Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

ΚΑΤΟΧΗ: ΒΑΣΙΛΗΣ Δ. ΣΤΥΛΟΣ-ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ



Ο Βασίλης Στύλος (1919-2008) μου δίνει συνέντευξη το καλοκαίρι του 1996. Θυμάται τα βασανιστήρια που τράβηξε στα χρόνια της Κατοχής. Οι Γερμανοί τον αναγκάζουν να κουβαλήσει στους ώμους κιβώτια με πολεμικό υλικό. Να τα μεταφέρει από την Κάτω στην Άνω Σκοτίνα. Η ανηφόρα (8 χλμ) είναι ανυπόφορη.

 

ΤΥΡΑΝΝΙΑ (θρυλική αφήγηση)

 

 

 

ΤΟΠΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ: Να σι πω, Γιάν΄, όπους τα θυμάμι: Ψιλόβριχι. Παναθέ π΄τς Λινάκους του σπίτ΄ βρίσκου του Μήτσιου του Γκουκουλιάρα -τουν είχαν τσακουμένουν- κι του Νάσιου, του μπάρμπα σ΄ τουν Αγγέλ΄. Ιγώ μέχρι ΄κεί θα΄φαγα ίσι μι πινήντα ξλιές.

Φτάνουμι ζ Μπαναϊά.  Μι βγάζν σ΄ τ΄  Σακιλλάρ΄ του χουράφ΄. Μι τραβούν ένα τσάκουμα ικεί. Μι φουρτών΄ δυο κιβώτια απού πίσου απού πίετ, κάτ΄ πλακατά. Απ΄αυτά τα πίετ που ρίχνουν στα μπιτόν αρμέ. Είχαν μέκινα απ΄αυτά τα παρδαλά. Του τόμσουν του είχι απού μέσα κρυμμένου αυτός ι Γιρμανός. Αυτοί στα παπούτσια είχαν σίδηρου μπρουστά.  «Γκοπ», μι χτυπούσι όπ΄ μ΄ έφτανι.

 Φτάνουμι ψλα σ΄τς Νέρατζις. Δε δουρούσα άλλο, Γιάν. Λέου στου

 

 

 

Νάσιου τουν Αγγέλ. «Θα ρίξου τα βλήμματα καταή. Κι ώσπου να βγάλ του τόμσουν αυτός, θα ξιδέεις τα σκνια, να κάνου του γκατήφουρου. Κι ώσπου να ρίξ΄ ν ριπές αυτός, θα φύγου».

Κι λέ΄ ι Νάσιους: «Μη φύγς, ιμένα θα μι σκουτώζν».

    Πήραν χαμπάρ΄αυτοί. Ου…ου, ένα κι ένα ετοιμάσκαν.

     

       Φουρτουυμένους ως του Χουργιό, Γιάν΄. Σ τσι Δυο τς Καστανιές είχαν στμένουν τουν όλμου αυτοί. Ιγώ απ΄ του λακκούλ΄ ικεί ίσια σιαπάν, στουν Αη-Θανάς΄, στα Καρόπλα. Φουρτουμένους κι ξλιες απού πίσου. Ύστιρα 

 δόθκι διαταγή να πάμι στη μπλατεία, μέσα σ΄ ν΄Ικκλησία. Βρήκαμι έναν μι γένια. Αυτός μι τα γένια ήταν γκισταμπίτς. Ρουφκιανιές. Έβγαλαν λόγουν ικεί κι μας λε΄ ι γκισταμπίτς: «Τώρα θα πάτι στα σπίτια σας».

          Κι ζήτσαμι ένα χαρτί, γιατί ήταν όλους ι δρόμους Γιρμανοί. Να έχουμι ένα χαρτί στα χέρια για να μη μας τσακώζν άλλ΄ παρατάτ΄. Ιτότι πέρασι η Χρίστινα η Καραμπίνινα. Δεν είπι «καλημέρα» τζ Γιρμανοί. Σ΄ τσι δυο Καστανιές. Δε μπείραξαν ντιπ, Γιάν΄. Επειδής ήταν γναίκα…, δε γξέρου. Στρατό γιρμανικό ένα κιαμέτ΄. Νε «καλημέρα», νε τίπουτα.

          Δε ντα θυμούμι ούλα, ΄ρα, Γιάν΄…!      


ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ: Να σου τα διηγηθώ, Γιάννη, όπως τα θυμάμαι. Ήταν ώρα που έριχνε ένα ψιλόβροχο. Λίγο παραπάνω από το σπίτι της Λενάκως Συντριβάνη συναντώ τον Μήτσο Κουκουλιάρα (τον είχαν αιχμάλωτο) και τον Θανάση Αγγέλη, τον θείο σου. Εγώ, μέχρι εκείνη την ώρα μπορεί να έφαγα γύρω στα πενήντα χαστούκια.

          Τελικά φτάνουμε στην Παναϊά. Από εκεί ξεκινάμε και βγαίνουμε στο χωράφι του Σακελλάρη. Εκεί τραβάμε έναν τρανό τσακωμό. Με εξαναγκάζουν να φορτωθώ στην πλάτη δυο κιβώτια από πίετ, δηλαδή κιβώτια πιεσμένα. Από αυτά τα πίετ που ρίχνουν στα μπιτόν αρμέ. Είχαν μέκινα, δηλαδή πολύχρωμους μουσαμάδες. Το τόμσον ο Γερμανός το είχε κρυμμένο στην τσέπη του. Οι Γερμανοί στα παπούτσια (μπροστά) είχαν σίδηρο. «Γκοπ» με χτυπούσε ο Γερμανός, όταν με πλησίαζε.

          Φτάνουμε πάνω στις Νέρατζες. Δεν άντεχα άλλο, Γιάννη. Απευθύνομαι στον Νάσιο Αγγέλη: «Εγώ, Νάσιο, θα πετάξω τα βλήματα κάτω. Και μέχρις ότου ο Γερμανός θα τακτοποιήσει το τόμσον, εσύ θα λύσεις τα σκοινιά που είμαι δεμένος, για να πάρω εγώ την κατηφόρα. Και, μέχρι αυτός πυροβολήσει, θα δραπετεύσω».

          Και λέει ο Νάσιος: «μην φύγεις, γιατί εμένα θα με σκοτώσουν».

          Το μυρίστηκαν αυτοί.   

         

Φορτωμένος, Γιάννη, ώς το Χωριό. Παρατηρούμε ότι στις Δυο Καστανιές είχαν στημένα τα πολυβόλα. Και εγώ, μόλις φτάσαμε στον Μάρμαρο, παίρνω τον λάκκο που οδηγεί στον Άϊ- Θανάση. Από εκεί τραβάμε για τα Καρόπλα. Κι όλα αυτά, ενώ ήμουνα φορτωμένος. Οι καρπαζιές και σκουντήματα συνεχίστηκαν από πίσω. Μετά δόθηκε διαταγή να κατεβούμε στην Πλατεία, στην εκκλησία. Εκεί συναντούμε κάποιον γενειοφόρο. Αυτός με τα γένια ήταν δωσίλογος, προδότης. Στην πλατεία βγάλανε λόγο και ο προδότης με τα γένια μας λέει: «Ήρθε η ώρα να πάτε στα σπίτια σας».

          Και, πριν αναχωρήσουμε, ζητήσαμε κάποιο χαρτί, δικαιολογητικό, γατί ο δρόμος ήταν γεμάτος από Γερμανούς. Ζητήσαμε το χαρτί για σιγουριά. Λίγο παρακάτω θα συναντούσαμε άλλους Γερμανούς. Θυμάμαι, στις Δυο Καστανιές περνούσε η Χρίστινα Καραμπίνινα. Αυτή δεν χαιρέτησε τους Γερμανούς. Και δεν την ενόχλησαν καθόλου. Ίσως επειδή ήταν γυναίκα…τι να πω! Να βλέπεις πλήθος Γερμανών. Κι αυτή ούτε «καλημέρα», ούτε τίποτα.

 

          Τι να σου πω και τι να ομολογήσω, βρε Γιάννη!! Δεν τα θυμάμαι όλα!

----------

ΤΟ ΕΠΙΜΑΧΟ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΑΓΓΑΡΕΙΑΣ

 

 

                      "ΑΚΑΤΝΗ"

1. Κοντά στο σπίτι της Λενάκως-Συντριβάνη.

2. Παναϊά (Παναγιά)

3. Σακελλάρη κτήμα

4. Νέρατζες

 

                       "ΑΠΑΛΝΗ"

 

5. Δυο Καστανιές

6. Μάρμαρος

7. Άη-Θανάσης

8. Καρόπλα

9. Πλατεία Άνω Σκοτίνας

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου