ανεβαίνοντας "απού σιακάτ" (Κάτω Σκοτίνα). Ξεκινάει από την Παρθένη και καταλήγει στο λάκκο του Παπά. Όταν ο Μάρμαρος πλημμυρίζει και τα νερά αγριεύουν, τα πράγματα είναι επικίνδυνα. Απόδειξη; Το 1946 σύρθηκε ως τη Σμίξη η "γουμάρα ντ Μπιλιάγκα" (η γαϊδούρα του Μπιλιάγκα). Επίσης το 1956 παρασύρθηκε από τα νερά ο μακαρίτης Θεοχάρης Γαβρής και βρήκε φριχτό θάνατο. 
Μάτι (το), η περιοχή στα δεξιά του κτήματος Ροδόπουλου (παλιού πολιτικού). Εκεί καταλήγουν τα νερά του λάκκου Παπά. Εκεί και το κτήμα του Νικούλ’ (Νικούλη) από τον Παντελεήμονα).
Μ'τσιάρα (η), πλαγιά στα ανατολικά της Άνω Σκοτίνας με πολλά νερά που καταλήγουν στη Ζγκούρα. «Είνι μουτσιαλκά, βγαίν' νιρά απού πουλλές φλέβις" (Διονύσης Στύλος-Τσιακμάκης). Μάλλον από το μουτσάρα=υγρότοπος (Θανάσης Παπαθανασόπουλος (γλωσσάρι Ρούμελης).
Παλιαύλακο (το), παλιό αυλάκι που χρησίμευε για μεταφορά νερού από τον Παλιόμπλο μέχρι την Κορκοφωλιά. Φαίνεται πως, παλιότερα, στην Κορκοφωλιά και πιο κάτω η περιοχή ήταν κατοικήσιμη "χουριαδούλια".
Παλιόμπλος (ο), τοπων. ανάμεσα στη Μτσιάρα και Ζγκούρα. Παλιότερα υπήρχε νερόμυλος.
Σιλιός, ρέμα με πολλά νερά, τα πλησιέστερα στο χωριό (Άνω Σκοτίνα). Στις όχθες της ρεματιάς οι γυναίκες της Άνω Σκοτίνας «κουπάνιζαν» βελέντζες και χαλιά. Σλαβ. selo=χωριό, εξοχικό κτήμα, αλ. σελιό=το περιβόλι, το αγρόκτημα που βρίσκεται κοντά στο σπίτι ή μέρος που μοιάζει με σιλάδ=ράχη βουνού που διαμορφώνεται σαν σέλλα» (Χρονικά Χαλκιδικής).
Σκήπ' (η), τοπων. στα ριζά της απότομης πλαγιάς του Τρόχαλου Καλιαμπού (Άνω Σκοτίνα) κι ακουμπάει στο λάκκο κοντά «σ’ τς Μόρφους» * Ίσως από τους πολλούς κήπους. Γνωστοί μπαξέδες είναι: "τ' Θιουχάρ' τ' Πινακά, ντ Γόλ', τ' Παπαλιουνίδα, Τραντάτκα, Χασιουτάτκα, ντ Γιώρ' κι τ' Κώτσιου, τ' Φατέκα, Στυλάτκα. . . " (Διονύσης Σύλος-Τσιακμάκης).
Σμίξη (η) **, το σημείο που σμίγουν οι λάκκοι: α) Τρανός λάκκος και β) Παπά λάκκος. κοντά στην Κουρκουφουλιά  ***.  
Στριόλακκας (ο), ξερόλακκας μέσα στα έλατα της Άνω Σκοτίνας (νδ), επειδή ο λάκκος είναι στείρος, στειρόλακκας > στριόλακκας. Κατά τον Χρήστο Θ. Σακελλάρη ο χείμαρρος ξεκινάει από τη λίμνη του Κατή και καταλήγει στο Κρυόνερο.
----------
* Μόρφους, τοπων. προς τα νότια. της Άνω Σκοτίνας ανάμεσα στο Σιλιό και στις καστανιές "ντ Γόλ'". Η ονομασία από τη Μόρφω, παπαδιά. «I παππούς τ' πατέρα μ' ήταν παπάς κι ντ γναίκα τ' ν' ήλιγαν Μόρφου. Τ' θυμούμι, η θεια η Λένου που πέθανι ν’ έβαζι μέσα στα ψυχουχάρτια" (Ιω. Δήμος-Νικολός).
** Θυμάμαι τη θεομηνία του 1946, Αποκλειστήκαμε στη Σμίξη οι τρεις βοσκοί (Χρήστος
Μάνος, Θεοχάρης Μητός, Γιάννης Καλιαμπός). Πλημμύρισε όχι μόνο ο κύριος λάκκος, αλλά και τα παράπλευρα κοντολάκκια. Η «λαμπάδα» των νερών παρέσυρε κορμούς δέντρων, γεφυράκια, γίδια κλπ. Όταν το απόγευμα βγήκε η δόξα (ουράνιο τόξο) κατέφτασαν στη Σμίξη η Βαγγελούδα (αδερφή μου), η Μαριγούλα (αδερφή του Θεοχάρη) και άλλοι. Σχημάτισαν με κλαδιά πρόχειρο γεφύρι και γλιτώσαμε. Επιπροσθέτως αναφέρω ότι οι δυο της παρέας μου μάθανε τα πρώτα στοιχειώδη γράμματα. Τους αφιερώνω από μια φωτογραφία. Του Χρήστου βλέπε ανάρτηση 17.6.14, του Θεοχάρη στο παρόν.
Σημείωση: Προσωπική εμπειρία: Ήταν άνοιξη του 1947. Σκαρφαλώνω σε μια καστανιά για να κόψω κλαδί για τα γίδια. Η καστανιά ήταν ριζωμένη στη δεξιά όχθη του Τρανού λάκκου κοντά στη Σμίξη. Καθώς έκοβα τα κλωνάρια (με το σαντράτσι) ακούω «κρα, κρα, κρα». Ξεσφαΐζεται ο βράχος, ξερριζώνεται η καστανιά, «αχ! Παναγία μου», «κρα, κρα, μπαααάμ», σωριάζεται η καστανιά. Η κορυφή της στην απέναντι όχθη του λάκκου. Η μπάρα βαθιά κι εγώ μετέωρος σφιχταγκαλιά  με τον κορμό της καστανιάς.
*** ο βράχος με τα βάια κοντά στη "Σμίξη" νδ της Κάτω Σκοτίνας.  Εκεί έχουν φωλιές τα κοράκια (κόρακου φωλιά). Κουρκουφουλίτες ονομάζονταν οι κάτοικοι αυτής της περιοχής, σε παλιότερους χρόνους. 

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η Σμίξη. Στα αριστερά ο βράχος της "Κουρκουφουλιάς"

Τρανός λάκκος και οι πέριξ κορυφογραμμές
 
 



Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

δοξασίες: βασκανία





Η Κατίνα Μητσιάνη (Πολυχρού) από τη Σκοτίνα Πιερίας,  σύζυγος του Θανάση Μήτσιου-«Κατσαπλιά»- αναφέρεται στο θέμα της βασκανίας (συνέντευξη 2001).                                      

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ  Μι ρουτάς να σι πω πότι έχουμι μάτιασμα; Να σι πω: σι ματχιάζ’ ι άλλους κι δε μπουρείς. Σ’ έρχιτι ‘που μέσα ‘χαμνά, πουνουκέφαλου. Ήταν ι πιθιρόζ μ’ άρρουστους, στου κριβάτ’, δε μπουρούσι να πατήσ’. Κι η μανιά η Μήτσινα, διάβαζι βιβλίου.

            «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματι. (Τρεις φουρές θα πείς. Κι του πιάτου του σταυρώντζ. Ρίχτς νιρό μι λάδ’). Ιν ονόματι του Χριστού και της αγίας Παναγίας και της αγίας Ανάργυρη θαυματουργιά. Σαραντίζου του Γιάνν’, παράδειγμα. Από μάτι κακό, από φτόνουν από έργον  από ζήλον, ι άνιμους του φέρει, ι Χριστός του παίρνει, να του πάρ’ η αγιά Ανάργυρη η θαυματουργιά, του μάτι του κακό, να του πααίν’ σ’ έρημουν τόπουν κι σ’ έρημα βουνά. Που δε γκατοικούν κόζμους που δε βιλάζουν κουπάδια, που δε λαλούν οι κουκουταί. Παναγιά θαυματουργιά κι αγία Ανάργυρη. Είνι αβασκαμένου, είνι βαφτισμένου, στου θιό παραδουμένου, πάρι του μάτι του κακό, να του πααίντζ σι πέτρα γυμνιά, σι ξύλου ξηρό, να μην έχ’ νιρό να πχεί, να του βλουγήσ’ ι Ιακώβ κι Ασάκ κι Αβράμ. Παναγιά θαυματουργιά, κάνι επίσκιψη τουν αστινή, δουριάν δώστι κι δουριάν ιλάβητι, κι φύλαξι κάθι βασκανία, κάθι φτουνηρία, κάθι  πικραδία. Κίνησι η αγία Τριάδα κι σταύρουσι τουν αφέντη του Χριστό κι την ιρώτησι.
-Πού πας αγία Τριάδα;
-Πάνου να γιατρέψου του δούλου του θιού.
        Κίνησι η κουτσάνα, η ξιπουδαργιάνα, κι του σταύρουσι, κι του ρούφηξι τα σκότια, τα πνιμόνια του κι όλα τα εντόστιά τ’. Πάνου κι’ γώ αγία Τριάδα, του ξιαβασκάνου. Μέγας ει Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου, ουδείς λόγους εξαρκέτι προς ύμνον των θαυμασίων σου. Φύλαξι κι σκέπασι.
-Παναγία θαυματουργιά, πώς κοιμάσι μαναχιά;
