Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

εκκλησίες: Αγία Παρασκευή




Εξωκκλήσι με ένα κλίτος στα ΝΑ της Κάτω Σκοτίνας (υψόμετρο 100 μ.). Περνούμε το «αναβρικό τ’ Αγγέλ’» με κατεύθυνση προς το Παντελεημονίτικο και συναντούμε την εκκλησιά περί τα 500 μ. περίπου, κρυμμένη στα γαβριά. Πανύψηλα τα πουρνάρια που την περιτριγυρίζουν. Πριν το 1976 (επί π. Ιω. Μπιλιάγκα) καταστρέφεται η παλιά και σε νέα θεμέλια κτίζεται καινούρια. Πανηγυρίζει στις 26 Ιουλίου.
Αναφορικά με την εξέλιξη στη σημερινή μορφή του ναού, συντοπίτες  (τους οποίους ευγνωμονώ) μας πληροφορούν. Παραθέτω αυτούσια τις αφηγήσεις τους:


1. Ο παπά Γιάννης Σκρέτας (1926-2008) υποστηρίζει: «Η Αγία Παρασκευή, όταν ήρθα εγώ, (1976) ήταν καλοφκιαγμένη. Έφυγαν τοίχοι, σοφάδες και ύστερα έγινε εκ θεμελίων». Την εποχή εκείνη το εκκλησιαστικό συμβούλιο απαρτίζονταν από τους: Δημήτριο Μαρνέλα, Γεώργιο Γεργολά, Αστέριο Μάνο, Αναστάσιο Γκριμούρα, Διονύσιο Γερομιχαλό, Διονύσιο Καρκαφίρη (Πράξη 11/31.12.1980).





Διονύσης Στύλος
 2. Διονύσης Στύλος (Τσιακμάκης) θα μας θυμίσει πως ο χώρος της Αγίας Παρασκευής στα παλιά τα χρόνια «ήταν χωριό. Ήταν οι Παρασκιβιώτις, οι Κουρκουφουλιώτις, χουριά ξακουσμένα. Οι Αγιοπαρασκιβιώτις ήταν μέχρι τα χουράφια τς Μύλιας» (συνέντευξη 7. 7. 1982).

        
3. Γιώργος Δ. Καλαμάρας πρώην ιεροψάλτης, σε συνέντευξη που δόθηκε το καλοκαίρι του 2013 τονίζει: «Ο παππούς ο Σντριβάντζ Μιχαήλ μ’ έλιγι ότι ήταν μια μικρή εκκλησούλα κι αυτή έπεσε. Χωρίς να δώσ’ σημασία κανένας. Το ’60 πήγα εγώ και την έφκιασα. Εγώ είπα τους Μπλιτσαίους (κτίστες) να κάνω ένα καλό. Και πήγαν. Εγώ επί ποδός πολέμου, να κουβαλάου πέτρις κι σ’ είπα μ’ είπις κι τα πάντα, όπους για ένα σπίτ’. Έτσ’ το ήθελα. Το ήθελε η ψυχή μ’. Ήμουνα 35 χρονών, παντρεμένος με παιδιά. Δυστυχώς ύστερα από 2-3 χρόνια δόθκι αφορμή, έπεσε. Έπεσαν οι κουρές. Εάν έβαζαν πιο χτυπητή ασβέστ’ δε θα πάθηνι τίποτα. Ξαναχτίστηκε εκ νέου διότι ήταν ζμπαραλιαζμέν. Επιτροπή ήταν: Γιάντζ Μάνος, Βασίλς τζ Γρηγόρινας Γιρμπχαλός, Γιάντζ Παραμύθας».

Γιώργος Δ. Καλαμάρας (στο πλάι η σύζυγός του Κατίνα Σαούλια)

Ο Γεώργιος Καλαμάρας προσπάθησε (και το έπραξε το 1960), με δική του δαπάνη, να κτίση το "ερείπιο" εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής.. 


4. Χρήστος Θ. Τράντας (1935-2005) σε συνέντευξη που δόθηκε το καλοκαίρι του 2001 είπε: «Πριν ήταν εκκλησούλα μικρή, παρατμέν’. Ικεί που ήταν η παλιά, ικεί έγινι κι η κινούργια. Το ιερό πιο κάτ’. Ιγώ ν’ έχτισα όλ’. Μετακινήθηκι λίγου πιό χαμηλά. Ιγώ ήμαν μάστορας. Λασπιάη * είχα τς Πινέλους του πιδί, το Νίκο τ’ Πολυχρού, που σκουτώθκι σε τροχαίο». Ο αδερφός του Θεοχάρης με πληροφορεί ότι οι εργασίες γίνανε το έτος 1983.                               

1ος μάστορας Χρήστος Τράντας
                                                          
                                                                                            
 
 2ος  μάστορας - Θεοχάρης Τράντας

* λασπιάη λέμε τον εργάτη που προετοιμάζει τη λάσπη (σήμερα χαρμάνι) για το κτίσιμο του σπιτιού. Ο Θεοχάρης Θ. Τράντας (Ιούλιος 2014) λέει: «Από πιο παλιά κουβαλούσαν λάσπ’ σε φαρδύ σανίδ’. Το σανίδ’ αυτό λέγουνταν καζάκα. Γκαζάκα (την καζάκα) ν’ έβαζαν στουν ώμου. Απάν στου σανίδ’ βάζανε τη λάσπ’. Άλλες φορές αντί για καζάκα είχαν κουπανί. Πρόλαβα εγώ το «Βαρνάβα» (παρατσούκλι του κτίστη Διονύση Μπλέτσιου-Πινακά) που έκτιζι μι λάσπ’ Τότε δεν υπήρχαν ασβέστες». Δηλαδή καζάκα είναι φορητή κάσα από μια σειρά σανιδιών. Χρησιμοποιείται στις γεωργικές εργασίες. Κουβαλάνε πέτρες. "Μια καζάκα πέτρις" (Πινέλου Στύλου-Πολυχρού, Ιούλιος 2002). Ο Γιώργος Κ. Καραμέλιος στο βιβλίο «το γλωσσικό ιδίωμα των γηγενών Κίτρους Πιερίας», Κίτρος 2014, υπογραμμίζει: «καζάκα (η), μέσο μεταφοράς της κοπριάς των ζώων από το στάβλο μέχρι τον τόπο αποθέσεως (κουπριά) σε ένα απόμακρο μέρος της αυλής. Η καζάκα έμοιαζε με φορείο ασθενοφόρου που στη θέση του μουσαμά είχε πλέγμα από βέργες λιγαριάς που σχημάτιζαν ένα είδος πλεκτής σκάφης: πρώτα γίνουνταν του ξ’άρσμα μι του φκυάρ’ μές στ’ αχούρ’, ύστιρας του γιόμσμα τς καζάκας…»..

Ο βίος της Αγίας Παρασκευής: Έζησε στη Ρώμη τον β΄ μ.χ. αιώνα. Κόρη των χριστιανών Αγάθωνα και Πολιτείας. Πήρε το όνομα Παρασκευή γιατί γεννήθηκε μέρα Παρασκευή. Κατά την παράδοση ο αυτοκράτορας Αντωνίνος (138 – 160 μ.Χ.) διέταξε και την έβαλαν σε ένα καζάνι με καυτό λάδι και πίσσα. Είδε, όμως, την αγία να είναι άθικτη. Ραντίζει το πρόσωπό του με το υγρό αυτό του λέβητα και αμέσως τυφλώθηκε. Η αγία προσεύχεται και χαρίζει το φως στον αυτοκράτορα, ο οποίος πίστεψε στο Χριστό. Αργότερα επί αυτοκράτορος Αντωνίνου του Πίου βασανίζεται για την ομολογία της πίστης της και αποκεφαλίζεται. Ο λαός πιστεύει ότι η αγία Παρασκευή γιατρεύει ασθένειες των ματιών. (Άρη Ψιαρή, Βυζαντινοί ύμνοι στη νεοελληνική, σελ.205).

            Στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής η παρουσία των κατοίκων του χωριού είναι σύσσωμη. ΄Η, τουλάχιστο, ένα μέλος της οικογένειας πρέπει να πάρει μέρος στη λατρεία κατά τη μέρα αυτή. Τελευταία παρατηρείται προσέλευση προσκυνητών και από τα γύρω χωριά.

ΕΙΚΟΝΕΣ:

                           


Στύλος Α. Αθαν.



                                    




Διακρίνονται, από αριστερά: Θανάσης Σακελλάρης, Γιάννης Καλιαμπός, Θωμάς Στύλος (επίτροπος), παπά Μιχάλης Βλέτσης, Θανάσης Χριστινόπουλος (επίτροπος), Δημήτρης Καρκαφίρης -Τσιούρβας (φωτογραφία 2010).

                                                                                              




Μετά την "Απόλυση" και προσφορά του "Αντιδώρου¨
έχουμε την έξοδο των προσκυνητών. Δίνουν μεταξύ
τους "χειριά", ανταλλάσσουν ευχές και λένε στις
Βούλες και Παρασκευούλες -που είναι "άσωτες στη
 Σκοτίνα- "ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ".






                                             

                                                  Την καμπάνα πάει να «βαρέσει» 
                                                  η Μαρία Ιω. Καλιαμπού, όταν 
                                                  πήγε να προσκυνήσει την Εικόνα 
                                                  της Αγίας Παρασκευής. Ήταν
                                                  μούρκια-σούρουπο της 11 
                                                  Ιουλίου 2010.

    



























































































































































Τρίτη 8 Ιουλίου 2014

εκκλησίες: Αϊ-Λιάς.




ΛΑΪΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
                                                
Στο καραούλι, ανάμεσα στην Κάτω και Άνω Σκοτίνα (υψ.600 μ.) σώζεται μικρό εκκλησάκι του προφήτη Ηλία. Ανήκει στην ιδιοκτησία του μακαρίτη Αποστόλου Παπαζιώγα. Παλιότερα κατά τη μέρα της γιορτής (20 Ιουλίου) ανέβαινε αρκετός κόσμος και συμμετείχε στη Θεία Λειτουργία, η οποία γινότανε από τον εκάστοτε εφημέριο ιερέα της Σκοτίνας. Ερείπια από πάμπολλα ντουβάρια δηλώνουν, πως, στα παλιά χρόνια ήταν χτισμένο χωριό.

1. το κτήμα. Ο πατέρας των Παπαζιωγαίων, παπά Θανάσης άφησε στο γιο του Απόστολο το κτήμα που ήταν κοντά στο παλιό χωριό, ερείπια του οποίου σώζονται ακόμα. Ο Απόστολος μέσα στο κτήμα κτίζει τη μικρή εκκλησούλα. Ο Θεοχάρης Β. Συντριβάνης (1913-2002) σε συνέντευξη που δόθηκε το Δεκέμβρη του 1999) εξιστορεί: «...Μιτά ήρθι ι Παπαζιώγας απ’ ντ Βούρπα *. Είχι στα μπαΐρια ‘π’ τουν Αϊλιά του μπαχτσέ. Μέσ’ στ’ φτιριά. Όταν ήρθι αυτός ι παπάς απ’ αυτού σιαπάν’ ** τουν έδουσι του χουργιό αυτόν του μπαχτσέν. Ήταν βακούφκου του μέρους. Κι τουν έδουσαν αυτό του μπαΐρ κι το ‘φκιασι μπαχτσέν. Τουν έδουσι η επιτρουπή  απού ν’ ικκλησιά. Ύστιρα πέθανι αυτός ι παπάς κι άφσι κληρουνόμουν τουν Απουστόλ’». [Αργότερα ήρθε ο Παπαζιώγας από τη Βούρπα. Εκεί υπηρετούσε ώς ιερέας. Αυτός στη δικαιοδοσία του είχε τον μπαχτσέ που ήταν εκεί στις πλαγιές του Αϊ-Λιά. Συγκεκριμένα στην πλαγιά τη γεμάτη με φτέρες. Την εποχή, λοιπόν, που αυτός ο παπάς από τα μακρινά μέρη ήρθε στη Σκοτίνα, έδωσε στον Αποστόλη τον μπαχτσέ αυτόν που ήταν μέσα στην φτεριά. Το μέρος ήταν βακούφικο, εκκλησιαστικό. Του χάρισε αυτόν τον τόπο, που, στη συνέχεια, καλλιεργήθηκε και έγινε κήπος, μπαχτσές. Η επιτροπή της εκκλησίας έδωσε αρχικά το μέρος αυτό στον παπά. Κατόπιν πέθανε αυτός ο παπάς και άφησε κληρονόμο το γιο του τον Αποστόλη].
----------
* Η Όλγα Χρυσικού-Μπιλιάγκα το καλοκαίρι του 2005 μου δίνει συνέντευξη και τονίζει: «Ι παπά Θανά 'ης ήρθι χήρους μι τα πιδιά ιδώ μικρός κι τα σταλιάισι ύστιρα [ο παπά Θανάσης Παπαζιώγας ήταν χήρος όταν ήρθε στο χωριό μας. Μαζί του έφερε και τα παιδιά του. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό].

Ο π. Γεώργιος Μπιλιάγκας αναφέρει: "Αθανάσιος Παπαζιώγας, εφημέριος στη Βούρμπα Ελασσόνας».

Συγγένεια: π. Αθανάσιος, σύζυγος παπαδιά «Μαρία από Παντιλέμινο, Χατζαίικο σόι».. Παιδιά:

1. Ιωάννης, σύζυγος Κατίνα Καλαμάρα  
2. Απόστολος, σ.  Τασιούλα Καρκαφίρη        
3. Γιώργος, πέθανε από ανακοπή σε ένα γάμο.             
4. Δημήτριος, σ. Δέσποινα Ισαακίδου-Κωνσταντινούπολη.             
5. Νικόλαος , σ. Γραμματή Οικονόμου.      
6. Βασίλειος (1905-1991), ιερέας, σ. Τριανταφυλλιά Ε. Δάμπλια.


Παιδιά του Αποστόλου και Τασούλας Παπαζιώγα: Αθανάσιος, Γεώργιος, Μανόλης, Αθηνά, Πόπη, Φωτεινή, Μαρία,

ιερέας Αθανάσιος Παπαζιώγας (1850-1927).




Σημείωση: η φωτογραφία πάρθηκε από αναρτημένη συλλογή φωτογραφιών ιερατείου που βρίσκεται στην αίθουσα του ιερού ναού Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Σκοτίνας. Η επιμέλεια ανήκει στον π. Γεώργιο Μπιλιάγκα π. προϊστάμενο του ιερού ναού Θείας Αναλήψεως Κατερίνης.


** «απ’ αυτού σιαπάν». Δεν ενδιαφέρει τον κόσμο πώς λέγεται το χωριό. Γι’ αυτό και τοποθετούν τον τόπο «απ’ αυτού σιαπάν’» (δηλαδή ήρθε ο παπάς από μακριά, από περιοχή που βρίσκεται προς τα πάνω, περιφέρεια Ελασσόνας).
 
2. Πατσιά ‘π’ τουν Αϊ-Λιά. Στο ανηφορικό μονοπάτι, συναντούμε την τοποθεσία που φέρει το όνομα πατσιά 'π' τουν Αϊ-λιά. Πρόκειται για μια μεγάλη πέτρινη πλάκα. Κατά την παράδοση, αποτυπώθηκε η πατησιά του αλόγου του προφήτη, καθώς περνούσε από το σημείο εκείνο. Από το περιστατικό αυτό, ολόκληρη η πλαγιά πήρε το όνομα "πατσιά 'π' τουν Αϊ-λιά". Ο Διονύσης Στύλος (τσιακμάκς) αναφέρει: «απ’ του λάκκου Τσιόκα φτάνουμι στα Γκρέκια. Παραπάν’ υπάρχει ένα ανάιρου (λεν του δρόμου). Πάμι προς τα δω, στα ίσια, γυρίζουμι πάλι προς τα ‘κεί να βγάλουμι ν’ ανηφόρα. Φέρουμι 2- 3 κλώζματα κι ανταμώνουμι μπέτρα (την πέτρα). ΄Ηλιγαν οι παππούδις ότι δήθιν ικείνα τα χρόνια ήρθι ι Αϊ-Λιάς στου άλουγου καβάλα. Ικεί που πέρασι ακούμπσι ζ μπέτρα η νουρά ‘π’ τ’ άλουγου. ΄Αφσι πατσιά (πατησιά) κι μια γραμμή ‘π’ ν’ ουρά (από την ουρά του αλόγου). Πιο πάν απ’ μπατσιά ‘π’ τουν Αϊ-Λιά είνι δυο πέτρις μιγάλις, ινουμένις (ενωμένες). Κι μέσα στου ένουμα ήταν μια χαβούζα, μια σκισιά (σχισμάδα). Εάν βάλουμι του ‘φτί ικεί, ακούμι έναν αέραν, μια βουή, έναν κρότουν. Έναν αέραν, πότι θιρμόν, πότι κρύουν. Αυτό γίνιτι κι σήμιρα».

3. πανοραμική θέα. Ο ορίζοντας από ‘κεί πάνω εξαίρετος. Προς την ανατολή εκτείνεται ο κάμπος της Σκοτίνας, ο οποίος στο βάθος ενώνεται με την καταγάλανη θάλασσα του Θερμαϊκού. Προς τη δύση απολαμβάνεις τα πεύκα, τα έλατα, τις οξιές και τα βράχια «‘π’ τα Μαγγούρια» * με τα σταυρωτά τρόχαλα. Προς βορρά αντικρύζεις απότομες χαράδρες του γερο-΄Ολυμπου και τον κάμπο της Λεπτοκαρυάς. Προς νότο το μάτι σου χάνεται στις απέναντι ράχες, χαλιά στρωμένα από κασταναριά. Περίφανη φαντάζει η λάκκα (ή μπάρα) του Πρίπουρα **.
----------
* Μαγκούρια (τα), τοπων. στην Άνω Σκοτίνα, στη ράχη με τα έλατα. "Ικεί είνι ούλου ουστριά, φαίνουντι ικεί τα σταυρουτά τα τρόχαλα" (Διονύσης Στύλος). Για την προέλευση της ονομασίας δε μπορούμε να βρούμε άκρη. Κατά την παράδοση λένε, πως κάποιος έλεγε ότι τα Μαγκούρια έχουν πολύ πλυξάρι. Τα πλυξάρια (πυξάρια) σε παλιούς χρόνους τα ελατομούσαν, τα κατέβαζαν στην Κάτω Σκοτινα και τα 'φκιαναν κλίτσες, μαγκούρες.
** Στον Πρίπουρα, όπου κοπάδι 5-6 λύκων -θάταν το ’45- εγκλόβισε ένα άλλο κοπάδι. Τα γίδια του μακαρίτη Διονύση Τράντα. Απομόνωσαν τα σκυλιά και σπρώξανε τα γίδα προς τις «μπουλντούκες» στα Καμίνια (=βαθιές μπάρες στην τοποθεσία «Καμίνια»). Βαρύς ήταν ο χιονιάς. Ο υπογράφων αποτελεί μαρτυρία αψευδή. Έβοσκε τα γίδια στο προσήλιο τ’ αϊ-Λιά αγναντεύοντας απέναντι στ’ ανήλιο τους λύκους να κουμαντάρουν τα γίδια στον Πρίπουρα.

ΕΙΚΟΝΕΣ: 

Α'.

Η Αθηνά (σύζυγος του Χαράλαμπου) το γένος Αποστόλου Παπαζιώγα παραβρέθηκε στο πανηγύρι του Αγιάννη της Σκοτίνας (29 Αυγούστου 2012). Η Αθηνά ζει οικογενειακώς στην Αυστραλία.
 
Β'. Απόγονοι Βασίλη Συντριβάνη (αφηγητή):

 

παππούς: Βασίλης (†1946), σύζυγος Φωτεινή Οικονόμου. Παιδιά τα ονόματα καταγράφονται όπως ακριβώς ακούγονται στη Σκοτίνα:



1. Θεοχάρης (1914-2002), σύζυγος Πηνέλου Απ. Γκάρα
2. Θανάσης, σ. Παρασκευώ Τσαλαμπάση από Νιζιρό.             
3. Λέγκου (γέννηση 1918), σ. Αντώνης Πινακάς.                       
4. Πηνέλου (1922), σ. Διονύσης Πινακάς.           
5. Γαλάτου, πέθανε ελεύθερη.





Ο Θεοχάρης Συντριβάνης και η Πηνελόπη Γκάρα στα νιάτα τους.














Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

έθιμα: Παντρολογήματα στη Σκοτίνα





Αθηνά Πλεξίδα-Μάνου

            Η παράθεση της συνέντευξης που ακολουθεί αποβλέπει σε δυο, κυρίως, σκοπούς. Αφενός να θυμηθούμε τον παλιό τρόπο διαδικασίας της γαμήλιας τελετής στο χωριό και αφετέρου να δούμε το γλαφυρό ύφος της ντοπιολαλιάς της περιοχής. Εκφράζω ευχαριστίες στην Αθηνά Πλεξίδα, σύζυγο (χήρα ήδη από το 2013) του αλησμόνητου φίλου μου Χρήστου Μάνου*  για τη συνέντευξη που μου παραχώρησε το καλοκαίρι του 2002. Η κουβέντα μας έγινε στο θερινό σπίτι της, στα Μανέικα. Δηλαδή τον επάνω μαχαλά (δυτικά) της Κάτω Σκοτίνας. Συγκεκριμένα στη βουνοπλαγιά «Λάκκα Γίδα» και πλάι στο λάκκο του Μαρνέλα. Στη συνέντευξη μετέχει και η σύζυγός μου Δήμητρα.

Η Αθηνά αφηγείται:

1. προξενιό -Πότε αρραβωνιάστηκες και ποιον;
            -Του Χρήστου, του '57 (1957). Ήμαν 18 χρονών. Πού ανταμώνουσαν μι γαμπρό. Ιγώ
αρραβουνιαζμέν' ένα χρόνου, δε ντουν είδα.
Δήμητρα: Πώς τον έβλεπες τον κ. Χρήστο;
            -Τίπουτις, πουθινά. Έρχουνταν στου σπίτ', αλλά ούτι να τουν ξιπρουβουδήσου.
Δήμητρα: Ούτε να του πιάσεις το χέρι;
            -Α, που χέρ', τίπουτις, τίπουτις.
            -Καθόλου;
            -Τίπουτις.
            Γιάννης: Έτσι, ε;
            -Α κι συ. Πού. Να βγείς έξου κι να μιλήσ'; Απού μπόρτα τ' λάμπα. Τ' λάμπα, τ' χειρόλαμπα απού μέσα μπόρτα κι έφυγνι αυτός κι η μάνα μ' απού κουντά.
            -Προξενιά ήταν;
            -Σχεδόν προξενιά.
            -Ποιος έκανε την προξενιά.

       -Η Καλή ντ Γιάν' τ' Μητού (γυναίκα του Γιάννη Μητού). Φύτιβάμι στα χουράφια κι έφκιαχνάμι τ' αυλάκια. Κάτου ζ ντ Γραμμή, στου Ξηρουκάμ'. Έβαζάμι καπνά κι προυστά ιμείς μι Γκαλή, 'που πίσου οι μάνις μας. Ικεί που έφκιαχνάμι τ' αυλάκ', μι λέ' -αυτή ήταν αρραβουνιαζμέν' στου Γιάν' του Μητό- «Αθηνά, θα σι κάνου προυξινιά». «Σι ποιον», τ' λέου. «Στου Χρήστου, τουν αξάδιρφου μ', τς θειάς τς Θώμινας, απάν. Ιιι, Πουλύ καλό πιδί κι αυτές δε δουλεύν πουθινά. Δε δουλεύν, κάθουντι. Κάθουντι, κι του ντινικέ ( το δοχείο με το τυρί) του τυρί σ' ν' άκρια, του ντινικέ του λάδ' σ' ν' άκρια. Απ' όλα έγν, τα καλά όλα. Δουλειά δε μπααίν πουθινά αυτές οι νύφις (οι νύφες απαλλαγμένες από δουλειά). Δε θα δουλέψ πουθινά. Έχν τη δουλειά, δουλεύν οι άντρ' κι οι γναίκις κάθουντι» (γέλια από Δήμητρα και λοιπούς).
            Κι γώ λέου (είχα απορία), ποιος να είνι κι ποιος να είνι!
            -Ένας, λέ', φαλακρός κόκκινους.
            -Πού, 'που πού, πιρνάει 'π' του σπίτι μ';
            -Πιρνάει. Κι σ' ν' ικκλησία κι έξου στα καφινεία. 'Που δώια θα πιράσ'. Γιατί είνι τα καφινεία ζ μπλατέα. Απού δω πιρνάει (η πλατεία είναι κοντά, το Κοτσέκι).
            Πώς να τουν ιδώ; Πώς να τουν ιδώ ιγώ; Πού να φλάξου (πού να παραμονεύσω) να τουν ιδώ. Στου μπαλκόν' κοιτούσα, δε ντουν ήβλιπα. Δε ντουν ήβλιπα. Μιτά δούλιβι ικεί στου Γρηγόρ' του Χριστινόπλου. Έφκιαχναν αυτό του μαγαζί που 'χι ι Γρηγόρς του πρώτου.
            -Τι δουλειά έκαναν;
     -Κτίστηδες. Κι να έχν τς φανέλλις απλουμένις έξου, Γιάν', ίδρουσαν κι τς είχαν απλουμένις τς φανέλλις έξου στ' αυτό…
            -Πού;
        -Σ' τς φράχτδις, παναθέ στα τσάκνα ((στους φράχτες, πάνω στο σωρό από τσάκνα). Ίδρουσαν κι τς είχαν έξου. Ιγώ δε μπέρασα. Κοίταζα.
            -Τι καιρός ήταν;
            -Καλουκαίρ', Ιούνιους ήταν, Ιούλιους. Κι έβγαζα λίγου του κιφάλ' απ' του μπαλκόν' να τουν ιδώ, αλλά φουβούμαν να μη μι δουν κι οι άλλ' κι …οπ, τρύπουνα μέσα. Γιατί του σπίτι μ' ήταν απέναντι**. Κι γω άντι πάλι, έβγαζα λίγου του κιφάλ' να τουν ιδώ ποιος είνι. Ντιπ, δε μπουρούσις να τουν ιδείς.
----------
* η παρούσα δημοσίευση αποτελεί ελάχιστο φόρο τιμής στους αείμνηστους συμπατριώτες Χρήστο Μάνο και Θεοχάρη Μητό (1932-1982). Στον Εμφύλιο ήμουνα ο μικρότερος της τριάδας τσοπανόπουλων στις πλαγιές του Κάτω Ολύμπου. Οι δυο πρώτοι ξέρανε γράμματα και προσφέρθηκαν να μάθουν και μένα τα στοιχειώδη (αριθμητική και ανάγνωση). Τους ευγνωμονώ.
** το μαγαζί του Γρηγόρη Χριστινόπουλου βρίσκεται στη γωνία της διασταύρωσης των δρόμων κεντρικού από Βασίλα προς Αγιώργη και του δρόμου που οδηγεί από Κοτσέκι προς τα Πλατάνια, νεκροταφεία. Απέναντι από τον Χριστινόπουλο είναι τα Πλεξιδάτκα, άρα και της Αθηνάς. Από το μπαλκόνι της η Αθηνά δυσκολεύονταν να διακρίνει το πρόσωπο του Χρήστου «ντιπ να τουν δεις).

2. αρχή γνωριμίας. Μια μέρα τουν βρήκα στου δρόμου. Έβγηνα ζ τζ Γιργούλινας τη βρύσ' * να πάρου νιρό. Τουν βρήκα ικει. "Καλημέρα" μ' είπι. Πού ιγώ. Ούτι "καλημέρα" ούτι τίπουτα. Άφαντ'.
            -Σου είπε "καλημέρα" εκείνος.
            -Μ' είπι "καλημέρα".
            -Γιατί δεν είπες και συ;
            -Ξέρου 'γώ; Έτσ' ήταν (τέτοια η πρέπουσα συμπεριφορά).
            -Δεν ήταν κακό να πεις "καλημέρα".
            -Δεν ήταν κακό, αλλά μπουρούσις να πεις "καλημέρα"; Δε μπουρούσις. Τίπουτις.
            -Αυτός πού πήγαινε, τι ώρα ήταν;
            -Πρωινές ώρις, θα πήγηνι στου καφινείου. Μια μέρα, του χειμώνα, χιόνισι. Έφκιαναν τα πιδιά χιουνάνθρουπου.
            -Σε ποιο μέρος.
-Στου μπαλκόν πάνου. Κι πιρνάει ι Χρήστους κι φώναζαν: "Ω μπάρμπα, ω μπάρμπα", ι Γληγόρς μι του Γιώργου (αδέρφια της Αθηνάς). "Κοίτα τι φκιάνουμι ιμείς".
            -Μη τουν φουνάζιτι "μπάρμπα" **, βγήκα κι γω στου μπαλκόν να τουν ιδώ, είνι ιλεύθιρους, είνι πιδί.
            -Λοιπόν;
----------
* η βρύση της Γιργούλινας βρισκότανε στη γειτονιά, όπου σήμερα ο φούρνος του Δάμπλια.
** ο όρος «μπάρμπας» που απευθύνεται σε νεαρό πρόσωπο, ακούγεται άπρεπα, γι’ αυτό και η διόρθωση από την Αθηνά. Σου λέει, ο Χρήστος είναι ανύπαντρος, ελεύθερος («ιλεύθιρους»).