-Δε γκοιμούμι μαναχιά. ΄Εχου Πέτρου, έχου Παύλου, έχου δώδικα ‘πουστόλοι. Του Χριστό μι του ραβδάκι τουν έχου στου προυσκιφαλάκι. ΄Οπους έρθει, ματαέρθει, κατακέφαλα τα παίρνει. Χριστός, μαούσιου κι άγιους πνεύμα. Δόξα πατρί και υιώ και αγίω πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ. Με ρωτάς να σου πω πότε έχουμε μάτιασμα; Σου απαντώ: Όταν ο άλλος σε ματιάζει και συ αρρωσταίνεις. Χάνεις τη διάθεση και έχεις πονοκέφαλο. Η γιαγιά η Μήτσινα ήταν το κατάλληλο πρόσωπο, που όλοι ζητούσαν βοήθεια. Ο πεθερός μου έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι. Δε μπορούσε να κινηθεί. Η γιαγιά διάβαζε τα γράμματα:

            «Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος (τρεις φορές τη φράση αυτή). Συγχρόνως σταυρώνεις το πιάτο. Ρίχνεις λάδι κάνοντας το σχήμα του σταυρού. Εν ονόματι του Χριστού και της Παναγίας και των αγίων Αναργύρων των θαυματουργών. Σαραντίζω το Γιάννη, για  παράδειγμα. Από μάτι κακό, από φθόνο, από πράξεις, από ζήλια, ό,τι φέρνει ο άνεμος, ο Χριστός το παίρνει. Οι άγιοι Ανάργυροι οι θαυματουργοί να πάρουν το κακό μάτι, να το στείλουν σε έρημο τόπο, σε έρημα βουνά. Εκεί που δεν κατοικεί κόσμος, δεν ακούγονται φωνές κοπαδιών, δε λαλάνε οι πετεινοί. Παναγία μου θαυματουργή και άγιοι Ανάργυροι. Είναι το παιδί βασκαμένο, είναι βαφτισμένο, είναι παιδί του Θεού. Πάρε το κακό μάτι. Να το μεταφέρεις σε γυμνή πέτρα, σε ξερό ξύλο, να μην υπάρχει νερό να δροσιστεί, να το ευλογήσει ο Ιακώβ και ο Ισαάκ και ο Αβραάμ. Παναγία θαυματουργή, κάνε επίσκεψη στον ασθενή, δωρεάν δώστε, αφού δωρεάν λάβατε. Φύλαξε από κάθε βασκανία, από κάθε φθονερή ενέργεια, από κάθε πίκρα. Κίνησε η Αγία Τριάδα και αντάμωσε τον αφέντη το Χριστό. Ο Χριστός ρώτησε:
-Πού πας Αγία Τριάδα;
-Πάω να γιατρέψω το δούλο του Θεού.
Κίνησε η κουτσή (το κακό πνεύμα) κι αυτή που τρέχει εδώ κι εκεί, αντάμωσε τον ασθενή και του ρούφηξε τα συκώτια, τα πνευμόνια και όλα τα σωθικά του. Πάω κι εγώ η Αγία τριάδα να συναντήσω τον ματιασμένο, να τον απαλλάξω από τη βασκανία.  Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου, κανένας λόγος δεν είναι ικανός να υμνήσει τα θαυμάσιά σου. Φύλαξε και σκέπασε.                
-Παναγία θαυματουργή, πώς κοιμάσαι μοναχή;
-Δεν κοιμάμαι μοναχή. Μαζί μου έχω τον Πέτρο, τον Παύλο, τους δώδεκα Αποστόλους. Τον Χριστό με το μικρό ραβδί τον φυλάσσω στο προσκεφάλι μου. Παρακαλώ να έρθει και να ξαναέρθει για να συντρίψει κατακέφαλα τον πονηρό. Τον Χριστό και το ομοούσιο Άγιο Πνεύμα επικαλούμαστε. Δόξα ανήκει στον Πατέρα και στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα, πάντοτε και στους αιώνες. Αμήν».