3. καμώματα -Μιτά απού κιρόν ήρθι μι ζήτηξι. Έστειλαν τ' Μαρία ντ Γιργουλού τ' απόγιμα στου σπίτ' κάτ' (κάτω στο κέντρο, στο Κοτσέκι).
            -Μόνη της ήρθε;
            -Μόνη της ήρθι, μι ζήτηξι, είπαμι "όχ'".
Δήμητρα: Γιατί είπατε "όχι".
            Γιάννης: Τι σου είπε η Μαρία η Γιργουλού.
            -Ε, είπι τ' μάνα μ' "αυτό κι αυτό, μ' έστειλι η Ουρανία Μάνινα να πω για του Χρήστου για ν' Αθηνά".
            -Μπα, λέ' η μάνα. Δε ντου δίνου του κουρίτσ'. Μακριά * είνι κι αυτός είνι μιγάλους.
            Μι πιρνάει ιννιά χρόνια ι Χρήστους.
            -Δε ντου δίνου, λέ η μάνα.
            Πέρασι κιρός κι μιτά ήρθι η πιθιρά μ'. Πάλι ήρθι. Η μάνα μ' είπι:
            -Πού ξέρου, θειά Θώμινα, είνι μικρό του κουρίτσ'. Δεν είνι ι Χρήστους για ν' Αθηνά.
            -Εσύ τι ηλικία είχες τότε;
            -Ε, τι ήμαν; Δικάξ’ χρονού. Κι λέ' η μάνα μ':
            -Όχ', ας βρει να πάρ' (ας ψάξει αλλού).
            Άι, πάλι ταίριασι, βρίσκ’ ι Μήτσιους (αδερφός, ανταμώνει το Χρήστο) όξου στα καφινεία:
            -Μήτσιου, ζήτηξα ν' αδιρφή σ' κι δεν είπιτι τίπουτας. Ούτι του "ναι", ούτι του "όχ'". Θα μι ντ δώστι; Αλλιώς θα πάρου…(θα φροντίσω για αλλού).  Είπι "ιγώ θα αρραβουνιαστώ". «Δε γξέρου, λέ' ι Μητσιους, δε μ' είπαν ιμένα τίπουτις».
            Έρχιτι η Μήτσιους στου σπίτ', λέ' τ' μάνα "αυτό κι αυτό, ζήτηξι η Χρήστους ι Μάνους την Αθηνά κι δε ντ δίντζ (δεν τη δίνεις);
            -Αρά, πιδί μ', ας πάρ' άλλου κανένα. Κι μιγάλους είνι κι μακριά είνι. Ξέρς πού θα ν' έχιτι; Στ' Λάκκα ντ Γίδα ** θα ν' έχιτι. Μακριά.
            -Μάνα, δώστην, γιατί ιμείς δουλειά δεν έχουμι, βλεπς. Μια ιδώ, μια ικεί τρέχουμι. Να βρεις ένα μιρουκάματου. Αυτοί, λίγου πουλύ, έγν, κτίστηδις είνι, έχουν ένα μιρουκάματου στα χέργια. Θα έχν' του ψουμί τς μέσ' στου σπίτ'. Δώστην.
            Ιτότι, ύστιρα, η μάνα μ', βρήκι μπιθιρά μ' σ' ν' ικκλησία κι τ' λέ': «Έλα, τχιά Θώμινα, στου σπίτ' λίγου».
            Πέρασι η πιθιρά μ', ν' έδουσι του λόγου. "Θα σι ντ δώσου, αφού επιμέν' κι τα πιδιά" (θα σου τη δώσω, αφού επιμένουν και τα παιδιά).
            Μιτά απού καναδυό μέρις πέρασαν. Ήρθι Γκυριακή ι γαμπρός. Ήρθι στου σπίτ', του κάτ' του σπίτ' (στο σπίτι το άλλο, που είναι στο Κοτσέκι κάτω.
            -Σε ποιον οντά.
            -Προυσήλιου. Στουν ουντά του μπρουσήλιου (στο προσήλιο δωμάτιο).
            -Ήξερες εσύ ότι θα 'ρθεί.
            -Δεν ήξιρα. Ήρθι μι του Μήτσιου απ' όξου (όπως ήταν μαζί στο καφενείο). Ιμείς ούτι να μιλήσουμι. Ούτι να πουν "τουν θέλς, δε ντουν θέλς, θα του μπαρς;" Τίπουτις.
            -Ποιος έδωσε το λόγο.
            -Οι μάνις (οι μάνες).
            -Εσύ τι έκανες εκείνη την ώρα;
            -Τίπουτα. Δεν ήμαν μπρουστά.
            -Πού ήσουνα εσύ.
            -Στου άλλου του δουμάτιου, να κάνου καφέ, να κάνου…
            -Δεν άκουγες τι λέγανε;
            -Άκουγα, αφκριούμαν (έβαζα αυτί).
-Τι άκουγες;
 -Άκουγα που ήλιγαν "θα στου δώσου τχιά Θώμινα, θα στου δώσου, αφού επιμέν' κι τα πιδιά. Θα στου δώσου. Είνι λίγου μιγάλους για ν' Αθηνά, αλλά…".
            -Μπά, λέ' η πιθιρά μ', αφού έχς κουρίτσ'.
Ήταν η Καλούδα ελεύθιρη. Πάντριψι του κουρίτσ' κι μιτά ***.
            -Εσύ, ακούγοντας αυτά, τι έλεγες μέσα σου;
            -Ήλιγα "δε θα του μπάρου". Μέσα μου ήλιγα "όχ'". Δεν ήθιλα, ήμαν μικρή.
            -Όταν βγήκες να τους κεράσεις;
            -Κέρασα πρώτα μπιθιρά μ'. Ύστιρα τζ γιαγιές. Ήταν η γιαγιά η Βαγγιλάκινα, η γιαγιά η Βαγγιλιώ η Αγγέλινα, η τχιά Γληγόρινα Μπιλιάγκινα. Τς κέρασα, μ' είπαν "καλή τύχ'", έφυγα ιγώ πάλι, πήγα ζ γκουζίνα. Δε μπάηνα μέσα, αντρέπουμαν.
----------
* ο Χρήστος κατοικεί στη γειτονιά «Μανέικα», που για το χωριό θεωρείται μακριά.
** τοπωνύμιο στα δυτικά της Κάτω Σκοτίνας. Κατά την παράδοση στα παλιά χρόνια εκεί υπήρχε χωριό. Ο Μιχάλης Γ. Ζιώγας-Ντουραλής υποστηρίζει (συνέντευξη 1999) ότι η ονομασία οφείλεται σε κάποιον από τον Γιδά Βεροίας που ήρθε και κατοίκησε στο χώρο αυτό. Κοντά στη Λάκκα Γίδα κατοικούν οι Μαναίοι και Μαρνελάδες.
*** συνήθως για παντρειά προηγούνται τα κορίτσια από τα αγόρια, ανεξαρτήτως ηλικίας.

4. ο "Λόγος". Μιτά που έφυγαν οι γιαγιές μι λέ' η μάνα μ': "Αυτό κι αυτό, Αθηνά, έδουσα λόγουν, τι λες κι συ";
-Δε τουν θέλου, δε ντου μπαίρου.
            -Τώρα ιγώ έδουσα του λόγου, δεν έχς να πεις τίπουτα.
            -Όχ', δε ντου μπαίρου. Ό, τ' θα πει ι Μήτσιους κι ι Νίκους; Δε ντου μπαίρου.
            -Θα του μπάρς. Αφού θέλν κι τ' αδέρφια σ', θα του μπάρς.
            -Τελικά, πότε ξαναεμφανίστηκαν στο σπίτι.
            -Ήρθι ι Χρήστους Γκυριακή μι του Μήτσιου κι μι του Νίκου. Ήρθαν, τς κέρασα. Πρώτα κέρασα του γαμπρό. Ιγώ έμεινα σι άλλου δουμάτιου. Τς κέρασα γλυκό του κουταλιού. Κυδών' είχαμι. Κυδών' τριφτό. Κέρασα κι ένα ρακί, λίγου μιζέ, έβαλαν ικεί σ' ένα τραπιζούλ'. Θυμάμι που έβρασα καναδυό αβγά κι λίγου τυρί.
            -Πάλι έφυγες εσύ.

Χρήστος Μάνος
            -Πάλι άφαντη.
            -Τι συζητούσαν αυτοί;
            -Δεν ήλιγαν για μένα. Ιγώ αφκριούμαν.
            -Όταν έφυγε ο Χρήστος σε αποχαιρέτησε;
       -Όχ'. Δε βγήκα. Δε βγήκα καθόλου. Τς είπι "καληνύχτα σας" τους άλλους κι γω κρυμμέν'.
            -Μετά;
            -Ν' άλλ' Γκυριακή πέρασι η πιθιρά μ' απ' του σπίτ' κι ρώτσι αν είνι σίγουρα. Για να πεί κι αυτή στα πιδιά τς. "Σίγουρα", λέ' η μάνα μ'.
             -Εσύ δεν είπες τίποτα στην πεθερά σου;
            -Τίπουτα. ό, τ' ήλιγι η μάνα μ'.
            -Όταν έφυγε η πεθερά σου εσύ τι έκανες;
            -Μας απουχιρέτσι κι ΄γώ γξιπρουβότσα (μας αποχαιρέτησε κι εγώ την ξεπροβόδισα) κι ντ φίλσα του χέρ'. Έσκυψα κι ντ φίλσα του χέρ'.

5. αρραβώνας -Μετά το "λόγο" πότε ήρθε στο σπίτι ο Χρήστος.
            -Πάλι μι του Μήτσιου ήρθι. Ν' άλλ' Γκυριακή.
Δήμητρα: Εσύ πάλι κρυμμένη ήσουνα; Πόσον καιρό ήσασταν αρραβωνιασμένοι;
            -Ένα χρόνου αρραβουνιαζμέν' ούτι χέρ' ούτι πόδ', που λεν να σι πχιάσ', ούτι να τουν πχιάσ'.
            -Σκεφτόσουνα καμιά φορά αν με αυτόν τον άνθρωπο θα ταιριάζατε;
          -Σκιφτόμαν. Ήλιγα "άραγις θα πιράσουμι καλά, θα κάνουμι, τώρα αυτός, ούτι τουν ξερς, ένας ξένους άνθρουπους, δεν ήταν κι γνουστός".
            -Στους αρραβώνες;
            -Ήρθι ι Μανόλς, ι Μήτσιους μι ντ γιαγιά. Ήρθαν η πιθιρά μ', ι Στέργιους η Κούλα, η Λέγκου, ι Μανόλς, ι Χρήστους, ήρθαν όλ'. Ήρθαν σι μας κατά η ώρα δέκα του βράδ'. Μέσ' στα μπιλμπίδια * έβαλάμι τζ βέρις, μέσ' στου ρύζ' ικεί κι τς φόρισάμι ου καθένας. Αυτό ήταν.
-Φιλί όχι;
            -Φιλί κι σύ. Πού φάγκι του φιλί. 
----------
* μπιλμπίδ' (του), στραγάλι, πληθ. μπιλμπίδια, "μπέρασα μι μπιλμπίδια" (πέρασα τη μέρα τρώγοντας στραγάλια), αλ, μπιπμλιά και μπιμπίλια. Στα Πιέρια ακούγεται η φράση  «μπιλμπίδ του μάτ’ έχ’» για άνθρωπο έξυπνο. Στους Αρραβώνες οι βέρες ανακατεύονται με μπιλπίδια και διάφορα ζαχαρωτά.