Επιπλέον, η Κατίνα μου θυμίζει περιστατικό του ματιασμένου ζώου: «Γιάν’, μι τα γράμματα αυτά σκώντζ κόζμουν» [ανασταίνεις κόσμον]. Του μπλάρ’ χτυπχιούνταν. Αρχίτζι η μανιά, ήλιγι τα γράμματα. Μόλις μπήκι στ’ μέσ’ η μανιά στα γράμματα, σκώνιτι του ζώου, σνάζιτι τρεις φουρές κι έφαγι χουρτάρ’».

Προσωπική εμπειρία: Ήταν βαρύς ο χειμώνας του 1944. Το χιόνι ένα μπόι. Η τοπική ομάδα συναγωνιστών οργανώνει γιορτή στο δημοτικό σχολείο της Άνω Σκοτίνας. Η μάνα μου (Καλή Δάμπλια-Καλιαμπού) κρατάει στην αγκαλιά το Λευτέρη (μωρό λίγων μηνών). Η αναμμένη σόμπα κοκκινίζει και ομορφαίνει τα μάγουλα του παιδιού με αποτέλεσμα να βασκαθεί και να πέσει στο πάτωμα. Για να ξεβασκαθεί παίρνω σβάρνα τις γειτονιές (μαζί με το θείο μου Ηρακλή Δάμπλια) για να μαζέψω φτύμα (σάλιο). «Θειά Λένου, φτύσι στου φλιτζιάν’, ματχιάσκι ι Λιφτέρς». «Φτω (φτύνω) Γιάν’, φτω, Αρακλή (Ηρακλή)». Φτύσανε τρεις γυναίκες. Ανακατεύουμε το «φτύμα» με νερό, το προσφέρουμε στο μωρό, το πίνει και συνέρχεται. 



                                     Οικογένεια ιερέα Αποστόλου Καλιαμπού (Εμφύλιος).
                                     Ο μικρός Λευτέρης (το βασκαμένο παιδί) στην αγκαλιά
                                     της μάνας. Τα άλλα πρόσωπα: από αριστερά: Γιάννης,
                                     Ελένη, Βαγγελούδα, Θανάσης. Η Όλγα (αδερφή) ήταν αγέννητη.


----------
Σημείωση: Η Εκκλησία δεν αρνείται τη βασκανία, την αποδίδει όμως σε επέμβαση του πονηρού πνεύματος και τη θεωρεί έργο του διαβόλου. Στο ιερό Ευχολόγιο υπάρχει η παρακάτω ευχή (απόσπασμα):

    Κύριε ο Θεός ημών,… ο Ιατρός και Θεραπευτής των ψυχών ημών, η ασφάλεια των εις σε ελπιζόντων, σου δεόμεθα και σε παρακαλούμεν, απόστησον, φυγάδευσον και απέλασον πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον και πάσαν επιβουλήν, περιέργειάν τε πονηράν και βλάβην και οφθαλμών βασκανίαν των κακοποιών και πονηρών ανθρώπων από του δούλου σου ( τούδε) και ή υπό ωραιότητος ή ανδρείας ή ευτυχίας ή ζήλου και φθόνου ή βασκανίας συνέβη, αυτός, φιλάνθρωπε Δέσποτα, έκτεινον την κραταιάν σου χείρα και τον βραχίονα σου τον ισχυρόν και…φείσαι του πλάσματός σου και σώσον τον δούλον σου από πάσης βλάβης και επηρείας της εκ βασκανίας γινομένης… και παντός κακού διαφύλαξον' πρεσβείαις της υπερευλογημένης ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας, των φωτοειδών Αρχαγγέλων και πάντων σου των αγίων. Αμήν