6. ο Γάμος -Ο γάμος;
            -Έγινι ιδώ στουν Αγιώρ'. Μας στιφάνουσι η Ρέπανους (Κώστας) απ΄ του Νιζιρό (Καλλιπεύκη). Τουν γνώρζι ι Χρήστους. Καβάλα στ' άλουγου. Γαμπρός κι νύφ'. ΄Ηρθι ι γαμπρός απού παν (από τα Μανέικα) μι τ' άλουγου κι πήραν κι μένα. Είχι σιντόν' άσπρου. Άσπρου άλουγου. Ντ μπάρμπα Μήτσιου ντ Ντουραλή (Ζιώγα). Δυο άλουγα. Μ' έδουσαν τρία μήλα να πιτάξου. Πέταξα κι απ' του παράθυρου ένα μήλου κι ένα ρόιδου. Ανέφκα στ' άλουγου, πήγαμι στουν Αγιώρ', μ' έδουσαν ένα μήλου, ένα ρόιδου κι ένα πουρτουκάλ' να τα πιτάξου. Να προυσκυνάς, προυσκύνμα κι να του πιτά 'ιζ. "Ανέβα μήλο…" *. Τα πέταξα κι τα τρία κι τα έπχιασαν.
            -Μετά;
   

         -Μιτά κατέφκα απ’ του άλουγου, μας πήρι ι παπά Γιάντζ μέσα, μας στιφάνουσι. Βγήκαμι ζ μπλατέα, χόριψάμι. Χόριψάμι ωραία. Η κουμπάρους μας είχι χουρό αλλού τζ γυναίκις, αλλού τς άντρ'. Πιρνούσι μπρουστά η νύφ' ζ τζ γναίκις. Η γαμπρός πιρνούσι μπρουστά σ' τς άντρ'. Μιτά βγήκαμε ζ ντ Βασίλα. Χουρέψαμι κι ζ ντ Βασίλα. Κι ήρθαμι ιδώ στου σπίτ. Ξημιρώσαμι όλ' τη νύχτα. Ώς του προυΐ είχαμι γλέντ, (τρικούβερτο γλέντι) του γάμου.
----------  
* Τραγούδι του γάμου.  Η νύφη στέκεται έξω από την εκκλησία και προσκυνάει τρεις φορές με βλέμμα προς την εκκλησία. Ο κόσμος τραγουδάει:

«ανέβα μήλο, κατέβα ρόιδο,
δεν ανιβαίνου, τάγμα (τάμα) γυρεύου,
απ’ τη μπιθιρά μου
κια π’ του μπιθιρό μου».

(λεπτομέρειες για το Γάμο, βλ. Ιω. Α. Καλιαμπού, λαϊκή παράδοση στον Κάτω Όλυμπο, η ΣΚΟΤΙΝΑ, Κώδικας Θεσσαλονίκη 2007). 
---------- 
ΕΙΚΟΝΕΣ

 
                           Χρήστος Μάνος και η σύζυγός του Αθηνά στη Γερμανία 1961. 
                                     Στην αγκαλιά το βαφτιστικό της Αθηνάς Κυριάκος



Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

εκκλησίες: Αγία Τριάδα



 Η Αγία Τριάδα (φωτογραφία 03.05.2010).

Μονόκλιτη Εκκλησιά προς το μύλο  του Συντριβάνη (υψόμετρο 100 μ). Εξυπηρετεί, κυρίως, τους κατοίκους της συνοικίας «Γαβριά». Πανηγυρίζει κανονικά τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Επί παπά Γιάννη Σκρέτα (†2008) έγινε μια μικρή επέκταση. Ο ίδιος στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000 μας αφηγείται: «απλώς βάλαμε ταβάνι και κάναμε λίγη επέκταση σα νάρθηκας». Κατά τον Διονύση Στύλο-Τσιακμάκη (Ιούλιος 1982) «έγινι συνοικισμός των Στυλαίων. Έφυγαν σ’ ν’ Αμιρική ένας φίλους μ’ δικόζ μ’ κι ι πατέραζ  μ’ κι ι Γιάντζ ι Κουκουλιάρας. Ήταν κι ένας Φατέκας, ι Γιάντζ σ ν’ Αμιρική κι ι Κώτσιους. Ενώ πάν σ’ ν’ Αμιρική για λίγουν κιρόν, έκαναν έρανουν ικεί κι έστειλαν χρήματα ιδώ κι έτσ’ έκτισαν αυτή τη μικρή εκκλησούλα, την Αγία Τριάδα» Ο επισκέπτης -προσκυνητής- πέρα από τη λατρευτική του διάθεση, απολαμβάνει το αξιοθέατο τοπίο της περιοχής. Νιώθει ευχάριστα, καθώς αντικρίζει διάπλατα τον κάμπο και την ομορφιά του Θερμαϊκού. 

η Αγία Τριάδα στην παλιά της μορφή

                                                   η νότια πλευρά της Αγίας τριάδα



 η νεωκόρος βαράει την καμπάνα. 
Ξεσηκώνει τον κόσμο για την εκκλησία




                                                         από τη θέση  "Κλήμα"-Τσαούση

 
"Σοφία, ορθοί"